Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 18 Ιαν 2015
Η «ΜΑΓΚΟΥΡΑ»ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΕΛΠΙΔΑΣ
Κλίκ για μεγέθυνση

.

του Π. Κουμπούρα φιλολόγου

 

Διηγηματικό δοκίμιο

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα Ουτοπικά και τοπικά από τον Ιανουάριο 2015 και για δύο τουλάχιστον χρόνια , εφ’όσον βέβαια είμαστε καλά , γεροί και δυνατοί , αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο . Αντί για άρθρα και ποιήματα θα φιλοξενούν μικρά διηγήματα , ένα κάθε μήνα , με κεντρικό θέμα τις έννοιες παππούς και γιαγιά . Η πρώτη μου πεζογραφική λογοτεχνική προσπάθεια ξεκινά , με την ελπίδα όταν ολοκληρωθεί να γίνει βιβλίο συλλογής διηγημάτων - δοκιμίων με τίτλο : «Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ». Με την ευχή παππού και γιαγιάς σε όλους μας ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ !

Ο παππούς Χαρίλαος πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του λαχταρισμένος. Δίπλα του η καλή του συμβία η γιαγιά Ελπίδα τραντάχτηκε κι αυτή απ’ το απότομο ξύπνημα του αγαπημένου της συντρόφου. – Τι έπαθες , Χαρίλη μου; - Όνειρο , Ελπίδα μου , όνειρο σημαδιακό , που δε ματά’δα άλλη βολά. Είδα τη μαγκούρα μου να με σκουντά τρεις φορές κατακέφαλα και να με χουγιάζει : Ξύπνα , Χαρίλαε , σε καλεί η πατρίδα ν’ αναλάβεις πρόεδρος δημοκρατίας. Εθνική επιταγή , για το καλό της χώρας. Γέλασε άδολα η καψο – Ελπινίκη , ( αυτό ήταν το βαφτιστικό της , μα τη φωνάζανε Ελπίδα , γιατί από ελπίδα ήταν πάντα γιομάτη η ψυχή της , όμως τη νίκη δεν τη χάρηκε ποτές ): - Αμ , καημένε , αν περιμέναν από σένανε να βγάλει πρόεδρο η δημοκρατία … , δε λέω , βέβαια , έχεις τη χάρη του λαού στ’όνομα , αλλά άλλος έχει τ’ όνομα κι άλλος έχει τη χάρη…

- Σήκω , γυναίκα , να βάλουμε τα καλά μας και να πάμε σιγούλια – σιγούλια με τη μαγκουρίτσα μας μια βόλτα στην πλατέα . Πρέπει να διαλευκάνουμε τ’ όνειρο . Τι γύρευε η μαγκούρα από το κοιμισμένο μου κεφάλι και το βάραγε τρικούτελα ; Δεν πρόλαβε η γιαγιούλα να του πει : « τι να γυρεύει , κακομοίρη μου η μαγκούρα απ’ το ξερό σου το τσερβέλο » και να’ σου και πετάγονται μπροστά τους καμαρωτά – καμαρωτά , λες και κάμανε παρέλαση , η σκαλιστή απ’ άγριο δρυ μαγκούρα του παππού Χαρίλαου μαζί με την πελεκητή από αιωνόβιο ελάτι μαγκούρα της γιαγιάς Ελπίδας. Αγκάλιασαν στοργικά τα ροζιασμένα χέρια τους και τους παράγγειλαν μ’ επίσημο ρυθμό τικ-τακ τικ-τακ να στυλωθούν όρθιοι , ακουμπώντας τ’ αδύναμο , το γέρικό τους σώμα πάνω στον δυνατό στον ξύλινο κορμό τους .

Και ιδού , το σκαλιστό – πελεκητό τους στόμα ανθρώπινη μιλιά αντηχεί στα μάτια και στ’ αυτιά τους :

- Παλιά , καταπώς το μολογάει η ιστορία , κάποιος κοτσάμπασης Πετρόμπεης έστελνε , λένε , τη μαγκούρα του στη Μάνη κι ο όχλος μονοκούκι μες στης Βουλής την έμπαζε την έδρα. Και δε μου λες , παππού Χαρίλαε κι εσύ γιαγιά Ελπίδα , τι παραπάνω χάρες είχε η μαγκούρα του Πετρόμπεη απ’ τις δικές σας , από εμάς ,που αποκούμπι μπιστικό σας στέκουμε , το πιο υπάκου τρίποδο ανήμπορων διπόδων ; Θα ξέρετε το αίνιγμα της σφίγγας « έστιν δίπουν επί γης … ». Ο άνθρωπος , αυτό το θεριό της φύσης , λογιέται πλήρης ημερών μόνον άμα προλάβει να βασταχτεί σε βακτηρία. Το τρίτο πόδι είναι που σε κάμει να λέγεσαι παππούς και γιαγιά. Αλίμονο σ’ αυτούς που θα τους πάνε τέσσερις προτού προκάμουν να πατήσουνε στα … τρία . Ένα δάκρυ έσταξε της μαγκούρας η μιλιά στα μάτια του Χαρίλαου , καθώς θυμήθηκε το εγγόνι του , φαντάρο στη σκοπιά , με τ’ όπλο παρά πόδα . Νύχτα τους τόνε φέρανε νεκρό οι γαλονάδες , σε μία κάσα , να τον θάψουν. « Αυτοπυροβολήθηκε » , τους είπαν , αόριστα ψυχολογικά προβλήματα και τέτοια … Τον έκλαψαν ψάλλοντας τον εθνικό μας ύμνο . Ορθός στεκόταν ο παππούς κι ας έτρεμαν από λυγμούς ψυχή και πόδια. Κι η μαγκουρίτσα , ορθή κι αυτή , αλύγιστη σε στάση προσοχής , απέτιε τιμή στου άτυχου παλικαριού το πνεύμα .

Το είδε το δάκρυ , στον αέρα η Ελπίδα , πλησίασε και φίλησε τον αγαπημένο της γλυκά στο στόμα . – Ο έρωτας δαμάζει συμφορές , ο έρωτας καρπίζει τις χαρές , του’ λεγε πάντα η καλή γιαγιούλα , όταν ο πόνος τού κυρίευε τη σκέψη . Μαζί , Χαρίλη μου , θα κολυμπήσουμε και πάλι στης άδικης ζωής την παραζάλη …

Χαμογελάσανε κι οι δυο , γιατί , πραγματικά , έτσι και κολυμπούσαν τελευταία . Σαν τους πονάγανε τα πόδια από τ’ αρθριτικά και οι γιατροί τους συμβουλεύαν μπάνια , τους έβλεπες απόμερα στης θάλασσας την άκρη να περπατούν μες στ’ αλμυρό νερό σφιχτά πιασμένοι απ’ το’ να χέρι και με το άλλο γερά κρατώντας τη μαγκούρα . Θάμασμα ήταν να τους βλέπεις , δυο κούσιαλα , δυο καρυδότσουφλα σκαριά , να παίζουν με το κύμα και να φιλιούνται ερωτικά στο στόμα , δύο καρδιές με δυο μαγκούρες για σωσίβιο . Πάνω στων αναμνήσεων και στου ερωτικού φιλιού τον φλοίσβο , βάλαν τα γέλια κι οι μαγκούρες: - Μουσκίδι και δροσιά εζήσαμε μαζί σας , τόσες φορές που μας βαφτίσατε στο κύμα μάς δώσατε για τα καλά και τ’όνομά σας . Βαφτίζεται η μαγκούρα του παππού Χαρίλαου , βαφτίζεται η μαγκούρα της γιαγιάς Ελπινίκης.

Οι συνειρμοί με τα βαπτίσματα εφέραν στου Χαρίλαου το μυαλό το περιστέρι κι αυτό με τη σειρά του τα περιστέρια εις το Σύνταγμα , τον Άγνωστο Στρατιώτη … - Και δε μου λες , βαφτισιμιά μαγκούρα μου , πώς και με βάραγες τρις κατακούτελα για πρόεδρος της δημοκρατίας τάχατες να προστρέξω ; Πετάχτηκε , ευθύς , της Ελπινίκης η μαγκούρα για ένα πρώτο σχόλιο πριν να δοθεί απάντηση . – Όχι μονάχος σου , παππού , μαζί με την καλή γιαγιά και με την αφεντιά μας σε παράταξη « θα κολυμπήσουμε και πάλι στης άδικης ζωής την παραζάλη ». – Κατάλαβες τώρα , καλέ μου συνονόματε παππού , συνέχισε η πρώτη , γιατί η δημοκρατία σ’ έχει ανάγκη ; - « Ο έρωτας δαμάζει συμφορές , ο έρωτας καρπίζει τις χαρές » μουρμούρισε ο Χαρίλαος φιλώντας την Ελπίδα του γλυκά κι ερωτικά στο στόμα . Δημοκρατία χωρίς τη χάρη του λαού χάρη δεν έχει . Ας την κρατήσουν οι πολιτικάντες , οι κλέφτες και οι ψεύτες , χάρισμά τους . Ελπίδα νίκης κρύβει μοναχά η άκακη Αγάπη . Αλήθεια , πόσες δεκαετίες , αιώνες καλύτερα , ο κάθε προεστός Πετρόμπεης έκλεβε των κολλήγων των φτωχών τη βούληση και θρόνιαζε μες στη Βουλή με της δυναστικής του της μαγκούρας τη φοβέρα ; Δεν έπιπτε λόγος στη Βουλή , έπιπτε μόνον ράβδος . – Έτσι είναι , παππού , συνέχισε της σκέψης τη σκυτάλη η γιαγιούλα , δε θυμάσαι πριν λίγους μήνες που πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε στο Σύνταγμα για τις κομμένες μας συντάξεις , « περήφανα γερατειά » εμείς , με μπαστουνάκια και οργή στον δρόμο , πώς μας ξαπλώσαν με ραβδισμών χτυπήματα οι νέοι « δημοκράτες » μας τυράννοι ;

Ξημέρωνε Κυριακή , ημέρα εθνοσωτήριων εκλογών για την Ελλάδα , όπως διαλαλούσαν θορυβώντας τα κανάλια . Κινδύνευε , φωνασκούσαν , μια κάποια κυρία « σταθερότητα » αγνώστων λοιπών στοιχείων διαγωγής και χαρακτήρος . Κράζαν , ακόμη , και για κάτι ποσοστά ασυνάρτητα που όλο αλλάζαν , για μια ψαλίδα , λέει , που πάει να κλείσει και κάποιο φως σε τούνελ που άλλοι το βλέπαν κι άλλοι όχι . Αχνόφεγγε η μέρα κι ο παππούς Χαρίλαος ξύπνησε , μα όχι απ’ όνειρο , ουδέ από μαγκούρας κατακέφαλο . Σηκώθηκε για να φιλήσει γλυκά κι ερωτικά της Ελπινίκης του το στόμα . Ο έρωτας δαμάζει συμφορές , ο έρωτας καρπίζει τις χαρές . Ήταν το σύνθημά τους , πια. Μαζί θα κολυμπήσουμε και πάλι στης άδικης ζωής την παραζάλη , του έγνεψε με το φιλί της η γιαγιούλα . Πριν φορέσουν καλά – καλά τα γιορτινά τους , ξύπνιες κι αυτές και έτοιμες στο πόδι τούς περιμέναν με το χαμόγελο στα χείλη οι δυο βαφτισιμιές τους οι μαγκούρες . Καμαρωτά αλά-μπρατσέτα , βλέπεις να παρελαύνουν στον δρόμο προς τις κάλπες τα γεροντάκια μας , ψάλλοντας στης ψυχής τη σιγαλιά τον εθνικό της Λευτεριάς τον ύμνο , και τους θαρρείς όχι ανήμπορους , αλλά σαν γίγαντες με τρία πόδια , έξι χέρια , δύο καρδιές , τέσσερα στόματα .

Ζυγώσαν στον προθάλαμο της κάλπης , μόλις τους πέσανε λεφούσι τα μικρόφωνα κι οι κάμερες εγχώριων και ξένων ανταποκριτών ζητώντας τους δηλώσεις περί νίκης . Με μια μιλιά , με μια πνοή , ομού σώμα και πνεύμα , αντήχησε ο λόγος της σκαλιστής – πελεκητής ψυχής κι ακούσθηκε βροντερός και καθαρός – σαν τραγωδίας κάθαρση – απ’ άκρου εις άκρον μες στην απέραντη πλατέα : - Τη μέρα της δημοκρατίας , την ώρα του λαού , δεν πίπτει ράβδος , πίπτει λόγος. Η χάρη του λαού θα μιλήσει και θα νικήσει . Η ελπίδα της νίκης θα μιλήσει και θα νικήσει. Η μαγκούρα του παππού και της γιαγιάς θα μιλήσει και θα νικήσει. Το σούρουπο της ίδιας μέρας τούς βρήκε πάλι , τον παππού και τη γιαγιά , μέσα στη θάλασσα. Όρθιοι καμαρωτά – καμαρωτά , λες και κάμανε παρέλαση , περπατούν ψάλλοντας τον εθνικό μας ύμνο . Σφιχτά πιασμένοι απ’ το’ να χέρι και με το άλλο γερά κρατώντας τη μαγκούρα δοκίμαζαν να δαμάσουν των συμφορών τα κύματα με χείλη ενωμένα σ’ ένα γλυκό , ερωτικό φιλί στο στόμα. Και τότενες , - μάρτυράς μου να’ ναι ο ήχος της καρδιάς - το ραβδί εμίλησε. Η σκαλιστή – πελεκητή ψυχή εμίλησε και κάρπισε η θάλασσα παιδιά κι εγγόνια . Άλλα αδικοχαμένα , άλλα ορφανισμένα , μα όλα τους μ’ ένα στεφάνι νίκης πλασμένο από ελπίδες. – Η χάρη του λαού , μαζί σας παιδιά μου , αντηχούσαν τα κύματα . – Η ελπίδα της νίκης , μαζί σας εγγόνια μου . Η ευχή του παππού και της γιαγιάς μαζί σας , νιάτα της Ελλάδας . Νιάτα χαρούμενα κι ελπιδοφόρα !

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου