Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 24 Σεπ 2011

13 Μαρτίου 2011 19:57

Του Β.Αντωνίου

 

Πρώτα βήματα της Άνοιξης και ο έλληνας παρά την όποια κρίση, μέσα από την παράδοση και τα έθιμά του, ζει μόνο για λίγες εβδομάδες στο ρυθμό του Διονύσου με τις απόκριες και τις περιόδους γλεντιού, ξενοιασιάς, διασκέδασης μέχρι την Καθαρά Δευτέρα, έχοντας γνώση ότι αμέσως μετά αρχίζει ένας κύκλος μιας μεγάλης «δίαιτας» και μιας μακράς Σαρακοστής ... Υλικές απολαύσεις, ειδωλολατρικά και παγανιστικά έθιμα που δεν έχουν σχέση με τις προσευχές και νηστείες της Εκκλησίας, λατρεία των νεκρών, μεταμφιέσεις, καρναβάλια, παράδοξοι χοροί, μασκαράδες, θόρυβοι. παρελαύνουν αυτήν την περίοδο.

Μέσα σ' αυτή τη δίνη της μεγάλης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, παραθέτουμε το αυθεντικό αρθράκι του Ζαχαρία Παπαντωνίου «ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΩΣ ΔΙΑΙΤΑ» , που αν και γράφτηκε το 1938 έχει ξεπεράσει την εποχή του, είναι αρκετά επίκαιρο και χρήσιμο... όσο για τους περιοδικά εκλεγόμενους άρχοντες, άλλο τόσο και τους εκλέκτορές τους...!!

 

«Αν γενικεύσωμε το ένστικτο του παιγνιδιού, τόσο βαθύ σ' όλα τα ζώα, αν κάμωμε για λίγες ημέρες θεσμό τη μίμησι, την ακαταμάχητη αυτή δύναμι, το καρναβάλι όχι μόνο θα μας φανή απαραίτητο, μα θα απορήσωμε που κρατεί τόσο λίγο. Το καρναβάλι της Βενετίας διαρκούσεν έξη μήνες. Οι τρεις λοιπόν εβδομάδες που διαθέτομε για τη φαντασμαγορία και την κωμωδία, δεν αρκούν. Είνε ένα δόκανο που στήνει η πραγματικότης για να μας ξαναπιάσει αμέσως μόλις της ξεφύγωμε. Και δυο μόνο τρόπους βρήκεν ο άνθρωπος για να ξεφύγη. Ο πρώτος είναι η θεία μασκαράτα του ονείρου και της φαντασίας. Ο δεύτερος περιορίζεται στον πλανήτη μας, στην περιοχή του ματιού, στην ικανότητα της ραπτικής και στις λίγες ημέρες του Τριωδίου. Και στις δυο αυτές πλάνες είμαστε οπωσδήποτε κερδισμένοι αφού ικανοποιούμε το ακαταμάχητο ένστικτο του παιγνιδιού. Ο άνθρωπος παίζει όπως όλα τα ζώα. Παίζει με τον εαυτό του, με το είδος του, με τη σοβαρότητά του. Παίζει με την τραγικήν αδυναμία που έχει για ν' αλλάξη κατάστασι και μορφή. Το καρναβάλι είνε το χιούμορ του. Μ' αυτό παίρνει στο ψηλό εκείνο που δε μπορεί να μεταβάλη: την ιστορία, την κοινωνία, τη φύσι, και την αιωνιότητα. Η χάρτινη μύτη του λαϊκού ανθρώπου στο δρόμο ή το κωμικό μουστάκι του είνε μια κριτική της δημιουργίας. Η μάσκα του εκδηλώνει θυμούς και πόθους: Μιμείται εκείνο που του λείπει. Κοροϊδεύει εκείνο που έχει. οι ζωντανές γελοιογραφίες του δρόμου, τα τέρατα που δημιουργεί με το πρόχειρο μασκάρωμά του ο λαός, τέρατα σαν εκείνα που σκαλίζει στους σουγιάδες του, στις πίπες του και στις κασέλες του, γρύπες και παραμύθια, είνε η κωμωδία χυμένη στο δρόμο, χωρίς κανόνες, χωρίς περιορισμούς, χωρίς κριτική, ευκολονόητη, ελεύθερη και αθάνατη.

Αρκούν τάχα τρεις εβδομάδες για τέτοιο αγαθό; Υπήρχε στον κόσμο μια σιδερένια πολιτεία, θαλασσοκράτειρα δεκατεσσάρων αιώνων, που είχεν οργανώση την ευθυμία κι έκανε κρατικό θεσμό τη μάσκα. Κανένας δε θα μάθη το μυστικό της Βενετίας. Κανένας δεν ξέρει πώς βρήκε τον καιρό για τα σοβαρά πράγματα που έκαμε. Εξουσίασε τον κόσμο έχοντας για κυριότερο θεσμό την πομπή και το μασκάρεμα. Ήταν το μόνο κράτος όπου έζησαν μαζί λαμπρά το σοβαρό και το γελοίο. Η φοβερά αυτή Δύναμις εσφύριζε και γιουχάϊζε τον εαυτό της. Καρναβάλι από την αρχή του Οκτωβρίου ως τα Χριστούγεννα. Από τα Θεοφάνεια ως τη Σαρακοστή. Καρναβάλι και πάλι από την εορτή της Αναλήψεως. Καρναβάλι την εορτή του Αγίου Μάρκου κι έπειτα. Όλοι μασκαρεμένοι. Ένα πρόσωπο υπάρχει, ένα αξίωμα, η μάσκα. Σ' αυτή την αριστοκρατική πολιτεία, που κράτησε χωρισμένο το λαό από τους ευγενείς, το καρναβάλι είνε σεισμός που τ' αναποδογυρίζει όλα. Κοινωνική επανάστασι με τη βόμβα του γελοίου. Συμφιλίωσι των τάξεων με τη μάσκα. Ο πατρίκιος κι ο γονδολιέρης αλληλοπειράζονται στην ταβέρνα, στριμώγνονται στο δρόμο, σφυρίζουν ό ένας στον άλλον. Όπως η ανώνυμη καταγγελία που τη χάφτει το λιοντάρι του παλατιού, έτσι προστατεύεται απ' το κράτος η μάσκα. Το ανώνυμο, το απρόσωπο, τοπ μασκαρεμένο έγινε ο κύριός του θεσμός Μασκαρεύονται οι άνθρωποι του λαού κι έχουν δικαίωμα πολλές φορές να μπουν στις γιορτές του πααλιτού μόνο επειδή φορούν μάσκα. Μασκαρεύοντια οι κληρικοί, καλόγρηες βγαίνουν από τα μοναστήρια μασκαρεμένες. Ο Μονεσκιέ είδε τον νούντιο του Πάπα στη Βενετιά προσωπιδοφόρο κι ένα θεοσεβή να γονατίζη και να ζητά την ευλογία του. «Η αριστοκρατία είνε ανακατωμένη με το λαό, γράφει ο Καζανόβα, το σπάνιο με το καθημερινό, το ωραίο με το αποτρόπαιο. Δεν υπάρχουν πλέον ούτε άρχοντες, ούτε νόμοι...». Μ' αυτόν τον τρόπο ετοιμαζόταν για το θάνατό της η μεγάλη πολιτεία. Το κανόνι του Ναπολέοντος τη χτύπησεν επάνω στον παροξυσμό της πολυτέλειας, του καρναβαλιού και της χαρτοπαιξίας. Πέθανε μασκαρεμένη, Μα τάχα αυτό το αδιάκοπο παιγνίδι δεν ήταν χρήσιμο; Δεν τη βοήθησε και στην κοσμοκρατορία όσο και στην παρακμή; Κυβερνούσε με την ευθυμία και με τη μάσκα. Στο καρναβάλι του 1789 πέθανε ο δόγης και το κράτος φύλαξε το θάνατό του μυστικό για να μην επηρεάση τη λαϊκή ευθυμία. Η Βενετιά επίστευτε σ' αυτόν το θεσμό της όσο και στους άλλους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μάσκα είνε ένας θεσμός κοινωνικής υγείας. Η αριστοτελική «κάθαρσις» παίζει κι εδώ το ρόλο της. Το καρναβάλι είνε ελεύθερο θέατρο. Κι αφού μας δίνει την ελευθερία να σαρκάσωμε τον εαυτό μας και να σφυρίξωμε τη φύσι και την κοινωνία, το αποτέλεσμα είνε πως τα βλαβερά μας ένστικτα και τα πάθη δαγκώνουν εκεί, ικανοποιούνται προσωρινώς στο ψέμα και χάνουν το βλαβερό τους χαρακτήρα, Το οδυνηρόν και το «πεπονηκός» που υπάρχει μέσα σ' αυτά θεραπεύεται. Γίνονται ίσως ωφέλιμα και ακίνδυνα. Κάθαρσις. Ποιος θα μάθη ποτέ τι όφείλουν από την κοινωνική των υγεία οι αρχαίοι Έλληνες στο ξεθύμασμα των κατ' αγρούς Διονυσίων! Ποιος θα μετρήση τη θεραπευτική δύναμι της βαφης, της καπνιάς, της λάσπης, των φύλλων που μασκάρευαν το πρόσωπο του όχλου, της χειρονομίας, της κραυγής, της ασεμνολογίας, του μεθυσιού και του κρότου! Σήμερα ακόμα υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί που αισθάνονται την ανάγκη της ίδιας θεραπείας. Στη Σάμο το καρναβάλι εορτάζεται με φοβερό υβρεολόγιο των κατοίκων αναμεταξύ τους στο ύπαιθρο, η βωμολοχία τις ημέρες αυτές είνε δικαίωμα και τα «εξ αμάξης» γίνονται πράγμα. Μα και το καρναβάλι των σαλονιών, όπου τα πράγματα είνε τόσο προσποιημένα και σκεπασμένα, δεν πιστεύω να διαφέρη πολύ στη θεραπευτική του από το άλλο. Το κομψό σκώμμα της μάσκας είνε η ίδια η διονυσιακή ορμή που, στομωμένη από τον πολιτισμό και την τέχνη, ενεργεί με ηπιότητα για ν' αλαφρώση κι αυτή το ανθρώπινο πάθος. Στο σαλόνι ο διονυσιασμός παίρνει άλλη στροφή. Κατευθύνεται στο ονειρώδες. Στη λάμψι και στο χρώμα. Στο φανταστικό και στο ωραίο. Η καταπληκτική παλέττα που έδωκε στα χέρια της κοινωνίας η χημεία, η γοητεία και το μυστήριο της φούστας, σχηματίζουν τα Διονύσια του σαλονιού, τα οποία, μετά το καρναβάλι της Βενετιάς, έγιναν μια φαντασμαγορία γύρω από τη γυναίκα, από το κορύφωμα του φυσικού ωραίου. Ειδικά για το χρώμα το καρναβάλι είνε δίαιτα των ματιών. Τα μάτια είνε αχόρταγος κολορίστας. Κουρασμένα, νυσταγμένα από τη καθημερινή μαυρίλα της ανδρικής ενδυμασίας, πέφτουν απάνω σ' ένα κόκκινο και σ' ένα πράσινο ντόμινο με τη λαιμαργία του πεινασμένου ζώου. Σκώμμα δεν υπάρχει χωρίς χρώμα. Οι τρελλότεροι άνθρωποι του κόσμου, αν ήθελαν να σχηματίσουν καρναβάλι μόνο με σχήματα, θα ήταν ανιαροί. Τα Διονύσια μ' όλη την κραυγή και τον πάταγο θα ήταν νυστακτικά χωρίς το κόκκινο της βαφής, το πράσινο των φύλλων και το μαύρο της αιθάλης που μεταμορφώνει τους εορταστάς. Η Βενετία ήταν η χώρα των χρωμάτων ήταν μια Ανατολή. Χωρίς το χρώμα του καρναβαλιού γίνεται υπόθεσις μεταφυσική.

Μα όχι! Δεν θα λησμονήσω τους πιο επικίνδυνους και πιο παιγνιδιάρηδες μεταμφιεσμένους, τους θεούς της αρχαίας Ελλάδος. Έζησαν σε ατελεύτητες μεταμορφώσεις που σήμερα θα τις ονομάζαμε καρναβάλι αν η μυθολογία και η ποιητική τέχνη δεν είχαν δώσει σ' αυτή τη μασκαράτα σοβαρά προσχήματα Είτε ήθελαν να τιμωρήσουν, είτε να δολοφονήσουν, είτε να ερωτοτροπήσουν, είτε να παραβιάσουν οπωσδήποτε τα άρθρα του θείου και του ανθρώπινου νόμου, πράγμα που ήταν η κυρία τους ασχολία, ειτε επί τέλους να βγάλουν από αμηχανία τον Όμηρο, έπρεπε να αλλάξουν μορφή. Εδώ αποθεώθηκε, κυριολεκτικώς, το ένστικτο του παιγνιδιού. Ο Σίλλερ λέγει για τους αρχαίους θεούς πως αγνοούσαν δυο περιορισμούς, το καθήκον και την εργασία... Σ' αυτό, αλήθεια, δεν έμοιασαν του ανθρώπου. Μα ίσως γι' αυτό έπαιζαν ό,τι δεν είχαν. Έπαιζαν τον άνθρωπον. Και κατάντησε τις περισσότερες φορές να είνε μασκαρεμένοι με τη μορφή μας, με τις συνήθειές μας και τις αδυναμίες μας. «Θα μας ιδούν!» είπεν η Ήραν στο Δία, εις το Γάργαρον άκρον. Μα τι πατήρ των θεών θα ήταν αυτός αν άφηνε πράγματι τους άλλους να βλέπουν; Έννοια σου. «Μήτε θεών το γε δείδιθι μήτε τιν' ανδρών όψεσθαι. τοιον τοι εγώ νέφος αμφικαλύψω χρύσεον». Και άπλωσε γύρω ένα νέφος. Χρωματιστό μάλιστα. Ποιος δεν θ' αναγνωρίση σ' αυτή τη χρυσή ομίχλη το αρχαιότερο ντόμινο!»

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου