Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 24 Σεπ 2011

08 Οκτωβρίου 2010 00:19

του Β. Αντωνίου

 

Στους απανταχού καφενέδες της επικράτειας, που είναι ως γνωστόν, χώροι πολιτικοί, συζητούνται τα ύψιστα προβλήματα της εθνικής μας ζωής. Μήνες τώρα οι αντιπαραθέσεις των απλών πολιτών και οι συζητήσεις, για την σύγκρουση οικονομίας και πολιτικής, για την αναχρονιστική οικονομική λογική του χθες με τις ανάγκες του σήμερα και του αύριο, για τον παρασιτικό δανειοβίωτο ευδαιμονισμό ολόκληρων δεκαετιών με τη νέα οικονομική λογική. Η κυβέρνηση χάραξε μια πολιτική για τη σταθεροποίηση της Οικονομίας και την οποία ακολουθεί. Ένα σκέλος της πολιτικής αυτής αφορά σκληρά εισοδηματικά μέτρα, δήλωσαν κατηγορηματικά οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπουργοί, ότι η οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής στον τομέα αυτό θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το πρόγραμμα της οικονομικής σταθεροποίησης.

Ο τελευταίος αναδομητικός ανασχηματισμός της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, μάλλον δεν ξάφνιασε κανέναν. Κανένας δεν έχει αμφιβολίες ότι η ποιότητα του κυβερνητικού και κομματικού στελεχικού δυναμικού θα επέτρεπε διαφορετικές συμπεριφορές και αντιστάσεις.

Αν όμως όλοι συμφωνούν ότι ο Γ. Παπανδρέου επιβεβαίωσε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την ηγεμονία του, δεν είναι καθόλου ξεκαθαρισμένο ποιο ακριβώς είναι το «παιχνίδι» που παίζει ή που παίζεται.

Είναι χαρακτηριστικό ότι με τον αναδομητικό ανασχηματισμό που δικαιολογείται εν πρώτοις με τις επικείμενες Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η κυβέρνηση δεν επιφορτίστηκε με το έργο να προχωρήσει η πολυπόθητη ανάπτυξη με μεγάλα έργα υποδομών, μείωση της ανεργίας με επενδύσεις, ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά επιφορτίστηκε με το έργο της εφαρμογής των εισπρακτικών μέτρων του μνημονίου από το ΔΝΤ.

Αν υποθέσουμε ότι οι εξαγγελίες της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου πριν ένα χρόνο ακριβώς, τις παραμονές των εθνικών εκλογών, αποτελούσαν την πεμπτουσία της εναλλαγής στην εξουσία από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή, θα διαπιστώσουμε ότι στην τριετία που απομένει μέχρι τις επόμενες εκλογές, στην καλλίτερη περίπτωση θα έχουν τελειώσει μόλις οι πρώτες υποχρεώσεις της χώρας μας απέναντι στο ΔΝΤ με την αυστηρή επίβλεψη της τρόικας, που έχει εγκατασταθεί πλέον σε όλο το Δημόσιο τομέα, καθοδηγώντας και υποκαθιστώντας τον κυβερνητικό μηχανισμό.

Άρα ούτε την επόμενη διετία, υπάρχει φως στο τούνελ της ανάπτυξης, αφού το έργο της κυβέρνησης για την επόμενη διετία έχει ως ύψιστο σημείο αναφοράς μόνο εισπρακτικά και φορολογικά μέτρα για την κάλυψη του δημόσιου χρέους, ακυρώνοντας εξ ορισμού την εντολή προς το κυβερνητικό κόμμα να ανασυνταχθεί ώστε να βηματοδοτεί την κυβερνητική πολιτική. Το έργο της κυβέρνησης είναι καθαρά διαχειριστικό-διεκπαιρεωτικό και το κόμμα δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να αφήσει την κυβέρνηση στην ησυχία της, γιατί τυχόν παρέμβασή του θα προκαλέσει τριβές για τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης απέναντι στο ΔΝΤ και την τρόικα.

Το κυβερνητικό κόμμα υποτάσσεται οριστικά στα όρια των στόχων της κυβέρνησης και η ανασύνταξή αντιμετωπίζεται ίσως με «τεχνικούς» όρους, με τελικό αποτέλεσμα την πλήρη «αποπολιτικοποίηση» κόμματος και κυβέρνησης ή ακριβέστερα την πλήρη απονεύρωση του ΠΑΣΟΚ από τα τελευταία γνωρίσματά του ως λαϊκής συσπείρωσης που διεκδικεί την οποιαδήποτε αλλαγή.

Θα περίμενε κανείς σε μια φάση που η κυβέρνηση κλονίζεται από ένα κύμα λαϊκών κινητοποιήσεων και που η οικονομία διέρχεται μια περίοδο αργόσυρτης αναπροσαρμογής, πως η αντιπολίτευση με το κόμμα της Ν. Δ. θα εξέπεμπε ένα μήνυμα σοβαρότητας και προβληματισμού που θα διεκδικούσε με αξιώσεις την εμπιστοσύνη του πολίτη. Αντ' αυτού όμως η πρώτη κοινοβουλευτική περίοδος των δέκα μηνών από το Νοέμβρη του 2009, κατέληξε σε θέατρο εσωκομματικής αντιπαράθεσης στη Ν.Δ., με αποτέλεσμα τη διαγραφή της Ντόρας Μπακογιάννη και άλλων βουλευτών και πιθανόν τη δημιουργία νέου κόμματος.

Αλλά υπάρχει και η αίσθηση ενός διαμορφούμενου «κενού» στα «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ, που έχει καταλυτικές επιπτώσεις στις επιλογές τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο κλειστό σύστημα του ΚΚΕ, η άρθρωση ενός νέου λόγου έχει το ίδιο βάρος που έχει για τον νευρωτικό η δυνατότητα να εκφέρει σε λόγο, τις απωθήσεις που συγκροτούν τη νεύρωσή του. Με λίγα λόγια το ΚΚΕ μιλώντας με καινούργιο τρόπο, μαθαίνει να αναγνωρίζει τα καινούργια προβλήματα μετά από τη διακριτική αποκαθήλωση της «δικτατορίας του προλεταριάτου», την εξ' ίσου διακριτική απόσταση από τον «προλεταριακό διεθνισμό», την αντίληψη των συμμαχιών και την υποστολή απόλυτων μέχρι σήμερα επιλογών Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ.

Και εδώ είναι το ενδιαφέρον, αν δηλαδή αντέχει το βάρος αυτών των αναγνωρίσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντίθετα από το ΚΚΕ, απέδειξε ότι δεν υπήρξε κόμμα ιδεολογικής συνοχής , όσο κόμμα πολιτικής συμφωνίας, προτάσσοντας τα πολιτικά του μέτωπα από την ιδεολογική του συνέπεια. Κλασσική απόδειξη ισχύος αυτού του συλλογισμού είναι η πρόσφατη αποχώρηση της «τάσης» Φ. Κουβέλη με τη ύψωση του εμβλήματος «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ», δηλαδή την πρόταξη ιδεολογικής συνιστώσας έναντι της πολιτικής- προγραμματικής συνοχής. Έτσι διαμορφώνεται ένας νέος πολιτικός σχηματισμός όπου το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ οδηγείται πλέον στην αυτοκατάλυσή του .

«Ισχύς μου η παρακμή των αντιπάλων μου» πρέπει να αναγράψει ο Γ. Παπανδρέου στο οικόσημό του.

Πως όμως μπορεί μια κοινωνία να αισθάνεται, ασφάλεια, αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση, όταν η μεν αριστερά της έχει μπει σε μια μακροχρόνια μεταβατική φάση ανακαίνισης που την καταδικάζει σε ουσιαστική περιθωριοποίηση σαν άμεση εναλλακτική προοπτική, η δε συντηρητική δεξιά που αποτελεί την αμεσότερη προοπτική εξουσίας βρίσκεται βυθισμένη σε παρακμή έτοιμη να πέσει σε λήθαργο;

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου