Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 08 Απρ 2013

 

 

 

 

Του Β. Αντωνίου

 

Η επιστροφή σε δύσκολους καιρούς κοστίζει. Ανεξάρτητα ωστόσο από προσωπικές καταθέσεις και τα βιώματα του καθενός, η σημασία όπως και η υποχρέωση της μνήμης παραμένουν. Σαράντα έξι χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 είναι αρκετά, τόσο για τις απαραίτητες αποστάσεις και τα συμπεράσματα για τους μεγαλύτερους, όσο και για τη στοιχειώδη έστω γνώση εκείνης της περιόδου από τους νεότερους.

Τα όσα έχουν γραφεί και θα γραφούν για την 21η Απριλίου, είναι πολύ δύσκολο να αποτιμήσουν το κόστος της επτάχρονης δικτατορίας στην εθνική μας ζωή.

Το νήμα αρχίζει να ξετυλίγεται από την εποχή του Εμφυλίου πολέμου.

Μέσα από τον Εμφύλιο αυτό πόλεμο γεννήθηκε ο νέος ελληνικός στρατός. Ένας στρατός πού σήκωσε το βάρος της αναμέτρησης και «νίκησε». Αποτέλεσμα ήταν ν’ αποκτήσει ένα εντελώς ειδικό βάρος στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία. Ο αρχηγός του, στρατάρχης Παπάγος, έγινε και τυπικά πρωθυπουργός, παραμερίζοντας τούς «παραδοσιακούς» επαγγελματίες πολιτικούς. Και ο στρατός περιβλήθηκε το ένδυμα του «εγγυητή του πολιτεύματος». Είχε σώσει στα πεδία των μαχών το αστικό καθεστώς και θα συνέχιζε να το προασπίζει από τον «εσωτερικό εχθρό».

Ακριβώς προς την αντιμετώπιση αυτού του «εσωτερικού εχθρού» ήταν στραμμένη και όλη η εκπαίδευση του στρατού - πρακτική και ιδεολογική. Οι αξιωματικοί στις σχολές τους και στις μονάδες τους διδάσκονταν ότι ο ενδεχόμενος εχθρός δεν προερχόταν από το εξωτερικό, αλλά από το εσωτερικό, δεν ήταν γεωγραφικά εντοπισμένος, αλλά ήταν ο κομουνισμός και οι οπαδοί του. Αυτός λοιπόν ο εμφυλιογενής ελληνικός στρατός ήταν βαθιά πολιτικοποιημένος αντικομουνιστικός στρατός και όχι ένας επαγγελματικός στρατός, που έβλεπε τον εχθρό εκτός των συνόρων.

Με αυτό το πνεύμα και τον στρατάρχη Παπάγο επικεφαλής, ο στρατός γέννησε τη νέα πολιτική τάξη πραγμάτων, τη νέα ηγεσία της συντηρητικής παράταξης, πού κυβέρνησε στη συνέχεια για πολλά χρόνια.

Υπήρξε στη δεκαετία του 50 μία συγκεκριμένη ισορροπία ανάμεσα στο δυναμικό στήριγμα του καθεστώτος, πού ήταν ο στρατός, και το πολιτικό εποικοδόμημα, που ήταν οι κυβερνήσεις του Συναγερμού και αργότερα της Ε.Ρ.Ε Αλλά η ισορροπία δεν ήταν σταθερή. Στα πρώτα χρόνια ή πλάστιγγα έγερνε πολύ περισσότερο προς την πλευρά του στρατού, αργότερα το πολιτικό εποικοδόμημα - προχώρησε σε μια σταδιακή χειραφέτηση. Αυτή η χειραφέτηση προκάλεσε εσωτερικές αντιδράσεις μέσα στο στρατό.

Έτσι, γύρω στα τέλη τής δεκαετίας τού ΄50, με αφορμή την εκλογική άνοδο της ΕΔΑ. άρχισαν να επαναδραστηριοποιούνται οι στρατιωτικές οργανώσεις που υπήρχαν από τα χρόνια της Μέσης Ανατολής και εν τω μεταξύ είχαν περιπέσει σε αδράνεια. Ταυτόχρονα, νεότεροι αξιωματικοί άρχισαν να οργανώνονται σε νέους πυρήνες, με στόχο να αντιμετωπίσουν τον «κομουνισμό», πού, κατά την άποψή τους, ήταν έτοιμος για τον «επόμενο γύρο». Η άποψη πού άρχιζε να κυριαρχεί ήταν ότι οι πολιτικοί ήταν ανίκανοι να διαφυλάξουν αυτό που ο στρατός τους είχε παραδώσει μετά τον Εμφύλιο πόλεμο και, κατά συνέπεια, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα ‘πρεπε να ήταν και πάλι έτοιμες να επέμβουν, μόλις «το καθήκον» το απαιτούσε. Η αντίστροφη μέτρηση προς το πραξικόπημα τής 21ης Απριλίου είχε πια αρχίσει, γύρω στο 1960. Οι παράνομες στρατιωτικές ομάδες είχαν ήδη συγκροτηθεί και δεν απέμεινε παρά η δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για να επέμβουν.

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, που ανήλθε στην εξουσία το 1963, αντελήφθη πολύ σύντομα ότι δεν μπορούσε να κυβερνήσει, αφού δεν είχε καμία δυνατότητα να ελέγξει τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ο στρατός, έχοντας εξοπλίσει εαυτόν, από την εποχή του Παπάγου, με το κατάλληλο νομικό - θεσμικό πλαίσιο, διέθετε μία πλήρη διοικητική αυτονομία, που από τη δεκαετία του ‘60 οδήγησε και στην πολιτική αυτονόμησή του από την ΕΡΕ., τον τότε εκφραστή της συντηρητικής παράταξης. Σημείο αναφοράς του στρατού, μετά την αποχώρηση από την πολιτική του Παπάγου και του Καραμανλή έπαψε πια να είναι ένα κόμμα και ο αρχηγός του. Σημείο αναφοράς μοναδικό έγινε ο θρόνος, έγινε ο βασιλιάς, στον οπαίο μόνο υπάκουαν οι στρατιωτικοί. Και όταν επεχείρησε να ανατρέψει το καθεστώς αυτό ο Γεώργιος Παπανδρέου, έπεσε ή κυβέρνηση, τον Ιούλιο τού 1965.

Η παθολογία του μετεμφυλιακού πολιτεύματος γινόταν πια ορατή και δια γυμνού οφθαλμού. Το πραξικόπημα ήταν επί θύραις από το σημείο εκείνο και πέρα. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός τότε της Ε.Ρ.Ε., μη αντιλαμβανόμενος την κατάσταση και τους συσχετισμούς των δυνάμεων, αλλά και υποταγμένος στη λογική του πολιτικού του χώρου διακήρυττε από τα μπαλκόνια ότι ο κομουνισμός δεν είναι πλέον προ των πυλών αλλά εισήλθε ήδη εντός. Το πολιτικό επιχείρημα για τη στρατιωτική παρέμβαση είχε πια δοθεί. Τη διοικητική και ιεραρχική‚ κάλυψη την έδιναν τα ανάκτορα, φροντίζοντας, μέσω των πλήρως ελεγχόμενων υπουργών Αμύνης, να τοποθετούν στις θέσεις κλειδιά των Ενόπλων Δυνάμεων ανθρώπους πρόθυμους και έτοιμους να προσχωρήσουν σε‚ ένα πραξικόπημα.

Και κάπου εκεί η «συνταγή» χάλασε. Αυτοί πού είχαν κληθεί να «σώσουν» και πάλι την Ελλάδα για λογαριασμό άλλων, σκέφτηκαν να τη σώσουν για δικό τους λογαριασμό, ασκώντας αυτοπροσώπως πλέον την εξουσία. Το σχεδιαζόμενο «κίνημα των στρατηγών» από το βασιλιά, για να «εκτονωθεί για λίγους μήνες η κατάσταση» θα το πραγματοποιούσαν οι συνταγματάρχες. Και αυτοί ακριβώς οι συνταγματάρχες αποφάσισαν κάποια στιγμή να ανατρέψουν την τότε κυβέρνηση της Δεξιάς, να παραμερίσουν τον τότε βασιλιά και να αναλάβουν για δικό τους λογαριασμό τη διαχείριση τής εξουσίας, αφού, κατά την άποψή τους, όλοι οι άλλοι είχαν αποτύχει. Έτσι βγήκαν τα άρματα στους δρόμους την 21η Απριλίου. Και έτσι εμφανίστηκαν στο προσκήνιο τής πολιτικής αυτοί πού επί είκοσι χρόνια ήταν από το παρασκήνιο το δυναμικό έρεισμά της.

Επρόκειτο στην ουσία για μια ανακατανομή των ρόλων μέσα στο συντηρητικό χώρο. Και βέβαια θύμα της ανακατανομής αυτής υπήρξε ολόκληρος ο ελληνικός λαός, οι δεξιοί, οι αριστεροί, οι κεντρώοι. Γιατί, μέσα στη λογική των πρωταγωνιστών του πραξικοπήματος, όλοι ήταν εξίσου διεφθαρμένοι, ανίκανοι και επικίνδυνοι.

Οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες της δικτατορίας μπορεί να αξιολογηθούν σχεδόν με ακρίβεια. Αυτό όμως που επέφερε η δικτατορία είναι το ότι δεν μπορεί να καταμετρηθούν οι κοινωνικές επιπτώσεις, να προσμετρηθούν οι παρενέργειες στην ιδεολογία, στις συμπεριφορές, στις αξίες, στον πολιτισμό.

Με τη δικτατορία συντελέστηκαν βαθιές κοινωνικές αλλοιώσεις, όχι τόσο από τη βία όσο από την αφάνταστη χυδαιότητα του καθεστώτος. Αποσαθρώθηκαν όλες οι παραδοσιακές ιδεολογίες και δυσφημίστηκαν όλες οι σύγχρονες. Ιδανικό του νεοέλληνα προτάθηκε το στενό και ιδιοτελές συμφέρον του ιδιώτη ενώ καθαγιάστηκε το «λούμπεν» στοιχείο και οι πονηροί… έγιναν αντικείμενο θαυμασμού. Κάθε κοινωνική αξία διαβρώθηκε. Τότε εμφανίστηκε -και συνεχίζεται σταθερά μέχρι σήμερα – η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και η βάναυση περιφρόνησή του, η υποβάθμιση και τσιμεντοποίηση του οικισμένου χώρου.

Τότε θεμελιώθηκε η κυριαρχία της υποκουλτούρας, η αποθέωση του ασήμαντου, ο χλευασμός του απαιτητικού, η λατρεία της κοινοτοπίας. Ο λαϊκιστικός αποτροπιασμός προς την «κουλτούρα» δεν είναι συγκαιρινό φαινόμενο. Το σπέρμα του και η ανάπτυξή του βρίσκονται στην επταετία, όπως ο μίτος μιας ανάποδης κατεύθυνσης που στέρησε από την κοινωνική ,πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση την αυτονομία τους απέναντι στην οργάνωση του πολιτικού λόγου.

Η αντίθεση και η αντίσταση στα πεπραγμένα της δικτατορίας εξανάγκασε τους πάντες και τα πάντα σε μια αναπόφευκτη θεμιτή και αναγκαία τότε πολιτικοποίηση που κηδεμόνευσε με τις επιπτώσεις της την πολιτιστική παραγωγή μέχρι σήμερα.

Η πολιτικοποίηση με την μεταπολίτευση μετατράπηκε καθόλου ομαλά και αναγκαία σε άκρατο κομματισμό, όπου τα κόμματα απορρόφησαν την κοινωνία και ηγεμόνευσαν όλα αυτά τα χρόνια μέσα από έναν καταστροφικό δικομματισμό.

Μόλις τώρα, σαράντα χρόνια σχεδόν μετά την απαλλαγή μας από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, ξαναψάχνουμε τους όρους της ισορροπίας και αυτοδυναμίας των διαφόρων μορφών κοινωνικής έκφρασης και διεκδίκησης. Τα νέα κοινωνικά κινήματα (οικολογικό, νεολαίας, οι τόσοι πειραματισμοί στην ελεύθερη επικοινωνία και την τέχνη) είναι οι πρώτοι προάγγελοι μιας νέας διαμόρφωσης του κοινωνικού ιστού, μιας νέας διαμόρφωσης των πολιτισμικών προτεραιοτήτων.

Αν σήμερα πιάνουμε το μίτο μιας πολιτισμικής μεταλλαγής, αυτό δεν σημαίνει ότι ξεπεράσαμε αλώβητοι την περιπέτεια της δικτατορίας.

Την πληρώσαμε και την πληρώνουμε ακόμα. Όχι γιατί χάθηκαν μια ή περισσότερες γενιές, αλλά γιατί ο θλιβερός και απωθητικός πολτός του λαϊκισμού και του χυδαίου που μας περιβάλλει είναι η πιο σαφής απόδειξη ότι ένα καθεστώς, δεν τελειώνει πολιτικά αν δεν ανατραπεί στις επιπτώσεις του και πολιτισμικά.

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου