Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 11 Δεκ 2012

 

του Β. Αντωνίου

 

Το φυσικό περιβάλλον έχει δυο βασικές πλευρές: την άμεσα ορατή πλευρά ως φυσικό τοπίο ή φορέας φυσικών πόρων και την λιγότερο ορατή (ή και συχνά αόρατη) πλευρά των σχέσεων και ανταλλαγών ανάμεσα στην πανίδα, τη χλωρίδα και τις ανόργανες χημικές ουσίες που συνθέτουν το φυσικό κόσμο. Το βάρος που αποδίδεται στο φυσικό περιβάλλον πρέπει να καλύπτει ικανοποιητικά και τις δυο αυτές πλευρές. Οι πιέσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων ανατρέπουν συχνά την ακόμα αδύναμη ή και συχνά ανύπαρκτη ασπίδα προστασίας που συνθέτουν οι περιβαλλοντικές δράσεις.

Το αποκαλούμενο βόρειο τείχος της Πελοποννήσου στην Αχαΐα και την Κορινθία που το αποτελούν οι ορεινοί όγκοι της Ζηρειας της Κυλήνης το Μαινάλου των Αροάνιων και του Παναχαϊκού, μορφολογικά αποτελεί μια τεράστια λεκάνη απορροής. Στην Αχαΐα οριοθετείται από τους εξής όγκους: Τα κύρια ρεύματα που σχηματίζουν το υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής είναι: Με τον Κορινθιακό κόλπο α)στην Ανατολική πλευρά των Αροάνιων η λεκάνη των ποταμών Κράθη, Κριού, Θολοπόταμου των ρευμάτων Ταραξιά, Λαδοπόταμου κ.ά. μικρότερωνβ)στη Βόρεια Πλευρά των Αροάνιων, η λεκάνη του Βουραϊκού, του Κερυνίτη, γ)στη Βόρεια πλευρά του όρους Ερύμανθου η λεκάνη του ποταμού Σελινούντα δ)στη Βόρεια πλευρά του όρους Παναχαϊκού, η λεκάνη του Μεγανίτη του Φοίνικα κ.α. μικρότερων, ε)και στα Νότια με το Ιόνιο Πέλαγος, η λεκάνη των ποταμών Αροάνιου, Λάδωνα κ.ά. μικρότερων της Δυτικής Πελοποννήσου

Ωστόσο, λόγω της έντονης ανοικοδόμησης το υδρογραφικό δίκτυο και κατά συνέπεια η λεκάνη απορροής της παραλιακής Βόρειας και Ανατολικής Αχαΐας καταστρέφεται με έντονο ρυθμό. Το μεγαλύτερο μέρος των μικρών ρευμάτων σιγά-σιγά καταπατείται και οικοδομείται. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά ρεύματα χρησιμοποιούνται ως ανοικτοί υποδοχείς υγρών αποβλήτων, βιομηχανικών και οικιακών, αφού οι γρήγοροι ρυθμοί αστικοποίησης με την έλλειψη σχεδίων υποδομής και τη γραφειοκρατία, δεν επέτρεψαν ακόμα μέχρι σήμερα την έγκαιρη κατασκευή ενός πλήρους αποχετευτικού δικτύου.

Ταυτόχρονα, η καλυμμένη επιφάνεια μερικών χειμάρρων και ο περιορισμός της κοίτης είτε με προσχώσεις είτε με τσιμέντινη κοίτη προσέφερε τον απαραίτητο χώρο για τη δημιουργία νέων τοπικών οδών, απαλλάσσοντας τις τοπικές κοινωνίες από επώδυνες απαλλοτριώσεις.

Ωστόσο, οι πλημμύρες αποτελούν μια φυσική διαδικασία ενός ποταμού ή ενός χειμάρρου, αλλά έχουν χαρακτηριστεί ως καταστροφή από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να οικοδομεί στην πλημμυρική ζώνη ή ακόμη και να τροποποιεί τη φυσική ροή των υδάτων. Οπότε, είναι λογικό να δημιουργούνται πλημμυρικά φαινόμενα στην παρόχθια και παραρευμάτια περιοχή των ποταμών και να προκαλούνται σημαντικά προβλήματα σε ποταμούς και χείμαρρους: Κριός, Θολοπόταμος, Ταραξιάς, Κράθις, Λαδοπόταμος, Βουραϊκός, Κερυνίτης, Σελινούντας, Μεγανίτης, Φοίνικας κλπ. .

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η Αχαΐα αντιμετώπιζε τους χείμαρρους και τους ποταμούς είτε ως πρόβλημα, το οποίο επιλύονταν και επιλύεται με ψευδοαντιπλημμυρικά έργα, είτε ως ευκαιρία για την αρπαγή του πολύτιμου αμμοχάλικου που εμπλουτίζει τις παραλίες προκαλώντας έντονα φαινόμενα διάβρωσης στις ακτές(Αιγείρα, Κριονέρι, Πλάτανος, Διακοπτό, Ελίκη, Διγελιώτικα, κ.ά.), είτε με την υπεράντληση μέσω αναρίθμητων υδρευτικών και αρδευτικών γεωτρήσεων, μια υπεράντληση που οδηγεί σιγά-σιγά στην καταστροφική υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, η πολιτεία εξακολουθεί να περιορίζει τα ρεύματα, την παραρευμάτια και παρόχθια ζώνη των ποταμών και χειμάρρων της περιοχής ώστε να κερδίσει περισσότερους χώρους άλλοτε υπέρ του δημοσίου και άλλοτε εμμέσως υπέρ των ιδιωτών!!! Αυτό φυσικά συμβαίνει και στην περίπτωση του Κράθη ποταμού.

Στη Δ.Ε. Ακράτας, από τη Ζαρούχλα και τις πηγές της Στυγός μέχρι τον Κορινθιακό, ο Κράθης κυλάει παράλληλα με την επαρχιακή οδό, μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει εύκολο οπτικό άρα και ουσιαστικό έλεγχο σε παρεμβάσεις από δημοτικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις που μέχρι στιγμής δεν προσέφεραν σχεδόν πολλά στην τοπική ανάπτυξη. Έτσι ο Κράθης έχει αρχίσει να μην αποτελεί φυσικό στοιχείο και σταθερά μετατρέπεται σε υδραυλικό έργο ή λατομική ζώνη. Η ροή του ποταμού εμφανίζεται να είναι σε κάποια σημεία διευθετημένη και μόνο σε επιμέρους απρόσιτα σημεία ιδίως στο βορειότερο τμήμα του, διατηρεί σχεδόν, τα φυσικά παρόχθια και παραρευμάτια χαρακτηριστικά του. Απρόσιτο ήταν και το τμήμα του Κράθη στην περιοχή «Παλιοσταφίδα», αλλά δυστυχώς ένας συσσωρευμένος πλούτος αιώνων φερτών υλικών αλώθηκε προς χάριν των μεγάλων έργων που κατασκευάζονται από ιδιώτες μεγαλοεργολάβους με τη συναίνεση της πολιτείας!!!

Λόγω του έντονου προβλήματος, πριν είναι αργά, αφού οι ανύπαρκτες φωνές των ενέργειες των περιβαλλοντικών συλλόγων δεν πρόκειται να φέρουν κανένα αποτέλεσμα και κατά συνέπεια καμιά τιμωρία στους άρπαγες του φυσικού πλούτου, απομένει η Τοπική Αυτοδιοίκηση και των δυο βαθμών για να προκύψει ένα ειδικό διάταγμα προστασίας του Κράθη, και να συσταθεί ένας Φορέας Διαχείρισης και Ανάπλασης των ποταμών και χειμάρρων του βορινού τείχους της Πελοποννήσου.

Ο προσδιορισμός περιοχών προστασίας φυσικών οικοσυστημάτων, η αντιμετώπιση φυσικών κινδύνων και η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων αποτελούν αρχές οι οποίες έχουν ορισμένες άμεσες, και σίγουρα πολλές μακροπρόθεσμες, θετικές επιπτώσεις σε συγκεκριμένες περιοχές.

Αν η ανάπλαση του Κράθη αλλά και κάθε ποταμού γίνει πραγματικότητα, η ζωή όλης της Δ.Ε. Ακράτας και όλων των Δ.Ε των παραλίων του Κορινθιακού θα αναβαθμιστούν, διότι θα δημιουργηθούν νέα δίκτυα τα οποία θα συνδέσουν την κατακερματισμένη δημόσια γη. Το μικροκλίμα της κάθε περιοχής θα βελτιωθεί καθώς θα δημιουργηθούν «πράσινοι διάδρομοι», οι οποίοι θα προκαλέσουν ψυχρά ρεύματα αέρα και θα μειώσουν τη θερμοκρασία των γύρω κατοικημένων περιοχών. Τέλος, θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αντιπλημμυρικής προστασίας, καθώς είναι διαπιστωμένο ότι τα φυσικά πρανή βοηθούν πολύ περισσότερο από τους ανοιχτούς τσιμεντένιους οχετούς στην αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του φυσικού κύκλου του νερού.

Υπάρχουν δυο τρόποι μέσα από τους οποίους μια πολιτική για το περιβάλλον μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις. Ο πρώτος συνδέεται άμεσα με τη λήψη μέτρων προστασίας και αποκατάστασης των κτισμάτων, μνημείων και περιοχών που αποτελούν στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε αυτό το επίπεδο η πολιτική για το περιβάλλον αν και έχει εντοπίσει το πρόβλημα επεμβαίνει κυρίως ως συνιστώσα άλλων πολιτικών (π.χ. για τον αστικό χώρο, τον πολιτισμό, κλπ.). Ο δεύτερος τρόπος αφορά τη βελτίωση των γενικότερων περιβαλλοντικών συνθηκών με αποτέλεσμα να βελτιώνονται και οι προϋποθέσεις διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς (π.χ. αποφυγή της διάβρωσης και των καταστροφών). Σε κάθε περίπτωση η πολιτική για το περιβάλλον έχει θετικό αντίκτυπο και ως προς το ζήτημα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου