Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 09 Δεκ 2011

 

 

Του Β. Αντωνίου

 

Είναι απορίας άξιο το πώς εκατομμύρια έλληνες , κάτω από ένα καθεστώς «ακραιφνώς απολυταρχικό» εξακολουθούν να ανέχονται υπομονετικά μια κυβέρνηση και μια τρικομματική υπηρεσιακή - που τους οδηγούν με μαθηματική σιγουριά στην απόλυτη εξαθλίωση. Όλοι πιστεύουν ότι, «κάτι» θα αλλάξει - με τρόπο μαγικό και χωρίς εκείνοι να βάλλουν κανένα «χεράκι». Θεωρούν με αφέλεια πως, εάν η τρικομματική υπηρεσιακή κυβέρνηση ως δια μαγείας οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές, τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο!

Επιπλέον, αρκετοί έως πολλοί τρέφουν ακόμα την αυταπάτη ότι οι μέχρι τώρα μεγάλες συγκεντρώσεις αποτελούν από μόνες τους ένα ισχυρό μέσο πίεσης - ότι μέσω αυτών οι όποιοι κυβερνώντες, θα τρομοκρατηθούν και θα σηκωθούν να φύγουν, επειδή ντρέπονται για όλα όσα έχουν κάνει.

Είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι θα ντραπούν αυτοί που παρέδωσαν την Ελλάδα στο ΔΝΤ και στους Γερμανούς, αυτοί που ψήφισαν το εγκληματικό μεσοπρόθεσμο την 29η Ιουνίου και τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου- όταν το κέντρο της Αθήνας κατακλυζόταν από χιλιάδες διαδηλωτές, νέους, ηλικιωμένους και παιδιά και τους οποίους το «σύστημα» χτυπούσε αδιακρίτως, με δολοφονικές προθέσεις;

Οι ιθύνοντες ως δια μαγείας θα ντραπούν και θα αλλάξουν τακτική; Αυτοί που απολύουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους καθημερινά, αυτοί που συνεχίζουν να επιβάλλουν ολοένα και σκληρότερα φοροεισπρακτικά μέτρα, αυτοί που διαλύουν την Παιδεία και την Υγεία, αυτοί που ξεπουλούν τη δημόσια περιουσία, αυτοί που υπερασπίζονται τα συμφέροντα του διεθνούς κερδοσκοπικού κεφαλαίου; Θα αλλάξουν τακτική αυτοί που υπεξαίρεσαν την ψήφο των συμπατριωτών τους, εκτελώντας έξωθεν εντολές;

Η συντριπτική πλειοψηφία των αγανακτισμένων, εξοργισμένων ή άλλων πολιτών, δυστυχώς εξακολουθούν να φαντασιώνονται μία αντίδραση εκ του ασφαλούς, μία εξέγερση και μία επανάσταση, την οποία θα προκαλέσει ένας απροσδιόριστος «από μηχανής Θεός» - ο οποίος θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους.

Τα βαθύτερα αίτια τα οποία οδηγούν την χώρα μας στα ελλείμματα στην υπερχρέωση και στην υποδούλωση, είναι η μακροχρόνια, απόλυτα αιτιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτεία – προς την πολιτική, προς τους θεσμούς, προς το «πλαίσιο» λειτουργίας (επιχειρηματικό, φορολογικό κα.), καθώς επίσης προς τις πάσης φύσεως υπόλοιπες «εξουσίες» (ΜΜΕ, συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ.).

Θα χρεοκοπήσει τελικά, η πατρίδα μας;

Η κρίση χρέους και δανεισμού είναι η κορυφή του παγόβουνου του προβλήματος Ευρώπης και Αμερικής ή ένα τοπικό πρόβλημα της Ελλάδας;

Ποιο είναι το δημόσιο και ιδιωτικό συνολικό χρέος των άλλων δυτικών κρατών;

Πόσο μοιάζει η πτώχευση του 1893 με τη σημερινή κρίση χρέους της Ελλάδας; Μια σύντομη ιστορική αναδρομή στα τέλη του 19ου αιώνα μας επιβεβαιώνει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται! Απομένει να ακούσουμε ποιος θα αναγγείλει για δεύτερη φορά το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

 

Η πτώχευση του 1893

 

Tο 1885, ο Δεληγιάννης διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία τον Χαρ. Τρικούπη, που είχε κυβερνήσει τη χώρα από το 1882 μέχρι το 1885. Ο Δεληγιάννης, όμως, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στους όρους των δανείων που είχε συνάψει για λογαριασμό του ελληνικού δημοσίου ο Χαρ. Τρικούπης.Επιπλεον δανείστηκε 52 εκατομμύρια χρυσά φράγκα για να καλύψει τις ανάγκες της επτάμηνης επιστράτευσης, το 1885, προκειμένου να απελευθερώσει τη Μακεδονία από τη Τουρκία, αλλά ποτέ δεν το έκανε λόγω της απαγορευτικής παρεμβολής των μεγάλων δυνάμεων, εκτός της Γαλλίας.

Ο Τρικούπης ως αντιπολίτευση συμπορεύονταν με τη κυβέρνηση για το συμφέρον της πατρίδας. Ο Δεληγιάννης παραιτείται το 1886 «ηρωϊκά» και μετά από τις παρένθετες κυβερνήσεις του Παπαμιχαλόπουλου και του Βάλβη, την διακυβέρνηση αναλαμβάνει ο Τρικούπης. Μέχρι το 1890 που κυβερνά έχει αυξήσει το δημόσιο χρέος και παράλληλα τους εισαγωγικούς δασμούς, κυρίως στα σιτηρά, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών και τη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Στις εκλογές του 1890 καταψηφίζεται και επανέρχεται ο Δεληγιάννης ο οποίος ενώ ως αντιπολίτευση κατακεραύνωνε τη πολιτική του Τρικούπη ως κυβέρνηση εφάρμοσε την ίδια πολιτική αλλά με μεγαλύτερη οξύτητα.

Στις εκλογές στις 3ης Μαίου 1892 ο Ελληνικός λαός έδωσε μεγάλη πλειοψηφία στον Χαρίλαο Τρικούπη, καθώς το κόμμα του εξέλεξε 180 βουλευτές σε σύνολο 207. Η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε στην Βουλή με ένα σκληρό πρόγραμμα περικοπών στις δημόσιες δαπάνες ενώ ταυτόχρονα έλαβε πολλά αντιλαϊκά μέτρα αυστηρής λιτότητας που μεταφράστηκαν σε μια σειρά από έμμεσους φόρους που επιβάρυναν τους καταναλωτές.

Στις 15 Ιουλίου 1892 ανακοινώθηκε σχέδιο νόμου που καθιέρωνε «εκπαιδευτικά τέλη» σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Την ημέρα της ψήφισης του νομοσχεδίου, η σπουδάζουσα νεολαία διαδήλωνε με πάθος έξω από την βουλή, ενώ ο αντιπολιτευόμενος Δημήτριος Ράλλης υπολόγιζε ότι οι σπουδές ως το πανεπιστημιακό πτυχίο θα κόστιζαν με τον νέο νόμο 1445 δρχ, ποσό που αντιστοιχούσε σε εισοδήματα ενός έτους ενός καλά αμειβόμενου δημοσίου υπαλλήλου της εποχής.

Όπως αναφέραμε όμως, το πιεστικότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Ελλάδα τότε ήταν η δημοσιονομική κατάρρευση λόγω των συσσωρευμένων χρεών από τα δάνεια του παρελθόντος. Η λύση ήταν αδύνατο να προέλθει από περικοπές δαπανών καθώς το «άνοιγμα» του Δημοσίου και οι άμεσες ταμειακές δαπάνες για εξόφληση παλαιών δανείων ήταν πολύ μεγάλες.

Οφείλουμε πάντως να υπενθυμίσουμε πως τα δάνεια τα οποία έληγαν τότε, είχαν χρηματοδοτήσει το φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων έργων της περιόδου 1880-1890 (σιδηρόδρομος κτλ) τα οποία δρομολογήθηκαν από τον Τρικούπη αλλά δεν απέδωσαν αμέσως τα έσοδα που είχε προβλέψει ο Μεσολογγίτης πολιτικός. Ο Τρικούπης αποφάσισε εκείνη την στιγμή να αναχρηματοδοτήσει τα παλαιά δάνεια σε μια στιγμή που τα Ελληνικά ομόλογα έχαναν συνεχώς σε αξία στα Ευρωπαικά χρηματιστήρια.

Για τον λόγο αυτό ανάθεσε προσωπικά στον στενότερο συνεργάτη του Γεώργιο Θεοτόκη να αντιπροσωπεύσει την Ελληνική κυβέρνηση στην Αγγλία για την σύναψη ενός νέου δανείου. Από το νέο αυτό δάνειο είχε εξαρτηθεί η εκτέλεση του προϋπολογισμού του Κράτους για το 1893.

Όταν έφτασε στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1893, ο Θεοτόκης επιδόθηκε σε μια εργώδη προσπάθεια για να πείσει την Αγγλική κοινή γνώμη για τις δυνατότητες της Ελληνικής Οικονομίας δίνοντας συνεχείς συνεντεύξεις σε Αγγλικές εφημερίδες. Ταυτόχρονα είχε δεκάδες επαφές με τραπεζικούς και χρηματιστηριακούς παράγοντες του Λονδίνου, διαπραγματευόμενος την σύναψη του νέου δανείου. Για τις επαφές αυτές τηρούσε ενήμερο με ιδιόχειρα πολυσέλιδα υπομνήματα τον Τρικούπη.

Οι Άγγλοι δανειστές όμως έθεταν ιδιαίτερα σκληρούς όρους λόγω των συσσωρευμένων Ελληνικών χρεών και της αρνητικής πορείας των ομολόγων των προηγούμενων Ελληνικών δανείων. είναι χαρακτηριστικό πως οι τόκοι των δανείων αυτών (που απλώς αποπλήρωναν αυτά που έληγαν τότε) έφτανε το 30% της συνολικής αξίας τους. Ο Θεοτόκης πρότεινε στον Τρικούπη να αποδεχθεί όλους τους τοκογλυφικούς αυτούς όρους καθώς «αν δεν συναφθεί το δάνειο θα ναυαγήσει η πίστη της Χώρας και θα οδηγηθεί με μαθηματική ακρίβεια στην χρεοκοπία».

Ένας από τους όρους που έθεταν οι τραπεζιτικοί κύκλοι του Λονδίνου ήταν το δάνειο να μην εγκριθεί από την βουλή υπό τον φόβο καταψήφισης του, αλλά απευθείας με Βασιλικό διάταγμα που θα υπέγραφε ο βασιλιάς Γεώργιος. Η αντιπολίτευση με ηγέτη τον Δηλιγιάννη επιτέθηκε με σφοδρότητα στην βουλή για τον όρο αυτό αναφέροντας πως ο δανεισμός ταπείνωνε την Ελλάδα και αναιρούσε την Εθνική της κυριαρχία. Ο Βασιλιάς κάμφθηκε τόσο από τις αντιδράσεις αυτές που είχαν μεγάλη απήχηση στην κοινή γνώμη και στον Τύπο όσο και από επιχειρηματίες που αντιπροσώπευαν Γαλλικά συμφέροντα με τους οποίους βρισκόταν σε στενότατη επαφή(Ανδρέας Συγγρός). Ο Γεώργιος φοβήθηκε ότι επωμιζόταν όλη την ευθύνη ενός αβέβαιου και δυσβάστακτου δανεισμού έναντι της εξαγριωμένης κοινής γνώμης και αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα.

Η κυβέρνηση Τρικούπη παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων και το άδειασμα του Βασιλιά. Η χώρα οδηγήθηκε σε πτώχευση. Στις εκλογές του 1895, τη μάχη κέρδισε ξανά ο Δεληγιάννης, ο οποίος με τη βοήθεια των ξένων συμμάχων μας σύρθηκε σε πόλεμο με τους Τούρκους τον Απρίλη του 1897, που κατέληξε σε πανωλεθρία για τους Ελληνες.

Πριν τα τέλη Απρίλη του 1897, ανέλαβε πρωθυπουργός ο Ράλλης, τον οποίο διαδέχτηκε στη συνέχεια ο Ζαϊμης.

Η συνέχεια του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ήταν ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος που επέβαλαν στην Ελλάδα, -με το δάνειο των 150 εκατ. φράγκων το 1897 τις συνέπειες του οποίου πληρώνουμε ακόμη σήμερα – οι ξένοι τραπεζίτες.-

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου