Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 25 Δεκ 2014
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όπως δεν τον είδαμε ως τώρα... (προσπάθεια απομυθοποίησης)
Κλίκ για μεγέθυνση
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όπως δεν τον είδαμε ως τώρα... (προσπάθεια απομυθοποίησης)

 

 

 

Καθώς κλείνουν 103 χρόνια από το θάνατο του Παπαδιαμάντη και πραγματοποιούνται πολυποίκιλες εκδηλώσεις, μια προσπάθεια απομυθοποίησής του δε θά’ταν άσκοπη. Και τούτο γιατί γύρω από τον ανυπέρβλητο διηγηματογράφο μας αρκετοί μελετητές όρθωσαν τείχη αυθαιρεσίας, έτσι που να τον κάνουν ολότελα αγνώριστο.

Αν πάρουμε ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του, όπως είναι η Φόνισσα, μπορούμε να πούμε πώς, σε περίπτωση πού θα γράφονταν από οποιοδήποτε συγγραφέα, θά’ταν μια δραματική Ιστορία με κοινωνικό περιεχόμενο. Γραμμένη όμως από το χριστιανό Παπαδιαμάντη παίρνει άλλες διαστάσεις και εισάγει ένα επαναστατικό στοιχείο σ’ ένα θρησκευτικό καθεστώς, που το εξουσιάζει η θέληση του Θεού μα και πού έχει προεκτάσεις στο κοινωνικό καθεστώς. Η Φόνισσα δεν είναι μόνο σπαρακτική φωνή διαμαρτυρίας για μια ζωή βασανισμένη, πού βρίσκει τη μόνη δικαίωσή της στο «θέλημα του Θεού». Στο θέλημα αυτό, πού δεν ανέχεται συζήτηση και που δεν επιτρέπεται να το αμφισβητήσει κανένας, γιατί ό,τι γίνεται είναι καλά καμωμένο.

Μεταξύ των δύο καθεστώτων τού κοινωνικού και τού θρησκευτικού, υπάρχει μια σιωπηλή, άλλά στενή συνενοχή. Το πρώτο στηριζόμενο στο δεύτερο κι αυτό στηρίζοντας το άλλο. Και κατά αυτής της ανομολόγητης σύμπραξης επαναστατεί η Φόνισσα» κατά τον πιο παραστατικό και τον πιο δραματικό τρόπο - αν όχι με εσκεμμένη εικονοκλαστική πρόθεση, οπωσδήποτε όμως με διάθεση δημιουργημένη από τη μαύρη πραγματικότητα πού είδε και γνώρισε από κοντά ο συγγραφέας. Και πού θα τον συγκλόνισε ως το βάθος τής χριστιανικής ψυχής του σε τέτοιο σημείο ώστε ο άνθρωπος αυτός του Θεού να μπορέσει να γράψει τη Φόνισσά του πάνω σε τέτοιον καμβά. Να γράψει, δηλαδή, ένα αναμφισβήτητα κοινωνικό μυθιστόρημα με ηρωίδα μια 60χρονη νησιώτισσα γιαγιά που εις τους λογισμούς της συγκεφαλαίωσε όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε, ειμή να υπηρετεί τούς άλλους...

Όταν ήτο παιδίσκη υπηρέτει τους γονείς της, όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα τού συζύγου της, όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλο των τέκνων της, όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγονών της».

Η θειά Χαδούλα έκαμε εφτά παιδιά. Και ενώ οι απλοί άνθρωποι πιστεύουν πώς τα παιδιά τα δίνει ο Θεός κι είναι αμαρτία ακόμα και να αποφεύγουν την τεκνοποίηση, η Φόνισσα τα βάζει με τα πλάσματα τού Θεού πού έρχονται δυστυχισμένα στον κόσμο. Κι εκείνη επεμβαίνει για να περιορίσει το κακό.

Στην αδικία πού βλέπει να κυριαρχεί στον κόσμο ο Παπαδιαμάντης ανακατεύει και το Θεό. Τον βάζει, σαν κεντρικό πρόσωπο μέσα στο δράμα τής ζωής των πιο δραματικών υπάρξεων στις βασανισμένες γυναίκες του λαού. «Η φόνισσα» είναι το αποκορύφωμα της καταγγελίας αυτού του κακού, που έχει την κυριότερη πηγή της σε θεϊκές βουλές ανεξερεύνητες για το απλοϊκό της μυαλό. Είναι έτσι, σε τελευταία ανάλυση η ριζική αντίδραση κατά της αδικίας αυτής. Για μια θεοφοβούμενη γυναίκα, το έγκλημά της έχει ευρύτερες προεκτάσεις, γιατί ταυτόχρονα παραβιάζει το «θέλημα του Θεού» όπως όλη η επανάστασή της κατά τής δυστυχίας είναι παραβίαση αυτού τού θελήματος.

Η Φραγκογιαννού δεν είχε την υπομονή που απαιτεί η θρησκεία της.

Δεν προσεύχεται ζητώντας συγχώρεση γι’ αυτά που κάνει. Τα βρίσκει πολύ φυσικά. Γιατί ό,τι κάνει το ύπαγορεύει η ανάγκη, το επιβάλλει η δυστυχία. Ανάβοντας το κερί της στους οίκους του Κυρίου ζητάει τη συγκατάνευση κι όχι τη συχώρεση. Για να απαλύνει τον πόνο της και τον πόνο των ανθρώπων του νησιού της, δεν ακολουθεί τον ίσιο δρόμο της εγκαρτέρησης, όπως θά’ταν σωστό για τις εμπνεύσεις ενός χριστιανού συγγραφέα. Πράγμα που θα πει πώς δε νιώθει τύψεις στη συνείδησή της. Ίσα-ίσα απαρνιέται την αιώνια ζωή. Δεν εύχεται για να περιοριστεί η δυστυχία, προσπαθεί ή ίδια να την περιορίσει. Υποκαθιστά το Θεό. Από τις πρώτες γραμμές τού μυθιστορήματος το δράμα της τοποθετείται στο περιβάλλον της και στη ζωή της.

Η Φραγκογιαννού πριν να επαναστατήσει είναι μια από τις απειράριθμες γυναίκες του λαού, που περνάνε τη ζωή τους μεταξύ τής δυστυχίας και της λατρείας, που περιμένουν - όπως το είπαμε ξανά - παρηγοριά και ανταμοιβή για τα δεινά τους στην άλλη ζωή. Από μια τέτοια ύπαρξη ο Παπαδιαμάντης, όπως τον ξέρουμε, δε θα γράψει μια Ιστορία γεμάτη κατάνυξη, υπομονή και δέος.

Θα πάρει άλλο δρόμο που θα τον οδηγήσει στο πιο ανεπάντεχο τέλος. Θα γράψει μια Ιστορία που είναι μια σπαρακτική επαναστατική κραυγή απελπισίας, πού ξεπερνά κάθε τάξη τυς «θείας βουλής». Και θα γράψει έτσι το πιο επαναστατικό κοινωνικό βιβλίο, όχι μόνο τής ελληνικής, άλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Και τούτο, γιατί είναι έντονος ο προβληματισμός, όχι των διανοητικά ανεβασμένων, άλλά των απλών ανθρώπων τού λαού, που βλέπουν τον επουράνιο πατέρα στοργικόν για όλους τους «οίκούντας επί της γης».

Τότε πώς ανέχεται τη δυστυχία των ανθρώπων; Γιατί θέλει να τούς «δοκιμάσει»; Και γιατί διαλέγει τούς ταπεινούς πού βρίσκονται πιο κοντά του και που θα έπρεπε να ξέρει τι είναι, σαν «παντογνώστης»; Και γιατί να μην τούς βγάλει από τη δυστυχία, αφού είναι και παντοδύναμος;

Ο Παπαδιαμάντης με τη «Φόνισσα» φαίνεται σαν αιρετικός ενώ δεν είναι. Μιλά σε ύστατο βαθμό, όχι για λόγους δογματικούς, αλλά θίγεί την ουσία της θεϊκής εξουσίας. Έτσι, όμως, που παρουσιάζεται από ένα θεοφοβούμενο άνθρωπο σαν τον Παπαδιαμάντη δημιουργεί αμφιβολίες και ερωτήματα. Γιατί πώς ο Θεός, σα «στοργικός πατέρας» που αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, στέλνει στον κόσμο δυστυχισμένα πλάσματα και ανέχεται τη δυστυχία τους; Παρ’ όλα αύτά, η «Φόνισσα» δεν παρουσιάζεται σα μια ξεκάρφωτη παραφωνία» μέσα σ’ όλα τα έργα τού Παπαδιαμάντη πού ευωδιάζουν λιβάνι και λούζονται μέσα σε ψαλμωδίες. Κι αυτού έγκειται η μεγαλοσύνη του συγγραφέα, κι ο ξεχωριστός τρόπος Πού δίνει την ηρωίδα του. Φόνισσα και να μην προκαλεί καθόλου την αντιπάθειά μας. Το περίεργο είναι ότι οι πολυπληθείς κριτικοί, σχολιαστές κλπ. μελετητές του έργου τού Παπαδιαμάντη δε σταμάτησαν στο φαινόμενο (όπως λέει ο Βλαχογιάννης) της «Φόνισσας». Γιατί, μολονότι λείπουν στοιχεία από το πλούσιο βιογραφικό υλικό του (που υπάρχει), προσπαθούν να παρασύρουν αλλού την προσοχή του αναγνώστη.

Το μυθιστόρημα όμως μιλά μόνο του, αφού εκτός από τα εγκλήματα της θεοφοβούμενης Φραγκογιαννούς ο Παπαδιαμάντης δίνει διαστάσεις στην ιδιότυπη αντιθεϊκή κοσμοθεωρία του και όταν ερμηνεύει κατά το δικό του τρόπο το μοναχισμό μα αυτά τα λίγα λόγια: «Πώς ήταν ευτυχείς οι μοναχοί, οίτινες ευθύς αμέσως εκ νεαρός ηλικίας, ωσάν από θείαν έμπνευσιν, είχον αισθασνθεί ποίον ήτο το καλλίτερον το οποίον ημπορούσαν να κάμουν - το να μη φέρουν, δηλαδή, άλλους εις τον κόσμον δυστυχείς! και μετά τούτο, όλα ήταν δεύτερα…»

Εδώ βλέπει κανείς τον Παπαδιαμάντη να μένει εκστατικός μπροστά σ’ αυτούς τους αγίους ανθρώπους τους μοναχούς, που αρνούνται τα εγκόσμια και τη στιγμή που ζουν κοντά στο Θεό ν’ αντιπράττουν, σταματώντας τη ζωή με την αποχή τους από την αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους, ενώ ο Θεός είναι ζωή και πηγή ζωής. Θα μπορούσε έτσι ν’ αναρωτηθούμε: Η Θεία επιταγή του αυξάνεστε και πληθύνεσθε τί γίνεται;

Και φαντάζεται εύκολα κανένας, ως που μπορεί να πάει ο συλλογισμός του Παπαδιαμάντη για τους μοναχούς. Αν το θεοσεβές παράδειγμά τους είχε γενικευτεί σ’ όλον τον κόσμο, ο Θεός θα είχε καταδικασθεί σε απραξία. Αυτό θα ήταν το συμπέρασμα της μέσα σε εισαγωγικά «αθεϊστικής» κοσμοθεωρίας του Παπαδιαμάντη· δε θα υπήρχε πια δυστυχία στον κόσμο, αφού θα έσβηνε ο ίδιος ο Κόσμος και μαζί του ο Θεός. Κι έτσι καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα πώς αυτός ο χριστιανός συγγραφέας έγραψε το πιο άθεο βιβλίο, αφού μπροστά στο βάθος της ανθρώπινης δυστυχίας που γνώρισε η ίδια, η Φόνισσά του τα βάζει με Εκείνον που θα έπρεπε να δοξολογεί.

Ο Πλάστης στην πανσοφία του στέλνει στη ζωή δυστυχισμένα πλάσματα, καταδικασμένα να μείνουν βουτηγμένα στη δυστυχία σ’ όλη τους τη ζωή. Η Φραγκογιαννού που υποφέρει απ’ αυτό το άδικο, για την ίδια και για τις άλλες γυναίκες, ορθώνεται και πάει να το αποφύγει χτυπώντας στη ρίζα τού κακού, τις δυστυχισμένες υπάρξεις προτού δουν το φως.

Η δυστυχία που μαύρισε την ψυχή της είναι τέτοια, που δεν κάνει διάκριση. Πνίγει όλα τα θηλυκά μωρά. Σαν ο Θεός να μην μπορεί να κάνει παρά δυστυχισμένα πλάσματα όπως εκείνην.

Μ’ άλλα λόγια ο Παπαδιαμάντης δεν πήρε για ηρωίδα του μια καλή χριστιανή, που ακολουθεί σιωπηλά τη μαρτυρική ζωή της, πού βγάζει ολόισια στη «Βασιλεία των Ουρανών». Πήρε μια επαναστατημένη γυναίκα, που δεν έβρισκε καμιά θεϊκή παρηγοριά και πού δεν έβλεπε κανέναν άλλο τρόπο να σώσει και τις άλλες γυναίκες σαν κι αύτή, προτού γνωρίσουν ακόμα τη δυστυχία.

Καμιά αθεϊκή διδασκαλία δεν μπορεί να φτάσει αυτήν την αμείλικτη καταδίκη μιας όλό χριστιανικής φιλοσοφίας. Κι ή καταδίκη αύτή παίρνει όλο το βάρος της, γιατί γίνεται από έναν τέτοιο συγγραφέα.

Ο χριστιανός Παπαδιαμάντης δε ρωτιέται ούτε μια στιγμή τι γίνεται όλη η χριστιανική δεοντολογία. Ότι τα πάντα γίνονται από το Θεό «εν τη παντογνωσία του και ότι δεν ανήκει στον άνθρωπο να κρίνει το θέλημα του Θεού. Ο Παπαδιαμάντης δε δοκιμάζει καν να σταματήσει τη «Φόνισσα από τον κατήφορο που πήρε με την παράδοξη τούτη αντιδικία της.

Έπειτα απ’ όσα τράβηξε με τα παιδιά της και τα εγγόνια της, βλέπει όλα τα παιδιά - κι εκείνα που είναι χαρά για τους γονιούς τους - σα συμφορά.

Έτσι, ο Παπαδιαμάντης έγραψε το πιο αυθεντικό κοινωνικό μυθιστόρημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, φτάνοντας ως τη ρίζα του κοινωνικού προβλήματος συνδυασμένου με την κοινωνική υπόσταση τής γυναίκας του λαού στην υποανάπτυκτη Ελλάδα, τη βυθισμένη στο σκοταδισμό.

Μια ακόμα απόδειξη (η φάση) της επανάστασης του χριστιανού συγγραφέα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι και η απόπειρα αυτοκτονίας που έκαμε στα 1881 απογοητευμένος από τις δυσκολίες της ζωής του. Ένας σωστός χριστιανός όμως δέχεται τις βουλές του Υψίστου αγόγγυστα - άσο δυσάρεστες ή δύσκολες κι αν είναι.

Ο Παπαδιαμάντης από τα μικρά του χρόνια είναι κλεισμένος στον εαυτό του, συχνά απογοητευμένος, από τη φύση του η κι από τη φτώχεια του, συνεσταλμένος παρακολουθεί από τη μοναξιά του, τη ζωή και τους συνομηλίκους του, που χαίρονται κι αγωνίζονται.

Όσο κι αν η δουλειά του στις εφημερίδες τον φέρνει αναγκαστικά σ’ επαφή με κόσμο αυτός, πάντα δυσκολομίλητος, θα πρέπει να περνάει από κάποια ταβέρνα, για να πάρει θάρρος.

Κι είναι παράξενο στ’ αλήθεια νά’χει δύο αγάπες, τόσο διαμετρικά αντίθετες. Την εκκλησία και την ταβέρνα. Στην πρώτη ξέφευγε από το μάταιο τούτον κόσμο με τη βοήθεια των ιεροτελεστιών, των ψαλμωδιών και της «άνωθεν ειρήνης». Γαλήνευε ανάμεσα στις πολυκαιρισμένες εικόνες και στην ουσία των Ιερών βιβλίων που διάβαζε. Στη δεύτερη ήταν το κρασί που τον έκανε άλλον άνθρωπο, ξεθαρρεμένον, αδείλιαστον, ομιλητικόν.

Κι αν μάλιστα θέλαμε να δώσουμε ευρύτερες διαστάσεις σ’ αυτό το δίδυμο των ενασχολήσεών του, θα μπορούσαμε να ερμηνέψουμε ανάλογα το πώς αυτός που στα κείμενά του είναι ευλαβικός, ταυτόχρονα είναι τόσο επαναστατημένος ενάντια στις βουλές του Κυρίου. Η εκκλησία κι η ταβέρνα. Οι δυο αγάπες του. Οι αποκλειστικές του προτιμήσεις. Η ευλάβεια κι η επανάσταση. Αλήθεια, πόσο παράξενη είναι η ψυχή του ανθρώπου, όταν παραδέρνει ανάμεσα στις επιθυμίες και τις δυνατότητες. Την περίπτωση τούτη είχε επισημάνει κι ο Ρήγας Γκόλφης, όταν προσδιόριζε πώς ο Παπαδιαμάντης «αγαπά το θυμίαμα, όσο και το κρασί (...) και ήταν φιλόσοφος ειδωλολάτρης, μα και πιστός κι ευλαβικός χριστιανός»...

Μιχάλης Σταφυλάς

(Από τη δεύτερη έκδοση τα μελετήματα «Ο επαναστατημένος χριστιανός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης).

Επιμέλεια Β. Αντωνίου

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου