Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 13 Σεπ 2020
Φραντς Κάφκα: Η απόρριψη
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 
 
 
 

Με τα διηγήματά του αυτά, όπως και με όλο του το έργο, ο Κάφκα επιχειρεί έναν αγώνα ενάντια στην αλλοτρίωση μέσα από την αλλοτρίωση. Αυτή τη συναίσθηση της καθημερινής σιωπηλής πάλης ενάντια σε μια κατάσταση πραγμάτων που πληγώνουν μέχρι εξόντωσης, αυτή την «παθητική αντίσταση» προσπαθεί να την αντικειμενοποιήσει μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους ζουν δίχως να έχουν συνείδηση της ατομικής τους υπευθυνότητας και μου φαίνεται πως εκεί βρίσκεται ο πυρήνας ο ίδιος των συμφορών μας… Στην πίστη μας ότι το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα αποτελεσματικό όπλο κατά της καταπίεσης και προπάντων της εσωτερικής ανελευθερίας δίνουμε για μια ακόμα φορά το λόγο στον ίδιο τον Κάφκα: «Ένα βιβλίο πρέπει να είναι η αξίνα που θα θρυμματίσει την παγωμένη θάλασσα του εσωτερικού μας κόσμου…»

Η απόρριψη

Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ πόλη δε βρίσκεται κοντά στα σύνορα· ίσα-ίσα μέχρι τα σύνορα είναι τόσο πολύ μακριά, ώστε κανένας, ίσως ακόμα, από τη δικιά μας πολίχνη δεν έχει φτάσει ώς εκεί, είναι αναγκασμένος να διασχίσει έρημους, βουνίσιους τόπους, αλλά ακόμα και μεγάλες, εύφορες χώρες.  Κουράζεται κανείς κιόλας, ακόμα και με το να φανταστεί ένα κομμάτι του δρόμου, και περισσότερο βέβαια από ένα κομμάτι του δρόμου δεν είναι κανείς σε θέση να φανταστεί.

Στο δρόμο, επίσης, υπάρχουν μεγάλες πόλεις, πολύ μεγαλύτερες απ’ τη μικρή μας πόλη. Δέκα τέτοιες μικρές πόλεις, αραδιασμένες η μια πλάι στην άλλη, και άλλες δέκα τέτοιες μικρές πόλεις, στοιβαγμένες από πάνω, η μια πάνω στην άλλη, δε φτιάχνουν μιαν απ’ αυτές τις γιγαντιαίες, ασφυκτικά  χτισμένες πολιτείες. Αν δε χαθεί κανείς πηγαίνοντας προς τα κει, θα χαθεί στα σίγουρα μέσα στις πόλεις και για να τις αποφύγει κανείς, είναι, λόγω του όγκου τους, αδύνατον.

Ακόμα, όμως, πιο μακριά απ’ ό,τι είναι μέχρι τα σύνορα – αν κανείς, βέβαια, είναι σε θέση να συγκρίνει τέτοιες αποστάσεις-, είναι το ίδιο σαν να ‘λεγε κανείς πως ένας άντρας ηλικίας τριακοσίων ετών είναι πιο γέρος από κάποιον διακοσίων ετών· έτσι, λοιπόν, πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι είναι μέχρι τα σύνορα, απέχει η μικρή μας πόλη ως την πρωτεύουσα. Ενώ εδώ, σ’ εμάς, παρ’ όλη την απόσταση, μας έρχονται αραιά και πού ειδήσεις από τους πολέμους που διεξάγονται στα σύνορα, από την πρωτεύουσα δεν πληροφορούμαστε σχεδόν τίποτα, εμείς οι πολίτες εννοώ, οι κυβερνητικοί υπάλληλοι έχουν μια πάρα πολύ καλή επαφή με την πρωτεύουσα, σε δυο τρεις μήνες μπορούν κιόλας να λάβουν μιαν είδηση από κει, τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονται αυτοί.

Και τώρα είναι περίεργο (και γι’ αυτό απορώ ξανά και ξανά από την αρχή), πως στη μικρή μας πόλη συμμορφωνόμαστε με το καθετί που αποφασίζεται στην πρωτεύουσα. Εδώ και αιώνες δεν έχει συμβεί εδώ η παραμικρή πολιτική αλλαγή, που να οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στους ίδιους τους πολίτες. Στην πρωτεύουσα, οι ανώτατοι κύριοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, ακόμα και ολόκληρες δυναστείες έχουν διαλυθεί ή έχουν καταλυθεί και έχουν αρχίσει καινούργιες· τον περασμένο αιώνα, μάλιστα, καταστράφηκε η ίδια η πόλη και μια καινούργια δημιουργήθηκε, πολύ πιο μακριά απ’ αυτήν· αργότερα καταστράφηκε και αυτή και ξαναφτιάχτηκε πάλι η παλιά  από την αρχή: στη μικρή μας πόλη αυτό δεν είχε την παραμικρή επίδραση. Η τοπική μας γραφειοκρατία παρέμενε πάντοτε στη θέση της, οι υψηλά ιστάμενοι υπάλληλοι ερχόντουσαν από την πρωτεύουσα, οι μεσαίοι τουλάχιστον  προέρχονταν απέξω, οι κατώτατοι απ’ το δικό μας χώρο· έτσι λοιπόν παρέμενε η κατάσταση και αυτό μας αρκούσε.

Ο ανώτερος απ’ όλους υπάλληλος είναι ο αρχιφοροεισπράκτορας, φέρει το βαθμό του συνταγματάρχη και ονομάζεται έτσι, επίσης. Τώρα έχει γίνει γέρος πια· τον ξέρω εδώ και χρόνια, γιατί ήδη στα παιδικά μου χρόνια ήταν συνταγματάρχης, τον πρώτο καιρό είχε κάνει μια γρήγορη καριέρα, κατόπιν όμως φαίνεται πως κάπου σκάλωσε· για τη μικρή μας πόλη ο βαθμός του είναι αρκετός, ένα μεγαλύτερο βαθμό θα ήμασταν εμείς εδώ εντελώς ανίκανοι να τον αντέξουμε.

Όταν προσπαθώ να τον φανταστώ, τον βλέπω να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του, στην κεντρική πλατεία, αραγμένος πίσω, με την πλάτη στον τοίχο και την πίπα στο στόμα. Πάνω από το κεφάλι του, ψηλά, κυματίζει το φλάμπουρο της αυτοκρατορίας καρφωμένο στην κορφή της στέγης. Και στις πλευρές της βεράντας, που είναι τόσο τεράστια, ώστε πολλές φορές εκεί πραγματοποιούνται στρατιωτικές ασκήσεις μικρής κλίμακας, έχουν κρεμάσει τα ρούχα να στεγνώνουν. Τα εγγόνια του, ντυμένα με υπέροχα μεταξωτά ρούχα, παίζουν γύρω του, δεν τους επιτρέπεται να κατεβαίνουν κάτω, στην κεντρική πλατεία, τα άλλα παιδιά είναι πολύ κατώτερά τους, αλλά η πλατεία τα γοητεύει και περνώντας τα κεφάλια τους ανάμεσα στα κάγκελα της βεράντας, παρατηρούν τι γίνεται εκεί κάτω, και όταν τα άλλα παιδιά πιάνονται στα χέρια και καβγαδίζουν, καβγαδίζουν κι αυτά.

Αυτός, λοιπόν, ο συνταγματάρχης κυριαρχεί στην πόλη. Πιστεύω πως δεν έχει παρουσιάσει ποτέ και σε κανέναν ένα ντοκουμέντο που να τον εξουσιοδοτεί γι’ αυτό. Και, στην πραγματικότητα, δεν έχει ένα τέτοιο ντοκουμέντο. Ίσως είναι πράγματι αρχιφοροεισπράκτορας. Αλλά αυτό είναι όλο; Αυτό του δίνει το δικαίωμα να εξουσιάζει πάνω σε όλους τους τομείς της διοίκησης; Η θέση που κατέχει είναι, βέβαια, για το κράτος πολύ σημαντική, αλλά για τους πολίτες δεν είναι το πιο σπουδαίο.

Σ’ εμάς, έχει κανείς την αίσθηση ότι οι άνθρωποι λένε: “Τώρα μας τα έχεις πάρει όλα όσα είχαμε, τώρα μπορείς, σε παρακαλούμε, να μας πάρεις κι εμάς μαζί”.

Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν έχει πάρει αυτή την εξουσία με το ζόρι στα χέρια του και ούτε είναι κανένας τύραννος. Από τους πολύ παλιούς καιρούς, με το να είναι ο αρχιφοροεισπράκτορας και ο ανώτατος υπάλληλος του κράτους, ακολουθεί την ίδια παράδοση όπως κι εμείς. Όσο όμως κι αν κυκλοφορεί ανάμεσά μας δίχως μεγάλες διαφορές κύρους, εντούτοις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τους συνηθισμένους πολίτες.

Όταν μια επιτροπή απευθύνεται σ’ αυτόν, μεταφέροντας κάποια παράκληση, στέκεται εκεί, μπροστά τους, σαν να είναι ο τοίχος του κόσμου. Πίσω απ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα, μόλις που ακούει κανείς εκεί πίσω κάνα δυο φωνές να ψιθυρίζουν, αλλά αυτό πιθανόν να είναι ψευδαίσθηση, γιατί αυτός σημαίνει παρ’ όλ’ αυτά το τέλος του Κόσμου, τουλάχιστον για μας.

Έπρεπε να τον έχει δει κανείς σε κάτι τέτοιες συναντήσεις. Όταν ήμουν μικρός βρέθηκα κι εγώ σε μιαν απ’ αυτές, όταν μια επιτροπή των δημοτών τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για την παροχή μιας κυβερνητικής ενίσχυσης, γιατί η φτωχότερη συνοικία της πόλης είχε χαθεί κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες. Ο πατέρας μου, ο πεταλωτής, πρόσωπο που “έχαιρε άκρας εκτιμήσεως” από την κοινότητα, ήταν μέλος της επιτροπής και με είχε πάρει μαζί του. αυτό δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο σε μια τέτοια θεατρική παράσταση – μαζεύεται πλήθος κόσμου και με δυσκολία μπορεί να ξεχωρίσει κανείς την επιτροπή από το υπόλοιπο πλήθος. Επειδή τέτοιες δημόσιες συναντήσεις γίνονται συνήθως πάνω στη βεράντα, υπάρχουν επίσης άτομα που, έξω από την κεντρική πλατεία, σκαρφαλώνουν με σκάλες πάνω απ’ τα κάγκελα και λαμβάνουν μέρος στα διαδραματιζόμενα από μακριά.

Κάποτε ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο κανονισμένο, ώστε ένα τέταρτο της βεράντας να είναι κατειλημμένο από το συνταγματάρχη, ο υπόλοιπος δε χώρος γέμιζε από τον κόσμο. Μερικοί στρατιώτες επιτηρούσαν τα πάντα και κάποιοι απ’ αυτούς βρισκόντουσαν πίσω του, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο. Στην πραγματικότητα, ένας μονάχα στρατιώτης θα ήταν αρκετός· τόσο μεγάλος ήταν ο φόβος που νιώθαμε μπροστά τος. Δεν ξέρω ακριβώς από πού έρχονται αυτοί οι στρατιώτες, οπωσδήποτε από πολύ μακριά, όλοι μοιάζουν πάρα πολύ μεταξύ τους, η στολή δεν τους χρειάζεται καν. Είναι μικροκαμωμένοι, όχι δυνατοί, αλλά ευκίνητοι άνθρωποι και το πιο χτυπητό και εντυπωσιακό τους χαρακτηριστικό είναι η γερή μασέλα που γεμίζει το στόμα τους στην κυριολεξία και ένα ειδικά ανήσυχο αστραποβόλημα των μικρών, στενών ματιών τους. Μα αυτά ακριβώς όλα είναι ο φόβος των παιδιών και η χαρά τους επίσης, γιατί τα παιδιά θέλουν διαρκώς να αισθάνονται φόβο απ’ αυτή τη μασέλα και απ’ αυτά τα μάτια, και κατόπιν να το βάζουν στα πόδια απελπισμένα.

Αυτό ο τρόμος τη παιδικής ηλικίας δε σβήνει ίσως ούτε κι από τους ηλικιωμένους, τουλάχιστον επιδρά πιο έμμεσα και πιο μακροπρόθεσμα. σ’ αυτό βέβαια συντρέχουν κι άλλα πράγματα μαζί. Οι στρατιώτες μιλάνε μια άγνωστη σ’ εμάς διάλεκτο, τη δικιά μας δεν μπορούν να τη συνηθίσουν με κανέναν τρόπο· αυτό τους δημιουργεί μια κάποια απομόνωση, τους κάνει απρόσιτους κι ετούτο βέβαια ταιριάζει απόλυτα με το χαρακτήρα τους, τόσο ήσυχοι, σοβαροί και αλύγιστοι είναι. Στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα κακό, αλλά με μια ορισμένη κακή έννοια είναι ανυπόφοροι. Ένας στρατιώτης μπαίνει, π.χ., σε κάποιο κατάστημα, αγοράζει κατιτί ασήμαντο και μένει εκεί, στηριγμένος στον πάγκο, ακούει τις συζητήσεις που γίνονται γύρω τους, κατά πάσα πιθανότητα δεν τις καταλαβαίνει, αλλά η έκφρασή του δείχνει ότι καταλαβαίνει τα πάντα, ο ίδιος δε βγάζει την παραμικρή λέξη απ’ το στόμα του, κοιτάζει μονάχα σαν μαρμαρωμένος αυτόν που μιλάει, κατόπιν αυτούς που ακούνε και στηρίζει το χέρι του στη λαβή του μακριού μαχαιριού που είναι περασμένο στη ζώνη του. Αυτό είναι αηδιαστικό, χάνει κανείς κάθε ενδιαφέρον για συζήτηση, το κατάστημα αδειάζει και τότε μόνον, όταν αδειάσει τελείως, φεύγει και ο στρατιώτης. Όπου εμφανίζονται λοιπόν οι στρατιώτες , ο ανήσυχος λαός μας ηρεμεί.

Έτσι ήταν και τότε. Όπως σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις, ο συνταγματάρχης στεκόταν εκεί, φουσκωμένος και άκαμπτος, κρατώντας στα τεντωμένα του χέρια δυο μακριά κοντάρια από μπαμπού. Αυτό είναι ένα πανάρχαιο έθιμο, που σημαίνει πάνω κάτω ότι έτσι στηρίζει αυτός το νόμο και έτσι ο νόμος στηρίζει εκείνον. Κι ο καθένας βέβαια γνωρίζει πάρα πολύ καλά τι τον περιμένει επάνω στη βεράντα. Έτσι και τότε, αυτός που είχε αναλάβει να μιλήσει δεν τολμούσε να μιλήσει, στεκόταν κιόλας μπροστά  στο συνταγματάρχη, κατόπιν όμως το θάρρος του τον εγκατέλειψε και μαζεύτηκε ξανά πίσω στο πλήθος με διάφορες προφάσεις. Εκτός απ’ αυτόν δε βρέθηκε κανένας πιο κατάλληλος, που να είναι πρόθυμος να μιλήσει – από τους ακατάλληλους προσφέρθηκαν βέβαια μερικοί – , έγινε μια μεγάλη φασαρία κι έστειλαν αγγελιαφόρους σε διάφορους πολίτες, γνωστούς ομιλητές. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συνταγματάρχης παρέμενε εκεί, ακίνητος, μονάχα το στήθος του φούσκων αισθητά αναπνέοντας. Όχι, βέβαια, πως ανάπνεε βαριά, ανάπνεε μόνον υπερβολικά αισθητά, όπως π.χ. αναπνέουν οι βάτραχοι – μονάχα που αυτοί αναπνέουν πάντοτε έτσι, αυτό όμως εδώ ήταν  κάτι το έκτακτο.

Τρύπωσα ανάμεσα στους μεγάλους και τον παρατηρούσα, από το άνοιγμα που άφηναν δυο στρατιώτες, για πάρα πολλήν ώρα, ώσπου ο ένας απ’ αυτούς μου έριξε μια με το γόνατο και μ’ έσπρωξε πίσω.

Στο μεταξύ, αυτός που είχε οριστεί να μιλήσει, είχε σταθεί στα πόδια του και, στηριζόμενος γερά από δυο συμπολίτες, έκανε την προσφώνηση. Ήταν συγκινητικότατο, πως ετούτος εδώ, κατά τη διάρκεια της σοβαρής του ομιλίας που περιέγραφε τη μεγάλη καταστροφή, χαμογελούσε συνεχώς, ένα δουλοπρεπέστατο και κακόμοιρο γελάκι που μάταια πάσκιζε να προκαλέσει έστω και μιαν αμυδρή αντανάκλαση στο παγωμένο πρόσωπο του συνταγματάρχη. Στο τέλος, διατύπωσε την παράκληση, νομίζω παρακάλεσε μονάχα για φτηνή οικοδομική ξυλεία από τα αυτοκρατορικά δάση. Κατόπιν έκανε μια πολύ βαθιά υπόκλιση κι έμεινε σ’ αυτή τη στάση για αρκετήν ώρα, όπως όλοι οι άλλοι, εκτός από το συνταγματάρχη, τους στρατιώτες και μερικούς υπαλλήλους πίσω πίσω.

Φαινόταν γελοίο σ’ ένα παιδί σαν κι εμένα, πως αυτοί στην κορφή της σκάλας, στις άκρες της βεράντας, κατέβηκαν κάνα δυο σκαλιά για να μην τους δει κανένας κατά τη διάρκεια αυτής της αποφασιστικής παύσης και μονάχα πού και πού, γεμάτοι περιέργεια, κατασκόπευαν τον κόσμο πάνω από το δάπεδο της βεράντας. Αυτό διάρκεσε κάμποσην ώρα· κατόπιν ένας υπάλληλος, κάποιος μικροκαμωμένος άντρας, παρουσιάστηκε μπρος στο συνταγματάρχη, προσπάθησε να τον φτάσει, πατώντας στις μύτες των ποδιών. Εκείνος, που, εκτός από τις βαθιές ανάσες που έπαιρνε, εξακολουθούσε να παραμένει εκνευριστικά ακίνητος, του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και ο υπάλληλος ανακοίνωσε: “Η αίτησις απορρίπτεται. Απομακρυνθείτε!”

Ένα αληθινό αίσθημα ανακούφισης έκανε το πλήθος να θροϊσει σαν τρικυμισμένη θάλασσα, όλοι σπρωχνόντουσαν προς τα έξω. Το συνταγματάρχη, που τυπικά είχε γίνει ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους εμάς, δεν τον πρόσεχε κανένας ιδιαίτερα, εγώ πρόσεξα μονάχα ότι αυτός, αληθινά εξουθενωμένος, άφησε τα ραβδιά να πέσουν κάτω, βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα που του την έφεραν συρτή οι υπάλληλοι και έβαλε γρήγορα την πίπα στο στόμα του.

Αυτό το επεισόδιο βέβαια δεν είναι το μοναδικό, έτσι συμβαίνει πάντοτε. Συμβαίνει, βέβαια, πού και πού, μερικά αιτήματα να γίνονται αποδεκτά, αλλά τότε αυτό γίνεται σαν να το κάνει ο συνταγματάρχης με προσωπική του ευθύνη, σαν πανίσχυρος ιδιώτης, κι αυτό βέβαια πρέπει να κρατηθεί τυπικά μυστικό από την κυβέρνηση.

Βέβαια, στη μικρή μας πόλη, τα μάτια του συνταγματάρχη, όσο μπορούμε φυσικά να κρίνουμε εμείς, είναι επίσης και τα μάτια της κυβέρνησης. εδώ υπάρχει κάποιο χάσμα στην υπόθεση και μια εξαίρεση, που είναι δύσκολο να εξηγηθεί ικανοποιητικά. Για σπουδαία, όμως, θέματα η κοινότητα μπορεί να είναι από την αρχή σίγουρη για την επικείμενη άρνηση.

Και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο αξιοπερίεργο το να μην μπορεί κανείς να αισθανθεί καλά δίχως αυτή την άρνηση. Ενώ, τουναντίον, αυτό το πάρε-δώσε της απόρριψης δεν είναι με κανέναν τρόπο μια τυπικότητα. Πηγαίνει κανείς εκεί κάθε φορά φρέσκος και σοβαρός, και φεύγει ξανά από κει, όχι βέβαια σώνει και καλά κορδωμένος.

Γι’ αυτά τα πράγματα δε χρειάζεται να καταφύγω στα φώτα κανενός, τα νιώθω βαθιά μέσα μου, όπως και όλοι οι άλλοι. Και ούτε έχω την παραμικρή περιέργεια να ερευνήσω τις συνάφειες αυτών των πραγμάτων.

Υπάρχει, εντούτοις, όσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι παρατηρήσεις μου, μια ορισμένη ηλικία που δεν είναι ευχαριστημένη. Είναι τα νέα παιδιά που η ηλικία τους κυμαίνεται ανάμεσα στα δεκαεφτά και στα είκοσι. Δηλαδή, πολύ νεαρά παιδιά, που το βεληνεκές της πιο ασήμαντης σκέψης – και ειδικά μάλιστα μιας επαναστατικής – δεν μπορούν να διανοηθούν πόσο μεγάλο μπορεί να είναι, πόσο μάλλον μιας πέρα για πέρα επαναστατικής. Και ακριβώς ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκει η δυσαρέσκεια δρόμο για να εισχωρήσει.

___________________________________________________________________________

Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα

Φραντς Κάφκα
Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα
Μετάφραση: Γιώργος Κώνστας
Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Αθήνα 1989
222 σελ.
ISBN 960-208-130-9
Τιμή € 8,52

 

  • Franz Kafka, 1883-1924

Ο Φραντς Κάφκα γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου του 1883 στην Πράγα από γονείς Εβραίους: από έναν πατέρα αυταρχικό, που κατόρθωσε να γίνει εύπορος υφασματέμπορος, κι από μια μάνα τρυφερή που, αντίθετα με τον πατέρα του, είχε μεγαλώσει μέσα σ’ έναν περίγυρο βαθιά μορφωμένων ανθρώπων. Ο Φραντς ήταν ο πρωτότοκος. Είχε τρεις αδελφές και δύο αδελφούς, οι οποίοι πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και κυρίως οι σχέσεις με τον αυταρχικό και άξεστο πατέρα του, στοίχειωσαν τη ζωή του.

Μετά το γυμνάσιο, υπακούοντας στην επιθυμία του πατέρα του, ο Κάφκα αφού παρακολούθησε ορισμένα πανεπιστημιακά μαθήματα γερμανικής φιλολογίας, σπούδασε τελικά νομικά. Στο πανεπιστήμιο γνωρίστηκε με διάφορους γερμανόφωνους εκκολαπτόμενους λογοτέχνες όπως ο Μαξ Μπροντ, που έγινε επιστήθιος φίλος του. Στη συνέχεια εργάστηκε επί δεκατέσσερα χρόνια, πρώτα σε μια ασφαλιστική εταιρεία και μετά στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας. Τις νύχτες του αφιέρωνε στο γράψιμο. Αυτό ήταν το μεγάλο του πάθος. Ήξερε ότι ο προορισμός του ήταν το γράψιμο, αλλά δεν κατάφερε -δεν τόλμησε- να το κάνει επάγγελμά του. Ελάχιστα κείμενά του δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, όπως η περίφημη «Μεταμόρφωση» (1916), «Η αποικία των τιμωρημένων», το «Ένας αγροτικός γιατρός», καθώς και «Το γράμμα στον πατέρα» (1919). Το 1914 αρραβωνιάστηκε τη Φελίτσε Μπάουερ, την οποία είχε γνωρίσει στο σπίτι του Μπροντ και με την οποία αλληλογραφούσε επί δύο χρόνια, διέλυσε όμως τον αρραβώνα επειδή ένιωθε ανίκανος να αντιμετωπίσει το γάμο. Άλλη μια απόπειρά του να παντρευτεί τη Φελίτσε κατέληξε σε αποτυχία, αφού το 1917 έγινε γνωστό ότι πάσχει από φυματίωση και μπήκε σε σανατόριο -με τη συμπαράσταση της αδελφής του Ότλα. Το 1923, σε ένα ταξίδι του στη Βαλτική, γνώρισε τη χειραφετημένη εβραία νηπιαγωγό Dora Diamant και μετά από λίγο μετακόμισε στο σπίτι της στο Βερολίνο, προσπαθώντας να ξεφύγει από την επίδραση της οικογένειάς του και να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Πέθανε όμως φυματικός στις 3 Ιουνίου του 1924. Γενικά, η ζωή του υπήρξε απλή, χωρίς πολλές μετακινήσεις και μακρινά ταξίδια. Χωρίς «μεγάλες συναντήσεις». Λίγο πριν πεθάνει, παρακάλεσε τον Μπροντ να καταστρέψει τα έργα του, εντολή που αυτός ευτυχώς παράκουσε. Ο Μπροντ επιμελήθηκε τα τρία ημιτελή μυθιστορήματά του και τα εξέδωσε: «Η δίκη» (1925), «Ο Πύργος» (1926), «Αμερική» (1927).

Μ’ όλο που έχει διασωθεί ένα πολυσέλιδο ημερολόγιό του (3.000 σελ.), πολλά από τη ζωή του Κάφκα παραμένουν άγνωστα. Τούτο οφείλεται ιδιαίτερα ατα πολιτικά γεγονότα μεταξύ 1933 και 1945: Στο Βερολίνο, στο σπίτι της Dora Diamant, της πιστής φίλης του στα ύστερα χρόνια της ζωής του, κατασχέθηκε από τη Γκεστάπο μια δέσμη από χειρόγραφά του που θεωρούνται σήμερα χαμένα. Το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση των έργων του. Οι μάρτυρες της ζωής του, οι τρεις αδελφές του, φίλοι, συγγενείς, θανατώθηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα αρχεία καταστράφηκαν. Η βιβλιοθήκη και πολλά γράμματά του χάθηκαν. Το έργο του, αρχικά γνωστό σ’ ένα μικρό μόνο λογοτεχνικό κύκλο της Γερμανίας, διαδόθηκε μετά το θάνατό του στη Γαλλία, χάρη στους H. Breton, A. Camus και J. P. Sartre, ύστερα στην Αγγλία και Αμερική και τελευταία στη Ρωσία. Οι πρώτες μεταφράσεις στα Τσεχικά δημοσιεύτηκαν το 1957 στην Πράγα.


Φραντς Κάφκα, ένας μεγάλος του 20ού αιώνα

 
Share this

O Φραντς Κάφκα (Franz Kafka, 3 Ιουλίου 1883 – 3 Ιουνίου 1924) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Γερμανόφωνος και εβραϊκής καταγωγής, έζησε στη σημερινή Τσεχία και έγραψε όλα τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα. Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του, εδραιώθηκε η θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, χαρακτηρίστηκε ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος και το έργο του έχει αναλυθεί εκτενώς. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνονται η νουβέλα Η Μεταμόρφωση (1915) και τα μυθιστορήματα Η Δίκη (1925), Ο Πύργος (1926) και Αμερική (1927).

 

Ο Κάφκα γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα, που τότε αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πρωτεύουσα της Βοημίας. Οι πρόγονοί του, υπήρξαν Εβραίοι της υπαίθρου (Dorfjuden), από την αγροτική ενδοχώρα της Βοημίας. Ο παππούς του, Γιάκομπ Κάφκα (1814-1889), ήταν κρεοπώλης και ο πατέρας του, Χέρμαν Κάφκα (1852-1931), τέταρτο παιδί του Γιάκομπ, εξελίχθηκε σε έναν αυτοδημιούργητο, εύπορο έμπορο υφασμάτων. Το οικογενειακό όνομα Κάφκα θα πρέπει να επιλέχθηκε από τους μακρινούς προγόνους τους, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αναγκάστηκαν από τη νομοθεσία να εγκαταλείψουν τα εβραϊκά πατρώνυμά τους. Στα τσέχικα, το όνομα Κάφκα (kavka) σημαίνει την κάργια, που αποτέλεσε και το έμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Χέρμαν Κάφκα στις επαγγελματικές του επιστολές. Ο ίδιος ο Φραντς Κάφκα, συνέταξε σε ηλικία τριάντα έξι ετών, μία επιστολή προς τον πατέρα του, όπου τον περιγράφει ως «ένα πραγματικό Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες». Στην ίδια επιστολή, αναφέρεται επίσης στην αδιαφορία του πατέρα του και την ευθύνη του για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

 

 

Ο Φραντς Κάφκα σε ηλικία περίπου πέντε ετών

 
Η μητέρα του, Γιούλιε Λαίβυ (Julie Löwy), προερχόταν από αστική οικογένεια, η οποία σύμφωνα με τον στενό φίλο και πρώτο βιογράφο του Κάφκα, Μαξ Μπροντ, χαρακτηριζόταν από «ονειροπόλα διάθεση και ροπή στην εκκεντρικότητα», στοιχεία που έρχονταν σε αντίθεση με την τραχύτητα και την αυστηρότητα του πατέρα του. Είχε επίσης τρεις αδελφές, Γκαμπριέλε, Βαλερί και Όττλα, οι οποίες δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, καθώς και δύο νεότερους αδελφούς, Γκέοργκ και Χάινριχ, οι οποίοι όμως πέθαναν σε ηλικία δεκαπέντε και έξι μηνών αντίστοιχα. Οι σχέσεις του Κάφκα με το οικογενειακό του περιβάλλον δεν υπήρξαν απόλυτα αρμονικές, εν μέρει λόγω και της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του ίδιου: «Εγώ δεν μπορώ να ζω με ανθρώπους. Μισώ απεριόριστα όλους τους συγγενείς μου, όχι επειδή είναι συγγενείς μου, [..] αλλά απλώς επειδή είναι οι άνθρωποι που ζουν πλάι μου».
 
Μητρική γλώσσα του Κάφκα ήταν τα Γερμανικά, επίσημη γλώσσα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, τα οποία μιλούσαν και οι δύο γονείς του. Διέθετε παράλληλα ευχέρεια και στην τσεχική γλώσσα, αλλά προτιμούσε να γράφει στα Γερμανικά λόγω του ενδιαφέροντος που έδειχνε στη γερμανική κουλτούρα. Από το 1889 έως το 1893, φοίτησε στο γερμανικό δημοτικό σχολείο αρρένων (Deutsche Knabenschule), όπου υπήρξε επιμελής και υποδειγματικός μαθητής. Αργότερα, συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές, στο Γερμανικό Γυμνάσιο (Altstädter Deutsches Gymnasium), το οποίο είχε παράδοση στην εκπαίδευση μελλοντικών κρατικών λειτουργών ή δικηγόρων και όπου ο Κάφκα διακρίθηκε και πάλι για την επιμέλειά του, πραγματοποιώντας παράλληλα λιγοστές φιλίες, όπως με τον φιλόσοφο Ούγκο Μπέργκμαν και τον ιστορικό της τέχνης Όσκαρ Πόλλακ. Τα προσωπικά ενδιαφέροντά του, ήταν κυρίως λογοτεχνικά, ενώ αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες στα μαθηματικά. Μετά το τρίτο έτος του γυμνασίου, το πρόγραμμα σπουδών του, ήταν αφιερωμένο στα αρχαία ελληνικά και στα λατινικά, αλλά παράλληλα, ήρθε σε επαφή και με το έργο Γερμανών κλασικών της λογοτεχνίας, όπως του Γκαίτε.
 
Το Νοέμβριο του 1901, ξεκίνησε τις σπουδές του στο γερμανικό Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας, ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Αρχικά παρακολούθησε τις διαλέξεις στο Ινστιτούτο Χημείας, μαζί με τον Ούγκο Μπέργκμαν, ωστόσο μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, συνειδητοποίησε πως δεν είχε τις ικανότητες για να ακολουθήσει τον κλάδο της χημείας και μετεγγράφηκε στη Νομική. Παράλληλα, παρακολουθούσε τις παραδόσεις γερμανικής λογοτεχνίας ενώ προσχώρησε και στην Αίθουσα Αναγνώσεων και Ομιλιών Γερμανών Φοιτητών (Lese und Redehalle der Deutschen Studenten), μία λέσχη φοιτητών που διοργάνωνε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, αναγνώσεις και άλλες δραστηριότητες. Στο τέλος του πρώτου έτους σπουδών του, γνώρισε τον Μαξ Μπροντ, φοιτητή στο πανεπιστήμιο, ο οποίος έμελλε να γίνει ένας από τους στενότερους φίλους του Κάφκα μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, εγκαταλείποντας την Πράγα, σκέψη που ωστόσο δεν υλοποίησε. Στο χρονικό διάστημα 1902-1904, τοποθετείται και το πρώτο πεζογράφημα του Κάφκα, το οποίο έχει διασωθεί, η Περιγραφή ενός Αγώνα. Τον Ιούλιο του 1904 διέμεινε στο σανατόριο που διηύθυνε ο Δρ. Σβάινμπουργκ, στην πόλη Τσουκμάντελ (Zuckmantel). Η υγεία του Κάφκα υπήρξε από τα παιδικά του χρόνια εύθραυστη και σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποιούσε κατά διαστήματα θεραπείες σε σανατόρια.
 
Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Πράγα, διαγωνίστηκε σε τρεις τελικές προφορικές εξετάσεις, στη Νομική, με αντικείμενα το αυστριακό αστικό και ποινικό δίκαιο, το συνταγματικό, το ρωμαϊκό, το γερμανικό, το κανονικό καθώς και το διεθνές Δίκαιο. Κατάφερε να επιτύχει στις εξετάσεις, με την επίδοσή του να κρίνεται επαρκής από τους τρεις εκ των πέντε εξεταστών του, γεγονός που του επέτρεψε να αναγορευτεί διδάκτωρ της Νομικής. Τον Αύγουστο του 1906, επισκέφτηκε για δεύτερη φορά το σανατόριο και στη συνέχεια εργάστηκε ως ασκούμενος δικηγόρος στην Πράγα, για ένα χρόνο.
 
Την 1η Οκτωβρίου του 1907, ο Κάφκα ξεκίνησε να εργάζεται στην ιταλική ασφαλιστική εταιρεία Assicurazioni Generali. Η αλληλογραφία του, την επoχή εκείνη, μαρτυρά πως δεν ήταν ικανοποιημένος από το εργασιακό του περιβάλλον, καθώς το ωράριό του – από τις 8 π.μ έως τις 6 μ.μ – έκανε δύσκολη την αφοσίωσή του στο συγγραφικό έργο, περιορίζοντας παράλληλα την προσωπική του ζωή. Σύντομα ξεκίνησε προσπάθειες εύρεσης άλλης εργασίας και στις 15 Ιουλίου του 1908 εγκατέλειψε την εταιρεία, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα προσελήφθη στην ημικρατική ασφαλιστική Arbeiter Unfall Versicherungs Anstalt (Ασφαλιστική Εταιρεία Εργατικών Ατυχημάτων), όπου θα παρέμενε μέχρι το 1922. Η εργασία του αφορούσε την πρόληψη βιομηχανικών ατυχημάτων και μεταξύ άλλων συνέτασσε έγγραφα σχετικά με την πολιτική της εταιρείας ή τη δημόσια εκπροσώπησή της, επιθεωρούσε εργοστάσια και αντιπροσώπευε την εταιρεία σε δικαστήρια. Αν και ο ίδιος ο Κάφκα ισχυριζόταν συχνά πως δεν ήταν καλός στη δουλειά του, οι αρκετές προαγωγές του αποδεικνύουν πως υπήρξε μάλλον ευσυνείδητος και εργατικός υπάλληλος στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Οι λιγότερες ώρες εργασίας – από τις 8 π.μ έως τις 2 μ.μ – του επέτρεπαν να ασχολείται περισσότερο με το λογοτεχνικό του έργο, ενώ στα τέλη του 1909 άρχισε να διατηρεί και προσωπικό ημερολόγιο, όπου κατέγραφε αποσπάσματα έργων του, αφορισμούς, σκέψεις του ή γεγονότα της ζωής του.
 
Το 1911, ο γαμπρός του, Καρλ Χέρμαν, σύζυγος της αδελφής του Έλλι, πρότεινε στον Κάφκα να γίνει συνέταιρός του, στη λειτουργία ενός εργοστασίου αμιάντου, γνωστό με την επωνυμία Prager Asbestwerke Hermann & Co.. Ο Κάφκα έδειξε αρχικά θετική στάση, έχοντας πιθανόν την επιθυμία να αποδείξει στον πατέρα του πως θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις ενός τόσο σημαντικού εγχειρήματος και αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο σε αυτό, παράλληλα με την εργασία του στην ασφαλιστική εταιρεία. Την περίοδο αυτή, σημαντική αναψυχή στη ζωή του υπήρξε η ενασχόλησή του με το θέατρο. Η παρακολούθηση παραστάσεων ενός θιάσου από το Λέμπεργκ της Γαλικίας στα Γίντις (Jargontheater) στάθηκε η αφορμή για την ευαισθητοποίηση του Κάφκα γύρω από την εβραϊκή του καταγωγή και τον ιουδαϊσμό.

Φελίτσε Μπάουερ

 

 

Μνημείο για τον Κάφκα (Πράγα)

 
Στις 14 Αυγούστου του 1912, καλεσμένος στο σπίτι του Μαξ Μπροντ, ο Κάφκα γνώρισε τη Φελίτσε Μπάουερ (Felice Bauer), η οποία εκείνη την εποχή εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τον Μπροντ, η Μπάουερ αποτελούσε μία ιδανική μορφή [Idealgestalt] για εκείνον, γεγονός που αναδεικνύεται και μέσα από την ογκώδη αλληλογραφία του μαζί της. Μετά από επτά μήνες επικοινωνίας μέσω επιστολών, ο Κάφκα συνάντησε για δεύτερη φορά την Μπάουερ στο Βερολίνο, ενώ στις 16 Ιουνίου του 1913, μέ ένα μακροσκελές γράμμα, της έκανε πρόταση γάμου, αν και η μέχρι τότε αλληλογραφία τους φανερώνει την μεγάλη διστακτικότητά του για ένα μελλοντικό γάμο. Ο Κάφκα ανακοίνωσε τον ανεπίσημο αραβώνα του με τη Φελίτσε στη μητέρα του, στις 3 Ιουλίου, την ημέρα των τριακοστών γενεθλίων του. Το επόμενο διάστημα, η σχέση τους χαρακτηρίστηκε από διακυμάνσεις και αμοιβαία δυσπιστία απέναντι στο ενδεχόμενο του γάμου τους. Στις αρχές του 1914, η δυσπιστία αυτή υπήρξε εντονότερη από την πλευρά της Μπάουερ. Τελικά, τον Απρίλιο του 1914 έγινε η επίσημη αναγγελία των αρραβώνων τους, που ορίστηκαν για την 1η Ιουνίου, στο Βερολίνο. Νωρίτερα, ο Κάφκα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τη φίλη της Φελίτσε, Γκρέτε Μπλοκ, στην οποία εκμυστηρευόταν αρκετές από τις σκέψεις του γύρω από τη σχέση του με τη Φελίτσε και τον επικείμενο γάμο. Η αλληλογραφία αυτή, αποτέλεσε λίγο αργότερα την αιτία μίας σύγκρουσής του με τη Φελίτσε και της προσωρινής διάλυσης του αρραβώνα τους. Η περίοδος που ακολούθησε, υπήρξε αρκετά παραγωγική για τον Κάφκα. Το καλοκαίρι του 1914, σημείωσε σημαντική πρόοδο στη συγγραφή της Δίκης ενώ μέσα στους επόμενους μήνες ολοκλήρωσε και τα διηγήματα Σωφρονιστική Αποικία (In der Strafkolonie) και Προ του Νόμου (Vor dem Gesetz). Εκτιμάται πως οι τελευταίοι πέντε μήνες του έτους υπήρξαν η δεύτερη σημαντικότερη συγγραφική του περίοδος. Ο επόμενος χρόνος και οι αρχές του 1916, συνοδεύτηκαν από αρκετά προβλήματα στην υγεία του, με ισχυρούς πονοκεφάλους και αϋπνίες, που τον οδήγησαν και στην αίτηση παρατεταμένης άδειας από την ασφαλιστική εταιρεία για λόγους υγείας. Ειδικός νευρολόγος που επισκέφτηκε, έκανε διάγνωση για καρδιακή νεύρωση και του πρότεινε να ακολουθήσει ηλεκτροθεραπεία. Ο ίδιος ο Κάφκα μάλλον αγνόησε την ιατρική γνωμάτευση, έχοντας μία γενική αποστροφή στη συμβατική ιατρική και προτίμηση σε ολιστικές θεραπείες.
Περίπου από τις αρχές του 1916, η σχέση του με τη Φελίτσε Μπάουερ είχε αρχίσει να αναθερμαίνεται, ενώ το χειμώνα ξεκίνησε να επεξεργάζεται μία σειρά από σημειωματάρια, τα οποία σήμερα είναι γνωστά ως Τα μπλε τετράδια. Μέρος των έργων που ολοκλήρωσε δημοσιεύτηκαν από τον Κουρτ Βολφ, ο οποίος εγκωμίασε το καινούριο λογοτεχνικό του έργο, στο σύνολό του. Τον Ιούλιο του 1917 επισημοποιήθηκε για δεύτερη φορά ο αρραβώνας του με τη Φελίτσε, ωστόσο τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, ο Κάφκα παρουσίασε νέες επιπλοκές στην υγεία του, που οδήγησαν τελικά στην οριστική διάλυση της σχέσης τους. Τόσο ο γιατρός Δρ. Μιλστάιν, όσο και ο καθηγητής του Λαρυγγολογικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου της Πράγας, Φρίντελ Πικ, διέγνωσαν κατάρρουν στις κορυφές των πνευμόνων του και συνέστησαν την παραμονή του στην εξοχή. Ο ίδιος ο Κάφκα ήταν – ορθώς – πεπεισμένος πως έπασχε από φυματίωση. Η απογοήτευση του Κάφκα για την κατάσταση της υγείας του – έκδηλη ήδη από τα νεανικά του χρόνια – αποτυπώνεται στα ημερολόγια του και την αλληλογραφία του με τη Φελίτσε. Έκανε προσπάθειες να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα αλλά η ασφαλιστική εταιρεία δεν το δέχτηκε.

Τελευταία χρόνια

Την 1η Ιανουαρίου του 1920, ο Κάφκα προήχθη σε γραμματέα της ασφαλιστικής εταιρείας (επισήμως Anstaltsekretär), ωστόσο η κακή πορεία της υγείας του, τον οδήγησε στην απόφαση να πάρει μία αναρρωτική άδεια στα τέλη του επόμενου μήνα. Η άδειά του διήρκεσε περίπου δύο μήνες, διάστημα κατά το οποίο επισκέφτηκε το Μεράνο της Ιταλίας, όπου γνώρισε την Μίλενα Γέσενκα. Η αλληλογραφία του μαζί της, προσφέρεται για συγκρίσεις με εκείνη που είχε αναπτύξει με τη Φελίτσε, αν και είναι σημαντικά συντομότερη. Το γεγονός πως η Μίλενα ήταν παντρεμένη και δίσταζε να εγκαταλείψει το σύζυγό της για ένα νέο γάμο με τον Κάφκα, συντέλεσαν στη διάλυση της σχέσης τους, η οποία συντηρούνταν κυρίως μέ την αλληλογραφία.
 
 
Το Δεκέμβριο του 1920, εξασφάλισε εκ νέου τρίμηνη άδεια για λόγους υγείας, την οποία αξιοποίησε επισκεπτόμενος ένα σανατόριο στη Σλοβακία. Εκεί γνωρίστηκε και με τον Γκούσταβ Γιάνους, γιο ενός συναδέλφου του στην ασφαλιστική εταιρεία, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και κατέγραψε τις συζητήσεις του με τον Κάφκα, εκδίδοντας πολύ αργότερα ένα βιβλίο με αυτές τις σημειώσεις. Κατόπιν παροτρύνσεων των γιατρών του, ο Κάφκα ζήτησε παράταση της άδειάς του, την οποία και εξασφάλισε παραμένοντας στο σανατόριο, συνολικά για οκτώ μήνες. Επέστρεψε στην Πράγα στα τέλη Αυγούστου του 1921, φιλοδοξώντας να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο, το οποίο είχε εγκαταλείψει το προηγούμενο διάστημα. Τον Οκτώβριο, εγκρίθηκε μία νέα άδεια, τρίμηνης διάρκειας, ενώ την ίδια περίοδο είναι πιθανό πως ολοκλήρωσε το διήγημα Πρώτος πόνος, που θα δημοσιευόταν στην τελευταία του συλλογή Ένας καλλιτέχνης της Πείνας (Ein Hungerkünstler). Μέρος της άδειάς του, το πέρασε στο Σπίντελμύλε, στις αρχές του 1922, διάστημα στο οποίο τοποθετείται χρονικά και η έναρξη της συγγραφής του τελευταίου μυθιστορήματός του Ο Πύργος, έργο που τελικά εγκατέλειψε στα τέλη Αυγούστου του ίδιου έτους.
 
Ο Κάφκα παρέτεινε εκ νέου την άδεια του, ωστόσο εξαιτίας της σταθερά κακής κατάστασης της υγείας του, αποφάσισε να υποβάλει τελικά αίτηση συνταξιοδότησης και να εγκατασταθεί στο σπίτι της αδελφής του Όττλα, στο χωριό Πλανά, 11 χιλιόμετρα νότια της Πράγας. Εκεί, έγραψε τους επόμενους τέσσερις μήνες, τα τελευταία κεφάλαια του ανολοκλήρωτου Πύργου. Στο μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα του 1922 και μέχρι την Άνοιξη του επόμενου έτους, ήταν άρρωστος και κλινήρης, χωρίς να είναι σε θέση να γράψει. Το καλοκαίρι του 1923, επισκέφτηκε το παραθαλάσσιο θέρετρο της Βαλτικής, Μύριτς (Mϋritz), όπου γνώρισε την Ντόρα Ντιάμαντ, σύντροφό του μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το φθινόπωρο του 1923, έζησαν μαζί στο Βερολίνο, και τότε ολοκλήρωσε το διήγημα Το Κτίσμα.

 

 

Ο τάφος του Κάφκα στο Νέο Εβραϊκό Κοιμητήριο της Πράγας.

 
Η επιδείνωση της υγείας του, κατά την Άνοιξη του 1924, καθώς και οικονομικές δυσχέρειες, κατέστησαν αναγκαία την επιστροφή του στην Πράγα. Κατά τη διάρκεια του Πάσχα, ολοκλήρωσε το διήγημα Ζοζεφίνα η τραγουδίστρια ή Ο λαός των ποντικιών, που δημοσιεύτηκε στην Prager Presse, και εξασφάλισε έτσι ένα χρηματικό ποσό για την νοσηλεία του σε σανατόριο. Στις 10 Απριλίου, μεταφέρθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική της Βιέννης και μία εβδομάδα αργότερα, σε σανατόριο του Κήρλινγκ (πόλη κοντά στη Βιέννη), όπου πέθανε στις 3 Ιουνίου. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Πράγα, όπου ενταφιάστηκε στις 11 Ιουνίου, στο Νέο Εβραϊκό Νεκροταφείο, με παρουσία περίπου εκατό ατόμων.
 
Το πρώτο πεζογράφημα του Κάφκα, το οποίο διασώζεται, είναι η Περιγραφή ενός αγώνα (Beschreibung eines Kampfes) που ξεκίνησε να γράφει μετά το 1902 – και ίσως συνέχισε μέχρι το 1904 – ένα πρώιμο έργο που δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε[10], διακρίνεται όμως για την ακρίβεια της γραφής του. Το καλοκαίρι του 1912, κατά τη διάρκεια διακοπών μαζί με τον Μαξ Μπροντ στη Γερμανία, ο Κάφκα ήρθε σε επαφή με τον εκδότη Καρλ Βολφ (Karl Wolff), o οποίος εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να αναλάβει την έκδοση ενός βιβλίου του. Ο Βολφ υπήρξε εκείνος που τελικά εξέδωσε για πρώτη φορά βιβλίο του Κάφκα το 1913. Επρόκειτο για τη συλλογή Παρατήρηση (Betrachtung). Ακολούθησε η έκδοση του Θερμαστή (Der Heizer) σε μία σειρά νέων συγγραφέων με τον τίτλο Der jüngste Tag (Η Ημέρα της Κρίσεως), της Μεταμόρφωσης (1915), της Κρίσης (Das Urteil), της Σωφρονιστικής Αποικίας (1919) και τέλος της συλλογής Ένας αγροτικός γιατρός (1920). Η συλλογή διηγημάτωνΈνας καλλιτέχνης της πείνας (Ein Hungerkünstler), είχε προετοιμαστεί από τον Κάφκα για δημοσίευση, αλλά τελικά εκδόθηκε λίγο μετά το θάνατό του.
 
Το φθινόπωρο του 1921, μετά την επιστροφή του στην Πράγα από το σανατόριο της Σλοβακίας, ο Κάφκα έγραψε την πρώτη του διαθήκη, ένα σημείωμα με αποδέκτη τον Μαξ Μπροντ, καταγράφοντας την επιθυμία του να καταστρέψει ό,τι υπήρχε «σε ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές άλλων και δικές μου, σχεδιάσματα και τα λοιπά, να καούν ανελλιπώς και χωρίς να διαβαστούν, καθώς επίσης και όλα όσα έχω γράψει ή σχεδιάσει […] ». Ο Μπροντ αγνόησε το αίτημα του, χρησιμοποιώντας ως βασικό επιχείρημα το ότι όταν ο Κάφκα ζητούσε κάτι τέτοιο, γνώριζε κατά βάθος ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μία τέτοια απαίτηση. Μετά το θάνατο του Κάφκα, ετοίμασε την έκδοση των μυθιστορημάτων Ο Πύργος (1925), Η Δίκη (1925) και Αμερική (1927), έργα που θεωρούνται ουσιαστικά ημιτελή. Ο Μπροντ προέβη σε ορισμένες τροποποιήσεις των χειρογράφων του Κάφκα (μεταφορά κεφαλαίων, προσθήκη σημείων στίξης κ.λπ.), χωρίς να λείψουν κριτικές με στόχο τις εκδοτικές του πρακτικές. Αν και ο Κάφκα έχαιρε κάποιας φήμης ως συγγραφέας στην εποχή του, θεωρείται πως ήταν οι πρώτες μετά θάνατον εκδόσεις των μυθιστορημάτων του που είχαν σημαντική συνεισφορά στην εδραίωση της θέσης του στην παγκόσμια λογοτεχνία.
 
Από το 1982, κυκλοφορούν επανεκδόσεις των έργων του Κάφκα, οι αποκαλούμενες και κριτικές εκδόσεις, βασισμένες στα χειρόγραφα του, όπως αυτά συγκεντρώθηκαν από τον Malcolm Pasley και μεταφέρθηκαν στην Bodleian Library της Οξφόρδης. Ο Pasley, μαζί με μία ομάδα φιλολόγων, επανεξέτασαν τα χειρόγραφα, αναιρώντας την προγενέστερη επιμέλεια του Μαξ Μπροντ και δίνοντας έμφαση στην πρωτότυπη μορφή των κειμένων.
 
Τα έργα του Κάφκα αποτέλεσαν ένα είδος συμβόλου της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, μέσω της επαναλαμβανόμενης περιγραφής ενός ασφυκτικού, γραφειοκρατικού και συχνά παράλογου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο δρουν οι ήρωες του. Ο όρος καφκικό, που έχει καθιερωθεί ως ορολογία, συμπυκνώνει την ατμόσφαιρα που αποπνέει το σύνολο του έργου του και χρησιμοποιείται σήμερα για τον χαρακτηρισμό κάθε έργου τέχνης που εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά. Η Δίκη’ και Ο Πύργος εξιστορούν την εφιαλτική εμπλοκή του ήρωα στα γρανάζια μιας απρόσωπης, αδυσώπητης δύναμης που τον τιμωρεί για κάτι μη συγκεκριμένο, για ένα έγκλημά του που ο ίδιος αγνοεί ή που υπάρχει ενδεχομένως στο υποσυνείδητό του.Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του, αρκετοί διακεκριμένοι λογοτέχνες προέβαλαν θετικά το έργο του, μεταξύ αυτών ο Άλντους Χάξλεϋ και ο Αλμπέρ Καμύ, ενώ ενδιαφέρον για τον Κάφκα έδειξαν και οι Γάλλοι υπαρξιστές. Μέχρι σήμερα το έργο του έχει γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης και κριτικής.

Πολιτικές απόψεις

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κάφκα παρέστη σε αρκετές συνεδριάσεις του Κλουμπ Μλαντίτς, μια τσεχική αναρχική, αντιμιλιταριστική και αντι-κληρική οργάνωση. Ο Χούγκο Μπέργκμαν, ο οποίος πήγε στα ίδια δημοτικά και τα γυμνάσια με τον Κάφκα, αποβλήθηκε με Κάφκα κατά το τελευταίο ακαδημαϊκό έτος (1900-1901), διότι «ο Σοσιαλισμός [του Κάφκα] και ο Σιωνισμός μου ήταν πάρα πολύ έντονοι». «Ο Φραντς έγινε σοσιαλιστής, εγώ έγινα σιωνιστής το 1898. Η σύνθεση σιωνισμού και σοσιαλισμού δεν υπήρχε ακόμη» Ο Μπέργκαμ ισχυρίζεται ότι Κάφκα φορούσε ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο σχολείο για να δείξει την υποστήριξή του στο σοσιαλισμό. Σε μια καταχώριση ημερολογίου, ο Κάφκα ανέφερε τον επιδραστικό αναρχικό φιλόσοφο πρίγκιπα Πιοτρ Κροπότκιν: «μην ξεχνάτε τον Κροπότκιν!»
 
Κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής, η κληρονομιά του έργου του Κάφκα για το σοσιαλισμό του Ανατολικού μπλοκ ήταν πολυσυζητημένη. Οι γνώμες κυμαίνονταν από την αντίληψη ότι σατίρισε τη γραφειοκρατική κακοτεχνία μιας καταρρέουσας Αυστρία-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, με την πεποίθηση ότι ενσάρκωνε την άνοδο του σοσιαλισμού. Ένα άλλο βασικό σημείο ήταν η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση. Ενώ η ορθόδοξη θέση ήταν ότι η απεικόνιση της αποξένωσης από τον Κάφκα δεν ήταν πλέον σχετικές για μια κοινωνία όπου δήθεν είχε εξαλειφθεί η αποξένωση, ένα συνέδριο το 1963 που πραγματοποιήθηκε στο Λίμπλιτς, στην Τσεχοσλοβακία, την ογδοηκοστή επέτειο από τη γέννησή του, επανεκτίμησε τη σημασία της απεικόνιση της γραφειοκρατίας από τον Κάφκα. Το αν ο Κάφκα ήταν ένας πολιτικός συγγραφέας ή όχι εξακολουθεί να είναι ένα θέμα συζήτησης.

Συλλογές διηγημάτων

  • Η Απόρριψη
  • Το Σινικό Τείχος και άλλα διηγήματα
  • Σωφρονιστική αποικία και άλλα διηγήματα
  • Ο ξαφνικός περίπατος
  • Στο Υπερώο
  • Πρώτος πόνος
  • Οι γιοι — Περιλαμβάνει τα έργα Η κρίση, Ο θερμαστής και Η μεταμόρφωση

Νουβέλες

  • Η Μεταμόρφωση (Die Verwandlung – Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1915) ― ελλην. μετάφρ. Βασίλης Τομανάς

Μυθιστορήματα

  • Η Δίκη (Der Prozeß – 1925) ― ελλην. μετάφρ. Γ. Βαμβαλής
  • Ο Πύργος (Das Schloß – 1926) ― ελλην. μετάφρ. Αγγελική Δέσπου
  • Αμερική ή Ο αγνοούμενος (Amerika – 1927) ― ελλην. μεταφρ. Τέα Ανεμογιάννη και Νίκος Ματσούκας

Ημερολόγια, επιστολές και άλλα έργα

  • Γράμματα στη Μιλένα
  • Γράμματα στην Ότλα
  • Γράμμα στον ΠατέραΕπιστολή προς τον πατέρα)
  • Τα Ημερολόγια
  • Αφορισμοί
  • Κομμάτια από τετράδια και σκόρπια φύλλα
  • Τα μπλε τετράδια – περιλαμβάνει αφορισμούς του Κάφκα καθώς και σκέψεις, σημειώσεις, ημερολογιακές καταχωρήσεις και συλλογισμούς.
  • Η πληγή και η λέξη, ποιήματα — ανθολόγηση, μετάφρ. και επιμέλεια Νίκος Βουτυρόπουλος, εκδ. «Σαιξπηρικόν»,  Θεσσαλονίκη 2012, 65 σελ., ISBN 978-960-9517-23-2
Βιβλιογραφία
 
  • Ελίας Κανέττι (μφ. Αλέξανδρος Ίσαρης), Η άλλη δίκη. Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε, εκδ. Scripta, 2002.
  • Φελίξ Γκουαταρί, Ζιλ Ντελέζ, Κάφκα. Για μια ελάσσονα λογοτεχνία, εκδ. Καστανιώτης, 1998.
  • Max Brod, Franz Kafka: A Biography, Da Capo Press, 1995.
  • Gabriella Monticelli, «Κάφκα: ο «ποιητής» της αγωνίας», Ιστορία εικονογραφημένη, τεύχος 182 (Αύγουστος 1983), σελ. 79
  • Nicholas Murray (μετάφ. Ξενοφών Κομνηνός, Αλέξανδρος Κυπριώτης), Κάφκα, εκδ. «Ίνδικτος», 2005 ISBN 960-518-226-2
  • Anthony Northey, Kafka’s Relatives: Their Lives and His Writing, Yale University Press, 1991 ISBN 0-300-04585-9
  • Κλάους Βάγκενμπαχ (μφ. Στέλλα Νικολούδη), Κάφκα, εκδ. «Θεμέλιο», 1986.
  • Ronald Hayman, Kafka: A Biography, Oxford University Press, 1982. Βάλτερ Μπένγιαμιν (μφ. Στέφανος Ροζάνης), Φραντς Κάφκα, εκδ. Έρασμος, 1980.
  • Γκούσταβ Γιάνους (μφ. Τούλα Τόλια), Κουβεντιάζοντας με τον Κάφκα, εκδ. Κέδρος, 1978.
  • Χρήστος Μαλεβίτσης, «‘Η μεταμόρφωση’ του Κάφκα», Ευθύνη 207 (1989), 132-133 Δημήτρης Κουρέτας, «Το Γράμμα στον πατέρα του Κάφκα και το ψυχολογικό του υπόβαθρο», Εποχές (Σεπτέμβριος 1963), σελ.17-24

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

ΕΠΙΣΗΣ

Το κορίτσι του Κάφκα στα χέρια των ναζί

«Καίγονται» για όσα δεν έκαψε ο ίδιος ο Κάφκα. Η κόντρα για το αρχείο του

Κόντρες για αδηµοσίευτο θησαυρό του Κάφκα

Πού πας χωρίς αγάπη; Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε

Το Ισραήλ ζητεί πίσω το χειρόγραφο της «Δίκης» του Κάφκα από τη Γερμανία

Ο Κάφκα στα έγκατα της φάρσας

Αλήθειες και ψέματα για τον Κάφκα

Λάγνος και εγωκεντρικός ο Φραντς Κάφκα;

Ο Κάφκα από την κλειδαρότρυπα

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου