Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 12 Ιούλ 2021
Στο Φτερό / Viva Verdi! ή Τέσσερις φωνάρες κόντρα στον άνεμο... ή Η έκπληξη λεγόταν Γιουσίφ Εϊβάζοφ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

July 12, 2021

«All Star Verdi Gala»: Άννα Νετρέμπκο, σοπράνο / Ανίτα Ρατσβελισβίλι, μέτζο σοπράνο / Γιουσίφ Εϊβάζοφ, τενόρος / Δημήτρης Πλατανιάς, βαρύτονος. Ορχήστρα Εθνικής Λυρικής Σκηνής / Μουσική διεύθυνση: Φιλίπ Ογκέν. 

 

Να επισημάνω καταρχάς: πρώτον, οι μεγάλες συναυλίες «κλασικής» μουσικής ή οι παραστάσεις όπερας σε μεγάλους εξωτερικούς χώρους πάντα βρίσκονται στο έλεος των καιρικών συνθηκών -μπορεί καλοκαιρία αλλά μπορεί και βροχή, καταιγίδα, καύσωνας, ξαφνικό κρύο... Στη δεδομένη, το «All Star Verdi Gala» που οργάνωσε η Εθνική Λυρική Σκηνή, το πρόβλημα ήταν ο αέρας που είχε σηκωθεί τις τελευταίες 

μέρες. Δεύτερον, οι μεγάλες συναυλίες «κλασικής» μουσικής ή οι παραστάσεις όπερας σε μεγάλους εξωτερικούς χώρους απαιτούν τεχνική ηχητική υποστήριξη. Αυτό, όμως, στερεί τον ήχο από τη φυσικότητά του και τις αποχρώσεις. Το Gala της Λυρικής συγκέντρωσε τέσσερις Mεγάλες φωνές στην πλήρη άνθησή τους: τη διεθνούς βεληνεκούς ροσίδα σοπράνο Άννα Νετρέμπκο, την ,επίσης διεθνή, ήδη γνωστή μας, γεοργιανή μέτζο σοπράνο Ανίτα Ρατσβελισβίλι, τον διεθνούς καριέρας αζέρο τενόρο Γιουσίφ Εϊβάζοφ, και τον δικό μας, με καριέρα και εκτός Ελλάδας, βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά. Και ήταν αφιερωμένο -τι καλύτερο!- στον Τζουζέπε Βέρντι, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την πρεμιέρα (1871)  στο Κάιρο της «Αΐντα» την οποία είχε παραγγείλει στον ιταλό συνθέτη ο τότε χεδίβης της Εγίπτου για το 1869, με αφορμή τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ, αλλά το ανέβασμά της, τότε, είχε αναβληθεί. Τη βραδιά, στην οποία έδωσαν το «παρών», με αποσπάσματά τους εννιά, από τις 25 όπερές του, πρώιμες και ώριμες, άνοιξε -η μεγάλη εξέδρα-σκηνή στημένη παράλληλα προς τη μία πλευρά του πέταλου, το κοινό των ακριβών εισιτηρίων σε καρέκλες στο

στίβο, μπροστά της, το υπόλοιπο στις κερκίδες τής απέναντι από τη σκηνή πλευράς, μία μεγάλη οθόνη ψηλά, στην κορυφή, στις φωτιζόμενες από τον Γιώργο Τέλλο, με διαρκείς εναλλαγές, άδειες κερκίδες πίσω από την εξέδρα, συνδεμένη με κάμερα που κινούταν στερεωμένη σε βραχίονα πάνω στη σκηνή, ώστε όλοι οι θεατές/ακροατές να βλέπουν λεπτομέρειες- η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τον γάλο αρχιμουσικό Φιλίπ Ογκέν που τη διεύθυνε με σταθερό χέρι, με καλά δουλεμένους τους τραγουδιστές στα ντουέτα, τρίο, και κουαρτέτα αλλά με ήχο, λόγω των μικροφώνων μέσα από τα οποία βούιζε ο αέρας, προβληματικό: εισαγωγή στον πρώιμο «Ναμπούκο» (1842). Και, μετά, στη σκηνή η πολυαναμενόμενη ντίβα: Άννα Νετρέμπκο και «Nel dì della vittoria… Vieni! T’ affretta… Or tutti sorgete» («Την ημέρα της νίκης... Έλα! Βιάσου! Εγερθείτε τώρα όλοι») -σκηνή και καβατίνα της Λέδης Μακμπέθ από την πρώτη πράξη του «Μακμπέθ» (1847, αναθεωρημένη εκδοχή 1865). Μεγάλη φωνή, με εξαιρετικό τίμπρο, με ανοίγματα, δύναμη, τεχνική προωθημένη αλλά η ντίβα προσωπικά, συμπαθάτε με, δεν με γοητεύει: νοιώθω να της λείπει η φινέτσα και η 

πνευματικότητα, μία μπαναλιτέ εισπράττω. Η Ανίτα Ρατσβελισβίλι, έγκυος στον τέταρτο μήνα έμαθα παρασκηνιακά, άνοιξε τα αποσπάσματα στον «Τροβατόρε» (1853, αναθεωρημένη εκδοχή στα γαλικά 1856) με «Stride la vampa!» («Τρίζει η φωτιά!») από τη δεύτερη πράξη. Την Ανίτα Ρατσβελισβίλι μπορεί να μη τη βρίσκω εξωτερικά γοητευτική αλλά, εκτός από ένα πλουσιότατο φωνητικό κοίτασμα, έχει ψυχή, τραγουδάει από τα σπλάχνα της και σε κερδίζει αμέσως. Ο Δημήτρης Πλατανιάς τραγούδησε, κατόπιν, το κατακτημένο με το σπαθί του, μοναδικό «Credo in un Dio crudel» («Πιστεύω σε έναν σκληρό θεό»), το μονόλογο του Ιάγου από τη δεύτερη πράξη του «Οθέλου» (1887) και η Άννα Νετρέμπκο με τον Γιουσίφ Εϊβάζοφ, σύζυγό της στη ζωή, παρέμειναν στον «Οθέλο» με το αριστουργηματικό ντουέτο Δισδεμόνας-Οθέλου «Già nella notte densa» («Καθώς πυκνώνει το σκοτάδι») από την πρώτη πράξη κλείνοντάς το με ένα πολύ τεατράλε ρεαλιστικό φιλί που

χειροκροτήθηκε από το κοινό. Εντυπωσιακή η απόδοση του τενόρου από το Αζερμπαϊτζάν, που, προσωπικά, δεν γνώριζα ούτε το όνομά του. Εισαγωγή στον «Σικελικό εσπερινό» (1855 στα γαλικά, αναθεωρημένη εκδοχή στα ιταλικά με τον τίτλο «Τζοβάνα ντε Γκουζμάν» 1855, αναθεωρημένη εκδοχή με τον τίτλο «Μπατίλντα ντι Τουρέν» 1858 και, από το 1861, με τον αρχικό τίτλο) από την ορχήστρα και επιστροφή στον «Τροβατόρε» με την Άννα Νετρέμπκο στο ρετσιτατίβο, άρια και καμπαλέτα της Λεονόρας  «Un’ altra notte ancora… Tacea la notte placida… Di tale amor» («Ακόμα μια νύχτα... Ήταν μια ήσυχη νύχτα... Γεμάτη από έρωτα») από την πρώτη πράξη. «Τροβατόρε» και από τον Γιουσίφ Εϊβάζοφ: άρια και καμπαλέτα του Μανρίκο «Ah si, ben mio… Di quella pira» («Α, ναι, αγαπημένη... Της φωτιάς αυτής») από την τρίτη πράξη. Η 

αρχική εντύπωση για μία μεγάλη φωνή τενόρου, με εντυπωσιακά κρατήματα, στερεώθηκε. Πήγα με μικρά καλάθια ότι θα ακούσω τον επιβαλλόμενο σε πακέτο «κύριο της κυρίας» και άκουσα έναν τενόρο της πρώτης γραμμής, με προσωπικότητα, που έκλεψε την παράσταση. Η Ανίτα Ρατσβελισβίλι επανήλθε με «Τροβατόρε» και την άρια «Condotta ell’ era in ceppi» («Σιδεροδέσμια οδηγήθηκε στη μοίρα της») από τη δεύτερη πράξη. Η έκταση της φωνής της,

με τις χαμηλές νότες της να απλώνονται στην τεσιτούρα της κοντράλτο, έδωσε ένα συγκλονιστικό κλείσιμο στην άρια. Σύντομο διάλειμμα για τους καλλιτέχνες -εμείς στις θέσεις μας- και το δεύτερο μέρος άνοιξε με την ορχήστρα κάτω από τη διεύθυνση, πάντα, του Φιλίπ Ογκέν, στην εισαγωγή στη «Δύναμη του πεπρωμένου» (1862, αναθεωρημένη εκδοχή 1869). Και ο Δημήτρης Πλατανιάς συνέχισε, πάντα εξαιρετικός, με την επίσης δοκιμασμένη στα ρεσιτάλ και τις συναυλίες του -πρέπει να διευρύνει το ρεπερτόριό του- άρια «Cortigiani, vil razza dannata» («Αυλικοί, άθλια, καταραμένη ράτσα») από τη

δεύτερη πράξη του «Ριγκολέτο» (1851). Κατόπιν, επήλθε το δημοφιλές τραγούδι «La donna è mobile» («Φτερό στον άνεμο»), από την τρίτη πράξη της ίδιας όπερας, από τον Γιουσίφ Εϊβάζοφ, εξαιρετικό κάτοχο του βερντιάνικου ύφους, με άψογο φραζάρισμα και τέλεια ιταλικά και ικανού για ιταλιάνικα κόλπα με υπερβολικά κρατήματα της κορόνας που εντυπωσιάζουν. Ιδού και η τιμώμενη αλλά μόνο με ένα απόσπασμα «Αΐντα»: η Άννα Νετρέμπκο-Αΐντα και η Ανίτα Ρατσβελισβίλι-Άμνερις στο υπέροχο ντουέτο «Silenzio! Aida verso noi s’ avanza… Felice esser poss’ io» («Σιωπή!

Πλησιάζει η Αΐντα... Μπορώ να είμαι ευτυχισμένη») από τη δεύτερη πράξη της «Αΐντα» που μαζί την έχουν ήδη τραγουδήσει στη σκηνή της «Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Ιόρκης. Άννα Νετρέμπκο, Γιουσίφ Εϊβάζοφ και Δημήτρης Πλατανιάς έκλεισαν το πρόγραμμα του Gala με «Τροβατόρε» και πάλι -η ευνοημένη βερντιάνικη όπερα της βραδιάς: τρίο Λεονόρα-Μανρίκο-Κόμη ντι Λούνα «Tace la notte!... Deserto sulla terra… Infida!…No! Di geloso amor sprezzato» («Ήσυχη είναι η νύχτα!... Έρημος πάνω στη γη... Άπιστη!... Όχι! Γεμάτος από τη φλόγα της ζήλιας») της πρώτης πράξης. Το πρώτο ανκόρ ήταν αυτονόητο όταν έχεις στη σκηνή μία 

σοπράνο, μία μέτζο, ένα τενόρο και έναν βαρύτονο: κουαρτέτο «Bella figlia dell’ amore» («Ωραία κόρη της αγάπης») -κορυφαίο δημιούργημα, του Βέρντι, αποθέωση των συμπλεκόμενων τεσσάρων φωνών-, από την τρίτη πράξη του «Ριγκολέτο». Δεύτερο ανκόρ, το «Brindisi» («Πρόποση») «Libiamo, libiamo ne’ lieti calici» («Ας πιούμε, ας πιούμε από τα χαρούμενα κύπελλα») από την «Τραβιάτα» (1853), ντουέτο με χορωδία, μετασχηματισμένο εδώ σε κουαρτέτο, για το οποίο οι επί σκηνής τέσσερις ζήτησαν τη συμμετοχή, με ρυθμικό χειροκρότημα, του κοινού που ανταποκρίθηκε. Και που έφυγε έχοντας ακούσει τέσσερις φωνάρες, αδικημένες, όμως, από τον ήχο και τον αέρα, σε μία καλά οργανωμένη παραγωγή που την καλλιτεχνική διεύθυνσή της υπέγραφε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης και την καλλιτεχνική επιμέλειά της ο Υπεύθυνος Προβολής, Επικοινωνίας, Τύπου και ΜΜΕ Βασίλης Λούρας. Με τη σιγουριά ότι ο Τζουζέπε

Βέρντι δεν είναι απλώς ένα σπουδαίος λαϊκός συνθέτης αλλά ότι, 120 ακριβώς χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζει να έχει ξεφύγει από τα σύνορα της πατρίδας του, της Ιταλίας, και να γίνεται όλο και πιο παγκόσμιος. Πιο τρανή απόδειξη για την παγκοσμιότητά του δεν ήταν, στο ίδιο το Gala, οι εθνικότητες των συντελεστών του; Ελληνική η ορχήστρα και Έλληνας ο βαρύτονος, Ροσίδα η σοπράνο, Γεοργιανή η μέτζο, Αζέρος ο τενόρος -κανένας Ιταλός! (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).
(Κομψό το -δωρεάν- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια Τομέας Δραματολογίας ΕΛΣ-, με το φούξια εξώφυλλο και τις φούξια ενδιάμεσες σελίδες, περιλάμβανε το πρόγραμμα του Gala -που είχε, πάντως, αναστατωθεί στην πράξη, αν και θα μπορούσε να είναι πιο συγκροτημένο-, τα ονόματα των συντελεστών και τα βιογραφικά των καλλιτεχνών).

Παναθηναϊκό Στάδιο, Εθνική Λυρική Σκηνή, 10 Ιουλίου 2021.

*******************************************************

 

 

Στο Φτερό / Το Γεντί Κουλέ ως Καστέλ Σαντ’Άντζελο




July 10, 2021

«Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι, λιμπρέτο (Βικτοριέν Σαρντού) Λουίτζι Ίλικα-Τζουζέπε Τζακόζα / Μουσική διεύθυνση: Λίζα Ξανθοπούλου. Σκηνοθεσία: Αθανάσιος Κολαλάς. 

 

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, που δεν έχει αυτοστεφτεί αυτοκράτορας ακόμη, έχει κατακτήσει, εν ονόματι της Γαλικής Επανάστασης, και την Ιταλία. Στα Παπικά Κράτη, αφού εξόρισε στην Γαλία τον Πάπα Πίο ΣΤ΄, κήρυξε τη βραχύβια Ρομαϊκή Δημοκρατία, κράτος δορυφορικό της Γαλικής Δημοκρατίας, με επικεφαλής επτά υπάτους, που σύντομα το κατέλυσαν οι δυνάμεις του Βασιλείου της Νάπολης επιβάλλοντας στυγνό καθεστώς. Ιούνιος 1800, Ρόμη και ο φυλακισμένος δημοκρατικός τέως ύπατος Τσέζαρε Αντζελότι, ενώ οι Γάλοι ετοιμάζονται να επανέλθουν, μετά τη νικηφόρα κατά των Αυστριακών μάχη του Μαρένγκο, δραπετεύει από τις φυλακές του Καστέλ Σαντ’ Άντζελο και κρύβεται στο προσωπικό παρεκκλήσιο της έγκαιρα ειδοποιημένης αδελφής του μαρκησίας Αταβάντι, στην εκκλησία του Σαντ’ Αντρέα Ντέλα Βάλε. Εκεί θα συναντήσει το φίλο του ζωγράφο Μάριο

Καβαραντόσι που θα τον φυγαδεύσει στη βίλα του, έξω από την πόλη. Ο κτηνώδης αρχηγός της αστυνομίας βαρόνος Σκάρπια, όμως, θα παγιδεύσει τη ζηλότυπη ερωμένη του Καβαραντόσι πριμαντόνα Φλόρια Τόσκα, αρχικά ενσπείροντάς της υποψίες ότι ο Μάριο την απατά και, αφού τον συλλάβει, βασανίζοντάς τον στην ανάκριση, ώστε η Τόσκα να σπάσει και να ομολογήσει το μυστικό για τον κρυμμένο Αντζελότι, το οποίο γνωρίζει. Ο Αντζελότι αυτοκτονεί για να μην τον συλλάβουν και ο Καβαραντόσι οδεύει προς εκτέλεση. Ο αδίστακτος Σκάρπια

εκβιάζει και πάλι την Τόσκα: δίνει διαταγή για εικονική εκτέλεση του Μάριο και της υπογράφει μία άδεια να περάσουν, στη συνέχεια, οι δύο τους, με τον Μάριο, τα σύνορα αλλά με τον όρο ότι η γυναίκα θα του δοθεί. Η Τόσκα υποκρίνεται ότι δέχεται, τον σκοτώνει, αρπάζει την υπογραμμένη άδεια και τρέχει στο Καστέλ Σαντ’ Άντζελο όπου κρατείται ο Μάριο για να του αποκαλύψει ότι η εκτέλεση θα είναι εικονική και ότι πρέπει να υποδυθεί τον νεκρό. Αλλά ο Σκάρπια την έχει εξαπατήσει: η εκτέλεση δεν θα είναι εικονική. Ο Μάριο είναι νεκρός. Η Τόσκα, καταδιωκόμενη από τους ανθρώπους του Σκάρπια που ανακάλυψαν τη δολοφονία του, 

πηδάει από τις επάλξεις του φρουρίου και αυτοκτονεί. Πρόκειται για  την «Τόσκα» (1900), σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα πάνω στο δράμα «Λα Τόσκα» (1887) του Γάλου Βικτοριέν Σαρντού, ένα αμιγές μελόδραμα που ο Τζάκομο Πουτσίνι κατέστησε αθάνατο με τις μουσικές του, μία όπερα με έντονη δραματικότητα που ποτέ δεν

πλατειάζει. Το ανέβασμά της στο Επταπύργιο -το Γεντί Κουλέ- της Θεσσαλονίκης διαθέτει δύο μεγάλα πλεονεκτήματα: πρώτον, τις, κατά το 90%, ντόπιες καλλιτεχνικές δυνάμεις με τις οποίες η όπερα ανέβηκε, και, δεύτερον, τον  σκηνικό χώρο που, αν και άβολος σκηνικά και ανεπαρκής ακουστικά, δεν είναι μόνον επιβλητικός αλλά δένει με την ατμόσφαιρα και την πλοκή της. Ο Αθανάσιος Κολαλάς που υπογράφει τη σκηνοθεσία έχει στήσει μία συμβατική παράσταση που,

πάντως, παρά κάποιες αμηχανίες, τσουλάει χωρίς φάουλ και έχει καλές στιγμές. Τα σκηνικά που, όπως και τα ευπρεπή κοστούμια, έχει αναλάβει ο ίδιος, φωτισμένα χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση από τον Στέλιο Τζολόπουλο, αν και δεν προσφέρουν υψηλή αισθητική, είναι λειτουργικά. Η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης που συνοδεύει, σίγουρα δεν είναι ένα

συμφωνικό σύνολο πρώτης γραμμής. Στην πρώτη πράξη την άκουσα να ηχεί προβληματικά αλλά, τελικά, η Λίζα Ξανθοπούλου, από το πόντιουμ, την οδήγησε με σταθερότητα, επιτυγχάνοντας πολύ καλή συμπόρευση με τους τραγουδιστές και δέσιμο μεταξύ τους, επιλέγοντας, όμως, αδιανόητα αργά τέμπι. Θετική η συμβολή της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης σε διδασκαλία Μαίρης Κωνσταντινίδου και της Παιδικής Χορωδίας του Ιερού Ναού Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου Θεσσαλονίκης σε διδασκαλία Μαρίας-Έμμας Μελιγκοπούλου. Τη διανομή εξυπηρετούν, κατά το δυνατόν, ο τενόρος Χριστόφορος Ψαλτόπουλος (Σπολέτα), ο μπάσος Άγγελος Μάρκου (Σιαρόνε) και -πιο αδύναμοι- ο βαρύτονος Αλέξανδρος Τζοβάνης (Νεωκόρος, με υποκριτικές υπερβολές) και ο 

μπάσος Κωνσταντίνος Κατσάρας (Αντζελότι). Απολύτως επαρκής Σκάρπια, ο βαρύτονος Γιάννης Σελητσανιώτης. Ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος (Καβαραντόσι) διαθέτει πολύ καλή φωνή αλλά πρέπει να χαλαρώσει, είναι πολύ σφιγμένος. Η Σοφία Μητροπούλου, με εξαιρετικής ποιότητας φωνητικό τίμπρο, με άψογο φραζάρισμα και πολύ καλή τεχνική, είναι μία ικανότατη δραματική σοπράνο, ευρείας γκάμας. Η Τόσκα της, παρά μία κάμψη που παρατήρησα στην τρίτη πράξη, είναι πολύ καλή φωνητικά και υποκριτικά. Μία ήσσων αλλά ευπρεπής παράσταση η οποία, βέβαια, παίζεται με πλήρη ηχητική υποστήριξη, δικαιολογημένη από την ανύπαρκτη ακουστική του χώρου αλλά, ομολογώ, διακριτικότατη.

(Η παράσταση δεν διαθέτει ξεχωριστό έντυπο πρόγραμμα. Τα στοιχεία της περιλαμβάνονται στο άνευ αισθητικών αξιώσεων έντυπο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2021).

Θεσσαλονίκη, Επταπύργιο, Φεστιβάλ Επταπυργίου, συμπαραγωγή: Κέντρο Πολιτισμού / Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας-Διεύθυνση Τουρισμού Πολιτισμού Δήμου Θεσσαλονίκης-Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 5 Ιουλίου 2021.

at July 10, 2021

*******************************************************



 

Στο Φτερό / Από τον Άλβιν Έιλι στην Πάολα Ρεβενιώτη

 



July 9, 2021

23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 

Τέσσερα χρόνια είχα να ανεβώ στην Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου -είτε Διεθνές, είτε Ντοκιμαντέρ. Από το 2017 και το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Ενώ, έως τότε, ήμουν τακτικός και στα δύο. Διάφορες αναποδιές με εμπόδισαν, ύστερα ήρθε ο κορωνοϊός... Φέτος, το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ έτρεξε αναγκαστικά online στις συνήθεις ημερομηνίες του Μαρτίου, αλλά ο ευφυής και καπάτσος καλλιτεχνικός διευθυντής του, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, μαζί με τη γενική διευθύντρια Ελίζ Ζαλαντό, τον επικεφαλής προγράμματος Γιώργο Κρασσακόπουλο, τον επικεφαλής αφιερωμάτων Δημήτρη Κερκινό και τους συνεργάτες τους, σκέφτηκαν και υλοποίησαν και ένα part II - καλοκαιρινό. Ιούνιο και Ιούλιο -24 Ιουνίου με 4 Ιουλίου. Υβριδικό -ένα τμήμα του ζωντανό, στα θερινά τα σινεμά της Θεσσαλονίκης ή στα θερινά που δημιούργησαν, και το μεγαλύτερο, online.

Έχω μία δηλωμένη... φυσική απέχθεια για τα πάσης φύσεως online. Αποφασίσαμε, λοιπόν, μετά από ευγενική πρόκληση του Φεστιβάλ για τριήμερη -συν μία μέρα που προσθέσαμε εξ ιδίων- φιλοξενία, να ανηφορίσουμε, επιτέλους, στην Θεσσαλονίκη, έστω και αν είχαμε τη δυνατότητα να δούμε μόνο τέσσερις ταινίες ζωντανά -μία μόνο ταινία προβαλλόταν σε καθένα από τους κινηματογράφους-, για το τετραήμερο 1 με 4 Ιουλίου.

Πέσαμε στον καύσωνα, στο ταξίδι με το -γεμάτο- τρένο ένοιωσα, αν και εμβολιασμένος, αν και με μάσκα, όπως όλοι, ανασφάλεια, τις δύο πρώτες μέρες ψιλοκλειστήκαμε στο ξενοδοχείο -πού να κυκλοφορήσεις, η ζέστη και στην Θεσσαλονίκη ήταν αποπνικτική- αλλά στις προβολές πήγαμε: 

Πέμπτη 1 Ιουλίου και στο λιμάνι, στο νεότευκτο θερινό «Stavros Tornes Open Air» -πάνω στο πετροστρωμένο έδαφος, με όχι και πολύ βολικές καρέκλες, εκτεθειμένο, παρά τις απλωμένες καλαμωτές, στο θόρυβο από το πλήθος που πηγαινοερχόταν στην προβλήτα, με δύσχρηστες χημικές τουαλέτες αλλά και με φεγγάρι, ήχο της θάλασσας πλάι μας και με τα ευγενέστατα, εξυπηρετικότατα παιδιά-εθελοντές-, για την πρώτη ταινία: «Όταν ο Όλυμπος συγκρούεται με τις πάμπες» («Cuando el Olimpo Choca con la Pampa», Αργεντινή, 2021 / «Διεθνές Διαγωνιστικό Ντοκιμαντέρ Μεγάλου Μήκους») των Σολ Μιράλια και Ούγο Μάνσο και μία απογοητευτική αρχή. Το πορτρέτο του Ρικάρδο Σινάλι, ενός εβδομηντάχρονου αργεντινού αλλά εγκατεστημένου στο Λονδίνο εικαστικού, γνωστού αλλά όχι διεθνούς βεληνεκούς καλλιτέχνη, ειδικευμένου σε μεγάλες τοιχογραφίες, και ένα πλαδαρό, χωρίς εσωτερικούς ρυθμούς, αδιάφορο ντοκιμαντέρ, με πολλά παλαιότερα, όχι πολύ καλής ποιότητας, βίντεο για τη δουλειά του καλλιτέχνη του οποίου κατέστρεψαν, με την πρόφαση της ανακαίνισης, μία μεγάλη τοιχογραφία σε ξενοδοχείο του Λονδίνου αλλά και με ένα ταξίδι του στη γενέθλιά του Σάντα Φε.
 

Την επομένη, Παρασκευή 2 Ιουλίου αποζημιωθήκαμε: «Άλβιν Έιλι» («Ailey», ΗΠΑ, 2021 / «Ανοιχτοί Ορίζοντες») της Τζαμίλα Γουίγκνοτ στο βγαλμένο λες από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 συνοικιακό «Άλεξ» της οδού Ολύμπου. Η νεαρή σκηνοθέτρια φιλοτεχνεί το πορτρέτο του εμβληματικού αφροαμερικανού χορογράφου Άλβιν Έιλι. Ο μικρός μαύρος, ο γεννημένος το 1931, εν μέσω Ύφεσης, στο επικίνδυνα ρατσιστικό Τέξας, σε πάμπτωχη οικογένεια, από πατέρα που, πολύ νωρίς, εγκατέλειψε γυναίκα και παιδί και από μάνα που πήρε το γιο της και μετακόμισε στο Λος Άντζελες όπου δούλευε ως καθαρίστρια για να τον μεγαλώσει και να τον σπουδάσει, ανακάλυψε το χορό όταν είδε στη σκηνή την επίσης Αφροαμερικανίδα Κάθριν Ντάνχαμ και το «Ροσικό Μπαλέτο του Μόντε Κάρλο» και επέλεξε να ακολουθήσει την καριέρα του χορευτή αφού μαθήτευσε πλάι στον Λέστερ Χόρτον.

Το 1958 θα ιδρύσει το πολυφυλετικό, με μέλη, κυρίως, Αφροαμερικανούς, «Αμερικανικό Χοροθέατρο Άλβιν Έιλι» και το 1960 θα υπογράψει, πάνω σε σπιρίτσουαλς, γκόσπελ και μπλουζ, τη χορογραφία που θα τον εκτινάξει στην κορυφή του αμερικανικού χορευτικού στερεώματος: «Αποκαλύψεις». Μία καριέρα κατακόρυφη, το συγκρότημά του ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, φτάνει έως την τότε Σοβιετική Ένωση -«οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ τον χρησιμοποίησαν για αντιρατσιστικό προφίλ» λέει στην ταινία ο επίσης μαύρος χορογράφος Μπιλ Τ. Τζόουνς τον οποίο ο Έιλι είχε καλέσει να χορογραφήσει στην ομάδα-, με τον Άλβιν Έιλι να παλεύει με τους προσωπικούς του δαίμονες: ομοφυλοφιλία που δεν ομολογεί, χωρίς έναν άνθρωπο πλάι του, απομονωμένος, προσκολλημένος στη μητέρα του, θα διαγνωστεί αυτό που λέμε σήμερα διπολικός και θα νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, θα ανανήψει αλλά θα πεθάνει, από επιπλοκές του AIDS, το 1989, στα 58 του μόλις χρόνια, αφήνοντας το συγκρότημά του στα χέρια της πρώτης κορυφαίας του χορεύτριας και μούσας του, της Τζούντιθ Τζάμισον, ως καλλιτεχνικής διευθύντριας. Η Τζαμίλα Γουίγκνοτ, ψάχνει με αγάπη και σεβασμό, τη ζωή και τη δημιουργία του Άλβιν Έιλι μιλώντας με την Τζάμισον αλλά και με πολλούς άλλους συνεργάτες του, χορευτές και διοικητικούς της ομάδας, με άξονά της μία χορογραφία που ετοιμάζει ο Ρένι Χάρις με το συγκρότημα ακριβώς πάνω στη ζωή του Άλβιν Έιλι, σε ένα ντοκιμαντέρ που, παρά τη δομή του, αποφεύγει την τηλεοπτική λογική και βαθαίνει στα πράγματα. Πολλά βίντεο με δουλειές

του Έιλι, από το σόλο«Κραυγή» μέχρι το «Ποτάμι», πάνω σε μουσική -συμφωνική τζαζ- του Ντουκ Έλινγκτον που ο Έιλι τίμησε με κύκλο χορογραφιών του, μέχρι, βέβαια, τις ιστορικές «Αποκαλύψεις» του που επανέρχονται ως λάιτ μοτίφ στην ταινία. Έκπληξη, μία ωραία φωτογραφία του σπουδαίου χορογράφου, σε δοκιμή προφανώς, στο έρημο Ηρώδειο, όπου το «Αμερικανικό Χοροθέατρο Άλβιν Έιλι» μας κεραυνοβόλησε, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, για πρώτη φορά το 1982 -θυμάμαι τη λέξη αποθέωση να υλοποιείται στην κυριολεξία της- για να επανέλθει πολλές φορές έκτοτε. Οι αστραπές που καταύγαζαν εντυπωσιακά τον ουρανό της Θεσσαλονίκης δεν έφεραν καταιγίδα αλλά ένα ψιλόβροχο που μας ανάγκασε να καταφύγουμε κάτω από το στέγαστρο του «Άλεξ» και, μετά, να αναζητήσω την ταινία αναγκαστικά και online για να τη δω πιο εμπεριστατωμένα.

Το Σάββατο 3 Ιουλίου ο καιρός της Θεσσαλονίκης μας επεφύλασσε άλλη μία μικρή περιπέτεια στο «Stavros Tornes Open Air»: είχε σηκωθεί πολύς air και η τεντωμένη σε μεταλλικό σκελετό οθόνη του ήταν αδύνατο να στερεωθεί. Μετακόμιση στο «John Cassavetes Open Air», επίσης του λιμανιού, που η οθόνη του ήταν στερεωμένη σε τοίχο, άρα πιο σταθερή. Αλλά έπρεπε να περιμένουμε έως τις 11, να τελειώσει η προβολή τού εκεί προγραμματισμένου ντοκιμαντέρ. Υπομονή, κουβεντούλα με φίλους σε γειτονικό καφέ, ψυχρούλα, αλλά αποζημιωθήκαμε. «Οι πικροδάφνες» (Ελλάδα, 2021 / «Διεθνές Διαγωνιστικο >>Film Forward») της Πάολας Ρεβενιώτη άξονα κοιτάζει κατάματα τη δύσκολη ζωή των τρανς της Αθήνας τις περασμένες δεκαετίες, μέσα από την οπτική τριών που έχουν πια τα χρονάκια τους. Η ίδια η Πάολα Ρεβενιώτη, η Μπέτυ Βακαλίδου και η Εύα Κουμαριανού, άλλοτε εκδιδόμενες τρανς, κυκλοφορούν με αυτοκίνητο αλλά και με τα πόδια, μέσα σε μία νύχτα, στη λεωφόρο Συγγρού και τις παρόδους της, εκεί που, τότε, ήταν φυτεμένες πολλές πικροδάφνες, εκεί που, τότε, «βασίλευαν»,  αλλά και σε άλλες «πιάτσες» -οι περισσότερες πια παρακμασμένες- και συζητούν, θυμούνται, θυμίζουν η μία στην άλλη πρόσωπα, περιστατικά, δύσκολες στιγμές τους, τις καταδιώξεις τους από την αστυνομία, τις επιθέσεις από αλήτες αλλά, παραδόξως, το λαγαρό ντοκιμαντέρ αποκτάει διαστάσεις εύφορες. Ναι, γίνονταν, τότε, επιθέσεις, τρανς έπεσαν στην ηρωίνη, άλλες αυτοκτόνησαν..., αλλά και οι τρεις επιμένουν ότι, παρά ταύτα, τη γλέντησαν τη ζωή τους. Αυτή η αισιόδοξη οπτική διατηρείται αλώβητη και όταν, από τη ζωή των τρανς, το καλοφτιαγμένο ντοκιμαντέρ επεκτείνεται στην ευρύτερη ζωή των γκέι της εποχής, στα ψωνιστήρια, στα πορνοσινεμά, στα «τζουρά»... και φτάνει μέχρι τις πρώτες ακτιβιστικές κινήσεις τους, όπως το ΑΚΟΕ. Το χιούμορ, ο αυθορμητισμός και η ελευθεροστομία, κυρίως της Εύας Κουμαριανού, σε κάνει να ξεσπάς σε γέλια αλλά, κάτω από την αποστασιοποίηση και τη φαιδρότητα, το πικρό υπόστρωμα δεν παύει να υπάρχει.

Κυριακή 4 Ιουλίου, μία καλημέρα στα στελέχη του Φεστιβάλ που κοπιάζουν για την προβολή του και τη φιλοξενία -Δήμητρα Νικολοπούλου, Τίνα Αντωνάκου, Στέλλα Βλαχομήτρου...- και το βράδυ επιστροφή στο «Stavros Tornes Open Air». Η θερμοκρασία έχει ανεβεί πάλι, ο αέρας έχει κοπάσει, και στην καλά, πια, στερεωμένη οθόνη θα δούμε το τελευταίο ντοκιμαντέρ: «The Sparks Brothers» του Βρετανού Έντγκαρ Ράιτ (Ενωμένο Βασίλειο-ΗΠΑ, 2021 / «Ανοιχτοί Ορίζοντες»). Δύο αδέλφια, Καλιφορνέζοι, ο 76άρης, σήμερα, κεϊμπορντίστας Ρον Μέιλ -παράξενη φάτσα, μουστάκι, αρχικά, α λα Χίτλερ, ο «αστείος της παρέας, με πολλές μούτες στη σκηνή και στη ζωή- και ο 73άρης Ράσελ Μέιλ στα φωνητικά, ήδη στο χώρο της μουσικής από κάποια χρόνια, ίδρυσαν το 1971 το συγκρότημα Sparks (Σπίθες). Ένα συγκρότημα ποπ-ροκ, με σκηνική θεατρικότητα, γνωστό αλλά περιορισμένου βεληνεκούς, παραγνωρισμένο, ίσως, αλλά, όπως αποδείχτηκε, εξαιρετικά ανθεκτικό, καθώς συμπληρώνει τα 50 του χρόνια, και, κυρίως, εξαιρετικά επιδραστικό -είναι πολλά τα μεγάλα ονόματα του χώρου που αναφέρουν πόσο οι Sparks τους επηρέασαν. Ο σκηνοθέτης Έντγκαρ Ράιτ, εκτός από τα πολλά παλιά βίντεο, έχει συγκεντρώσει, γύρω από τους δύο εκκεντρικούς αδελφούς Μέιλ τους οποίους σκιαγραφεί, αρκετά από τα ονόματα αυτά -από Μπγιορκ και Άλεξ Καπράνος έως Τόνι Βισκόντι και Τζόρτζο Μορόντερ- που μιλούν για τους Sparks. Πάντως, η διάρκεια της ταινίας -140΄- δεν δικαιολογείται και για όσους δεν είναι φαν της μουσικής αυτής, όπως ο υπογράφων, κάνει το αποτέλεσμα κουραστικό έως και βαρετό.

Αυτά και καλή αντάμωση στην Θεσσαλονίκη με το επόμενο Φεστιβάλ ζωντανό!

 

(Το Φεστιβάλ δεν είχε φέτος επίσημο κατάλογο, μόνο τον εξαντλητικά ενημερωτικό συνοπτικό οδηγό. Ετοίμασε, όμως, μία καταπληκτική, σε επιμέλεια Ορέστη Ανδρεαδάκη, δίγλωσση -ελληνικά και αγγλικά- έκδοση: «Εϊπίδης». Μία συλλογή κειμένων, γραμμένων από Έλληνες και ξένους ειδήμονες, για τον ιδρυτή, μετά από διεθνή καριέρα, το 1999, του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και διευθυντή του έως το 2016 αλλά και καλλιτεχνικό διευθυντή του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης από το 2010 έως το 2015. Κείμενα μεστά, γλαφυρά, ελκυστική εικονογράφηση και ένας πρωτότυπος, εξαιρετικός σχεδιασμός -Γιάννης Καρλόπουλος, Βιργινία Χριστάκου- του πολυσέλιδου τόμου).

at July 09, 2021

πηγη: http://totetartokoudouni.blogspot.com

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου