Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 24 Ιούλ 2022
Η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη και τα «παϊδάκια» της Μεταπολίτευσης
Κλίκ για μεγέθυνση




ΑΠΕ- ΜΠΕ





24.07.2022, 13:20
 
Για ποιο λόγο επιχειρούν οι «επιτελείς» του πρωθυπουργού να απαξιώσουν την περίοδο που διαδέχτηκε τη στρατιωτική δικτατορία καθώς και τους λαϊκούς αγώνες που στερέωσαν τη δημοκρατία στην Ελλάδα (1974-1984).

Συμπληρώνονται σήμερα 48 χρόνια από την κατάρρευση της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας. Δεν είναι πρώτη φορά που υπουργοί της Ν.Δ. επί Κυριάκου Μητσοτάκη επιχειρούν να επιρρίψουν όλα τα δεινά της σημερινής ελληνικής κοινωνίας στην περίοδο της Μεταπολίτευσης ή αμφισβητούν την αντίσταση του ελληνικού λαού κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας.

Αλλά ο υφυπουργός Παιδείας Αγγελος Συρίγος στη Βουλή έκανε ένα βήμα ακόμα: δεν δίστασε να ομολογήσει ότι οι αλλαγές που επιβάλλονται από τη σημερινή κυβέρνηση στην Ανώτατη Εκπαίδευση βρίσκονται στον αντίποδα των δημοκρατικών αλλαγών που αποφάσισαν οι πρώτες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Συμφωνούμε απολύτως. Η χαώδης διαφορά μας έγκειται στο ποια από τις δύο επιλογές θεωρούμε ορθή και ποια εσφαλμένη, ποια είναι συμβατή με τις αξίες της δημοκρατίας και ποια όχι.

Στον πυρήνα της συλλογιστικής του κ. Συρίγου βρίσκονται τρεις βασικοί ισχυρισμοί:

  1. Κατά την περίοδο της δικτατορίας «δεν υπήρξαν ογκώδεις συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες» παρά μόνο «μεμονωμένες ενέργειες κάποιων γενναίων Ελλήνων που αντιμετωπίζονταν με βάρβαρο τρόπο».
  2. «Το Πολυτεχνείο υπήρξε το μοναδικό σοβαρό γεγονός μαζικής λαϊκής αντιστάσεως», αλλά είναι μύθος ότι οδήγησε στην πτώση της χούντας, «η οποία κατέρρευσε το 1974 υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας».
  3. «Στα θεμέλια της Μεταπολίτευσης δεν υπήρχε ένα γεγονός ανατροπής». Και για να αναπληρωθεί αυτό το κενό, οργανώνονται «εθιμικές πορείες στην επέτειο του Πολυτεχνείου που καταλήγουν σε ταβέρνες με παϊδάκια, όπου όλοι μαζί τραγουδούν αντάρτικα τραγούδια».

Ας δούμε από κοντά αν ισχύουν και τι σημαίνουν όλα αυτά.

Ο υφυπουργός, Ευάγγελος Συρίγος

ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ EUROKINISSI

1. Χούντα και Αντίσταση

Ο πρώτος ισχυρισμός απαντήθηκε ευθύς αμέσως μέσα στη Βουλή, με μια συγκροτημένη και πειστική παρέμβαση του πρώην προέδρου της Βουλής Νίκου Βούτση. Είναι τουλάχιστον παράδοξο το γεγονός ότι ένας επαγγελματίας ιστορικός, όπως ο κ. Συρίγος, διαπιστώνει την ανυπαρξία «μαζικών διαδηλώσεων» κατά την περίοδο της χούντας. Σε ένα καθεστώς που αρχικά απαγόρευε τη συνάθροιση τριών ατόμων και στη συνέχεια αστυνόμευε ασφυκτικά κάθε λαϊκή πρωτοβουλία ασκώντας καθημερινή τρομοκρατία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει σειρά «μαζικών διαδηλώσεων».

Το ότι υπήρξαν οι αξιοθαύμαστες εξαιρέσεις και μάλιστα στις πρώτες και σκληρότερες φάσεις του καθεστώτος (λ.χ. στις κηδείες του Γεωργίου Παπανδρέου το 1968 και του Γιώργου Σεφέρη το 1971) αποδεικνύει απλώς ότι ο χαρακτηρισμός του «Πολυτεχνείου» ως μοναδικής περίπτωσης είναι απολύτως ανιστόρητος. Λυπάμαι, αλλά η έλλειψη μαζικής δημόσιας αντίδρασης στο καθεστώς υπήρξε το βασικό επιχείρημα της χούντας προς τους επικριτές της στο εξωτερικό.

Ο ίδιος ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είχε εξηγήσει πώς απέφευγε αυτές τις αντιδράσεις φυλακίζοντας προληπτικά τους πιθανούς διαδηλωτές: «Δεν θα τους αφήσω να γίνουν θηρία κάτω από τα κομμουνιστικά κελεύσματα, διότι αν γίνουν θηρία και απολυθούν από το κλουβί, θα υποχρεωθώ να τους τουφεκίζω, όπως τουφεκίζει η αστυνομία το λιοντάρι που φεύγει από το κλουβί του ζωολογικού κήπου. […] Προκειμένου λοιπόν να έχω αίματα εις την άσφαλτον δεν θα τους αφήσω, έστω και αν προσβάλλεται ο προηγμένος ανθρωπισμός ορισμένων φίλων μας» (1.3.1968).

2. Το Πολυτεχνείο και η ανατροπή της χούντας

Κοινός τόπος του σύγχρονου «μητσοτακισμού» και της Ακροδεξιάς είναι η προσπάθεια να απομονωθεί η εμβληματική (και φυσικά ματοβαμμένη) εξέγερση του Πολυτεχνείου από τις κατοπινές πολιτικές εξελίξεις ή και να της χρεωθεί η κυπριακή τραγωδία. Ο κ. Συρίγος μιλά για «μύθο του Πολυτεχνείου» και παραδέχεται μόνο το «αξιακό άρωμα» της εξέγερσης. Στη συνέχεια μας κλείνει το μάτι: «Την εξέγερση του Πολυτεχνείου ακολούθησε η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη και μια πολύ σκληρότερη φάση της δικτατορίας». Ο συλλογισμός είναι σαφής, όσο κι αν ο κ. υπουργός δεν τον φτάνει στο τέλος του, όπως κάνουν άλλοι, λ.χ. ο μυστικοσύμβουλος του κ. Μητσοτάκη, Γιάννης Λούλης, ο οποίος δεν διστάζει σε βιβλίο του να συνδέσει την εξέγερση με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο: «Θα συνέβαινε η κυπριακή τραγωδία χωρίς την εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου;».

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν κάποιοι ή θέλουν να αποκρύψουν κάποιοι άλλοι είναι το γεγονός ότι η δικτατορία χαρακτηριζόταν από «εξαιρετική ακαμψία», «αδυναμία αυτοεξέλιξης» και υποχρεώθηκε να μετασχηματιστεί σε μια στιγμή που δεν μπορούσε πλέον να ελέγχει με τη βία το λαϊκό κίνημα (Πουλαντζάς, σ. 134). Κεντρικό ρόλο την κρίσιμη στιγμή έπαιξε η επιστράτευση που διέταξε η χούντα και κατέληξε σε φιάσκο, γιατί ουσιαστικά παρέλυσε τον κεντρικό μηχανισμό του στρατού με την είσοδο των επιστρατευμένων πολιτών στους στρατώνες (βλ. Γ. Τσιρίδης, Δ. Παπανικολόπουλος, «Επιστράτευση 1974: ο καταλυτικός ρόλος των επίστρατων στην κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 42, σ. 203-228).

Δεν επεκτείνομαι σ’ αυτό το ζήτημα. Παραπέμπω στο εξαιρετικό κείμενο του Τάσου Κωστόπουλου στις σημερινές «Νησίδες» («Ενας μύθος, μα ποιος μύθος; Πώς, τελικά, το Πολυτεχνείο έριξε όντως τη χούντα», σ. 27-29).

Είναι ιστορικό γεγονός ότι η οργάνωση του πραξικοπήματος του 1967 υπήρξε έργο του λεγόμενου «βαθέος κράτους» της Δεξιάς σε συνεννόηση με τον «ξένο παράγοντα» και η εύκολη επιβολή του στηρίχτηκε στην άγρια καταστολή του δημοκρατικού κινήματος του 1965 που προηγήθηκε.

Κάτι απ’ όλα αυτά θα έχει διηγηθεί στον σημερινό πρωθυπουργό ο πατέρας του, έστω και από την πλευρά της Αποστασίας και των Ανακτόρων.

Τον Απρίλιο του 1967 η χούντα επιβλήθηκε σε ένα ήδη κατανικημένο κίνημα, αλλά μόνο με τη χρήση ενός τεράστιου κατασταλτικού μηχανισμού και με τη μετατροπή ειδικών στρατιωτικών μονάδων σε παρακρατικές ομάδες «πειθάρχησης» του πληθυσμού μέσω της ωμής τρομοκρατίας.

Ως προς τη σχέση των λαϊκών κινητοποιήσεων με την πτώση της δικτατορίας, ο Νίκος Πουλαντζάς, ο οποίος μελέτησε το 1974 την παράλληλη διαδικασία κατάρρευσης των δικτατοριών σε τρεις μεσογειακές ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία), παρατηρεί ότι «οι λαϊκοί αγώνες δεν αποτέλεσαν τον άμεσο ή κυρίαρχο παράγοντα της ανατροπής των δικτατορικών καθεστώτων, ωστόσο υπήρξαν (ή θα είναι) ο καθοριστικός παράγοντας». Και ακόμα: «Η υπόκωφη, πολύμορφη και σταθερή αντίσταση του λαού, τα τελευταία χρόνια, απέναντι στις δικτατορίες αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που τις διαφοροποιεί από τα φασιστικά καθεστώτα. [Ειδικά στην Ελλάδα] το καθεστώς δεν κατόρθωσε ποτέ να συγκροτήσει δικές του οργανώσεις πλαισίωσης και κινητοποίησης των μαζών [φασιστικού τύπου] παρά τις επανειλημμένες απόπειρες της χούντας» («Η κρίση των δικτατοριών», Αθήνα 1975, σ. 110-112).

3. Οι ταβέρνες του 1974

Το σοβαρότερο από τα «επιχειρήματα» του κ. Συρίγου είναι αυτό που σχολιάστηκε λιγότερο. Κι όμως, αυτό είναι που αποκαλύπτει τον πυρήνα της σκέψης της στενής ομάδας γύρω από τον πρωθυπουργό (Γεωργιάδης, Βορίδης, Πλεύρης). Ο κ. Συρίγος δεν βλέπει «ανατροπή» στη Μεταπολίτευση, παρά μόνο προσπάθεια κάποιων εκ του ασφαλούς να οικειοποιηθούν τις δάφνες του αντιστασιακού αγώνα, που κατ’ αυτόν δεν υπήρξε, παρά μόνο στο «στιγμιαίο» Πολυτεχνείο και σε «μεμονωμένες ενέργειες». Κατά τη γνώμη του οι λαϊκές δυνάμεις μετά το 1974 με τις πορείες και τους αγώνες τους δεν έκαναν παρά μια «μίμηση, ένα κακό θεατρικό παίγνιο, μια παρωδία».

Παρωδία είναι βέβαια η ιστορική καταγραφή της περιόδου από τον κ. Συρίγο. Γιατί μόνο χάρη σ’ αυτούς τους αγώνες της Μεταπολίτευσης στερεώθηκε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος «ευρωπαϊκού τύπου» και διευρύνθηκαν τα όρια της λαϊκής αντιπροσώπευσης πολύ πέραν όσων ίσχυαν μέχρι το πραξικόπημα του 1967. Χάρη σ’ αυτούς τους αγώνες που συνέχιζαν –δεν «μιμούνταν»– τους αγώνες της Αντίστασης, καταργήθηκε η βασιλεία, συγκροτήθηκαν δημοκρατικά συνδικάτα, αποκαταστάθηκαν δικαιώματα, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ –που ήταν εκτός νόμου πριν από τη δικτατορία– και βέβαια οργανώθηκε ένα σύγχρονο δημοκρατικό Πανεπιστήμιο που τόσο πολύ ενοχλεί τον κ. Συρίγο.

Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που έχει επικρατήσει ο όρος «Μεταπολίτευση» και όχι «αποκατάσταση της δημοκρατίας», εφόσον το μεταδικτατορικό καθεστώς δεν ήθελε να ταυτιστεί με την προδικτατορική «καχεκτική δημοκρατία». Ο ίδιος ο Καραμανλής έδωσε τον τόνο ιδρύοντας νέο κόμμα, τη Ν.Δ., και εγκαταλείποντας στα σκουπίδια της Ιστορίας τη –δική του– προδικτατορική ΕΡΕ. Αποκαλυπτική είναι η ιστορία του όρου «Μεταπολίτευση». Ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης μάς εξηγεί ότι «η Μεταπολίτευση δεν ονόμασε αρχικά τον εαυτό της έτσι». Οχι μόνο επειδή ο όρος αποκλείει τις έννοιες της ρήξης και της ανατροπής, αλλά και επειδή ο τελευταίος που τον είχε χρησιμοποιήσει ήταν ο δικτάτορας το καλοκαίρι του 1973, όταν η χούντα κατάργησε τη βασιλεία και ο Παπαδόπουλος έγινε «πρόεδρος».

Δύο μήνες μετά την πτώση της χούντας, ο πρώτος που αναφέρθηκε σε «Μεταπολίτευση» ήταν το ΚΚΕ, διά χειρός του Γρηγόρη Φαράκου, διευθυντή του «Ριζοσπάστη» που είχε μόλις επανεκδοθεί, μετά από 27 χρόνια στην παρανομία (27.9.1974). Η χρήση του όρου υποδήλωνε την αρνητική διάθεση του ΚΚΕ, το οποίο θεωρούσε ότι η κυβέρνηση Καραμανλή είχε πάρει «τον δρόμο του συμβιβασμού με την αντίδραση». Αλλά λίγες μέρες αργότερα θα χρησιμοποιήσει τον ίδιο όρο και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, θεωρώντας προφανώς ότι χρειαζόταν μια κάπως ουδέτερη διατύπωση εκείνη την κρίσιμη στιγμή. Ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ο Καραμανλής επαίνεσε τον λαό που «επέδειξε μοναδικήν ωριμότητα και μετριοπάθειαν, διότι ήτο φυσικόν να αναμένεται ότι κατά την στιγμήν της μεταπολιτεύσεως θα ξεσπούσαν κύματα ενθουσιασμού και αγανακτήσεως, χαράς και εκδικήσεως, που θα οδηγούσαν τον τόπον εις οδυνηράς, ακόμη και αιματηράς περιπετείας» (εφ. «Μακεδονία», 10.10.1974). (Πιο αναλυτικά, στο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Μεταπολίτευση: οι περιπέτειες μιας λέξης», στο «Δικτατορία και Μεταπολίτευση», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2017, σ. 202-222).

Τη στιγμή της Μεταπολίτευσης δεν ήταν σαφής η ακριβής μορφή που θα έπαιρνε το μεταδικτατορικό καθεστώς. Και εδώ επικαλούμαι τον Πουλαντζά που εξηγεί ότι η παράδοση της εξουσίας από τον στρατιωτικό μηχανισμό στον Καραμανλή έγινε με την αρχική πρόθεση να υπάρξει ένας πολιτικός μετασχηματισμός «δίχως δημοκρατική τομή». Να υπάρξουν δηλαδή ορισμένες παραχωρήσεις προς τους πολίτες, αλλά μόνο ελεγχόμενες, ενώ τις βασικές αποφάσεις θα τις έπαιρνε ο στρατός. Ομως «λογάριαζαν χωρίς τις λαϊκές μάζες που διεξήγαγαν σφοδρό αγώνα την περίοδο που ακολούθησε την “πτώση” του στρατιωτικού καθεστώτος. Το παιχνίδι όμως δεν είχε ακόμη καθόλου κριθεί, μια που το ξεπέρασμα του κλίματος της στρατονομίας και αστυνομοκρατίας γινόταν σταδιακά. […] Οι λαϊκοί αγώνες συνέβαλαν στην εκδίωξη του βασιλιά. […] Η κινητοποίηση των λαϊκών μαζών και των οργανώσεών τους οδήγησε σε αποτυχία το στρατιωτικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε τον Φεβρουάριο του 1975» (σ. 136-137).

Ο καημένος ο κ. Συρίγος ειρωνεύεται τις συγκεντρώσεις «σε ταβέρνες με παϊδάκια». Ας πληροφορηθεί, λοιπόν, ότι το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα χρωστά πολλά στις συναντήσεις σε ταβέρνες, όπου οι φοιτητές οργανώνονταν μακριά από τα βλέμματα (και τα κλομπ) των ασφαλιτών του «Σπουδαστικού», αυτής της υπηρεσίας που επαναφέρει ο ίδιος στα Πανεπιστήμια.

Βέβαια το αφήγημα της Δεξιάς θέλει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να βρίσκεται πίσω από όλες τις δημοκρατικές τομές της περιόδου. Υποτίθεται ότι η πολύχρονη παραμονή του στο Παρίσι και ο θαυμασμός του για τον Ντε Γκολ τον είχαν μεταλλάξει σε υπερδημοκράτη. Μόνο που πρόκειται για μύθο. Ο Καραμανλής κράτησε πάντα απόσταση από την αντιδικτατορική αντίσταση, ενώ τις μέρες του Πολυτεχνείου ήταν ο μόνος (μαζί με τον Γκλίξμπουργκ) που απέφυγε έστω και μια τυπική δήλωση.

Ομως ο Καραμανλής διέθετε ένα σημαντικό πολιτικό χάρισμα. Είχε την ικανότητα να διακρίνει τον συσχετισμό δυνάμεων και προσάρμοζε τις πολιτικές του ανάλογα. Κατάλαβε αμέσως ότι δεν θα μπορούσε να σταθεί χωρίς να διευρυνθούν τα δημοκρατικά δικαιώματα, χωρίς να νομιμοποιηθεί το ΚΚΕ, χωρίς να διωχτεί η βασιλεία, χωρίς να αφαιρεθεί η πολιτική εξουσία από τους στρατιωτικούς. Μέχρι και την έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ αποφάσισε ως μέτρο κατευνασμού της αυθόρμητης αντιαμερικανικής λαϊκής αντίδρασης.

Η επιμονή της σημερινής Ν.Δ. να καταγγέλλει τη Μεταπολίτευση μαρτυρά πολλά για τις πραγματικές πολιτικές της προθέσεις. Τις είχε εντοπίσει από το 2013 με τη γνωστή του σαφήνεια ο Ηλίας Νικολακόπουλος: «Οι κριτικές που αφορούν την ποιότητα και τις στρεβλώσεις της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας, κακώς αναφέρονται στη Μεταπολίτευση, δημιουργώντας μια σύγχυση μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Και για μεν την Ακροδεξιά η σύγχυση αυτή είναι απολύτως ηθελημένη, αφού κατατείνει στον εξαγνισμό της δικτατορίας. Λιγότερο κατανοητή είναι η στόχευση που έχει η νεοφιλελεύθερη κριτική, η οποία αποδίδει στη Μεταπολίτευση την κατηγορία του “λαϊκισμού”, δηλαδή αυτό που εκλαμβάνει ως αριστερή ιδεολογική ηγεμονία κατά τη μακρά μεταδικτατορική περίοδο. Αναφερόμενη όμως και αυτή γενικά στη Μεταπολίτευση, οδηγείται εκ των πραγμάτων στην έμμεση αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας» (εφ. «Αυγή», 21.4.2013).

 

πηγη: https://www.efsyn.gr

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου