Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 05 Νοέ 2020
Γιατί αγωνιζόμαστε για τη διάσωση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου
Κλίκ για μεγέθυνση
Στάθης Γκότσης
05/11/2020, 09:35
 

 

Ένας αγώνας για την πόλη της Θεσσαλονίκης, τη μνήμη της και την ιστορική προοπτική της. Αλλά ταυτόχρονα κι ένας αγώνας για πολλά παράλληλα επίδικα ζητήματα. Γι αυτό και είναι ένας αγώνας που μας αφορά όλους και όλες. Και θα τον δώσουμε μέχρι την τελική νίκη.  

Η εκδίκαση, την Παρασκευή 7/11/2020, στο Συμβούλιο της Επικρατείας των αιτήσεων ακύρωσης της Υπουργικής Απόφασης απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης είναι ένας σταθμός σε έναν αγώνα με πολλά επίδικα.

Ο αγώνας που έχουν αναλάβει από κοινού ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, η Κίνηση Πολιτών Θεσσαλονίκης για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων, η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων και η Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών είναι ένας αγώνας για τη διάσωση μιας ολόκληρης βυζαντινής γειτονιάς έκτασης 1.600 περίπου τ.μ., ενός εκτεταμένου αρχαιολογικού χώρου, μοναδικού στο είδος του, όπως συνομολογούν όλοι οι ειδικοί επιστήμονες εντός και εκτός Ελλάδας.

Για τη διατήρησή του in situ, στη θέση ακριβώς που εντοπίστηκε, είχε βρεθεί, μετά από πολλές περιπέτειες, μια τεχνικά εφικτή λύση, η οποία είχε εγκριθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και την Αττικό Μετρό το 2017 και εφαρμοζόταν μέχρι το καλοκαίρι του 2019. Η λύση αυτή επέτρεπε τη διατήρηση των εξαιρετικής σημασίας αρχαιοτήτων στη θέση τους, με την παράλληλη κατασκευή και λειτουργία του σταθμού. Η πρωθυπουργική εξαγγελία, τον Σεπτέμβρη του 2019 από τη ΔΕΘ, ανέτρεψε αυτήν την προοπτική οδηγώντας σε αλλαγή σχεδιασμού για το Σταθμό Βενιζέλου, με απόσπαση του αρχαιολογικού χώρου και καταστροφή της αυθεντικότητάς του. Το επιχείρημα περί ταχύτερης ολοκλήρωσης του μετρό, με αυτήν τη λύση, έχει ήδη καταρρεύσει. Το μόνο που έχει επιφέρει η αλλαγή του σχεδιασμού είναι νέες καθυστερήσεις, νέες επιβαρύνσεις στον προϋπολογισμό του έργου (με τον εργολάβο να διεκδικεί ήδη αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων), κίνδυνο ανυπολόγιστης και μη αντιστρεπτής ζημιάς στις αρχαιότητες.

Δεν είναι διόλου τυχαίο πως στον αγώνα για τη διάσωση και την απόδοση στην κοινωνία, στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στους Έλληνες και ξένους επισκέπτες της, της βυζαντινής γειτονιάς στο κέντρο της Θεσσαλονίκης έχουν ήδη συστρατευτεί η διεθνής επιστημονική κοινότητα, επιφανείς βυζαντινολόγοι από όλο τον κόσμο και διεθνείς οργανισμοί προστασίας των μνημείων, που απευθύνουν εκκλήσεις για τη διάσωσή του, όχι μόνο στο Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά στον ίδιο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και στην πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Δεν πρόκειται για μια επιστημονική εμμονή των ειδικών μελετητών. Πρόκειται για την ανάγκη διατήρησης αλώβητου, προς όφελος της κοινωνίας, ενός μνημειακού χώρου που υποστηρίζει τη μνήμη μια ολόκληρης πόλης, που αποκαθιστά μέρος της χαμένης ιστορίας της, που εγγράφει νέες προοπτικές για το μέλλον της. Κι αυτό έχει γίνει πλέον κατανοητό στους χιλιάδες πολίτες που συμμετέχουν ολοένα και μαζικότερα στον κοινό αγώνα, στους δεκάδες καλλιτέχνες και ανθρώπους των γραμμάτων που ενώνουν τη φωνή τους με τη δική μας.

Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως ο αγώνας αυτός αναδεικνύει και άλλες σημαντικές πλευρές της ασκούμενης επί των μνημείων πολιτικής, πλευρές που υπερβαίνουν το ίδιο το συγκεκριμένο μνημειακό σύνολο του σταθμού Βενιζέλου και μας αφορούν όλους σε ευρύτερο επίπεδο.

Για παράδειγμα, η υπόθεση των βυζαντινών αρχαιοτήτων στη συγκεκριμένη θέση και ο τρόπος που αυτές αντιμετωπίζονται σήμερα από την πολιτεία θέτει εκ νέου επί τάπητος το ερώτημα της ιεράρχησης των μνημείων σε εκείνα που χρήζουν μεγαλύτερης φροντίδας και σε υποδεέστερα. Άραγε, αναρωτιούνται πολλοί, θα ήταν ίδια η στάση της πολιτείας αν αντί για μια κοσμική κεντρική γειτονιά της βυζαντινής πόλης είχαμε να κάνουμε με ένα μνημείο που θα συνδεόταν με το ένδοξο κλασικό παρελθόν ή με τον Μέγα Αλέξανδρο; Μήπως, πράγματι, τα βυζαντινά και μάλιστα μη θρησκευτικά μνημεία της χώρας, ακόμη κι όταν είναι μοναδικά στο είδος τους, θεωρούνται από πολλούς, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της πολιτείας, μικρότερης αξίας από άλλα που «δένουν» καλύτερα με εύπεπτα εθνικά αφηγήματα του συρμού; Μια τέτοια αντίληψη θα μας γυρνούσε πίσω στον 19ο αιώνα. Και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η επιχειρούμενη απόσπαση - επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων στον σταθμό Βενιζέλου, ενώ υπάρχει τεχνική λύση να διατηρηθούν στη θέση τους, είναι σαφές πως αντιστρατεύεται όχι μόνο την ελληνική κείμενη νομοθεσία, αλλά και τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των μνημείων, τις οποίες έχει κυρώσει η χώρα μας. Δεν πρόκειται για τυπολατρική επίκληση νόμων και διατάξεων, αλλά για ζήτημα ουσίας. Η ενδεχόμενη απόσπαση των αρχαιοτήτων της Βενιζέλου θα ανοίξει το δρόμο για γενικευμένη χρήση αυτής της πρακτικής, μοιραία καταστρεπτικής για τα μνημεία, πρακτικής που θα επαναφέρει ως κυρίαρχη μια εντελώς αναχρονιστική και κοινωνικά επιζήμια λογική που αντιμετωπίζει τις αρχαιότητες ως εχθρούς της «ανάπτυξης» και των σύγχρονων αναγκών των κατοίκων των πόλεων. Σήμερα, μετά από πολλούς αγώνες διεθνώς, αλλά και χάρη στις νέες τεχνικές δυνατότητες, έχουμε κατακτήσει ένα αναβαθμισμένο επίπεδο γενικής συμφωνίας: αρχαία και ανάπτυξη, όχι μόνο μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά, επιπλέον, η συνύπαρξη των αρχαιοτήτων με τις σύγχρονες υποδομές μια πόλης λειτουργεί ενισχυτικά στις πολλαπλές ανάγκες των σημερινών ανθρώπων αναβαθμίζοντας την ποιότητα της ζωής τους. Από αυτό το κεκτημένο δε μας επιτρέπεται να υποχωρήσουμε.

Τέλος, στην υπόθεση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου, δεδομένης της κατάρρευσης κάθε επιχειρήματος της Αττικό Μετρό και του Υπουργείου Πολιτισμού για θέματα τεχνικά, ασφάλειας, ταχύτερου χρονοδιαγράμματος κ.λπ., κυρίαρχος μοχλός για τη λήψη των καταστρεπτικών κυβερνητικών αποφάσεων αναδεικνύεται αποκλειστικά το κέρδος των εργολάβων και των κάθε λογής εμπλεκόμενων μελετητών και τεχνικών εταιρειών. Αυτήν την πλήρη κατίσχυση των εργολαβικών συμφερόντων στη λήψη πολιτικών αποφάσεων για την τύχη του μνημειακού πλούτου της χώρας δεν μπορούμε παρά να την αντιπαλεύουμε.

Ο αγώνας για την υπεράσπιση του αρχαιολογικού χώρου της Βενιζέλου είναι ένας αγώνας για να σταματήσουμε ένα έγκλημα. Ένας αγώνας για την πόλη της Θεσσαλονίκης, τη μνήμη της και την ιστορική προοπτική της. Αλλά ταυτόχρονα κι ένας αγώνας για πολλά παράλληλα επίδικα ζητήματα. Γι αυτό και είναι ένας αγώνας που μας αφορά όλους και όλες. Και θα τον δώσουμε μέχρι την τελική νίκη.  

* Ο Στάθης Γκότσης, είναι ιστορικός, γενικός γραμματέας του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων - μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

πηγη:https://www.koutipandoras.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου