Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 09 Απρ 2018
9 Απριλίου μνήμη  Οσίου Ιεροθέου  εκ Συλιβένης
Κλίκ για μεγέθυνση

Στην Ύδρα την 9 Απριλίου Μ.Πέμπτη του 1814, ο Γέρων Ιερόθεος εκ Συλιβένης  εκοιμήθη εν Κυρίω και «τελειωθείς εν ολίγω, επλήρωσε χρόνους μακρούς». Κατέλιπε  φήμη αγαθού ανδρός στους συμμοναστάς του και επέσυρε την αγάπη και τον σεβασμό των κατοίκων της νήσου Ύδρας οι οποίοι σφόδρα λυπήθηκαν δια την πρόωρο εκδημίαν του.

 

Φωτό: Όσιος Ιερόθεος. Το πρωτότυπο βρίσκεται στην Ι. Μονή Προφήτου Ηλιού Ύδρας. Η Εικόνα είναι έργο αγιορείτου μοναχού Ευφροσύνου, ο οποίος ασκείται με τη συνοδεία του στο Ι . Κελλίον του Τιμίου Προδρόμου  στις Καρυές

 

Απολυτίκιον

Ποιος ήταν ο Γέρων Ιερόθεος;

Μία      από τις μεγάλες και οσιακώτερες  μορφές του Άθω που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον ιερό τόπο περί το 1812.«Μια αληθώς κορυφαία, προικισμένη δια πολλών ταλάντων προσωπικότης, ακολουθουμένη από συνοδείαν 15 έως 20 αδελφών και πατέρων, ο ιερομόναχος Ιερόθεος, ηγούμενος Αγιορείτικου κελλίου της Ιεράς μονής Σταυρονικήτα, φθάνει εις Ύδραν κατά Σεπτέμβριον του 1813. Ουδεμία ετέρα μορφή εξ όσων ποτέ παρέμειναν και ειργάσθησαν εις την ιστορικήν νήσον κατά την διάρκειαν από του ιζ΄ έως και του κ΄αιώνος, ουχί μεμονομένη αλλά κρινομένη μετά της περί αυτήν συνοδείας, δύναται να συγκριθεί προς τας μορφάς του ηγέτου Ιεροθέου και των ανδρών της συνοδείας του»{Προλεγόμενα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ.Ιεροθέου_Αχιλλέως. Γ. Χαλδαιάκη «ΟΓΕΡΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ» (1762-1814).

 

Ο τόπος μας δεν ανέδειξε μόνον “αρματολούς και κλέφτες”, αλλά και Αγίους. Στις 9 Απριλίου 1994, 180 χρόνια από την μακαρία κοίμηση του Γέροντος Ιεροθέου, η Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης στα Νεζερά Πατρών  δια του αρχιμανδρίτου Νικόδημου Ηγουμένου της, αναφέρει στην εισαγωγή του εκδοθέντος βιβλίου για τον ΒΙΟ και την ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΥ :

Ο Κολλυβάς ιερομόναχος Ιερόθεος   Γεωργίου γεννήθηκε το 1762 στη Συλίβενα της Αιγιαλείας(το 1700, σύμφωνα με την απογραφή του ενετού Γριμάνη η Συλίβενα είχε πληθυσμό 37 οικογένειες δηλ. συνολικά 132 άτομα). Οι γονείς του, που ονομάζονταν Γεώργιος και Μαλάμω ήσαν «θεοσεβείς φιλάδελφοι, φιλογείτονες, φιλόπτωχοι και ελεήμονες». Ο παππούς του ήταν  Ιερέας για πολλές δεκαετίες του χωριού. Βλέποντας ότι δεν έχει καμία  εκκλησία το χωριό του, επήγε στην Κωνσταντινούπολη και στη Μεγάλη Εκκλησία όπου έλαβε την άδεια να οικοδομήσει δύο εκκλησίες, τις οποίες τελείωσε και εφημέρευε σ’ αυτές μέχρι το γήρας του. Όταν ήρθε η ώρα να μισεύει από την πρόσκαιρο ζωή του κάλεσε τον πρώτο του γιο που ήταν ηγούμενος στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Φενεού και τον εκούρευσε μοναχό, μετονομάζοντας αυτόν Εφραίμ. Έτσι , έμειναν κληρονόμοι οι γονείς του Ιεροθέου εις τα πατρικά τους πράγματα οι οποίοι ονομαζόντουσαν Γεώργιος και Μαλάμω. Γεννήθηκε λοιπόν από αυτούς και βαπτίσθηκε με το όνομα Ιωάννης. Κατά την παιδική ηλικία του ήταν κατά τα πάντα υπάκουος στους γονείς του αφού προστάχθηκε από αυτούς να φυλάγει τα ολίγα πρόβατα που είχαν. Μια φορά φυλάγοντας τα πρόβατα με άλλα παιδιά επάνω στον υψηλό γκρεμνό(τον οποίο όταν κάποιος έβλεπε ανατρίχιαζε από το φόβο του), αστεϊζόμενα έξαφνα τον φόβισαν και στρέφοντας ο Ιωάννης ξεριζώθη το κλαδί όπου είχε πιάσει να φυλαχτεί. Και, έπεσε στον φοβερό εκείνο γκρεμνό, κτυπώντας στις εξοχές των πετρών, έφτασε ως τα έσχατα του γκρεμνού  μέσα στα ύδατα  της πηγής οπού ονομάζεται Άββορος(πιθανόν εκ του «άβαρος»-ο μη έχων βάρος-. Πηγή με αβαρές χωνευτικό νερό), από της οποίας έπιναν νερό  οι άνθρωποι του χωριού. Η μητέρα του βλέπουσα από το σπίτι της ότι εγκρέμνισεν ο γιος της, ευθύς εβόησε: «Παναγία μου Θεοτόκε βοήθησε, και Άγιε Μεγαλομάρτυρα Γεώργιε πρόφτασε και γλίτωσε το παιδί μου, να μην αποθάνει και να το φέρω στο μοναστήρι σου να γένη καλόγερος».Αμέσως έτρεξε το πήρε από τα νερά , το έπλυνε από τα αίματα το τύλιξε σε ένα στρώμα και το σκέπασε στο κρεβάτι. Την ερχόμενη ημέρα σηκωθείς ο Ιωάννης , ζήτησε να φάει. Βλέποντας η μητέρα του πως εσηκώθει σαν από τους νεκρούς θαύμαζε εις την υγεία του παιδιού. Και όταν ερώτησε αν πονάει κανένα μέρος του σώματός του, της απάντησε, όχι.

Το 1771 σε ηλικία 9 ετών αφιερώνεται  από την μητέρα του στη Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Φενεού, σύμφωνα με το τάμα της. Το 1787 ο Ιερόθεος σε ηλικία 25 ετών με ευλογία των Πατέρων της μονής του, έρχεται εις το Άγιον Όρος. Συνδέεται αρχικώς δια στενής πνευματικής επικοινωνίας με τον Ζωγράφο Ιερομόναχο Παρθένιο τον Σκούρτο στις Καρυές, ώς που προσεκολλήθη ως υποτακτικός στον Κολλυβά Γέροντα Διονύσιο τον Σιατιστέα, στην Ιερά σκήτη του Βατοπεδίου, από τον οποίο και έλαβε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα. Το 1790 σε ηλικία 28 ετών, χειροτονείται διάκονος και εν συνεχεία πρεσβύτερος από τον Θεσσαλονίκης Γεράσιμο, ευρισκόμενο τότε στο Όρος. Το 1793 ή 1794 εκοιμήθη ο Γέρων Διονύσιος ο Σιατιστεύς, οπότε ο Ιερόθεος αναζητεί νέον Γέροντα, ως που με συμβουλή του ονομαστού Πνευματικού της Αγίας Άννης, ‘Ανανίου του Λαζού, μένει ο ίδιος Γέροντας εις την Καλύβην «Άγιος Ονούφριος»στην Μικράν Αγίαν Άνναν,με υποτακτικό τον κατά σάρκα αδελφό του ,Φιλόθεο μοναχό.

Περί τα 1801, αναζητώντας μεγαλύτερη ησυχία έρχονται στα Γιούρα, αλλά μετά ενάμισι χρόνο επιστρέφουν στο Άγιο Όρος και εγκαθίστανται στο Κελί «Άγιος Ονούφριος» της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Συγχρόνως διορίζεται με ενταλτήριο γράμμα του Πατριάρχου Καλλινίκου, Πνευματικός του Όρους. Κατόπιν συκοφαντικής δυσφημίσεως -ότι είναι  αιρετικός και δίδει άδειαν να μεταλαμβάνουν συνεχώς οι  άνθρωποι-υπό του κακοπροαίρετου Εσφιγμενίτου Διακόνου Αμβροσίου, αναχωρεί από τον Άθω μετά της συνοδείας του εκ δώδεκα αδελφών, καίτοι  εδικαιώθη υπό της Ιεράς Συνάξεως, και ανεγνωρίσθη η αθωότητα του «δι’ ενσφραγίστου και ενυπογράφου γράμματος, αναγνωσθέντος στον περιώνυμο ναό του Πρωτάτου εις επήκοον πάντων», την 19ην Μαΐου 1807. Έτσι  το 1812 τον ευρίσκομε μετά της συνοδείας του στο νησάκι Αλατιά  κοντά στα Τρίκκερα της Μαγνησίας- στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως της Σωτήρος και των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Αργότερα έρχονται στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου και τέλος το 1813 στην  ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού της Ύδρας.

Η ουσιαστική ιστορία της Ι.Μονής Προφήτου Ηλιού αρχίζει το 1813 με την άφιξη εκεί του Γέροντος Ιεροθέου, ο οποίος έτσι γίνεται ο νέος κτίτωρ.

Η ιστορία του Γέροντος είναι και η ιστορία του Μοναστηρίου, που εξηγεί τις αφορμές κα τις περιστάσεις με τις οποίες ιδρύθηκε.

Στις 9 Απριλίου Μ.Πέμπτη του 1814, όμως σε ηλικία 52 ετών-εκ των οποίων τα 43 ως μοναχός- ο Γέρων Ιερόθεος εκοιμήθη εν Κυρίω και «τελειωθείς εν ολίγω, επλήρωσε χρόνους μακρούς». Κατέλιπε  φήμη αγαθού ανδρός στους συμμοναστάς του και επέσυρε την αγάπη και τον σεβασμό των κατοίκων της νήσου Ύδρας οι οποίοι σφόδρα λυπήθηκαν δια την πρόωρο εκδημίαν του.   

Μετά την οσιακή του κοίμηση η αδελφότης ζήτησε από το αρχαιότερο μέλος της, τον κατά σάρκα αδελφό του, Ιερομόναχο Φιλόθεο, να αναλάβει, την ηγουμενία. Εκείνος αρνούμενος τη θέση, κατέφυγε το 1815 στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου. Εκεί ήλθε και κοινοβίασε ο Ιεροδιάκονος Νικηφόρος Βοσινιώτης, ο οποίος και έλαβε το όνομα Ιερόθεος, εις τιμήν του εκλιπόντος Γέροντος.

Το ίδιο έτος, ο Φιλόθεος με τον υποτακτικό του Ιερόθεο, μετακινούνται εις την Ιερά Μονή της Παναγίας των Αρωμάτων Κυνουρίας. Το 1825, αναγκασθέντες από τον πόλεμο ν’ αποχωρήσουν. Κατευθύνονται  προς την Ικαρία για να συναντηθούν με τους μαθητές του οσιωτάτου Κολλυβά Νήφωνος, στην Ιερή Μονή του Ευαγγελισμού. Όμως διερχόμενοι από την Πάρο, πείθονται εις τον Γέροντα Ιωάσαφ να μείνουν εκεί, εις την εγκαταλελειμμένη Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας. Ήταν Σεπτέμβριος του σωτηρίου έτους 1825, ο Γέρων Φιλόθεος γίνεται ο ηγούμενος και ο νέος κτίτωρ της Ιερωτάτης αυτής Μονής.

Μετά την κοίμησή του τον διαδέχθηκε ο οσιώτατος υποτακτικός του Ιερόθεος (Βοσινιώτης), και εκείνον άλλοι, αντάξιοι της κολλυβαδικής προελεύσεώς τους διάδοχοι, ώστε μέχρι των ημερών μας ν’ αποτελέσει το Ιερό  αυτό Κοινόβιο, «την καλύτερη εκπροσώπηση του Ορθοδόξου Μοναχισμού και την μόνη  σχεδόν ζωντανή ανδρώα Μονή στην Ελλάδα, πριν την αναγέννηση του Αγίου Όρους στην δεκαετία του ‘60». Χάριν της Λογγοβάρδας και του μετέπειτα περίφημου ηγουμένου αυτής, Αρχιμανδρίτου Φιλοθέου Ζερβάκου, διατηρήθηκε άσβεστος η πνευματική λαμπάδα των μακαρίων Κολλυβάδων μέχρι των ημερών μας.

 

Ιερά Μονή Προφήτου Ηλιού

Ανηφορίζοντας στο βουνό Άγιος Ηλίας της Ύδρας, μετά από μιας ώρας πεζοπορία, διασχίζοντας ένα πανέμορφο δάσος με πεύκα, βρίσκεσαι στην πύλη της Μονής, όπου σε καλωσορίζει ο Προφήτης Ηλίας με ανοιχτές τις αγκάλες του, κοιτάζοντάς σε από ένα υπέροχο ψηφιδωτό, που στολίζει την πύλη.

Η Ιερά Μονή ιδρύθηκε από αγιορείτες Κολλυβάδες  Πατέρες το 1813 στη θέση ενός μονυδρίου, που ήταν μετόχι της Ι.Μ. Παναγίας ης Φανερωμένης . Το καθολικό είναι ρυθμού απλής βασιλικής με τρούλο, κατά το Αγιορείτικο πρότυπο. Εγκαινιάστηκε το 1813, την ημέρα της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου. Σήμερα σώζονται αρκετές παλαιές φορητές εικόνες, ο Παντοκράτωρ στον τρούλο, η Πλατυτέρα και ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο.

Η Μονή διαθέτει πλούσια βιβλιοθήκη, που οργανώθηκε ιδιαίτερα το 1870 από τον τότε ηγούμενο Ιερόθεο Κωστόπουλο. Είναι γνωστή για τη μεγάλη προσφορά της κατά τον αγώνα του 1821.  Αποτέλεσε τόπο εξορίας του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών. Το έτος 2000 εκοιμήθη ο τελευταίος της εκλεκτής εκείνης συνέχειας των Κολλυβάδων του 1813, Π. Ευθύμιος Σκάγκος. Η Μονή κατόπιν ενεργειών της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης επανδρώθηκε και πάλιν από το Άγιον Όρος, από τη Μονή Οσίου Γρηγορίου.

 

 

Β.Αντωνίου

 

 

Στύξ   Αριθμός φύλλου 11, ΙΟΥΝΙΟΣ 2002     σελ.1,7  / Στύξ _ΜΗΝΙΑΙΑ   ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ   ΚΑΙ   ΠΟΛΙΤΙΚΗ   ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ   ΤΗΣ         Α . Ν.         ΑΧΑΪΑΣ   

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου