Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 02 Νοέ 2020
Σπύρος Σακκάς: «Η φωνή είναι παράγωγο του μυαλού, του σώματος και του νευρικού συστήματος»
Κλίκ για μεγέθυνση
Αντώνης Μποσκοΐτης
02/11/2020, 09:17
 

 

Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης που εξερευνά ακόμη τις δυνατότητες της ανθρώπινης φωνής μιλάει αποκλειστικά στο koutipandoras.gr για την πορεία του δίπλα στα μεγαλύτερα Ιερά Τέρατα του ελληνικού πολιτισμού του 20ου αι. 

Το ραντεβού μας κλείστηκε το μεσημέρι της 28ης Οκτωβρίου, ανήμερα της εθνικής επετείου, σε ένα καφέ της Πλάκας, λίγο παραπέρα απ' το σπίτι του. Έβρεχε καταρρακτωδώς, μα η χαρά ήταν μεγάλη που θα συναντούσα τον Σπύρο Σακκά για να μου αφηγηθεί τη ζωή του όλη. Ανέκαθεν πίστευα ότι του «πηγαίνει» του Σακκά η Πλάκα ως μέρος διαμονής του. Είναι που έχει κάτι το αρχαιοελληνικό πάνω του, το σοβαρό σωκρατικό και το αστείο αριστοφανικό, σε ένα εκρηκτικό mix ειλικρίνειας και χιούμορ κάθε φορά, δίχως ίχνος σπουδαιοφάνειας. Του θύμισα πως ακριβώς 20 χρόνια πίσω, στις αρχές του 2001, τον είχα κινηματογραφήσει στα ίδια πλακιώτικα σοκάκια να μας δείχνει το σπίτι που έζησε για ένα φεγγάρι η αγαπημένη φίλη και συνάδελφός του, η Φλέρυ Νταντωνάκη. 

Ο Σπύρος Σακκάς είναι ένας εμβληματικός καλλιτέχνης της ελληνικής, μα και της διεθνούς μουσικής: Βαρύτονος τραγουδιστής, μοναδικός εκτελεστής των γερμανικών liede, αλλά και ερμηνευτής πρωτότυπων έργων που έγραψαν για τη φωνή του οι πιο πρωτοποριακοί συνθέτες σαν τον Γιάννη Χρήστου και τον Γιάννη Ξενάκη. Ταυτισμένος κατά κόρον, επίσης, με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, απ' όταν ο μεγάλος συνθέτης εισήλθε στην περίοδο των πιο προσωπικών του αντιλήψεων περί ποιητικού τραγουδιού. 

Ο Σακκάς αποτελεί, παραδόξως ίσως, μία οικεία φιγούρα και των μικρών παιδιών, εφόσον η φωνή του σφράγισε τη θρυλική εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη» του Τρίτου Προγράμματος: Τραγούδια που ακόμη αποτελούν μία δίοδο επικοινωνίας των παιδιών με την πιο σωστή έννοια της ψυχαγωγίας και της διάπλασης της προσωπικότητας τους.

Στην ακόλουθη συνέντευξη του, μάλλον σπάνια εφόσον ο Σακκάς δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις πλέον, παρελαύνουν όλα τα Ιερά Τέρατα που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό στην Ελλάδα του 20ου αι. μέσα από το συνταξίδεμα τους μαζί του και τα σημαντικότατα έργα που άφησαν από κοινού.  

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης/ Το Κουτί της Πανδώρας

Κύριε Σακκά, σας συναντώ την 28η Οκτωβρίου στην Πλάκα και βρέχει καταρρακτωδώς. Έτσι όπως σας έχω τώρα απέναντι μου, παρατηρώ πως θα μπορούσατε να είσαστε γνήσιος απόγονος των αρχαίων Ελλήνων, είστε δηλαδή μία σωκρατική μορφή. Σας τό'χουν πει κι άλλοι;

(γελάει) Όχι. Ίσως κάποιοι μαθητές μου...Εγώ είμαι πάρα πολύ μπερδεμένος σε πάρα πολλά πράγματα. Πριν έρθω εδώ πέρα, ανέβασα τη σημαία στο σπίτι μου και μόλις το έκανα, έκατσα προσοχή λιγάκι και μετά την κατέβασα για να μη βρέχεται. Έτσι μου φάνηκε, είπα «Δεν κάνει να βρέχεται η σημαία»!

Πάντως, την ανάγκη να κάτσετε προσοχή στη σημαία τη νιώσατε.

Ναι, βέβαια! Άλλωστε, όπως λέει και η Νατάσσα Ζούκα, η γυναίκα μου, «το μόνο πράγμα που αξίζει να μένει όρθιο και αγέρωχο είναι η σημαία». Είναι παράξενο αυτό, όταν όλα τ' άλλα καταρρέουν.

Το λέτε μ' ένα αίσθημα εθνικοφροσύνης;

Καθόλου, μάλλον θα το έβγαζα τελείως απ' έξω αυτό, γιατί έχουμε περάσει και από το μαρξισμό, καταλάβατε; Θίγεσαι κάπως κι εγώ έπρεπε να γίνω φίλος με τον Μάνο (σ.σ. τον Χατζιδάκι) για να μου φύγουν αυτά. Περιπλανήθηκα σ' άλλα κομμάτια, σ' αυτά που είναι ο άνθρωπος ανά τους αιώνες. 

Δηλαδή αν δεν γνωρίζατε τον Χατζιδάκι θα ήσασταν ένας αμετανόητος μαρξιστής;

Μαρξιστής είμαι ακόμα! Όχι εξαιρετικός κομμουνιστής, αλλά σίγουρα μαρξιστής και, όπως γνωρίζετε, ο μαρξισμός δεν είναι κάτι ξεπερασμένο.

Θεωρείτε ότι υπηρετήσατε τον μαρξισμό με την τέχνη σας, όντας καλλιτέχνης διεθνούς εμβέλειας;

Κατά καιρούς, ναι, αλλά νομίζω ότι είναι έτσι η ιδιοσυγκρασία μου. Είμαι πολύ ευαίσθητος, ρομαντικός - θα έλεγα - πράγματα δηλαδή που τα μάθαμε και δεν τα είδαμε απλά μέσα από τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Η χειρότερη περίοδος της Αθήνας ήταν μετά την απελευθέρωση μέχρι το '55. Ήταν άθλιες οι συνθήκες! Οι άνθρωποι δεν είχαν δουλειά ή δούλευαν για ένα - δυο μεροκάματα το μήνα, ενόσω δούλευε το παρακράτος. Όλα αυτά παίξανε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση μου και δεν ήταν μόνο ο Μάνος, που τον ανέφερα, αλλά και άλλοι άνθρωποι: Ο Γκάτσος, ο Κουν, ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Ελύτης ήταν μια συμμοριούλα ωραία που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. 

Ωραίο είναι να τους θυμάσαι όλους αυτούς σαν «συμμοριούλα».

Ισχύει. Όταν συναντούσα τον Ελύτη και τον Γκάτσο στα καφενεία και μετά συζητούσαμε τα «αποτελέσματα» με τον Μάνο στο σπίτι του, ήταν τεράστια ιστορία! Κάποτε, βέβαια, εγώ ζούσα έξω και πηγαινοερχόμουν για να τους βλέπω.

Είστε γέννημα θρέμμα Αθηναίος, σωστά;

Εδώ που είμαστε γεννήθηκα, στην Πλάκα. Με πήραν μετά, μωρό μηνών, που δεν το θυμάμαι φυσικά, και πήγαμε στην Κοδριγκτώνος, στο κέντρο. Είχα την τύχη να βραβευτώ σ' ένα διαγωνισμό για τα πιο «όμορφα και υγιή νήπια» υπό την αιγίδα της Φρειδερίκης. Απ' ότι μου λέγανε, πήγαινα εγώ, της σήκωνα το φουστάνι και κρυβόμουν από κάτω κι αυτή μ' έβγαζε. 

Πολυμελής η οικογένεια σας;

Βέβαια. Τέσσερα παιδιά εμείς και ένα πέμπτο, εξώγαμο, που'χε η μάνα μου από μία σχέση της στα 16 της. Όταν γέννησε το παιδί αυτό, αναγκάστηκε να το στείλει στη γιαγιά της στους Φούρνους απέναντι απ' την Ικαρία. Εκεί μεγάλωσε ο Τάσος και τον βλέπαμε όποτε ερχόταν εδώ. Μετά πήγε στη Γερμανία, έκανε εκεί οικογένεια κλπ. Δεν ζει πια...Και η μικρή μου αδερφή, η Χρυσούλα, πέθανε πριν εφτά χρόνια από'να καρκίνο στα πνευμόνια. Μείναμε τρεις τώρα, η αδερφή μου η Μαριέτα, ο Νικόλας που'ναι τρία χρόνια μικρότερος μου, κι εγώ. Τώρα τι να σας πω, εάν έχει και πουθενά αλλού κάνα άλλο παιδί ο πατέρας μου κι εμφανιστεί ξαφνικά, αυτό δεν το ξέρω. 

Λέτε να ανακαλύψετε κι άλλα αδέρφια στην ηλικία που φτάσατε;

Μα, έχει συμβεί: Όταν ήμουν μικρός, 18 - 19 ετών, μόλις είχα αρχίσει να τραγουδάω και κάποιοι άνθρωποι απ' τη Θήβα ήρθαν και μας βρήκαν οικογενειακώς! Η μάνα, δυο - τρεις κόρες κλπ. που διατείνονταν ότι είμαι αδερφός τους και ότι ο πατέρας μου απλά με είχε βρει σαν μωρό και με πήραν! Έγινε μεγάλη φασαρία, ήρθε ο πατέρας μου και άρχισε να τους ρίχνει χριστοπαναγίες! Θύμωσε, έβριζε, ε κι αυτοί φύγανε τρέχοντας! 

Μάλιστα. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα φιλότεχνο το οικογενειακό περιβάλλον σας.

Καθόλου. Να σας πω τι σκέφτομαι; Στα δύο χρόνια που μείναμε στην Κυψέλη και μεγάλωσα εκεί, πήγα στο Ναυτικό. Στα 19 μου ερωτεύθηκα τη Μαίρη, την πρώτη μου γυναίκα και παντρευτήκαμε. Εξαιρετικό κοπέλι ήταν αυτή και από εξαιρετική οικογένεια. Έτσι ειν' αυτά, το τσιγάρο και το γάμο τα κάνεις μικρός για να τα ξεπεράσεις μετά. 

Λογικό τότε να σας ρωτήσω ποια ήταν τα ερεθίσματα σας για ν' ασχοληθείτε με το χώρο της τέχνης.

Από μικρός, απ' το δημοτικό, είχα μεγάλη έφεση στην ποίηση και τη λογοτεχνία. Έγραφα ωραίες εκθέσεις και όταν μου χάρισαν μία κιθάρα, άρχισα να κολλάω με τους τραγουδιστές της Κυψέλης.

Πλανόδιους εννοείτε;

Όχι ακριβώς. Κάθε γειτονιά τότε είχε τη δική της χορωδία με τραγουδιστές. Μαζεύονταν σε διάφορα μέρη και κάνανε καντάδες, σερενάτες. Μεταξύ Άνω και Κάτω Κυψέλης υπήρχε μια τέτοια ομάδα παιδιών, μεγαλύτερων μου, που μαζευόμασταν και τραγουδούσαμε. Εγώ θα'μουν εφτά - οχτώ χρονών, ενώ αυτοί εικοσάρηδες.

Και τραγουδούσατε τα ελαφρά της εποχής, Αττίκ, Χαιρόπουλο, αυτά;

Καντάδες και τέτοια, ναι. Εγώ με τον Αττίκ μεγάλωσα! Αυτό ήταν το πρώτο έναυσμα, αλλά λίγο αργότερα επίσης, μόλις είχα πιάσει την κιθάρα, είχα αρρωστήσει με αδενοπάθεια. Μια νύχτα είδα στον ύπνο μου ότι έπαιζα βιολί και ξύπνησα κλαίγοντας, είχα κατασυγκινηθεί. Ο πατέρας μου προφανώς με είδε που έκλαιγα και με ρώτησε τι έχω...«Μπορείς να μου πάρεις ένα βιολί;»...«Παιδί μου, εδώ δεν έχουμε να φάμε, που να σου βρούμε βιολί;»...Το είπε, όμως, σ' ένα φίλο του ελαιοχρωματιστή και αυτός του έδωσε μία σπασμένη κιθάρα να μου χαρίσει, που της έλειπε όλο το καπάκι. Μου την έδωσε την κιθάρα ο πατέρας μου και μου ζήτησε συγγνώμη που δε μπορούσε να μου χαρίσει μία σε καλύτερη κατάσταση.

Να που μπορεί να μην ήταν φιλότεχνος ο μπαμπάς, αλλά εκτίμησε την ροπή σας προς τη μουσική.

Ακριβώς. Θυμάμαι τον ίδιο του το φίλο, τον Μήτσο, να μου δίνει την κιθάρα και να μου λέει: «Σπύρο μου, αυτήν έχω, τη θες ή να την πετάξουμε;»...«Άσ' την» είπα και έκοψα εφημερίδες, που τις κόλλησα με αλευρόκολλα γύρω- γύρω απ' το σώμα της κιθάρας. Η μάνα μου της έφτιαξε κι ένα ντύμα κι εγώ την κούρδιζα λίγο χαμηλά, γιατί φοβόμουν μην ξεκολλήσει ολόκληρη. Έτσι, άρχισα να παίζω διάφορα.

Ο Χατζιδάκις δεν υπήρχε στη ζωή σας τότε; Μες το σπίτι εννοώ.

Όχι, τίποτα, καθόλου.

Ούτε τα ρεμπέτικα;

Τα ρεμπέτικα ήταν αποκρουστικά πράγματα και απαγορευόντουσαν απ' το ραδιόφωνο. Άσε που μόνο η κυρα - Λουκία, δίπλα μας, είχε ραδιόφωνο και πήγαινα εκεί κι άκουγα. Θυμάμαι εκείνον τον ωραίο που τραγούδαγε τον «Αγωγιάτη», δεν ξέρω αν τον είχατε ακούσει ποτέ.

Τον Τίτο Ξηρέλλη λέτε.

Αυτόν, μπράβο! Πολύ γνωστός και διάσημος βαρύτονος! Τραγούδαγε στις όπερες της Ευρώπης κι είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω. Έμενε στους Θρακομακεδόνες, «Έλα να με δεις, Σπυράκη» μου είπε από τηλεφώνου κι όταν πήγα, συγκινήθηκε. Στην Κυψέλη, λοιπόν, πρωτοτραγούδησα καντάδες κι αυτά τα ωραία πράγματα που έγραφαν οι Αθηναίοι. 

Ο Χατζιδάκις, βέβαια, τα σνόμπαρε αυτά, τα θεωρούσε τραγούδια της μικροαστικής Αθήνας.

Ναι, μόνο που τον Χατζιδάκι δεν τον ξέραμε ακόμη τότε. Βέβαια, αλήθεια ήταν αυτό που έλεγε, αλλά τι να κάνουμε; Τα τραγούδια αυτά είναι ιστορικά μνημεία κι έτσι πήγαμε απ' τη μία πτέρυγα στην άλλη και παραπέρα. Και τα ρεμπέτικα, που κάπως αποκαταστάθηκαν με την ομιλία του Μάνου στο Θέατρο Τέχνης, έπαιξαν τελικά μεγάλο ρόλο στην αστική ζωή των Αθηναίων.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης/ Το Κουτί της Πανδώρας

Σήμερα αναγνωρίζετε την αξία του ρεμπέτικου;

Τα παλιά και όχι όλα. Μ' αρέσει το συναίσθημα που αποκομίζω. Μετά τον πόλεμο, άλλωστε, γράφτηκαν πολλά λαϊκά ψευτορεμπέτικα. Εμένα, ας πούμε, δεν μου αρέσει κανένα τραγούδι του Ζαμπέτα, του φίλου του Μάνου. Κανένα! Ούτε του Χιώτη, που υποτίθεται ότι ανήκε στους εξευρωπαϊσμένους. 

Θα τα λέγατε φτηνά ή άμουσα τα τραγούδια του Ζαμπέτα και του Χιώτη;

Θα τα έλεγα άχρηστα! Με απασχολεί πολύ, ξέρετε, το ωφέλιμο και το μη ωφέλιμο στη ζωή του ανθρώπου. 

Και είναι μη ωφέλιμο να συγκινείται ένας ολόκληρος λαός με τη φωνή της Μοσχολιού σ' ένα τραγούδι του Ζαμπέτα;

Όλοι οι λαοί του κόσμου ήταν, είναι και θα είναι πάντα ανασφαλείς! Ο δικός μας λαός δεν είναι εξελιγμένος, έχουν φροντίσει να τον εντοιχίσουν στο 1821. Τον έχουν φοβίσει κι εδώ κάνω μία παρένθεση: Με μεγάλη καθαρότητα έχω να παρατηρήσω ότι ο τόπος, η γη - όχι οι Έλληνες - το Αιγαίο, τα νησιά μας, τα βουνά μας, είναι από τον Αλέξανδρο, από τον 3ο - 4ο π.χ. αιώνα, ένας τόπος ακυβέρνητος! Ο Αλέξανδρος μάζεψε στρατό, έκανε κράτος την Ελλάδα με μία έννοια, ήτανε και νέος, ήτανε και γοητευτικός, φόρτωσε τις πλάτες του με κασόνες πολιτισμού της Αθήνας, της αρχαίας Ελλάδας. Το κακό είναι ότι ο Αλέξανδρος έφυγε μ' ενθουσιασμό από δω και χρησιμοποίησε τον πολιτισμό. Ήταν άθλιος, αλλά όχι και τόσο πολύ. Εκπαιδεύτηκε απ' τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους, απ' τον Αριστοτέλη κ.α., που τον κάνανε σοφό. Πήγαινε από δω κι από κει, ξόδευε τον πολιτισμό κι έφτασε στις Ινδίες, στην Αφρική...

Σφάζοντας, η αλήθεια είναι.

Καλά, αυτό το δεχόμαστε, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να το κάνει. Πρέπει να υπάρχει μια δύναμη που να τη φοβάται ο άλλος και κάτι ωραίο για να το θαυμάζει. Ωραίος ήταν ο ίδιος, όπως και πανέμορφη η δράση του και πολύ συγκινητική. Το μεγαλύτερο λάθος του ήταν που ξεπούλησε τον πολιτισμό του σε άχρηστα μέρη. Έχουμε δηλαδή μία πηγή που αναβλύζει νερό εδώ και πετάγεται! Άμα την πάρεις αυτή την πηγή και τη μοιράσεις στον κόσμο, τίποτα δεν θα μείνει. 

Ακραία άποψη ειν' αυτή.

Δεν πειράζει. Πρακτικά σκέφτομαι! Άμα την πηγή τη μοιράζεις απ' τό'να σπίτι στο άλλο, θα στερέψει, θα τελειώσει.

Δηλαδή είστε κατά του μοιράσματος του πολιτισμού;

Απόλυτα! Ο πολιτισμός θα έπρεπε να μείνει εδώ για να άνθιζε μέχρι σήμερα. 

Δεν σκέφτεστε πως κι εσείς, όπως ο Χατζιδάκις, που κάνατε τέχνη στο εξωτερικό, μοιράσατε ελληνικό πολιτισμό;

Κοιτάξτε, εγώ είμαι χαρούμενος γιατί είχα την τύχη να μου γράψουν οι μεγαλύτεροι συνθέτες του εξωτερικού, τους οποίους αποδέχτηκε ο Μάνος. Ποτέ δεν μου είπε «Μη, μα» κλπ. Ήτανε κάτι σαν επακόλουθο της εθνικής συνείδησης μου: Ο Βάγκνερ, ας πούμε, πίστευε στην Ελλάδα πολύ, το ίδιο και ο Νίτσε ή ο Σοπενχάουερ. Ήταν καθηγητές αρχαίων ελληνικών όλοι αυτοί και κατά συνέπεια εγώ δεν θεωρώ γερμανικό αυτό που έκανε ο Βάγκνερ στη μουσική. Επειδή συνέβη στη Γερμανία είναι γερμανικό, αλλά στην πραγματικότητα ανάλογα πράγματα είναι εκπορευόμενα απ' την αρχαιοελληνική ποίηση και φιλοσοφία.

Γνωστό, επίσης, πως οι τεύτονες φιλόσοφοι είχαν μία τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης έναντι των Ελλήνων.

Έτσι είναι. Το είδα, ζώντας στην Αυστρία και τη Γερμανία, γιατί ένα κομμάτι αυτών παίρνει τον Χίτλερ και τον βάζει μέσα τους. Είναι επικίνδυνος ο εθνικισμός, μα απ' την άλλη λέω: «Για στάσου! Αν δεν ήταν τόσο σοφοί, καθηγητές, ερευνητές και δεν αγαπούσαν πραγματικά την Ελλάδα, τότε τι θ' απογίνονταν;» Ας είχαν και τον Χίτλερ, ας έγιναν φασίστες - που δεν έγιναν ποτέ φασίστες - μπορέσαμε όμως στην καρδιά του έργου του Βάγκνερ ή του Μότσαρτ να βρίσκουμε την Ελλάδα. Θέλω να ξαναπάμε, όμως, στον λαό και πως αγκαλιάζει ιστορικά τα διάφορα πράγματα: Ο κάθε λαός είναι ο μεγάλος πολιτισμός της κάθε χώρας. Είναι αυτός που φυλάει ως κόρη οφθαλμού οποιονδήποτε πολιτισμό έχει υπάρξει στον τόπο του από παλιά. Μόνο ο λαός το διατηρεί, γιατί η πρώτη του ανάγκη είναι η επιβίωση, δεν είναι το να κάνει έργα τέχνης. Παρατηρεί, έτσι, τι γίνεται όταν βρέχει, τη θάλασσα, τα παράγωγα της φύσης. Ο λαός δεν επιβίωσε ψαρεύοντας ή κυνηγώντας κατσίκια κι ελάφια. Βλέπει και παρατηρεί, όντας μέλος της φυσικής λειτουργίας, εξ ου και θα χαρακτήριζα τον κάθε λαό φυσικό φαινόμενο. Όταν ο Μάνος τότε μιλούσε για τον λαό ή για τα ρεμπέτικα, έβρισκε τρόπους να εισχωρήσει μες το λαό. 

Το ίδιο και ο Γκάτσος, πιστεύω. 

Αυτός παραπάνω ίσως! Κάποτε έδωσα του Γκάτσου μια μεγάλη ηχογράφηση που είχα κάνει στη Γαλλία σε μουσική του Γιώργου Κουρουπού που παραμένουμε στενοί φίλοι. «Άκουσε το αυτό» είπα του Γκάτσου και την άλλη βδομάδα που τον συνάντησα πάλι στου Φλόκα, μου σχολίασε ως εξής: «Σπύρο, να σου πω κάτι! Εσύ είσαι ένας λαϊκός επικός τραγουδιστής»...«Νίκο μου, σ' ευχαριστώ πάρα πολύ» του απάντησα, αλλά ακόμη δεν είχα καταλάβει τι θα πει επικός τραγουδιστής. Ήμουν και μικρός, τριαντάρης, έτρεχα να προλάβω το τρένο, να με γνωρίσουν και να κάνω καριέρα. Το κατάλαβα αυτό αργότερα, εκεί που έλεγα «Ο Νίκος τώρα λέει μαλακίες, αφού εγώ είμαι ένας ασκημένος και γυμνασμένος τραγουδιστής. Τι σχέση έχω με τους λαϊκούς;» Πέρασε, λοιπόν, πολύς καιρός για να αντιληφθώ ότι με τη λέξη «λαϊκός» εννοούσε όλα όσα σας είπα εγώ πριν για την έννοια του λαού. Έλα, όμως, που ο λαός μια ζωή ταραγμένος ήτανε. Υπήρξε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μετά το Βυζάντιο, που το θεωρώ πιο επικίνδυνο απ' τους Ρωμαίους, και μετά ήρθε η τουρκοκρατία. Είναι φοβερό πως κρατήθηκαν όλα αυτά τα πολιτισμικά στοιχεία από την Ήπειρο ως την Κρήτη! Μιλάμε, επομένως, για έναν λαό που δεν ήταν καλλιεργημένος και δόξα τω Θεώ, διότι αν ήταν, θα γινόταν σαν τους αστούς στις πόλεις, σαν εμένα ή σαν εσένα. Ο λαός είναι σαν τα μωρά παιδιά, αθώος. Όλοι οι λαοί είναι αθώοι και φυλάνε σθεναρά τα πράγματα που μαθαίνουν. 

Φύγατε νωρίς στο εξωτερικό, αμέσως μετά τις σπουδές στο Ωδείο Αθηνών. Γευθήκατε το ίδιο νωρίς την αποδοχή;

Νομίζω πως είχα κωλοφαρδία, βλέποντας τη μία συγκυρία μετά την άλλη που ήταν πάντα προς δικό μου όφελος. Χωρίς να καταβάλω ιδιαίτερες προσπάθειες κιόλας. Μεγάλη υπόθεση να'σαι ελεύθερος να μελετάς χωρίς να χάνεις το κέφι σου για μελέτη. Τη μεγαλύτερη μελέτη, βέβαια, τώρα την κάνω.

Γιατί έτσι;

Δεν ξέρω.

Υπάρχει πιο πολύς ελεύθερος χρόνος;

'Οχι, όχι, άδραξα την ευκαιρία, φαίνεται. Τραγουδάω λίγα πλέον και αυτά που μπορώ.  

Σας απορρόφησε κάπου η διδασκαλία επίσης.

Μπήκα στο ακαδημαϊκό κομμάτι, στην εκπαίδευση, χωρίς να με ενδιέφερε και ούτε μ' ενδιαφέρει. Τα τελευταία πενήντα χρόνια ασχολούμαι με την εξερεύνηση της φωνής κι αυτό είναι που μ' ενδιαφέρει πιο πολύ απ' όλα.

Ισχύει ότι με τον Xenakis δουλέψατε ιδιαιτέρως πάνω σ' αυτό που λέτε;

Βέβαια, γίνανε πολλά πράγματα. Ο Μάνος είχε προηγηθεί του Xenakis. Υπήρξαν συνθέτες κολοσσοί που ακολουθήσαμε ο ένας τον άλλον στην εξερεύνηση της φωνής. Είδαν όλοι αυτοί ότι δεν ήμουν αμιγώς τραγουδιστής μόνο.

Σωστό, είστε και performer εσείς.

Performer, ναι, αυτή ειν' η σωστή λέξη! Εμένα η καριέρα μου κινήθηκε στην όπερα, στη σύγχρονη μουσική, στο ποιοτικό - ποιητικό τραγούδι, σ' όλα αυτά, που ήταν ένας μυστικός πομπός μέσα μου από πράγματα που έχω δει, αλλά δεν τα'χω ζήσει, άρα οφείλω να τα γνωρίσω. Ήμουν στο Ανόβερο όταν μου τηλεφώνησε ο Γιάννης Χρήστου: «Σπύρο, σου έγραψα το έργο που ήθελες»! «Μπράβο, ρε Γιάννη» του είπα κι αυτός μου πρότεινε να το παρουσιάσουμε στο Μόναχο με τον Ροδουσάκη, τον Θόδωρο Αντωνίου και τους άλλους Έλληνες μουσικούς. Στέλνει την παρτιτούρα, ήταν η πρώτη «Αναπαράσταση» για βαρύτονο, αλλά έριξα ένα βλέμμα στα χαρτιά και δεν είδα πουθενά βαρύτονο. Ούτε ηθοποιό, ούτε τραγουδιστή, ούτε τίποτα! Μου εξήγησε πως είναι ένα έργο που πρέπει να εμφανιστεί ο ψυχισμός από κάτω, η ψυχική κατάσταση ενός γεγονότος. Ήρθε, μου υπέδειξε τη σωματική κίνηση και θυμάμαι ότι ερχόταν στις πρόβες με τη Σία, τη γυναίκα του, και πέθαινε στα γέλια! Του έδινε η Σία ένα μαντίλι να σκουπίζει τα δάκρυα απ' τα γέλια που έκανε. 

Θα του άρεσε η παρουσία σας.

Ξέρω κι εγώ τι έκανε...Γέλαγε, πάντως...Ήταν κι ένα έργο, αν προσέξετε, κυριολεκτικά μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Έγινε χαμός στο Μόναχο, το μισό θέατρο σφύριζε και τ' άλλο μισό γιουχάιζε. Είχε προηγηθεί η πρόοδος μου προς την κατεύθυνση του σύγχρονου τραγουδιού μέσω της Ακαδημίας του Σάλζμπουργκ που σπούδασα. Πήγαινα και παρακολουθούσα την τάξη της διεύθυνσης ορχήστρας, αλλά και ανάλυσης που έκανε ο Όβερχοφ για όλα τα μεγάλα έργα της όπερας. Εκεί σπούδαζε επίσης σύνθεση ο φίλος μου ο Δημήτρης Αγραφιώτης, που του έχω μεγάλη αγάπη και εκτίμηση. Ένα έργο που είχε γράψει για τη φωνή μου ο Αγραφιώτης ήταν σε ποίηση Σεφέρη, αλλά στα γερμανικά. Δεν νομίζω να το δισκογραφήσαμε ποτέ, αν κι ήταν ένα πολύ συμπαθητικό έργο. Μετά άρχισαν να μου γράφουν κι άλλοι. Ήταν φυσικό να τρέχουν να βρίσκουν έργα πρωτοποριακά πέραν του Στραβίνσκι και του Μπέλα Μπάρτοκ. Έβλεπαν κιόλας ότι τα εκτελώ ως ηθοποιός, ως performer, πράγμα που τους άρεσε πολύ.

Το καταλαβαίνω. Η έννοια performer θα ήταν ασυνήθιστη για τη «βαριά» μουσική που υπηρετούσατε.

Έλα ντε! Έλαβα γνώση της πρωτοποριακής μουσικής προτού δουλέψω με τον Χρήστου. Μετά γνώρισα τον Θόδωρο Αντωνίου με μια συναυλία στο Μόναχο. Θαύμα ήτανε! Έτσι μελοποίησε μια σύνθεση του Ελύτη και μέχρι σήμερα μου έχει γράψει πάνω από είκοσι έργα, όπως και ο Κουρουπός. Αυτοί οι δύο, πιστεύω, πως αν δεν ήταν φίλοι αδερφικοί και δεν μ' αγαπούσαν, μπορεί να μην είχα κάνει τίποτα ίσαμε τώρα. Μου λέγανε την άποψη τους, με συμβούλευαν, πάνω απ' όλα ήταν φίλοι και μου γράφανε έργα! 

Νέα Υόρκη 1970, Μάνος Χατζιδάκις - Σπύρος Σακκάς

Απ' αυτούς φτάσατε και στον Μάνο Χατζιδάκι να υποθέσω;

Στον Χατζιδάκι έφτασα προτού να πάω έξω, στα 21 μου, όταν υπηρετούσα στο Ναυτικό. Ο Μάνος είχε ανεβάσει το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» που δεν πήγε καλά με τη Βουγιουκλάκη μελαχρινή (γέλια). Δύο τραγούδια είπα μες το έργο αυτό. Με έπιασε η πιανίστρια Έλλη Νικολαΐδου στο Ωδείο, φίλη του Μάνου που την αγαπούσε πολύ ο Μάνος, και μου είπε: «Ψάχνει ο Μάνος έναν τραγουδιστή να πει ένα - δυο τραγούδια στο νέο έργο που ετοιμάζει». «Άσε με, μωρέ Έλλη μου, τώρα» της απαντούσα. Δεν τον γούσταρα...

Τον ίδιο ή τη μουσική του;

Όταν είχα πάει στο Ωδείο μου, στα 16 - 17 μου, ο Μάνος είχε εμφανιστεί με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» κι εγώ αναρωτιόμουν «Καλά, αυτόν τον θεωρούν σπουδαίο;» Μου φαίνονταν παιδικά τα τραγούδια του, έτσι που ήμουν αγκαζαρισμένος με τον Σούμαν και τον Σούμπερτ. Θαύμαζα τις μετατροπίες όλων αυτών κι ο Μάνος έγραφε τραγουδάκια. Επίσης είχα ήδη παντρευτεί στα 19 μου, όπως σας είπα, και ένα άλλο με απωθούσε πάνω του: Δεν μου άρεσε καθόλου που ήταν ομοφυλόφιλος. Μα, είναι δυνατόν;

Γιατί έτσι;

Με απωθούσε αυτό...Ποιος ξέρει γιατί...Στην φτωχή κοινωνία που μεγάλωσα, όλα ήταν ενάντια σ' αυτούς τους ανθρώπους. Η κοινωνία σ' έβαζε σε μια τέτοια λογική, έλα όμως που οι περισσότεροι και καλύτεροι φίλοι μου στη ζωή μου ήταν ομοφυλόφιλοι. Και, μάλιστα, ομοφυλόφιλοι, που ποτέ δεν μου τα «ρίξανε» για κάποιο λόγο, εξαιρουμένων δυο - τριών καταστάσεων στην Αμερική όταν ήμουν. Λαϊκά παιδιά ήμασταν, καμαρώναμε που ήμασταν άντρες και κουτουπώναμε καμιά κοπέλα, όλα αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε.

Αυτά όλα τα είχατε πει ποτέ του Χατζιδάκι;

Αμέ, αμέ! «Να ξέρεις» του είπα μια μέρα, «αυτό κι αυτό»...«Αφού είσαι τγελός και δεν καταλαβαίνεις» μου απάντησε (γέλια). Γελούσε πολύ κι ο ίδιος. Τέλος πάντων, με προτροπή της Νικολαΐδου μαθαίνω το «Τραγούδι του Ρούφιου» για το έργο εκείνο του Χατζιδάκι και πάμε στο «Ρεξ». Έκανε πρόβα και μας ανέβασε πάνω στη σκηνή. Τραγούδησα, έρχεται στη σκηνή, κοντά μου, και μου λέει: «Έχετε» ή «Έχεις πολύ ωγαία φωνή, το ξέγεις;»...«Ευχαριστώ πολύ, κύριε Χατζιδάκι» απάντησα, αλλά πρόσεξα πόσο μέσα στα μάτια με κοίταζε. Αυτό ήταν, εκεί τελείωσε κάθε αμφιθυμία μου περί ομοφυλοφιλίας του! Ο Μάνος είχε τα ωραιότερα μάτια που μπορούσε να'χει κανείς, μ' έναν ολόκληρο κόσμο μέσα τους, γι' αυτό και σ' όλη την υπόλοιπη κοινή μας πορεία πάντα στα μάτια τον κοίταζα. Ήταν ειλικρινής, τίποτα άλλο δεν ήθελε!

Έτσι όπως τα λέτε ωστόσο υπήρχε ένας διάχυτος ερωτισμός μεταξύ σας.

Ναι, ακριβώς, αλλά εκείνη τη στιγμή που με πρωτοκοίταξε, έκλεισε μέσα μου αυτό το θέμα του. Αισθάνθηκα ότι είναι ένας πολύ ωραίος άνθρωπος. Όταν λίγο αργότερα, κάναμε τους «Όρνιθες», ερχόταν κοντά μου στο στούντιο και με διηύθυνε σαν μαέστρος, πάλι μ' αυτά τα σοβαρά μάτια του. Ήταν ο ξεκάθαρος έρωτας και των δυονών μας για τη μουσική. Τον αγάπησα πολύ αυτόν τον τύπο...Μια φορά που πήγαμε στο Ντόρτμουντ για ρεσιτάλ, καθόμασταν στο ξενοδοχείο και τα λέγαμε, όπου του κάνω: «Βρε Μάνο, καμιά φορά σκέφτομαι πως έχω μετανιώσει που δεν μου τά'ριξες». Και μου απαντάει: «Άσ' τα αυτά τώρα, εσύ δεν καταλαβαίνεις, αφού είσαι γυναικάς» (γέλια). Με ήξερε, αλλά κι εγώ ένιωσα μια ζεστασιά και μια τρυφερότητα για να του το πω αυτό. 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης/ Το Κουτί της Πανδώρας

Διατηρήσατε επαφές με τον Χατζιδάκι όταν έφυγε στην Αμερική το 1966;

Βρισκόμασταν μερικές φορές στο Παρίσι, όπου κι εγώ πήγαινα και τραγουδούσα. Μου έγραφε γράμματα, κάνα - δυο δηλαδή, στα οποία αναφερόταν στα έργα που ήθελε να κάνουμε. Το πρώτο ήταν η «Εποχή της Μελισσάνθης» με μένα και τη Φλέρυ Νταντωνάκη, όπως και η «Αμοργός» του Γκάτσου. Βέβαια, εγώ με τη Φλέρυ ήμασταν πολύ φίλοι κι είχα χαρεί απίστευτα τη μία φορά που τραγουδήσαμε μαζί στην Αμερική.

Μιλήστε μου λίγο γι' αυτή τη συναυλία, μ' ενδιαφέρει.

Ήταν μια σειρά ρεσιτάλ του Μάνου στο Σαν Φρανσίσκο. Ένα είχαμε κάνει με τη Φλέρυ, ένα μόνη της κι ένα εγώ με τον Μάνο μόνο, οι δυο μας.

Ονειρικό θα ήταν το Σαν Φρανσίσκο των χίπις του 1969 - 70.

Παρότι ήταν μεγαλύτερος μας, ο Μάνος ήταν πιο πολύ μέσα σ' αυτό που λέτε. Του είχαν στήσει τότε διάφορες συναυλίες στο Ντιτρόιτ, στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, όπου πηγαίναμε μαζί και είχαμε μεγάλη πλάκα. Μία φορά μόνο είχαμε μαζί μας τη Φλέρυ, γιατί ήταν η ίδια περίοδος που δούλευαν μαζί στο σπίτι του Μάνου τα «Λειτουργικά». Θυμάμαι ότι ήμουν στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ με τον Αντωνίου και πήγαμε να δούμε τον Μάνο, ο οποίος μας τραπέζωσε αμέσως μετά. Εκεί μας είπε «θα σας βάλω ν' ακούσετε κάτι να μου πείτε πως σας φαίνεται» κι έβαλε τη Φλέρυ στα δοκιμαστικά απ' τα «Λειτουργικά». Έμεινα άφωνος! «Μάνο μου, αυτή είναι πάρα πολύ μεγάλη τραγουδίστρια, θαύμα» του είπα! Το'χω ξαναπεί, η Φλέρυ για μένα είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του περασμένου αιώνα! Έκανε με τη φωνή της ότι ήθελες! Τη ρώταγε ο Μάνος «Σε ποιο τόνο να παίξουμε το κομμάτι;» και του απαντούσε «Απ' όπου θες, παίξτο». 

Η Κρίστη Στασινοπούλου έλεγε πως η ερμηνεία της Νταντωνάκη ήταν πάνω σ' ένα νήμα σουρεαλισμού και χιούμορ.

Της λέει ο Μάνος μια μέρα «Βρε Φλέρυ, για κοίτα και πες μας τι κόσμο έχουμε». Είχε χτυπήσει και το τρίτο κουδούνι για να βγαίναμε στη σκηνή σε μία αίθουσα δύο χιλιάδων θέσεων. Μετά από λίγο του λέει η Φλέρυ: «Παρά 1.930 άτομα θα ήμασταν φίσκα»! «Πόσοι είναι δηλαδή από κάτω;» ρωτάει ο Μάνος. «Εβδομήντα» απαντάει ξανά η Φλέρυ (γέλια). Ύστερα από ένα - δυο χρόνια, πάντα στις ΗΠΑ, πήγα εγώ με τον Μάνο για συναυλία στο Ιλινόις. Αριστούργημα η συναυλία, τραγούδαγα εγώ τον «Σωκράτη» απ' τους «Όρνιθες» κι είχε την παρτιτούρα για να τη βλέπει. «Τι τη θες την παρτιτούρα;» τον ρώταγα, «είτε έτσι το παίξεις, είτε αλλιώς, πάλι δικό σου θα'ναι το κομμάτι»...«Όχι, όχι, θέλω να το μαθαίνω σωστά» μου έλεγε. Γυρίζει, λοιπόν, σελίδα και πέφτει σε δύο σελίδες άλλου κομματιού. Δε βρίσκει τη συνέχεια και σταμάτησε να παίζει. Γυρίζω και τον κοιτάω, είχε ιδρώσει, αλλά συνέχισα να τραγουδάω α καπέλα. Μετά από ένα λεπτό, έπαιζε ότι του ερχόταν, μια νότα από δω και μια από κει. Είχε πάθει τρακ, γιατί χάθηκε. Ε, τελειώσαμε το τραγούδι και του'βαλα χέρι, «Μα δικά σου κομμάτια και να μην ξέρεις να τα παίζεις;» Μεγάλη πλάκα είχαμε! Την άλλη μέρα πήγαμε σ' ένα μεγάλο θέατρο στο Ντιτρόιτ. Μας περνάει απ' έξω με το αυτοκίνητο ο ιμπρεσάριος και μας λέει «Εδώ θα παίξετε το βράδυ». Κοιτάζουμε και βλέπουμε στην είσοδο με τεράστια κόκκινα γράμματα: «Tonight Manos Hadjidakis concert». Κι από κάτω: «Never on Sunday»! Τίποτα άλλο! Του λέω: «Μάνο, το βλέπεις αυτό;»...«Ναι» μου κάνει, «είναι βλάκας! Βλάκας»! Ήταν έξω φρενών! Την επόμενη μέρα του λέω «Να ξέρεις δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε ο τύπος ή που έκανες εσύ ο ίδιος για να μη φανεί τ' όνομα μου». Τον δούλευα στάνταρ, του έκανα πλάκες: «Θα το πληρώσεις πολύ ακριβά»! Πάμε για τη δεύτερη παράσταση μας το επόμενο βράδυ και βγαίνω πρώτα εγώ στη σκηνή. Σταματώ και τον περιμένω, βλέποντας από κάτω καμιά πενηνταριά άτομα το πολύ. Έρχεται κι ο Μάνος, κοντοστέκεται και μου κάνει: «Πάμε, γενική πρόβα» (γέλια). Παίξαμε ωραία παρόλα αυτά, την επόμενη όμως του'πα «Νάτα, δεν σ' τά'λεγα; Όλα εδώ πληρώνονται»! «Ε, α να χαθείς» μου έλεγε αυτός...  

Μου κάνει εντύπωση πως, όντας πρωτοποριακός καλλιτέχνης, δεν ανακατευτήκατε με τη ροκ μουσική ειδικά τότε.

Όχι, δεν είχα σχέση, αφού δεν μου άρεσε οτιδήποτε ομαδοποιημένο και οι χίπις - αν εννοείτε αυτό - ήταν ομαδοποιημένοι. Με ενοχλούσαν και τα ναρκωτικά, με θεωρούσα καλό παιδί - τι καλό παιδί δηλαδή, σκατά, πολύ χειρότερος απ' αυτούς ήμουν -, αλλά το όλο movement μ' όλη αυτή τη συμπεριφορά, με ξένιζε, δεν μ' άρεσε.

Αναφερόμουν στη μουσική πιο πολύ, στον Bob Dylan, στους Beatles, στη Joan Baez.

Τους άκουγα, αλλά δεν με συγκινούσαν. Μου άρεσε η φωνή της Baez, αλλά όχι του Dylan. Στον Dylan μ' ενδιέφεραν αυτά που έλεγε. Μου πέρναγαν κι από μία ανάλυση μέσα μου. Σκέψου ότι ο Dylan βραβεύτηκε με το Νόμπελ για την ποίηση του και δεν πήγε να το πάρει! 

Πως νιώσατε με τη βράβευση αυτή του Dylan;

Πολύ όμορφα, χάρηκα! Βραβεύτηκε για κάτι άσχετο με τη μουσική του και να γιατί μου άρεσε: Οι στίχοι των τραγουδιών του ήταν ανέκαθεν κοινωνικοπολιτικοί. Αναλογιζόμουν πως είναι απίστευτα σημαντικό να βραβεύεται ο λόγος ενός καλλιτέχνη. 

Ο Μάνος, πάλι, ήταν πιο δεκτικός με τους αστέρες της ροκ μουσικής.

Ξέρετε πόση πολλή μουσική άκουγε ο Μάνος; Ήταν ασύλληπτο!

Και την ίδια στιγμή, απ' ότι έχω ακούσει, ο Μίκης Θεοδωράκης απαγόρευε στους τραγουδιστές του να ακούν Chick Corea και Leonard Cohen. «Εμείς κάνουμε αγώνα» τους έλεγε, ενώ ο Χατζιδάκις έστελνε στον Κυπουργό και στα άλλα παιδιά στην Ελλάδα δίσκους των H. P. Lovecraft και των Moby Grape.

(γελάει) Ο Μάνος κατά 90% ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα. Αντικειμενικά. Υπήρχε κι ένα 10% με τα απόκρυφα του, αλλά τι να τα κάνεις αυτά, δεν έχουν καμιά σημασία. Έστελνε πράγματι ροκ δίσκους στους φίλους του, κυρίως στον Κυπουργό και στα πιο νέα παιδιά που κάνανε σύνθεση, για να τους δείξει την ελευθερία του πράγματος. Τους έδινε τροφή να καταλάβουν τι γίνεται έξω.

Κοίτα να δεις που ενώ δεν έχετε σχέση με το ροκ, μια χαρά υποδυθήκατε τον χίπη γκουρού στον «Εξόριστο στην κεντρική λεωφόρο» του Νίκου Ζερβού.

Δεν μου ήταν και πολύ κόντρα ρόλος! Δεν την έχω δει ποτέ ολόκληρη αυτήν την ταινία εκτός απ' το κομμάτι το δικό μου. Έδιωχνα τον Φέρρη, θυμάμαι, τον έλεγα «Παλιομαλάκα, τρόμπα» (γελάει). Με τον Φέρρη είχαμε κάνει τα «Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο» όπου είχε χρησιμοποιηθεί στους τίτλους κι ένα τραγούδι του Κυπουργού, το οποίο λίγο αργότερα μπήκε στη «Λιλιπούπολη». Εγώ του'χα μιλήσει του Φέρρη γι' αυτό το κομμάτι, το «Αχ Παπουαλίλι». Από κει κι έπειτα, στην ταινία χρησιμοποίησε την 4η Συμφωνία του Μπετόβεν και πάρα πολλές φορές τον Βιβάλντι με τα μαντολίνα του. Τώρα έμαθα ότι άλλαξε τις μουσικές κι έγινε μαντάρα η ταινία. Η μουσική, όμως, του Μπετόβεν και του Βιβάλντι στην ταινία ήταν καταπληκτική!

Με τη Μυρτώ Παράσχη και τον Άλκη Παναγιωτίδη στην ταινία «Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο» (1978) του Κώστα Φέρρη

Με τον Φέρρη γνωριζόσασταν από τη Γαλλία;

Όχι, δεν τον ήξερα εγώ προσωπικά τον Φέρρη. Μου τον γνώρισε η Μυρτώ Παράσχη, που είχαν ζευγαρώσει τότε, προτού αυτή πάρει τον Ζουράρι. Μαζευτήκαμε και τους είπα «Είστε σίγουροι;»...«Ναι, εσένα θέλουμε» μου λέγανε, «είσαι ο μόνος που ταιριάζει». Κι επειδή εγώ όλα τα έκανα για να διερευνώ τι είναι αυτό που θα μετασχηματίσει σε καλύτερο φθόγγο τη φωνή μου, το έκανα, έγινα και κανονικός ηθοποιός. Όπου και να πήγαινα, ότι και να έκανα, ακόμη και το σινεμά, τα έβλεπα σαν παρατήρηση και μελέτη της φωνής μου. Σε ότι αφορά την ταινία του Ζερβού, αυτός ήτανε συνέχεια κοντά μας, του'χε αρέσει πολύ η ταινία και στη Θεσσαλονίκη στο φεστιβάλ, θυμάμαι. Έγραψε το σενάριο, τον «Εξόριστο στην κεντρική λεωφόρο», για μένα! Εγώ το διάβασα και ξέρω ότι πολλές φορές το σενάριο καταστρατηγείται και μετατοπίζεται το κέντρο βάρους. Δεν τον ήξερα και καλά κιόλας για να πω ότι ο Ζερβός θα έκανε και μια καλή ταινία. Βασικά, όμως, το καλοκαίρι θα τραγουδούσα τον «Μαγεμένο αυλό» του Μότσαρτ στο Ηρώδειο κι ήμουν πολύ απασχολημένος. Του το'πα ότι έχω υποχρεώσεις και επέμενε πολύ. «Γιατί δεν το λες στον Κώστα, που'χει και μακριά μαλλιά κι αυτός και θα παίξει μια χαρά;» Έτσι έπαιξε ο Φέρρης κι έτσι γυρίστηκε η ταινία αυτή. Με παρακάλεσε, όμως, να πάω κι εγώ να εμφανιστώ έστω σε μία σκηνή με ατάκες που προέκυψαν αυτοσχεδιαστικά. 

Στη σκηνή που λέγαμε πριν και που σας αναδεικνύει τελικά σε μεγάλο κωμικό.

Τέτοια να μου δώσεις εμένα, θα ξεσαλώσω (γέλια). Πάντως, η ωραιότερη ταινία που θα είχα κάνει, εάν πρόσεχε το μοντάζ, θα ήταν η «Νίκη της Σαμοθράκης» του Αβδελιώδη. Του ξέφυγε στο μοντάζ όλη η ταινία, αφού καθοδηγούσε τον μοντέρ του κι έβγαλε τελικά μια ταινία χλιαρή με τόσο ωραίο σενάριο και πλάνα. 

Ο Αγγελόπουλος θα σας «πήγαινε» σαν σκηνοθέτης, πιστεύετε;

Με κάλεσε μια φορά να κάνω ένα - δύο πλάνα κάπου στην κρεαταγορά στην Αθηνάς. Πήγα, κάθισα κάνα δίωρο, δεν είχαν αρχίσει καν κι έφυγα. Μετά μου τηλεφώνησε: «Σπύρο, συγγνώμη, άλλαξα γνώμη και θα τη γυρίσουμε τελικά τη σκηνή κάπου στο Ζάππειο σ' ένα μεγάλο καφέ». Ξαναπήγα, την κάναμε τη σκηνή - νομίζω ήταν για το «Ταξίδι στα Κύθηρα» με τον Κατράκη. Τελικά, όμως, δεν είμαι μες την ταινία, αφού την πέταξε τη σκηνή στο μοντάζ. 

Τσαντιστήκατε;

Όχι, καθόλου. Δεν μ' απασχόλησε το θέμα, δεν είχα λόγους. Εγώ να πω την αλήθεια, σχεδόν σπάω πλάκα μ' όλα τα πράγματα. 

Αυτό το'χω καταλάβει να σας πω κι εγώ την αλήθεια.

Ναι, αλλά ταυτόχρονα είμαι και πολύ σοβαρός, πεθαίνω για να γίνονται σωστά τα πράγματα. 

Τα μαλλιά τα είχατε αφήσει μακριά από νέος;

Α, τα μαλλιά είναι άλλη ιστορία και δεν μου το έχουν ρωτήσει ποτέ! Τον Ιανουάριο του 1970 βρισκόμουν στο Ανόβερο και τράβηξα για το σταθμό του τρένου. Ήταν Κυριακή και μόνο εκεί κυκλοφορούσαν οι ελληνικές εφημερίδες. Παίρνω τα «Νέα», κάθομαι στο αυτοκίνητο και διαβάζω «Σκοτώθηκε ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου». Κόντεψα να πάθω ανακοπή...Τρελάθηκα, άφησα τ' αυτοκίνητο, πήγα σπίτι που με περίμενε η Μαίρη, η πρώτη γυναίκα μου, και άρπαξα ένα φτυάρι. Άρχισα να φτυαρίζω τα χιόνια επί ώρες...Τότε αποφάσισα πως δεν θα ξανακόψω τα μαλλιά μου, ούτε θα ξαναξυριστώ. Αποφάσισα επίσης να φοράω μόνο μαύρα, ούτε επίσημα ενδύματα, ούτε φράκα. Με το τελευταίο είχα ιδιαίτερα προβλήματα σε music halls και διάφορες ορχήστρες, όπως στο Σικάγο, θυμάμαι. Θέλανε φράκο ή σμόκιν τουλάχιστον. 

Κάνατε άλλη μία ανατρεπτική πράξη, έτσι;

Ναι, συμφωνώ, αλλά εγώ το έκανα στη μνήμη του φίλου μου, που «έφυγε». Μέχρι σήμερα είμαι έτσι. Υπόψιν, ούτε και μαύρα φόραγαν τότε.

Αν σας ρωτούσα να μου πείτε τις διαφορές μεταξύ του Χρήστου και του Xenakis, ποιες θα ήταν;

Θα είχατε δίκιο αν με ρωτούσατε, πολύ δίκιο, γιατί κρύβει ένα μυστικό η ερώτηση αυτή: Φαίνεται σαν να έχουν διαφορές αυτοί οι δύο, ενώ είναι ίδιοι απ' άλλους δρόμους. Ο Χρήστου επίεζε τα πράγματα με δυνατό ψυχισμό εξ ου και η «Αναπαράσταση» του, πράγματα που δεν στα'βγαζε ο Βέρντι λόγου χάριν. Ο δε Xenakis προχωρά τα έργα του σε τέτοιο υψηλό σημείο δυσκολιών, που όταν τραγουδάς ένα έργο ή παίζει τα έργα του μία ορχήστρα, προσπαθείς να διασωθείς. Κοιτάς την παρτιτούρα με τεράστια αγωνία και κοιτάς να μην καταστραφείς λόγω των ακραίων ατμοσφαιρικών και ηχητικών καταστάσεων.

Καταστάσεις που, ωστόσο, εσάς σας «έφτιαχναν». 

Ε, βέβαια, ασυζητητί. Ακόμη δεν έχω βρει συνθέτη που να'κανε τέτοια πράγματα. Ήταν και ο Χρήστου, αλλά δεν άφησε τόσα πολλά έργα. Θυμάμαι πολλές φορές που ταξιδεύαμε με τον Xenakis και τρώγαμε παρέα, να με ρωτάει: «Πες μου γι' αυτόν τον συνθέτη τον Χρήστου που κάνει πράγματα στην Ελλάδα». Κι εγώ του μιλούσα γι' αυτόν. Πέθανε και ο Χρήστου πάνω στην πιο δημιουργική ηλικία του, πέθανε πολύ μετά και ο Xenakis - και οι δύο Γιάννηδες...Τον Χρήστου τον εκτιμούσε πολύ και ο Χατζιδάκις ως μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Δεν έγραφαν άλλοι πουθενά τέτοια μουσική που έμπλεκε τη φιλοσοφία, τους γιόγκι και τη μαγεία. Θα κάναμε πρεμιέρα την «Ορέστεια» στην Οζάκα της Ιαπωνίας, είχε γράψει όλο το σκεπτικό του κι ετοιμαζόταν να βάλει τις νότες του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε. 

Πάμε τώρα σ' ένα άλλο: Παρατηρώ πως αν και υπηρετήσατε κατά κόρον τη σύγχρονη μουσική, δεν διστάσατε να συνεργαστείτε και με πιο νέα παιδιά του λεγόμενου «έντεχνου»: Τον Πέτρο Περάκη, τον Σταύρο Παπασταύρου, τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ που κάνατε το «Βλέποντας το θρίλερ» κ.α. Αφήνω εκτός για την ώρα τη θρυλική «Λιλιπούπολη».

(γελάει) Α, το «Βλέποντας το θρίλερ» μ' αρέσει και μένα πολύ! «Τα Μελωδόνια» του Πέτρου Περάκη και της Παυλίνας Παμπούδη βγήκαν από τον Σείριο του Μάνου και τα θεωρώ πολύ σπουδαίο έργο. Έλεγα, μάλιστα, ότι'ναι το ωραιότερο έργο που'χα δει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το έβαζα πάνω κι απ' τη «Λιλιπούπολη»! Ο Περάκης ζει στην Κρήτη, έγραψε άλλο ένα έργο και είναι πια δάσκαλος μουσικής. 

Ξέρετε ότι με τη «Λιλιπούπολη», τα «Μελωδόνια» και το «Μίλα μου για μήλα» του Παπασταύρου, γίνατε ο αγαπημένος τραγουδιστής των μικρών παιδιών;

Βέβαια και το ξέρω. Ότι και να κάνω με τα παιδιά, είτε τραγουδάω, είτε παίζω μαζί τους, είτε κάτι τα ρωτάω, με απελευθερώνουν. Είμαι εκεί πέρα 101%! Όταν κάναμε τη «Λιλιπούπολη» στο Μέγαρο είχαν έρθει όλοι οι πολιτικοί, ακόμη κι ο πρόεδρος της Βουλής, με τα εγγόνια τους και χόρευαν. Υπάρχει ακόμη και η «Συνέλευση των ζώων», το παιδικό έργο που κάναμε με τον Κουρουπό. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η ιδιαιτερότητα μου είναι να μπορώ ν' αφήνω τα συναισθήματα μου να επηρεάζουν 100% την τεχνική μου. 

Ζητούσατε τη συμβουλή του Χατζιδάκι όταν τα πιο πολλά νέα παιδιά, που σας έδιναν τα έργα τους, ανήκαν στον κύκλο του;

Όχι, αλλά όταν γινόταν η «Λιλιπούπολη», εγώ βρισκόμουν στην Αμερική και ο Μάνος μου τηλεφώνησε: «Σπύρο, κάνουμε ένα παραπάνω βήμα για τα παιδιά του Τρίτου Προγράμματος. Είναι μερικοί ταλαντούχοι νέοι συνθέτες και κοίτα να τους βοηθήσεις». Ερχόμουν εγώ, αυτοί τα είχαν ήδη ηχογραφημένα τα play back και τραγουδούσα από κάτω. Γινόταν της πουτάνας το κάγκελο, τα άλλαζα όλα! Τ' αγαπάω λοιπόν τα παιδικά τραγούδια, όπως και τα παιδιά, καθώς μου δίνουνε όλη την ελευθερία. 

Τα τραγουδάτε σήμερα στα εγγόνια σας τα τραγούδια αυτά;

Είναι πολύ μικρά ακόμα, αλλά τους βάζουμε κι ακούνε τα CD και μαθαίνουν. 

1981, Σπύρος Σακκάς - Μάνος Χατζιδάκις, πρόβα για τον Μουσικό Αύγουστο του Φεστιβάλ Ηρακλείου

Το 2005 δισκογραφήθηκε η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου, το έργο ζωής του Μάνου Χατζιδάκι. Εσείς δεν είστε μέσα, όμως. Σας πείραξε αυτό; Με το χέρι στην καρδιά.

Βεβαίως και με πείραξε. Στενοχωρήθηκα. Πάνω στα σχέδια της «Αμοργού», ο Μάνος είχε σημειωμένα: «Αυτό το τραγούδι, Σπύρος Σακκάς. Αυτό, Φλέρυ Νταντωνάκη». Τ' άλλο, ένας τενόρος ή ένας μπουζουξής, τα'χε όλα γραμμένα όπως και στην «Εποχή της Μελισσάνθης». Όταν ο Μάνος γύρισε στην Ελλάδα το '72 ο Πατσιφάς της ΛΥΡΑ είχε οργανώσει μια βραδιά, μια συγκέντρωση προς τιμήν του. Πήγαμε εκεί με τη Νταντωνάκη και τραγουδήσαμε τα νέα τραγούδια του Μάνου. Εκεί βρέθηκε κι ο Φρέντυ Γερμανός που μας κάλεσε στην εκπομπή του και τραγουδήσαμε πάλι μαζί με τη Φλέρυ όλα αυτά τα τραγούδια. Ο Πατσιφάς τον επιδοτούσε με λεφτά τον Χατζιδάκι και υποτίθεται θα δισκογραφούσε τα νέα έργα του, φτιαγμένα στην Αμερική. Φτάνουμε στο '79 - '80 όταν θα γινόταν «Η Εποχή της Μελισσάνθης» και μου είπε ο Μάνος ότι ήθελε να βάλει μέσα τον «Βασιλάκη τον Λέκκα», ενώ τα δικά μου τραγούδια θα τα'λεγε η Μαρία Φαραντούρη. 

Πιθανώς η εταιρεία να ήθελε τη Φαραντούρη που τότε μεσουρανούσε πραγματικά. Ο δε Χατζιδάκις έλεγε πως πάνω απ' τη Φαραντούρη δεν έβαζε καμία άλλη τραγουδίστρια στην Ελλάδα! 

Ισχύει απόλυτα και μου το'πε κι ο Μάνος. «Είναι κάποια πράγματα, Σπύρο μου, που με ξεπερνάνε» ήταν τα λόγια του. Εγώ πάλι θεωρούσα ότι'ναι καλό να'χει τη Φαραντούρη, εφόσον η Φλέρυ τότε είχε τα δικά της θέματα και δεν ήταν ιδιαιτέρως συνεργάσιμη. Ένα βράδυ που μείναμε μόνοι μας στον «Αυλό», του είπα: «Μάνο μου, μη σε βλέπω κάπως με τη ''Μελισσάνθη''. Κάντο όπως το ονειρεύεσαι και μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Ούτε στο ελάχιστο μη σκεφτείς ότι στενοχωριέμαι. Το'χα υπολογίσει, αλλά δεν τρέχει και τίποτα, κάνουμε άλλα πράγματα εμείς». 

Δεν πειράζει, τραγουδήσατε στο Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο και σήμερα σώζεται η ηχογράφηση που θεωρείται συλλεκτική και ιστορικής σημασίας.

Βέβαια! Εκεί κάναμε και τα περίφημα «Πινδαρικά». Η συναυλία αυτή στο Μουσικό Αύγουστο του Ηρακλείου έμελλε να κλείσει μυστηριωδώς και ατυχώς όλο τον κύκλο του συγκεκριμένου φεστιβάλ, δηλαδή μετά δεν ξανάγινε. Σκοπεύω να το βγάλω σε CD το υλικό αυτό, το'πα και στον Γιώργο Χατζιδάκι, αλλά μετά δεν τον ξαναβρήκα. Άμα δεν γίνεται, θα κοιτάξω να το κάνω και μόνος μου. Τραγουδάω τον «Καπετάν - Μιχάλη», τον «Μεγάλο Ερωτικό», την «Αμοργό» και «Τα Πινδαρικά». 

Μην ξεχάσουμε και τα πέντε τραγούδια του έργου «Παίδες επί Κολωνώ», ένα υπέροχο έργο του Χατζιδάκι γραμμένο πάνω στη φωνή σας. 

Πολύ ωραία τραγούδια ήταν αυτά! Καμωμένα απλά σαν ρεμπέτικα και liede μαζί. Είναι κρίμα, πάντως, που δεν κυκλοφόρησε η «Αμοργός» με μένα και τον Μάνο στο πιάνο απ' τον Μουσικό Αύγουστο, αλλά τότε - βλέπεις - γύριζαν τον άλλο δίσκο με τον Κυπουργό. Υποτίθεται ότι είχε αφήσει οδηγίες ο Χατζιδάκις. Τίποτα δεν είχε αφήσει ο Χατζιδάκις εκτός από κάποιες ιδέες γραπτές και κάποιες νότες! Του τα'πα του Κυπουργού δια ζώσης: «Πως είσαι σίγουρος ότι ο Μάνος θα τα'κανε έτσι; Δεν καταλαβαίνεις ότι θα'χε το inspiration της στιγμής να προσθέσει ή ν' αφαιρέσει; Κι εσύ, Βρούτε;» Έτσι ακριβώς του είπα! 

Κοιτάξτε, ενδεχομένως να του έγινε ανάθεση του Κυπουργού γι' αυτό το έργο. Σε μένα ο Γιώργος Χατζιδάκις είχε δηλώσει προ δεκαετίας και βάλε, κάτι που ακούστηκε σκληρό: Οι χατζιδακικοί ερμηνευτές, εξαιρουμένης της Φλέρυς Νταντωνάκη, που δεν ζει πια, έκλεισαν τον κύκλο τους.

Δικαίωμα του να το λέει και είναι αλήθεια. Εγώ δεν έχω τη λάμψη της φωνής μου, όπως πριν από 20 και 30 χρόνια, αλίμονο! Το θέμα απ' ότι κατάλαβα είναι ότι του ίδιου δεν του πολυάρεσαν τελικά οι επιλογές του ίδιου του Μάνου. Δεν τις κατανοούσε ιδιαίτερα. Όταν τον βρήκα κάποια στιγμή για το θέμα, μου είπε το εξής: «Ο Κυπουργός απεφάνθη πως σε ένα σημείο, στον Μουσικό Αύγουστο, ο Μάνος έπαιζε λάθος». «Βρε, τι λες;» του απάντησα, «αν έπαιζε λάθος ο Μάνος, θα σου'λεγα εγώ να το βγάλουμε;» Τι ήταν το λάθος, νομίζετε; Ένα σημείο που ξεχνάει ο Μάνος τι έχει παίξει, γιατί το συγκεκριμένο σημείο στην «Αμοργό» το είχε ασυμπλήρωτο. Έπαιζε απλά κάτι άλλο μέχρι που το ξαναβρήκε. Και όμως αυτό στάθηκε, υποτίθεται, εμπόδιο για την κυκλοφορία του ανέκδοτου υλικού μας. Πάντως, προτίθεμαι να γράψω μία επιστολή στον Γιώργο Χατζιδάκι που θα λέει ότι θα προχωρήσω στην έκδοση της συναυλίας από τον Μουσικό Αύγουστο.

Ποια θεωρείτε μεγαλύτερη τύχη στη ζωή σας, κύριε Σακκά;

Όλα τα πρόσωπα που κατευόδωσαν την ύπαρξη μου. Μάνος, Γκάτσος, Ελύτης, Κουν, Βολανάκης, Φλέρυ, Xenakis, Χρήστου, όλοι οι φίλοι μου που ήδη προανέφερα. Υπάρχουν μέσα μου μέχρι σήμερα που κάνω το ερευνητικό μου πρόγραμμα για τη φωνή του ανθρώπου. Με κάνανε από το ΑΠΘ επίτιμο διδάκτορα πέρσι και πριν μερικούς μήνες απ' αυτό, ήρθε και το βραβείο της Ακαδημίας. Ο λόγος ήταν η θέση μου στο τραγούδι μέσα απ' τις πιο σύγχρονες μορφές τέχνης. Κάτι είναι όλα αυτά για μένα που έζησα 25 χρόνια στην Αμερική κι άλλα τόσα στην Ευρώπη, που εισέπραξα την αγάπη και τις ευχαριστίες των ακροατών. Ξέρετε, δεν χαίρει και μεγάλης εκτίμησης όλο αυτό το κομμάτι των αξιών που υπάρχει στην Ελλάδα. Ούτε εκεί, αλλά ούτε κι εδώ! Ποιος θα βρεθεί να πει: «Α, τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών»;

Πάντα δεν συνέβαινε αυτό, όμως;

Ναι, πάντα. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, από το millennium και για εννιά χρόνια πηγαινοερχόμουν, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο, χωρίς να ερευνώ τίποτα. Ήταν πολλά τα παιδιά, ομαδικά ωραία πράγματα. Αξιολογούμαστε και μόνοι μας, θέλω να πω, μέσα απ' την αγάπη των άλλων ανθρώπων. 

Ευτυχής νιώθετε με τη ζωή που κάνατε;

Ναι, θα το έλεγα! Και λίγο παραπάνω βέβαια, δεν θα με χάλαγε (γέλια). Δεν κατόρθωσα, ας πούμε, να ηγηθώ στην όπερα, στα μεγάλα θέατρα. Ασχολήθηκα με πολλά πράγματα κι αυτό ήθελε μεγάλη προσήλωση. Κάθε φορά που έμπαινα μέσα στην όπερα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έλυνα κόμπους που υπήρχαν κι έδινα διαφορετικές εκτελέσεις. Πολύ μου άρεσε να απορυθμίζω τα πράγματα από την έμπνευση της στιγμής. Το κομμάτι, όμως, που μ' ενθουσίασε πιο πολύ στη ζωή μου, ήταν το liede, τα γερμανικά τραγούδια, αφού τραγούδησα όλο τον Σούμαν, τον Σούμπερτ, τον Μπραμς, ότι μπορείτε να φανταστείτε. Η ζωή μου ήταν για μένα, το ότι η φωνή, συνοδεία ενός πιάνου μόνο, άρχισε να παρουσιάζει εσωτερικότητες σε κάθε λυρικό τραγούδι. 

Έχετε δύο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη. Ο Κωνσταντίνος Σακκάς έγινε επίσης μουσικός και γράφει πολύ ωραία τραγούδια. Τα βλέπετε σαν τη φυσική σας συνέχεια τα παιδιά σας;

Ο Κωνσταντίνος και η Κατερινούλα μεγάλωσαν μαζί μας με τη Νατάσσα. Δεν είχα άλλα παιδιά με την πρώτη μου γυναίκα και αν συγχωρώ τον εαυτό μου που άφησα τη Μαίρη, οφειλόταν σε δύο πράγματα: Στο ότι ήμουν πολύ ερωτευμένος με τη Νατάσσα - κι εκείνη το ίδιο, πάρα πολύ - και στο ότι κάναμε παιδιά. Δεν θα έκανα διαφορετικά την κίνηση να φύγω απ' τη Μαίρη, που ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και από μία σπουδαία οικογένεια. Δεν έχω ενοχές, γιατί τα δύο πράγματα που σας είπα, είχαν μεγάλη σημασία τελικά στη ζωή μου: Τα παιδιά που ήρθαν, τα'χαμε από μικρά μαζί μας. Πήγαινα ταξίδια και τα έπαιρνα μαζί μου. Ο Κωνσταντίνος, όμως, ενώ έπαιζε πολύ καλό πιάνο απ' το δημοτικό, δεν θέλει να παίζει για τον κόσμο. «Δεν πειράζει, παίζω για μας» μου έλεγε, έλα όμως που στα 15 - 16 του διοργάνωσε μόνος του φεστιβάλ για νέους. Ούτε ξέρω πως τα κατάφερε, βρήκε μόνος του λεφτά κλπ. Μια μέρα μου είπε: «Πήρα μια απόφαση, μπαμπά. Να τελειώσω το πανεπιστήμιο στην Αθήνα και θα σε παρακαλέσω να μου δίνεις δέκα ευρώ την ημέρα για να τα καταφέρω». Και τα κατάφερε μέσα σε δυόμισι χρόνια με βαθμούς υπέροχους! Χάρηκα που κράτησε το λόγο του. Ύστερα από ένα χρόνο ξανάρχεται και μου λέει: «Μπαμπά, έχουμε καθόλου λεφτά να φύγω για Βαρκελώνη να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου πάνω στην οργάνωση και διεύθυνση φεστιβάλ;» Του έδωσα ότι είχα και δεν είχα, τα τελευταία μου λεφτά (γέλια). Πήγε, γύρισε, βρήκε και τη Μαρία, την κοπέλα που'ναι μαζί, έκαναν το παιδάκι τους και ξεκίνησαν τη δουλειά τους. Αγωνίζονται και προχωράνε με συνέπεια και ευαισθησία. Κάποια στιγμή έδωσε τραγούδια του στην Ελευθερία Αρβανιτάκη, στην οποία άρεσε το υλικό του και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. «Κοίτα, καημένε μου» του είπα, «μην τραγουδήσω εγώ τελικά τα τραγούδια σου και τα ''σκοτώσω'', σ' τα κάνω κάτι άλλο»! Και η Κατερίνα, όμως, είναι ένα σπάνιο πλάσμα. Έκανε δύο παιδιά με τον άντρα της και τα αγαπάνε, τα προσέχουν...Ίσως τελικά τα παιδιά και τα εγγόνια μου να'ναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, κάτι που ο οποιοσδήποτε άλλος θα'λεγε στη θέση μου.    

Είστε πια 82 ετών...

Εγώ είμαι 85 τώρα.

Στο βιογραφικό σας στο διαδίκτυο αναφέρεται ως έτος γέννησης σας το 1938.

Όχι, είμαι γεννημένος το '36, μπήκα στα 85. Δόξα τω θεώ που κρατιέμαι καλά ακόμα. Έβγαλα και τον προστάτη μου πρόσφατα, γιατί με ταλαιπωρούσε με σαχλαμάρες...

Βλέπετε ακόμα μακροπρόθεσμα;

Σκέφτομαι να κάνω κάτι πολύ σοβαρό για μένα: Όλες αυτές οι εμπειρίες και οι σκέψεις που κάνω να μετατεθούν σε νέα παιδιά. Έτσι, στα εργαστήρια που κάνω κι είναι 40 παιδιά περίπου, θα ήθελα να ελευθερωθεί το μυαλό και το σώμα τους ώστε να κάνουν ελεύθερο τραγούδι και ποιητικό θέατρο. Να μπορέσουν να βγουν απ' τον χαρακτήρα που'ναι ο καθένας τους, αφού η φωνή είναι παράγωγο του μυαλού, του σώματος και του νευρικού - μυικού συστήματος. Ελπίζω να γίνει και αν έχω τη δυνατότητα, μέσα σε δύο ή τρία χρόνια το πολύ, θα ήθελα να ανεβάσω μία τραγωδία με μία σκηνοθεσία- να την πω- έτσι όπως τη γνώρισα από τον Κάρολο Κουν και τους μεγάλους δασκάλους μου. 

Τελειώσαμε, καθώς ξανάπιασε βροχή, καθόμαστε έξω και θα πουντιάσουμε. Πως σας φάνηκε που αφηγηθήκατε ολόκληρη τη ζωή σας;

Ου, χίλια βιβλία μπορώ να γράψω εγώ. Πολύ ωραία τα είπαμε, όμως, και να δω τι θα τα κάνετε όλα αυτά! Δεν μπορώ παρά να σας ευχαριστήσω θερμά γι' αυτή την κουβέντα. 

πηγη:https://www.koutipandoras.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου