Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 17 Φεβ 2020
Γιάννης Κοκιασμένος: «Η Αριστερά δεν θα χάσει ποτέ το γόητρο της»
Κλίκ για μεγέθυνση
Αντώνης Μποσκοΐτης
17/02/2020, 09:00
 

 

Ευρέως γνωστός έγινε ως πατέρας της Στρέλλας στην ομώνυμη επιτυχημένη ταινία του Πάνου Κούτρα. Ο Γιάννης Κοκιασμένος μοιράζεται στο koutipandoras.gr το πάθος του για το σινεμά, το θέατρο, την πολιτική, τη λογοτεχνία και, βέβαια, τα άλογα. 

Σαν «Αμερικάνος με μπλου τζιν και μπότες», όπως έλεγε εκείνο το τραγούδι του Τάκη Αντωνιάδη στα 90s. Βλέμμα σπινθηροβόλο, φωνή εικοσάρη και γέλιο τρανταχτό, εγκάρδιο, μικρού παιδιού. Αυτά είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του καλού ηθοποιού Γιάννη Κοκιασμένου, που πριν από 25 χρόνια μπορεί να τον κέρδισε η υποκριτική, δεν σταμάτησε όμως να ασχολείται με τα αγαπημένα του άλογα ως καθηγητής πλέον ιππασίας. 

Τον Κοκιασμένο τον γνωρίσαμε μέσα από τον πιο τολμηρό ρόλο της πορείας του και, γενικώς, έναν απ' τους πιο τολμηρούς ρόλους στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο: Αυτόν του Γιώργου, που συνάπτει ερωτική σχέση με μια τρανς, τη Στρέλλα, δίχως να γνωρίζει πως στην πραγματικότητα πρόκειται για τη φύση που πάντα επιθυμούσε νά'χει ο χαμένος γιος του. 

Τον είδαμε και σ' άλλες ταινίες, κυρίως της σκηνοθέτιδας Ελισάβετ Χρονοπούλου, της πρώην συζύγου του και μητέρας του παιδιού τους. Στο θέατρο, επίσης, σε αυστηρά επιλεγμένες δουλειές και καθόλου σχεδόν στην τηλεόραση, την οποία δεν συμπαθεί ιδιαιτέρως. 

Αφορμή για τη δική μας συνάντηση ήταν η συμμετοχή του στο έργο «Βασιλιάς Αλέξανδρος» του Ανδρέα Κεντζού που σκηνοθετεί αυτό τον καιρό στο θέατρο «Μπιπ» η Αρκαδία Ψάλτη. Η κονιορτοποίηση στην ουσία της αγίας ελληνικής οικογένειας μέσα από τον παππού - πρότυπο, το χαρακτήρα που υποδύεται ο Κοκιασμένος, και που τελικά μόνο πρότυπο δεν είναι...Συν τοις άλλοις η δημόσια κουβέντα μας επεκτάθηκε και σε πολλά άλλα θέματα: Τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, την πολιτική και, φυσικά, τα άλογα! 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Πρέπει να σας πω ότι με εντυπωσίασε η τόσο νεανική φωνή σας από το τηλέφωνο. Σαν να μιλούσα με έναν άνθρωπο 25 ετών, που κοντεύει τα 60 στην πραγματικότητα και που δεν έχουν γεράσει οι φωνητικές χορδές του.

Πράγματι, είμαι γεννημένος το '61, δηλαδή 59 ετών. Εγώ λέω να έρθετε να δείτε την παράσταση, όπου υποδύομαι τον παππού της οικογένειας και χρειάζεται ν' αλλοιώνω τη φωνή μου. Δεν έχω να πω κάτι επ' αυτού. Είναι μάλλον ένα δώρο της φύσης, άρα δηλώνω ευγνώμων. 

Πάντως, μια τραγουδίστρια μου'χε πει κάποτε πως ο άνθρωπος απ' τη φωνή του γερνάει, απ' τη χαλαρότητα των μυών του λαιμού.

Εμένα, ενώ στα νιάτα μου θα με έλεγες τενόρο, τώρα πια είμαι πιο πολύ μπάσος.

Τραγουδούσατε; Δεν το ήξερα.

Ναι, από καουμπόικα μέχρι διάφορα κάντρι συγκροτηματάκια, που είχαμε φτιάξει (γέλια) Θέλω να πω ότι παλιά, όταν έβγαζα ένα «λα», έφτανε στην ψιλή οκτάβα του, ενώ τώρα την πάω στη χαμηλή. Να κάτι που έγινε με το πέρασμα των χρόνων και που ισχύει για τους περισσότερους, νομίζω. Με τα χρόνια, δηλαδή, «κατεβαίνει» και μένα στη ζωή μου, αν εξαιρέσουμε τα άλογα και τη λογοτεχνία, δεν με απασχόλησε ποτέ η συστηματική τραγουδιστική εκπαίδευση. Από κει και πέρα, δεν ξέρω τι γίνεται με τους ανθρώπους που τό'χουν σπουδάσει. 

Ας μείνουμε στα κάντρι συγκροτηματάκια. Πότε φτιάχτηκε το πρώτο, ας πούμε;

Κάναμε κάτι συναυλίες αρχικά στο θέατρο «Πορεία» και μετά παίζαμε σε μπαράκια.

Μιλάμε για παλιά;

Όχι, για τώρα μιλάμε, για το 2010. Μετά φτιάξαμε κι άλλο ένα σχήμα με τους Dust Bowl, εμπνευσμένο απ' τους ανεμοστρόβιλους που αφάνισαν τις φυτείες στην Οκλαχόμα και φεύγαν όλοι και πηγαίναν στην Καλιφόρνια, γιατί οι περιουσίες τους είχαν καταστραφεί. Μετά μπήκαν κι οι τράπεζες στη μέση...

Αναφέρεστε σ' ένα κραχ στην αγροτική βιομηχανία των ΗΠΑ του 1930. Τόσο πολύ σας ενδιαφέρει, παρατηρώ, η αμερικανική κουλτούρα;

Ναι, μ' ενδιαφέρει. Υπάρχει καλή και κακή κουλτούρα, όπως σε κάθε τόπο και σε κάθε λαό. Έτσι κι αλλιώς, αν υποτεθεί πως μου αρέσει εξίσου η ελληνική κουλτούρα, αυτή τη στιγμή βλέπουμε μπροστά μας και τα ζούμε, εκτρώματα. Κάθεσαι και λες «που θα πάει όλος αυτός ο φασισμός;» Εν πάση περιπτώσει, δεν επεκτείνομαι.

Θα επεκταθούμε στη συνέχεια. Σας βλέπω τώρα απέναντι μου με το καπέλο σας και θυμίζετε βέρο Αμερικανό!

(γελάει) Βέρο Αμερικανό της μουσικής και του κινηματογράφου, όμως.

Του Μπομπ Ντίλαν και του Σαμ Πέκινπα, σαν να λέμε;

Ακριβώς! Όταν ήμουν μικρός, σκεφτείτε, με φώναζαν στο σχολείο «Αριζόνα»! Ήθελα να πάω στην Αριζόνα! Σ' αυτό το πλαίσιο, είχα πάρει ένα άλογο κι είχα ανέβει στην Πάρνηθα. Είχε έρθει κι ένας φίλος, φρικιό, τρελό χιπαριό, με οτοστόπ. Βρήκαμε ένα ξέφωτο, ένα πλάτωμα, όπου είπα «Τώρα ή θα περάσω τις καλύτερες μέρες της ζωής μου ή θα χάσω όλα τα λεφτά μου, που έδωσα για να αγοράσω το άλογο». Την είχα αφήσει ελεύθερη τη φοράδα, ήταν και μικρούλα, ανασφαλής, οπότε πήγαινε για βοσκή χωρίς να φεύγει από κοντά μας. Εμείς ήμασταν μεσ' στα sleeping bags γύρω από μια αναμμένη φωτιά. Το ίδιο βράδυ, μεταξύ αλκοόλ, φωτιάς και της παρουσίας του αλόγου, ο φίλος μου έκανε ένα τατουάζ, έναν hand made κάκτο, με κάτι βελόνες που είχε μαζί του κλπ. Έτσι, λοιπόν, καταγράφηκα ως «ο κάκτος της Αριζόνα».

Τι ηλικία είχατε όταν γίνονταν όλα αυτά;

Στα 16 μου.

Και είχατε την οικονομική άνεση στα 16 σας να αγοράσετε άλογο;

Ήτανε απ' τα άλογα τα πρώην του ιπποδρόμου, που δεν είχαν πιάσει τους χρόνους και είχαν βγει εκτός. Ούτως ή άλλως, τα άλογα του ιπποδρόμου βγαίνουν εκτός στα εφτά τους χρόνια και μετά γίνονται σαλάμι στην Ιταλία.

Πόσο ζουν τα άλογα;

Γύρω στα τριάντα χρόνια.

Τι να απέγινε εκείνη η πρώτη σας φοράδα;

Αυτό που σας είπα πρέπει να ήταν το '77 ή το '78, οπότε...Δεν νομίζω, πάντως, να κατέληξε σαλάμι γιατί μετά την είχα δώσει σ' ένα καλό άνθρωπο, ο οποίος την πρόσεξε. 

Δένεστε συναισθηματικά με τα άλογα, έτσι;

Απολύτως! 

Στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου, το άλογο παρουσιάζεται σαν ένα σύμβολο ελευθερίας. Το πιστεύετε αυτό;

Σύμβολο είναι, μόνο που υπό τον ανθρώπινο ζυγό μάλλον το αντίθετο συμβολίζει. Βέβαια, ένα άλογο που καλπάζει ελεύθερο και ανεμίζει η χαίτη του, σίγουρα είναι σύμβολο ελευθερίας. 

Έχει κάτι ιδιαίτερο σαν ψυχοσύνθεση το άλογο;

Κατά πρώτον, είναι ζώο αγέλης. Δεν μπορείς ν' αφήσεις ένα άλογο μόνο του, θα πάθει κατάθλιψη. Καλό είναι να'χει παρέα άλλα άλογα δηλαδή. Επίσης, παίρνεις και κάπως το ρόλο του αρχηγού της αγέλης κι έτσι φτιάχνεις μια σχέση. Εγώ, ας πούμε, όταν πλησιάζω τις φοράδες μου, χλιμιντρίζουν, με αναγνωρίζουν και με καλωσορίζουν. Κοιτάξτε, εγώ είμαι πλέον 59 χρονών, έχω ξεκινήσει από παιδάκι, είμαι προπονητής πολλά χρόνια και κάποτε μου έβγαινε ένας τσαμπουκάς και μια ανάγκη επιβολής πάνω στα άλογα. Όσο μεγαλώνω, θέλω πια ν' ακολουθώ ένα άλογο και όχι να του επιβάλλομαι. Μαλάκωσα ίσως με τα χρόνια, αλλά αυτό που εφαρμόζω στις προπονήσεις μου είναι να αφήνεις το άλογο να σε πηγαίνει, η τέχνη τού να μην κάνεις τίποτα εσύ. 

Ακούγεται σαν η συντροφικότητα με τα άλογα να σας έκανε και καλύτερο άνθρωπο.

Νομίζω πως ναι! Η ιππασία είναι παιδαγωγική δραστηριότητα εξίσου, γιατί πρέπει να κάνεις κάτι σε συνδυασμό με ένα άλλο έμβιο ον, πράγμα που σημαίνει πως αν είσαι πολύ «τσαμπουκάς» πρέπει να κατεβάζεις τα γράδα σου ή αν είσαι πολύ «παθητικός», να τα ανεβάζεις. Να βρεις ένα τρόπο να συνεννοηθείς κι αυτό βοηθά κατά μία έννοια στην κοινωνικοποίηση. Σίγουρα όλα αυτά καταρρέουν αν έχεις ένα πλούσιο μπαμπά που σου λέει «Δεν τα πήγες καλά, αγοράκι μου, δεν πειράζει, θα σου πάρω άλλο άλογο»!

Τους δίνετε και ονόματα; Τι σχέση έχουν τα άλογα με τα ονόματα τους; Ακούνε, ανταποκρίνονται;

Ένα στάνταρ της ιππασίας, σαν δεισιδαιμονία, είναι πως το άλογο κρατάει το αρχικό του όνομα, ακόμη κι αν θες να του δώσεις υποκοριστικό. Αν είναι ένα δισύλλαβο όνομα με έντονα τα σύμφωνα, ανταποκρίνονται, γυρνάνε. Σαν τα σκυλιά κάπως. 

Είστε γεννημένος στην Κύθνο;

Όχι, στην Αθήνα γεννήθηκα, αλλά απ' την Κύθνο ειν' ο πατέρας μου. Η μητέρα μου είναι Αθηναία, μόνο αυτήν έχω πια. Αθηναία με καταγωγή από Κρήτη κι από Πελοπόννησο.

Και γιατί είστε τόσο ταυτισμένος με την Κύθνο;

Πήγαινα από παιδάκι, έχει και κάτι μεξικάνικο που εμένα με πιάνει βαθιά στην καρδιά μου...

Τι το μεξικάνικο νά'χει η Κύθνος; Δεν έχω πάει σε κανένα απ' τα δύο μέρη!

Ε, ότι έχουν γενικά οι Κυκλάδες, ξερά βουνά με πουρνάρια και αιχμηρά βράχια άμα μπεις σε καμιά ρεματιά. Οπότε μπορείς να κάθεσαι εκεί και να ονειρεύεσαι τον Εμιλιάνο Ζαπάτα και τον Πάντσο Βίλια και να τραγουδάς (γέλια).

Μέχρι να πας για τσιγάρα στου μπαρμπα - Μήτσου το περίπτερο...

Κοιτάξτε, άμα είσαι και λίγο φευγάτος, όπως εγώ, που είμαι πολύ φευγάτος, ε ζω εκεί την παραμύθα μου...

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Είναι ένα φευγάτο σπορ η ιππασία, σίγουρα. Δεν συνομιλώ κάθε μέρα με ανθρώπους που το κάνουν και το διδάσκουν.

Εγώ θέλω να το σκέφτομαι ως τέχνη, επειδή γενικά με τον αθλητισμό δεν τα πάω καλά. Βαριέμαι οτιδήποτε αθλητικό...Δεν είμαι ο αρμόδιος να το κάνει και δεν θα κάτσω τώρα να δώσω τον ορισμό ενός έργου τέχνης, αλλά άμα φανταστούμε ότι από προϋπάρχοντα στοιχεία, βγαίνει κάτι που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σύμπαν, θα το έλεγες καλλιτεχνικό έργο.

Θα ήθελα να επεκταθείτε.

Έχεις έναν καμβά, χρώματα, πινέλα, υπάρχουν αυτά. Έχεις ένα ζωγράφο, υπάρχει κι αυτός. Ένα δέντρο απέναντι που το βλέπεις. Κι αυτό υπάρχει. Ο ζωγράφος ζωγραφίζει το έργο κι αυτό αποτελείται απ' όλα τα στοιχεία μαζί, όμως την ώρα που θα φτιάξει το έργο, αυτό είναι η μοναδική στιγμή που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σύμπαν. Το άλογο και ο άνθρωπος, λοιπόν, γεννούν κάποιες μαγικές στιγμές που γίνονται ένα, σαν να'ναι ένα πλάσμα με έξι πόδια. Μιλάω για ελάχιστα δευτερόλεπτα, που συστήνουν ωστόσο ένα έργο τέχνης.

Έχετε παρευρεθεί σε θανάτωση αλόγου;

Ναι...

Πως είναι σαν εμπειρία;

Άγρια...Πυροβολισμός στο δόξα πατρί...Στο σημείο εκείνο του κρανίου που δεν έχει τη διπλή στρώση οστού. Εκεί πυροβολείται και μετά θέλει άλλη μία πίσω απ' τ' αυτί. Είναι η χαριστική βολή...Και η μόνη λύση για να μη βασανίζεται το ζώο. Θυμάμαι κάποτε μια φοράδα που είχε γεννήσει ένα νεκρό πουλάρι. Με την προσπάθεια να το βγάλει, παρέλυσε η μισή απ' τα πίσω καπούλια και κάτω. Προσπαθούσε να σηκωθεί και ξανάπεφτε. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα κι εκεί ο γιατρός απεφάνθη πως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση...Άλλη μια φορά έχω δει ένα πολύ γέρικο άλογο κι ένα πόνι που τα πυροβόλησαν δίπλα ακριβώς απ' τον ανοιγμένο λάκκο...Τραγική στιγμή! Ρε το γαμημένο το θάνατο, τι ωραία θα ήτανε να μην υπήρχε, να ζούσαμε για πάντα! 

Βαρετό δεν θά'ταν;

Ξέρω κι εγώ; Είναι τόσο ωραία η ζωή που, ειλικρινά, δεν ξέρω...

Να ζούσαμε για πάντα με ή χωρίς τις συνέπειες του χρόνου πάνω μας;

Εμένα μ' αρέσουν τα γηρατειά. Μικρό παιδί ήμουν και θυμάμαι τον παππού μου, που πέθαινε. Είχα πάει στο νοσοκομείο να τον δω - ήμουν στα 17 - και από μια ανοιχτή πόρτα είδα μια γιαγιά σε κατάσταση απόλυτης παραλυσίας. Δεν κουνιόταν, ήταν με μισάνοιχτο στόμα. Έφαγα μια φρίκη...Μετά, όμως, κατεβαίνοντας τις σκάλες του νοσοκομείου και πηγαίνοντας κατευθείαν στο «Gypsy Queen», ένα μπαρ που γινόταν της πουτάνας, σαν να μου τρύπησε το κρανίο μια τρελή σκέψη: Ότι είναι μεγαλείο να ξαναγίνεσαι μωρό που κάθεται ακίνητο, σε ταΐζουν, σε ποτίζουν και ζεις σ' ένα δικό σου κόσμο. Μου φάνηκε εξαιρετικά μεγαλειώδης η κατάσταση αυτής της γιαγιάς. 

Μεγαλειώδης η κατάσταση προ του τέλους δηλαδή.

Αυτό ακριβώς! 

Και άρα θα παίξετε τον παππού στον «Βασιλιά Αλέξανδρο» με μεγάλη ευκολία, να υποθέσω.

Θα κάνω ότι μπορώ (γέλια). Θα ανασύρω κι αυτή τη γιαγιά! Είμαι σε άγχος, αλλά το καλό και δημιουργικό άγχος, θα έλεγα. Όχι το παραπανίσιο!

Να πώς βοηθάνε τα άλογα τελικά!

Ίσως γι' αυτό χρησιμοποιούνται τα άλογα και για παιδιά με ειδικές ανάγκες ως η γνωστή θεραπευτική ιππασία, που τελικά είναι και για μας θεραπευτική. Μου έχει τύχει να βρεθώ στο στάβλο μετά από μια νύχτα καταστροφής, νά'χω πιει δυο μπουκάλια ουίσκι - σολ φα σολ και να με κλαίνε οι ρέγγες, αλλά όταν ανέβηκα στη σέλα, μετά από κάνα πεντάλεπτο, άρχισαν να κατεβαίνουν οι σφυγμοί και να γίνομαι καλά...Ξέχναγα και τα αλκοόλια και όλα! 

Αγαπάτε γενικά τα ζώα εκτός απ' τα άλογα;

Ναι. Δεν τρώω κρέας, ας πούμε. Θυμάμαι στο «Ε» της Ελευθεροτυπίας ένα ρεπορτάζ από τα σφαγεία. Ένας σφαγέας έλεγε σε συνέντευξη του: «Σαν κι εσάς είμαι, αλλά όταν απ' το πρωί ως το βράδυ σφάζω, άμα με κοιτάξει περίεργα μια αγελάδα θα της βγάλω το μάτι! Έχω κόψει τη μουσούδα γουρουνιού για τον ίδιο λόγο»! 

Καλός μαλάκας ήταν αυτός...

Έτσι κι εγώ είπα: «Όχι, ρε παιδιά, δε θέλω να'μαι κομμάτι αυτού του πράγματος»! Καταλαβαίνω πως ο θάνατος είναι μεσ' στη ζωή και πως αν ήμουν σ' ένα χωριό και μου έσφαζαν κατσίκι, θα τό'τρωγα, αλλά αυτό το βιομηχανικό πράγμα μού κάνει σε Άουσβιτς και δεν το μπορώ! Η συνέντευξη αυτού του σφαγέα δηλαδή άλλαξε την κοσμοθεωρία μου.

Ο Γιάννης Κοκιασμένος στην ταινία «Ένα τραγούδι δεν φτάνει» (2003) της Ελισάβετ Χρονοπούλου

Ας αφήσουμε την τέχνη των αλόγων κι ας πάμε στην τέχνη της υποκριτικής. Είστε ηθοποιός αυτοδίδακτος, σωστά;

Τυχαία προέκυψε. Έτυχε να'μαι παντρεμένος με την Ελισάβετ Χρονοπούλου και να κάνει την πρώτη ταινία της...

Πως γνωριστήκατε με τη Χρονοπούλου;

Συμμαθητές στο σχολείο! Στα 16 μας συναντηθήκαμε, δευτέρα λυκείου, και στα 27 μας τα φτιάξαμε μόνιμα. Εγώ ήμουν κολεγιόπαις, αλλά εξεδιώχθην, γιατί ήμουν κακό παιδί. Ήταν καλό το κολέγιο τότε, ενώ σήμερα είναι μια αηδία. Σου άνοιγε τα φτερά σου η τεράστια βιβλιοθήκη του και μένα μου έκανε καλό - φανταστείτε ότι είχαμε καθηγητή μουσικής τον Μάρκο Δραγούμη. Απ' το κολέγιο, λοιπόν, βρέθηκα στου «Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου», όπου ήρθε και η Ελισάβετ, άρτι αφιχθείσα μαζί με τον Πάνο Κούτρα από του «Ζηρίδη». Φτιάξαμε μια μεγάλη παρέα.

Ούσα κόρη του Διαγόρα Χρονόπουλου, η Ελισάβετ θα σας έβαλε σ' ένα αμιγώς καλλιτεχνικό περιβάλλον.

Έτσι είναι. Η Ελισάβετ τότε ήταν μοντέζ και δεν είχε τη σκέψη να γίνει σκηνοθέτις. Κάποια στιγμή έγραψε ένα σενάριο και το '95 γύρισε την πρώτη μικρού μήκους ταινία της, έγκυος κιόλας στον Κωνσταντίνο, τον γιο μας. Εκεί εγώ διετέλεσα βοηθός παραγωγής, οδηγούσα το φορτηγό, έπαιξα ένα ρολάκι, ήμουν σαν το παιδί για όλες τις δουλειές. Μετά έκανε μια δεύτερη ταινία, που επειδή δεν είχαμε λεφτά και δεν υπήρχε κάνας άλλος, έπαιξα εγώ και το έκανα καλά. «Χθες το απόγευμα» λεγόταν η ταινία. Γενικά, πάντως, είχα καλό ένστικτο στην κινηματογραφική υποκριτική.

Χωρίς σκέψη, όμως, για καριέρα.

Όχι και μάλιστα το κοροϊδεύαμε με την Ελισάβετ, λέγαμε πως οι πιο γελοίοι άνθρωποι στον κόσμο είναι οι ηθοποιοί. Εντελώς εγωκεντρικοί, αλλά τελικά λούζεσαι ότι κοροϊδεύεις.

Είναι βαριά κουβέντα.

Νέοι ήμασταν και προφανώς δεν πολυκαταλαβαίναμε. Σε ένα βαθμό, αυτός ο εγωκεντρισμός, που προφανώς τον έχω κι εγώ, εξ ου και κόλλησα, είναι δημιουργικός και ζωογόνος. Ήταν ένα στοιχείο που προφανώς υπήρχε στο χαρακτήρα μου. Στην Ελισάβετ τα οφείλω όλα, αλλιώς δεν θα'χα ανακαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο. Το αν υπάρχω σήμερα στο χώρο, η Ελισάβετ το σμίλεψε και να πω παρεμπιπτόντως ότι έχουμε χωρίσει, δεν είμαστε πια μαζί, για να μη δημιουργούνται παρανοήσεις. 

Έχετε δουλέψει κατά κόρον με τη Χρονοπούλου και αν υπολογίσουμε την ηχηρή συμμετοχή σας στη «Στρέλλα» του Κούτρα, δεν φύγατε ποτέ απ' το πλαίσιο της παρέας.

Εντάξει, έχω κάνει και σινεμά με τον Ηλία Δημητρίου, με τον Αντώνη Κόκκινο, όπως και με πολλούς άλλους στο θέατρο. Στην ουσία, πάντως, ποτέ δεν αποδεσμεύτηκα απ' την παρέα, που λέτε. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχα στο «Έλα να σου πω» της Κατερίνας Φιλιώτου, η πιο επιτυχημένη - κατά τη γνώμη μου - ελληνική μικρού μήκους ταινία!

Την είχα δει στο Φεστιβάλ Δράμας. Πράγματι, υπέροχη ταινία. Τη θυμάμαι ακόμα.

Ναι, σημείωσε πορεία, κέρδισε στο Φεστιβάλ του Κλερμόν Φεράν, έκανε πράγματα! 

Πότε αρχίσατε ν' αποδέχεστε την επαγγελματική ιδιότητα του ηθοποιού;

Όταν έγινε το 2003 το «Ένα τραγούδι δεν φτάνει» της Ελισάβετ, που ήταν και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου. Είχα πρωταγωνιστικό ρόλο! 

Ο Γιάννης Κοκιασμένος με τη Μίνα Ορφανού στη «Στρέλλα» (2009) του Πάνου Κούτρα

Η καθιέρωση ήρθε με τη «Στρέλλα», παρόλα αυτά, μια ταινία που αγαπήθηκε πολύ και έκανε επίσης σπουδαία πορεία.

Λόγω της φιλίας με τον Πάνο Κούτρα, ήμουν ή ο πρώτος ή ο δεύτερος άνθρωπος που διάβασε το σενάριο. Έπαθα την πλάκα μου! Του τηλεφώνησα: «Ρε συ, τον ''έχω'' τον Γιώργο, θα τον παίξω εγώ»! «Σιγά μην τον παίξεις εσύ» μου απάντησε ο Πάνος (γέλια). Αφού αρνήθηκαν όλοι οι άλλοι το ρόλο, ήρθε ύστερα από ένα χρόνο και μου είπε: «Ε, ας το δοκιμάσουμε με σένα μπας και το κάνεις τελικά εσύ». 

Γιατί αρνήθηκαν οι άλλοι που είχε στο νου του;

Θα φοβήθηκαν, φαντάζομαι. Η «Στρέλλα» γυρίστηκε το 2008 και βγήκε το 2009, ακόμη τα πράγματα δεν ήταν όπως είναι σήμερα στα LGBTI ζητήματα. Βασικό ρόλο έπαιξε, πιστεύω, η «Στρέλλα» σαν ταινία που την είδε ένα μαζικό κοινό.

Σωστό αυτό, αν σκεφτούμε πως πολλοί νέοι ηθοποιοί με ρωτάνε στα social media αν γνωρίζω προσωπικά τον Κούτρα, ώστε να τους στείλω στο κάστινγκ της καινούργιας ταινίας του.

Το καταλαβαίνω. Ο Πάνος, ως φίλος της οικογένειας, ήθελε να προστατέψει ακριβώς την οικογένεια. Μου έλεγε: «Ξέρεις, ρε μαλάκα, τι είναι να βγει πατάτα, να μας κράξει η Τατιάνα και να πηγαίνει στο σχολείο το παιδί σου και να του λένε ''Η αδερφάρα ο πατέρας σου'';» Τότε ήταν που είπα: «Ακριβώς γι' αυτό το λόγο θα κάνω τον πατέρα μιας τρανς, γιατί είμαι κομμουνιστής! Γιατί και μόνο που μου μιλάς για τον κίνδυνο ρατσισμού, ε δεν θα κάνω πίσω»!

Μπράβο σας! Αισθανθήκατε αμηχανία στα γυρίσματα, στις γυμνές σκηνές ειδικά;

Όχι, καμία αμηχανία. Καμία...

Ήσασταν ανέκαθεν χαλαρός με τα τρανς άτομα;

Ναι, βέβαια. Ο νονός, ας πούμε, του γιου μου είναι γκέι. 

Ρώτησα για τρανς, όχι για γκέι.

Όχι, εντάξει, δεν γνώριζα προσωπικά. Η Μίνα Ορφανού ήταν η πρώτη τρανς κοπέλα που γνώρισα.

Ίσαμε τότε ποια εικόνα είχατε για τις τρανς; Αυτήν της Συγγρού με όλα τα κλισέ;

Δεν είχα καμία εικόνα, ειλικρινά. Δεν ήξερα. Τη Μίνα γνώρισα σε μια οντισιόν που μας κάλεσε ο Πάνος να δοκιμάσουμε μαζί μία σκηνή. Ήμασταν, μάλιστα, κάτω στο γραφείο του Διαγόρα, του μπαμπά της Ελισάβετ. Πανηγύρι ήταν η Μίνα, άρχισε να τραγουδάει Κάλλας και άριες! Μετά γνώρισα και τη Μπέττυ Βακαλίδου, που παραμένει πολύ καλή μου φίλη. 

Σήμερα, με την απόσταση μιας δεκαετίας, που πιστεύετε ότι οφείλεται η επιτυχία της «Στρέλλας»;

Νομίζω είχε μια πάρα πολύ δυνατή ιστορία! Σ' αυτόν τον κόσμο μπορούμε να λέμε διάφορα πράγματα, «εγώ είμαι στρέιτ», «εγώ είμαι γκέι», «εγώ ειμ' αλλιώς», αυθαιρεσίες και μπούρου - μπούρου. Ο έρωτας, όμως, είναι τυφλός, μπορεί να σε χτυπήσει για μια γάτα που περνάει το πεζοδρόμιο και να ζήσεις ζόρι.

Ακραίο παράδειγμα.

Ακραίο, αλλά θέλω να πω ότι οι γενναίοι άνθρωποι αποδέχονται όλες τις μορφές έρωτα, ενώ οι δειλοί στρίβουν και φεύγουν. 

Στο σενάριο, βέβαια, του Κούτρα και του Ευαγγελίδη έχουμε και ένα θέμα που αποτελεί ακόμη μεγαλύτερο ταμπού, την αιμομιξία.

Ναι, φυσικά. Μπορείς, ας πούμε, να ερωτευθείς τον γιο σου, εξ ου και σας μίλησα για μια γάτα. Είμαι σίγουρος γι' αυτό που λέω! Θυμάμαι ότι είχα κάποια λεφτά και τα έβλεπα και τα ζαχάρωνα στην «Πολιτεία» τα άπαντα του Τζιάκομο Καζανόβα. Λέει κάπου αυτός ότι είναι με την κόρη του, 9 ετών, και το μυαλό του είναι κολλημένο σ' αυτήν. Ένα βράδυ ήταν με γκόμενα και δίπλα κοιμόταν η κόρη του. Χωρίς καμία αιδώ και συστολή, έγραψε πως «αυτό που μου ''συνέβαινε'', αν δεν είχα τη γκόμενα, θα το ''έσβηνε'' η κόρη μου». Μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι καθόλου παιδόφιλος, απλά μιλάω για πράγματα που μπορεί να συμβούν. Δεν είναι τυχαίο που λέμε τον έρωτα τυφλό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Φυσικά και είμαστε έλλογα όντα και σε ερωτική επιθυμία άνευ συναινέσεως, βάζουμε το χαλινάρι και το κρατάμε. Και για να μην ξεχνάμε, ο Γιώργος στη «Στρέλλα» δεν ήξερε ότι αυτή η τρανς κοπέλα ήταν ο γιος του. Βρήκα μεγαλειώδες επίσης στο σενάριο το ότι περνούν όλοι μαζί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. 

Εγώ πάλι βρήκα το φινάλε απόπειρα αλμοδοβαρισμού, πετυχημένο βέβαια, όσο κι αν θα προτιμούσα να τελείωνε η ταινία με το φευγιό της Στρέλλας από το ξενοδοχείο και την άρια να ακούγεται, αν θυμάμαι καλά.

Εγώ διαφωνώ εντελώς σ' αυτό! Δεν κάνω τον «διερμηνέα» του Πάνου τώρα, αλλά νομίζω πως η χαρά και η ευφορία είναι κεντρικό στοιχείο της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσης του. Σας θυμίζω το φινάλε και της «Επίθεσης του γιγαντιαίου μουσακά». Η χαρά είναι πηγαία και υπάρχει μεσ' στον Κούτρα!

Με τη διαφορά ότι ο «Μουσακάς» ήταν μια underground ταινία και όχι mainstream όπως η «Στρέλλα». 

Έχετε δίκιο, αλλά ο «Μουσακάς» έκανε εξίσου μεγάλη καριέρα, παιζόταν και παίζεται ακόμα! 

Το γνωρίζω, πλέον είναι κάπως σαν το δικό μας «Rocky Horror Picture Show».

Ακριβώς! Είχα και ρόλο στο «Μουσακά», τον κύριο Μπρεδήμα τον επιστήμονα (γέλια)

Πείτε μου κάτι άλλο, αντιμετωπίσατε έναν σνομπισμό, για να μην πω ρατσισμό, απ' τους άλλους συναδέλφους σας, τους επαγγελματίες;

Δεν θα το'λεγα. Ποτέ δεν είπε κανείς πως «χώθηκα» στο σινάφι τους. Πραγματικά, όχι, δεν ένιωσα ποτέ ανταγωνισμό. Ίσα - ίσα που με αγκάλιασαν και κάποια στιγμή, όταν άρχισαν να έρχονται οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι, είχα το backup των αλόγων ώστε να μη χρειάζεται να χτυπήσω πόρτες. Στην τηλεόραση, ας πούμε, δεν έχω παίξει, πέραν της «Ζωής εν Τάφω» πέρσι. Σ' αυτό ήμουν τυχερός και το οφείλω στα άλογα. Έβλεπα πολλούς ηθοποιούς στα φεστιβάλ, από δω κι από κει, αλλά δεν είδα κάποιον ν' ανασηκώνει το φρύδι (γέλια).

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Πιστεύετε ότι είστε καλός ηθοποιός;

Δεν ξέρω πως θ' ακουστεί, αλλά πιστεύω πως είμαι πολύ καλός ηθοποιός.   

Ευχάριστο είναι που δεν το λέτε μόνο εσείς αυτό.

Σκεφτείτε τι πλάκα που θα'χε να το'λεγα μόνο εγώ και να κυκλοφορώ στην Αθήνα, χτυπώντας στην πλάτη τους ανθρώπους: «Εϊ, είμαι πολύ καλός ηθοποιός, το ξέρετε, με ξέρετε;» 

Θα ήταν σχιζοφρενικό.

Σαν τον Δελαπατρίδη θα ήμουν (γέλια)

Πως να βλέπει ο γιος σας τη ζωή που κάνει ο πατέρας του;

Νομίζω πως είμαστε καλοί φίλοι. Ο γιος μου τελείωσε τώρα Εθνολογία και Ιστορία και τον ενδιαφέρει το εθνογραφικό ντοκιμαντέρ, άρα μπαίνει και μέσα στα κόλπα της μάνας του. Είδα μία ταινία που έκανε στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου και έπαθα πλάκα! Το θέμα ήταν το ξεκίνημα μιας μέρας κι αυτός πήγε και κινηματογράφησε το στήσιμο της λαϊκής. Φάνηκε τυχερός, γιατί κάποια στιγμή πέρασε ένας πλανόδιος σαξοφωνίστας και τον ακολούθησε. Εξαιρετική ταινία βγήκε! 

Κύριε Κοκιασμένε, είστε ένας έντονα πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης.

Ναι, είμαι!

Δηλώσατε κομμουνιστής πριν, αλλά εγώ πιο πολύ για αναρχικό σας κόβω.

Αριστερός είμαι, παιδί μου, η Αριστερά στην Ελλάδα αυτό ειν' όλο! Δεν υπάρχει τίποτα άλλο! Με ενοχλεί ο φασισμός που κάνει νιάου νιάου και κρύβεται πίσω από τα κεραμίδια σαν το νεοφιλελευθερισμό. Ξέρουμε πως πίσω απ' το νεοφιλελευθερισμό κρύβεται ο φασισμός καραμπινάτος!

Και τι κάνετε γι' αυτό;

Τι να κάνω...Ξέρω κι εγώ τι να κάνω; Έχω δυσκολία και δε θέλω ν' ακουστώ ηττοπαθής, γιατί είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος άνθρωπος, αυτή τη στιγμή όμως πρέπει να επανιδρυθεί η Αριστερά. Βλέπω και όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και λέω «Άντε, παιδιά, οργανωθείτε, γιατί χανόμαστε»!

Η Αριστερά έχει χάσει το γόητρο της;

Η Αριστερά δεν θα χάσει ποτέ το γόητρο της, διότι ότι σημαντικό έχει γίνει στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο, στα καλλιτεχνικά ειδικά, είναι αριστερό. Όσο και δογματικό ν' ακούγεται, το πιστεύω! Και ο Μάνος Χατζιδάκις αριστερός ήτανε! Μπορεί κάποιοι να μην ξέρουν το καλό, αλλά όταν το αναπαράγουν, βλέπουμε πως είναι αριστερό. 

Δεν θα διαφωνήσουμε.

Κάθε έργο τέχνης είναι αριστερό, ακόμη και οι ταινίες που γύρισε η Λένι Ρίφενσταλ. Ποια η διαφορά μεταξύ συντηρητισμού και προοδευτισμού; Στο συντηρητισμό θες να βλέπεις τον κόσμο απ' την ίδια οπτική γωνία που τον έβλεπες πάντα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος δηλώνει συντηρητικός ή και Ναζί, σαν τη Λένι Ρίφενσταλ. Κάνει, λοιπόν, τα ντοκιμαντέρ της που έχουν μεταθέσει την οπτική της πραγματικότητας και ξαφνικά σου ανοίγει ένα καινούργιο κόσμο. Αυτομάτως, αυτό που έκανε ήτανε αναμφίβολα αριστερό!

Για να το δεις αυτό, δεν πρέπει να'σαι καθόλου δογματικός, αλλά η Ρίφενσταλ πήγαινε σε κινηματογραφικά φεστιβάλ στα 70s και στα 80s- όπως θα ξέρετε- και την έκραζαν αντιφασίστες και αναρχικοί.

Ναι, γιατί δεν κατάλαβαν προφανώς το έργο της! Το έργο! Γάμα τον καλλιτέχνη, ας δηλώνει ότι θέλει, ας κάνει ότι θέλει, το έργο μετράει! Παρότι, βέβαια, ο Mick είπε: «The singer, not the song» (γέλια) 

Ισχύει για τον Διονύση Σαββόπουλο αυτό, λόγου χάριν;

Απόλυτα! Εμένα μου έφτιαξε την εφηβεία μου ν' ακούω την τούμπα του Μπαχ του Σπυρόπουλου! Ποιος θα τόλμαγε να το κάνει; Είναι πολύ μεγάλη η μουσική του Σαββόπουλου και ας λέει ότι παπαριά θέλει. Στα αρχίδια μας κιόλας αν λέει παπαριές ο Σαββόπουλος, σημασία έχει το έργο του, πού'ναι πολύ μεγάλο. Δε μπορεί ξαφνικά εγώ να διαγράψω τη «Δημοσθένους λέξις» ή το «Μπάλλο»!

Έχετε ευφράδεια λόγου, βλέπω.

(γέλια) Σήμερα με πετύχατε έτσι. Να βρεθούμε κι αύριο, να σας τα πω αλλιώς.

Δηλαδή άλλα λέτε σήμερα κι άλλα λέτε αύριο;

Ναι, άλλα λέω σήμερα και άλλα λέω αύριο.

Δεν θα μπορέσει κανείς έτσι να σταχυολογήσει τις απόψεις σας.

Ας μείνω κι εγώ ασταχυολόγητος (γέλια) 

Θα μείνετε και αψυχολόγητος, όμως.

Ναι, ok, απλά θέλω να πω ότι όλοι θα πεθάνουμε, δεν βαριέσαι, είτε μ' αυτές τις απόψεις, είτε με τις άλλες! 

Μήπως βαριέστε αυτή την κουβέντα;

Κάθε άλλο! Δεν είναι άσχετο αυτό που θα πω, που θα προσθέσω, αλλά πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι στην κάθοδο τους είναι ίδιοι. Οι άνθρωποι από την πρώτη Πτώση, όπως μας έλεγαν στα θρησκευτικά, έχουν κοινή Μοίρα. 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Βλέπω εδώ το βιβλίο σας, που μου χαρίσατε, σε επιμέλεια Αχιλλέα Κυριακίδη.

Ναι, πολύ καλός φίλος ο Αχιλλέας, οικογένεια.

Είναι το μοναδικό που έχετε εκδώσει;

Τώρα γράφω κάτι ακόμη, αλλά δεν ξέρω τι θα γίνει. 

Δεν φαντάζομαι να οφείλεται στην Χρονοπούλου και η ενασχόληση με τη λογοτεχνία. Η ίδια είναι μια καλή βραβευμένη συγγραφέας εκτός από σκηνοθέτιδα.

Όχι, όχι, εγώ από μικρός έβαζα θερμόμετρο στη λάμπα για να δείξει ότι έχω πυρετό ώστε να μείνω σπίτι και να τελειώσω μυθιστορήματα. Από παιδάκι διάβασα όλο τον Γουόλτερ Σκοτ και τον Αλέξανδρο Δουμά, τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον και τους πάντες!  

Λίγο που το ξεφυλλίζω, πάντως, μου κάνει σε ιστορίες...γουέστερν.

Η ήμερη, όμως, όχι η άγρια Δύση, αφού κανένας δεν σκοτώνεται εκεί μέσα. 

Και πως σας ήρθε η έμπνευση να γράψετε;

Βαριόμουν μια μέρα, καθόμουν στο σπίτι και δεν ήξερα τι να κάνω. Εννοείται πως πάντα ήθελα να γράψω, αφού για μένα το ανώτερο επίτευγμα του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι η γραφή! Κόμπλαρα κάπου, έλεγα πως δεν γίνεται να'μαι κι εγώ κομμάτι αυτού του μεγαλύτερου επιτεύγματος (γέλια). Εντάξει όλα τα άλλα, τα ηθοποιιλίκια κλπ., αλλά όχι και το γράψιμο...Είχα τρομερό σύμπλεγμα κατωτερότητας επ' αυτού...Είπα, τέλος πάντων, δε γαμιέται, θα κάτσω να γράψω όπως θα ήθελα να δω έναν καουμπόι στην καθημερινότητα του. Το έδωσα στην Ελισάβετ, η οποία μου'χε δώσει λίγες μέρες πριν τα διηγήματα του Κάρβερ. Εκεί κατάλαβα ότι δε χρειάζεται να οδηγεί προς κάπου το δικό σου λογοτέχνημα, δεν πρέπει να δίνεις απαραιτήτως τέλος στην ιστορία σου, μπορείς να τα αφήνεις τα πράγματα στον αέρα. 

Γιατί, όμως; Μ' ενδιαφέρει η απάντηση σας, αφού κι εγώ της ίδιας άποψης είμαι στη λογοτεχνία.

Να, βλέπεις αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο απέναντι μας που μιλάει στο κινητό του. Δεν θα μάθουμε ποτέ το τέλος της ιστορίας του. Δεν θα μάθουμε ποτέ στη ζωή μας, γενικώς, το τέλος της ιστορίας. Έχουμε συνηθίσει να υπάρχει τέλος...Αφού, λοιπόν, η Ελισάβετ διάβασε ένα πρώτο διήγημα μου, απεφάνθη πως είναι καλό. Έγραψα ακόμη ένα, το βρήκε το ίδιο καλό. Έτσι, γράφτηκαν πιο πολλές ιστορίες μ' έναν κεντρικό χαρακτήρα και το ταξίδι του. 

Λέτε η αριστοτελική αρχή της κάθαρσης να φυλάκισε ταλέντα στο πέρασμα των αιώνων;

Η λογοτεχνία είναι άπειρη όπως και το σύμπαν: Ένα καλό μυθιστόρημα μπορεί να'χει τέλος, μπορεί όμως και να μην έχει. Η κάθαρση ίσως ν' αποτελεί προσωπικό ζήτημα του καθενός.

Στον κινηματογράφο θα ίσχυε αυτό;

Νομίζω, ναι, σε όλες τις τέχνες. Να μπορείς ν' απομονώνεις ένα κομμάτι ζωής, να το δεις και μετά να στρέψεις αλλού το βλέμμα, άρα να μη μάθεις τι θα συμβεί στο τέλος. 

Δεν θα άφηνε μία αίσθηση ανολοκλήρωτου;

Θα άφηνε τον θεατή να εικάσει ότι θέλει και στο κάτω - κάτω της γραφής τι θα πει ανολοκλήρωτο; Ένας χτίστης ξεκινάει να φτιάχνει έναν τοίχο, αλλά τον βρίσκει μια καρδιακή προσβολή, πεθαίνει και ο τοίχος μένει ημιτελής. Αυτός, όμως, τον έχτισε! 

Λοιπόν, αυτό το'χα συναντήσει πρώτη φορά σε μια σειρά διηγημάτων του σκηνοθέτη Τάκη Κανελλόπουλου. «Ένας ειδωλολάτρης» ονομαζόταν το βιβλίο του και θα έλεγα ότι αρχικά την είχα βρει πρωτόλεια τη γραφή του ακριβώς γιατί δεν γινόταν τίποτα. Στην πορεία των χρόνων εκτίμησα και τη γραφή αυτού του ανθρώπου.

Μπορεί πίσω απ' αυτό το «τίποτα δεν γίνεται» να υπάρχει ένα μοναδικό βλέμμα παρατήρησης γεμάτο ποίηση επίσης. Δεν είναι μικρό πράγμα έναντι των όσων περιμένουμε καμιά φορά.

Είναι ώρα να πούμε για το έργο, στο οποίο παίζετε αυτόν τον καιρό.

Είμαι τυχερός που βρέθηκε αυτός ο νέος δεινός συγγραφέας, ο Ανδρέας Κεντζός. Υπάρχει ακόμη μια δεινή σκηνοθέτιδα, η Αρκαδία Ψάλτη, όπως υπάρχουν και δεινοί ηθοποιοί: η Ανδρομάχη Μαρκοπούλου, ο Σταμάτης Μπάκνης, ο Στράτος Σωπίλλης και η Δανάη Ντέμου. Ε, έχουν και μένα να με σούρνουν που'μαι ενστικτώδης ηθοποιός, αλλά μαθαίνω κιόλας πράγματα συνέχεια. Τώρα που μεγάλωσα, δικαιούμαι να λέω και αποφθέγματα σοφίας: Ο Γουίλιαμ Μπλέικ έλεγε πως τα στάδια του ανθρώπου είναι η αθωότητα, η εμπειρία και στο τέλος η οργανωμένη αθωότητα. Είναι όπως όταν ζωγραφίζει ένα παιδί και φτιάχνει αριστουργήματα. Μετά σκέφτεσαι ως που θα πρέπει να πας για να απογειωθείς, να φτάσεις κάπου. Η αθωότητα έχει χαθεί και ψάχνεις να βρεις πως ήταν όταν ζωγράφιζες ως παιδάκι. Οι τυχεροί άνθρωποι, αυτοί της οργανωμένης αθωότητας, ξαναβρίσκουν την αθωότητα αλλά οργανωμένα, γιατί δεν γίνεται πλέον να είναι «χύμα». Επειδή εγώ ξεκίνησα μεγάλος την υποκριτική, στα 34, το έκανα με μια αθωότητα, με ένα ένστικτο και με ανοιχτό μυαλό. Προσπαθώ τώρα να διαφυλάξω την αθωότητα μου, γιατί δεν έχω το χρόνο να περάσω στην εμπειρία κι από κει στην οργανωμένη αθωότητα. Θέλω δηλαδή να γίνονται τα πράγματα με έναν τρόπο ενστικτώδη. Δεν έχω πια το χρόνο να περάσω τα άλλα στάδια.

Δεχτήκατε αμέσως τη συμμετοχή σας στην παράσταση;

Όταν μου έδωσαν να διαβάσω το κείμενο, είπα «Κοίτα να δεις, ένας λόγος που ρέει»! Δεν χρειάζεται να τα διαβάσεις τα πράγματα. Λέγονται! Εντυπωσιάστηκα από το κείμενο του Κεντζού και είναι μάλιστα το πρώτο του θεατρικό έργο.

Ποιος είναι ακριβώς ο χαρακτήρας που υποδύεστε;

Είμαι μέλος μιας μεσοαστικής οικογένειας: Η κόρη, ο σύζυγος της, η εγγονή με το γκόμενο της. Εγώ είμαι ο παππούς της οικογένειας. Τα θεμέλια και όλος ο μύθος της συγκεκριμένης οικογένειας βασίζονται στο πόσο καλός ήταν ο παππούς στα νιάτα του μέχρι ν' αποδειχτεί ότι επρόκειτο περί μεγάλου γουρουνιού. Για μένα τουλάχιστον αυτό είναι ουσιαστικά ο τρόπος που εδραιώθηκε η τάξη στη μετακατοχική Ελλάδα. Με την αρωγή του κράτους, που συγκάλυψε το πραγματικό ηθικό ποιόν των γεννητόρων της, των δοσίλογων και των μαυραγοριτών που αλλάξανε σπίτια και μέγαρα στην Κηφισιά πάνω από ένα κιούπι λάδι! Ο μικρόκοσμος αυτής της οικογένειας συμβολίζει την εγκαθίδρυση της νέας αστικής τάξης στην Ελλάδα. 

Και του μικροαστισμού ενδεχομένως.

Ναι, το δέχομαι, γιατί οι άνθρωποι αυτοί κάνανε λεφτά μεσ' στην Κατοχή, γαμώ την πουτάνα μου! Ευτυχώς που βγήκε ο Μπουτάρης ως θεσμικός φορέας και ζήτησε συγγνώμη. Χάθηκαν όλες οι περιουσίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που τις καρπώθηκαν οι τότε Ελληναράδες. Μην ξεχνάμε ότι υπήρχε ελληνικό κράτος και δεν μ' ενδιαφέρει τώρα ν' αναλύσω τους γερμανοτσολιάδες του Ράλλη, η τελική όμως υπογραφή στα επίσημα έγγραφα μπήκε απ' την ελληνική κυβέρνηση. 

Εγώ παρατηρώ πως ο «Βασιλιάς Αλέξανδρος» είναι ένα σύγχρονο έργο που τη ραχοκοκαλιά του διαπερνά η Ιστορία.

Έτσι είναι. Ένα βαθύτατα πολιτικό έργο. 

Ποιος είναι ο καλύτερος φίλος που έχετε;

Ο Βασίλης ο Βουτσάκης. Είναι νομικός, που διατέλεσε σύμβουλος του Σημίτη στα καλλιτεχνικά, αλλά δεν θα λέγαμε ότι έχει σχέση με τον χώρο, όπως άλλοι κι άλλοι. 

Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το γαλάζιο, αλλά δεν ξέρω να σας πω γιατί. 

Μια ταινία που σας σημάδεψε;

Η «Άγρια συμμορία» (γέλια) 

Θα παίζατε σε γουέστερν;

Μα είναι τ' όνειρο μου!

Δυστυχώς δεν έχουμε παράδοση στο είδος.

Ε, τι να κάνουμε...Το ξέρω...Και το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» μπορούμε να πούμε ότι είχε ένα στοιχείο γουέστερν. Ξέρετε πως πέθανε ο Γουίλιαμ Χόλντεν, που τον θυμήθηκα τώρα λόγω «Άγριας συμμορίας»; Καθόταν κι έπινε ως μεγάλος αλκοόλας και σκόνταψε κι έπεσε - στην ηλικία μου θα ήταν, 58 ετών. Δεν έδωσε σημασία...Σηκώθηκε και συνέχισε να πίνει, ώσπου πέθανε! Είχε τρυπήσει το κεφάλι του και δεν πήρε χαμπάρι κανείς πως πέθανε. Τον βρήκαν μετά από τρεις μέρες (γέλια) 

Το λέτε και το φχαριστιέστε. Θα θέλατε έναν τέτοιο θάνατο;

Κανέναν θάνατο δε θέλω!

Ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δικές μου οι ευχαριστίες. Ωραία συνέντευξη ήταν αυτή! 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

* Το έργο «Βασιλιάς Αλέξανδρος» του Ανδρέα Κεντζού παίζεται κάθε Δευτέρα & Τρίτη στο θέατρο «Μπιπ». Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη - Παίζουν: Γιάννης Κοκιασμένος, Ανδρομάχη Μαρκοπούλου, Στράτος Σωπύλης, Δανάη Ντέμου, Σταμάτης Μπάκνης - Ώρα έναρξης: 21.00 - Από 10/2 μέχρι 10/3/2020 - Εισιτήρια: 15 και 10 ευρώ  

πηγη:https://www.koutipandoras.gr

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου