Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 22 Ιούν 2019
Συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, μετά τη λήξη των εργασιών της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Κλίκ για μεγέθυνση

Βρυξέλλες, 21.06.2019

 

Η Ευρώπη βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή και οι συζητήσεις μας, σήμερα και χθες, αφορούσαν εξαιρετικά κρίσιμα θέματα για το μέλλον της Ε.Ε.. Συζητήσαμε για την ηγεσία των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., για το μέλλον της ευρωζώνης, για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, για το μέγα θέμα των επόμενων δεκαετιών που είναι η κλιματική αλλαγή και η ανάγκη στοχευμένων δράσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου και, ασφαλώς, συζητήσαμε και το κρίσιμο θέμα που αφορά τη χώρα μας και την Κύπρο, τις σχέσεις δηλαδή της Ε.Ε. με την Τουρκία, σε συνέχεια των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας εντός της ΑΟΖ της Κύπρου τις προηγούμενες ημέρες.
Όπως ξέρετε και όπως ανακοίνωσα την Κυριακή, μετά τη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας, του ΚΥΣΕΑ, όλη αυτή η εβδομάδα ήταν μια εβδομάδα εντατικών διεργασιών σε απόλυτη συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και σε τακτική επαφή δική μου, τόσο και του Υπουργού Εξωτερικών, του Γιώργου Κατρούγκαλου, με τον Υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου, τον Νίκο Χριστοδουλίδη, προκειμένου να προετοιμαστούμε και να διαμορφώσουμε το έδαφος για τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων τουρκικών προκλήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ.
Τα σημερινά, λοιπόν, συμπεράσματα, τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Κορυφής, έρχονται σε συνέχεια μιας προσπάθειας που έχει αρχίσει εδώ και καιρό για να αναδείξουμε το ζήτημα αυτό. Κι έρχεται, βεβαίως, και σε συνέχεια της πολύ θετικής δήλωσης των μεσογειακών χωρών, των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, που συνεδριάσαμε οι επτά ηγέτες στη Μάλτα πριν από λίγες ημέρες. Και θέλω να επισημάνω ότι αυτή η Σύνοδος αποτελεί μία πρωτοβουλία ελληνική –ήταν μια πρωτοβουλία που είχαμε πάρει πριν από τρία χρόνια- και με αφορμή, βεβαίως, και τις εξελίξεις στην Κύπρο, αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι αυτή η Σύνοδος των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Και, βεβαίως, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σήμερα έρχεται σε συνέχεια και των συμπερασμάτων, των αποφάσεων δηλαδή, του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της Δευτέρας και της Τρίτης, όπου συμμετείχαν ο Υπουργός Εξωτερικών και η αναπληρώτρια Υπουργός Εξωτερικών. Σήμερα, λοιπόν, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στέλνει ένα μήνυμα σαφές, στέλνει ένα μήνυμα ξεκάθαρο, ένα μήνυμα αυστηρό, ένα μήνυμα αποφασιστικό προς την Τουρκία, αλλά και προς όλες τις κατευθύνσεις. Καταδικάζει με απερίφραστο τρόπο τις τουρκικές ενέργειες τόσο στην ανατολική Μεσόγειο, όσο όμως και στο Αιγαίο, και ειδικότερα καταδικάζει με απερίφραστο τρόπο τις ενέργειες εξόρυξης, που ανακοίνωσε η Τουρκία πριν από λίγες ημέρες εντός της ΑΟΖ της Κύπρου. Υπογραμμίζει τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις που έχουν αυτές οι ενέργειες άμεσα στις ευρωτουρκικές σχέσεις και αποφασίζει - και εδώ θέλω να είμαι απολύτως σαφής - τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων και στοχευμένων μέτρων, δηλαδή κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μαζί με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικών Δράσεων θα κάνουν μία ολοκληρωμένη εισήγηση ως προς τα μέτρα αυτά, ως προς το ποια θα είναι τα μέτρα αυτά -στην επόμενη συνεδρίαση, τον Ιούλιο, του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων των Υπουργών Εξωτερικών- μέτρα που μπορεί να αφορούν και σε κυρώσεις κατά προσώπων ή εταιρειών και σε πάγωμα πτυχών του διαλόγου και της ευρωτουρκικής συνεργασίας σε συγκεκριμένους τομείς, αλλά και μέτρα που μπορεί να έχουν και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις στη γείτονα χώρα, εάν δεν σταματήσει άμεσα την παράνομη δραστηριότητα, αν δεν σταματήσει άμεσα να παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο εντός της ΑΟΖ της Κύπρου.
Βεβαίως, είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω με τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και με την κυρία Μογκερίνι για τα μέτρα αυτά και για την πορεία που θα έχει από εδώ και στο εξής η υλοποίηση της απόφασης, αυτής της πολύ σημαντικής απόφασης που πήρε σήμερα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Θα μου επιτρέψετε εδώ να κάνω ένα σχόλιο. Είναι η πρώτη φορά μετά από δεκαετίες παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου, από πλευράς της Τουρκίας, που σε συνέχεια συντονισμένων ενεργειών της Ελλάδας και της Κύπρου, η Ε.Ε. με τόσο ξεκάθαρο και αποφασιστικό τρόπο καταδικάζει την τουρκική προκλητικότητα και αποφασίζει τη λήψη μέτρων κατά της γείτονος, για την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου στην περιοχή μας. Τέτοια ξεκάθαρη απόφαση και κυρίως τέτοια απόφαση που να συνοδεύεται και με συγκεκριμένα στοχευμένα μέτρα δεν είχε παρθεί ποτέ, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου αμέσως μετά το θερμό επεισόδιο των Ιμίων τα 1996, όπου σχεδόν η Ε.Ε. τότε είχε κρατήσει ισορροπίες λέγοντας ούτε λίγο ούτε πολύ να ψάξουμε να τα βρούμε μεταξύ μας. Σήμερα, λοιπόν, αυτή η πολύ σοβαρή μεταστροφή υπέρ των εθνικών μας θέσεων, θεωρώ τόσο εγώ όσο και ο Κύπριος Πρόεδρος, ο Νίκος Αναστασιάδης, ότι αποτελεί μία επιβεβαίωση της πολυετούς προσπάθειάς μας και της επιτυχούς προσπάθειάς μας, να αναδείξουμε τα μείζονα ζητήματα που αφορούν τα εθνικά μας συμφέροντα στην περιοχή και να αποκτήσουμε πολύ ισχυρά ερείσματα και συμμαχίες τόσο εντός της Ε.Ε. όσο και με άλλες σημαντικές χώρες στην περιοχή, αλλά και ευρύτερα στο διεθνές πλαίσιο. Υπ’ αυτή την έννοια, θεωρώ, όπως και ο Νίκος Αναστασιάδης δήλωσε χθες, ότι αυτή η εξέλιξη αποτελεί μια σημαντική επιτυχία για τις εθνικές μας θέσεις.
Τώρα, από εκεί και πέρα, το μήνυμα το ευρωπαϊκό είναι σαφές και ξεκάθαρο. Από την άλλη πλευρά είναι προφανές, επίσης, ότι διανύουμε, ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, μια περίοδο έξαρσης της τουρκικής επιθετικότητας, πράγμα το οποίο δεν το βλέπουμε μονάχα στις σχέσεις της Τουρκίας με γειτονικές της χώρες, με την Ελλάδα, με την Κύπρο, αλλά ακόμα και στις σχέσεις της με σημαντικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη συνολικά.
Εγώ θα ήθελα να πω ότι ανεξάρτητα, όμως, από τις αιτίες που οδηγούν την Τουρκία σε αυτή την επιθετική συμπεριφορά, αυτό που έχει σημασία, αυτό που είναι κρίσιμο και σημαντικό, είναι ότι μετά τις τελευταίες αποφάσεις της Ε.Ε., αλλά και όλα όσα θα ακολουθήσουν με την υλοποίηση των αποφάσεων αυτών, η Τουρκία θα πρέπει να γνωρίζει ότι αυτή η στάση και αυτή η συμπεριφορά, αν επιλέξει να τη συνεχίσει, θα έχει συνέπειες, θα έχει τίμημα. Από πλευράς μας, βεβαίως, θα συνεχίσουμε ταυτόχρονα να διατηρούμε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Αλλά, δεν θα σταματήσουμε να πιέζουμε αποφασιστικά τη γείτονα χώρα, ώστε να σταματήσει τις ενέργειες αυτές της παραβατικότητας και να υπάρξουν νέες συνομιλίες, εφόσον τις τερματίσει βεβαίως, για την επίλυση του Κυπριακού, από εκεί που το αφήσαμε στο Crans Montana για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Μια δίκαιη και βιώσιμη λύση δεν μπορεί να είναι με στρατεύματα ή με εγγυήσεις. Μια δίκαιη και βιώσιμη λύση επανένωσης του νησιού μπορεί να είναι μόνο στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, που, κατά την άποψή μας, είναι και η μόνη λύση που μπορεί να συζητηθεί.
Θα συνεχίσουμε, λοιπόν, να καταδικάζουμε την επιλογή της Τουρκίας να παραβιάζει το δίκαιο της θάλασσας, αντί επί τη βάσει αυτού να προχωρεί σε συνομιλίες με τους γείτονές της για την οριοθέτηση της μόνης διαφοράς ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία που είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Αλλά είμαστε απολύτως σαφείς και αυτό είναι σήμερα –επαναλαμβάνω- το ευρωπαϊκό μήνυμα, ότι οι επιλογές της Τουρκίας, από εδώ και στο εξής, θα έχουν συνέπειες, θα υπάρχει τίμημα.
Εκτός, βεβαίως, από το θέμα το κρίσιμο των ημερών, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χθες και σήμερα συζητήσαμε και μια σειρά από άλλα θέματα, με σημαντικότερο ίσως, σε ό,τι αφορά το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, όχι σε ό,τι αφορά την ουσία, το θέμα που αφορά τη νέα ηγεσία των ευρωπαϊκών θεσμών, των θεσμικών ευρωπαϊκών οργάνων. Χθες, λοιπόν, η είδηση είναι ότι η υποψηφιότητα του κ. Βέμπερ, όπως ήταν αναμενόμενο, έφυγε από το τραπέζι, αφού ήταν μια υποψηφιότητα που δεν μπορούσε να ενώσει την Ευρώπη. Αλλά ήταν μια υποψηφιότητα διχαστική για την Ευρώπη.
Και θα ήθελα να μου επιτρέψετε σε αυτό το σημείο ένα σχόλιο: Πιστεύω ότι ήταν μεγάλο λάθος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που επένδυσε σε μια διχαστική υποψηφιότητα. Σε μια υποψηφιότητα που έχει εκφραστεί με τόσο ακραίους χαρακτηρισμούς εναντίον της Ελλάδας και που προκάλεσε τόσο μεγάλες αντιδράσεις σε όλον τον ευρωπαϊκό Νότο, τόσο μεγάλες αντιδράσεις σε ένα ευρύτερο φάσμα πολιτικών δυνάμεων από το δημοκρατικό κέντρο ως την αριστερά, συμπεριλαμβανομένων των φιλελεύθερων, των πρασίνων, των σοσιαλδημοκρατών.
Ήταν λάθος και είναι λάθος κατά την άποψή μου, σε κρίσιμες επιλογές που αφορούν την ίδια τη χώρα και υπό αυτή την έννοια σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, οι επιλογές να γίνονται με αμιγώς κομματικά κριτήρια. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο κ. Βέμπερ ξεκίνησε την καμπάνια του και την υποψηφιότητά του για την Προεδρία της Κομισιόν από την Ελλάδα. Και ξεκίνησε από την Ελλάδα, διότι στηρίχτηκε, πιστεύω, με μοναδικό κριτήριο, προφανώς όχι τα εθνικά συμφέροντα, αλλά το γεγονός ότι έχει εκφραστεί με τόσο αρνητικά σχόλια για μένα προσωπικά και για την ελληνική κυβέρνηση στις κρίσιμες για την Ελλάδα στιγμές του 2015. Πιστεύω, λοιπόν, και αυτό είναι το σχόλιό μου και με αυτό κλείνω, ότι στα κρίσιμα εθνικά θέματα πρέπει όλοι μας να κινούμαστε με βάση το συμφέρον της χώρας και όχι με κομματικές παρωπίδες.
Η συζήτηση, βεβαίως, για την επιλογή του επικεφαλής της Κομισιόν, αλλά και των άλλων κρίσιμων θεσμικών θέσεων, του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ύπατου Εκπρόσωπου της Ε.Ε. για θέματα εξωτερικής πολιτικής δηλαδή, αλλά και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα συνεχιστεί με μια έκτακτη συνάντηση, έκτακτη Σύνοδο που θα ξεκινήσει το βράδυ της 30ης Ιουνίου και ενδεχομένως να κρατήσει αρκετή ώρα μέχρι να βγει λευκός καπνός. Αλλά, σίγουρα πρέπει κάποια στιγμή, μέχρι την 1η Ιουλίου να βγει λευκός καπνός, διότι 2 του μηνός το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να ψηφίσει.
Στη Σύνοδο αυτή, παράλληλα, υπήρξε, όπως είπα αρχικά, και ένα μεγάλο ακόμα θέμα για το μέλλον της Ευρώπης και του πλανήτη, που είναι η κλιματική αλλαγή. Η κλιματική κρίση, όπως την περιγράψαμε στη Μάλτα, οι ηγέτες του Ευρωπαϊκού Νότου. Είχα την ευκαιρία να τονίσω ότι η Ευρώπη που θέλουμε και χρειαζόμαστε πρέπει να επενδύσει στην έννοια της κλιματικής ουδετερότητας με μέτρα στοχευμένα και με μακροπρόθεσμο ορίζοντα έως το 2050, υιοθετώντας πολιτικές και εργαλεία αποδέσμευσης από τον άνθρακα και ταυτόχρονα πολιτικές και εργαλεία για δίκαιο επιμερισμό των βαρών. Στην πορεία προς το 2050 θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που αναγκαστικά θα δημιουργήσει αυτή η φιλόδοξη μείωση εκπομπών αερίου και ιδιαίτερα στις περιοχές που εξαρτώνται από τον άνθρακα, όπως, επίσης, και η ανάγκη διασφάλισης της πρόσβασης σε καθαρή και οικονομικά προσιτή ενέργεια για όλους και ιδιαίτερα για τις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες.
Η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή μια χώρα που αναλογικά με τον πληθυσμό της βρίσκεται ψηλά σε παγκόσμια κλίμακα σε ό,τι αφορά τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην 9η θέση. Έχουμε, όμως, πολύ φιλόδοξους στόχους και μπορούμε πολύ περισσότερο να έχουμε ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, καθότι η Ελλάδα έχει μια ιδιαίτερη θέση γεωγραφική που της το επιτρέπει αυτό: Ο ήλιος, το νερό, ο αέρας. Και έχουμε πολύ φιλόδοξους στόχους, ώστε να μπορέσουμε να τους ικανοποιήσουμε τα επόμενα χρόνια.
Είχα, όμως, την ευκαιρία να τονίσω, επίσης, στη διάρκεια της Συνόδου, ότι η δική μας εκτίμηση είναι πως δεν χωρούν άλλες εναλλακτικές, πέραν των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που είναι και περιβαλλοντικά επικίνδυνες, αλλά και μη αειφορικές, όπως, για παράδειγμα, η πυρηνική ενέργεια, που σε πολλές περιπτώσεις προωθείται έμμεσα ως εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αλλά, επαναλαμβάνω, είναι και επικίνδυνη, αλλά και μη αειφορική.
Τέλος, είχαμε σήμερα μια εκτεταμένη συζήτηση για την οικονομία. Θα ήθελα να πω μόνο ότι η ουσιαστική συζήτηση για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027 μετατέθηκε για το επόμενο Τακτικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου. Αλλά θέλω να επισημάνω σε αυτό το σημείο ότι με επίμονη προσπάθεια καταφέραμε να συμπεριληφθεί στο διαπραγματευτικό πακέτο για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο η δυνατότητα για πρόσθετη χρηματοδότηση της χώρας μας από τα κονδύλια συνοχής, έτσι ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η επενδυτική της δυναμική. Πετύχαμε με δυο λόγια το πρώτο καθοριστικό βήμα για να έχουμε πρόσθετη χρηματοδότηση, ύψους 7,5 δις ευρώ στο νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την Ελλάδα. Και αυτή νομίζω ότι είναι μια πάρα πολύ σημαντική, επίσης, εθνική επιτυχία.
Με αυτές τις σκέψεις, να μη μακρηγορήσω άλλο, είμαι στη διάθεσή σας για τις ερωτήσεις σας.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ρωτήσω εάν εκτιμάτε ότι τα μέτρα αυτά, πέραν από την πίεση, θα έχουν αποτέλεσμα, με δεδομένο ότι η Τουρκία έχει δείξει μια ρητορική που δεν προϊδεάζει για μια αποκλιμάκωση και με δεδομένο ότι εμείς υφιστάμεθα πρώτοι τις όποιες συνέπειες μιας αρνητικής συμπεριφοράς της Τουρκίας. Αν δηλαδή το προσφυγικό, ενδεχομένως, θα είναι ένα πρόβλημα που θα μας δυσκολέψει την επόμενη περίοδο στην περίπτωση που δεν έχουμε αποκλιμάκωση της κρίσης και κατά πόσο αυτό σας ανησυχεί. Και κλείνοντας να ρωτήσω ότι στη διάρκεια της έκτακτης Συνόδου μπορεί να χάσετε την τηλεοπτική αναμέτρηση, αν αυτή κρατήσει και πάλι για πάρα πολύ. Έχετε εναλλακτική…
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να χάσουμε;
ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Την τηλεοπτική αναμέτρηση στην Αθήνα. Έχετε εναλλακτικό σενάριο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Έτσι όπως την ετοιμάζουν αυτήν την αναμέτρηση, παράλληλοι μονόλογοι αναμένεται να είναι. Οπότε, μπορεί να βγω με Skype από τις Βρυξέλλες. Διότι, έχω την αίσθηση ότι οι πολιτικοί μου αντίπαλοι δεν επιδιώκουν την ουσιαστική προγραμματική αντιπαράθεση και επιμένουν σε παράλληλους μονολόγους. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, φαντάζομαι ότι αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα τα λύσει η διακομματική. Διότι, όντως, υπάρχει ένα υπαρκτό θέμα στον βαθμό που δεν θα μπορώ να είμαι εγκαίρως στην Αθήνα την ημέρα που έχει οριστεί αυτή η τηλεοπτική αντιπαράθεση, καθότι δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν θα τελειώσει, και πότε θα τελειώσει, και τι ώρα θα τελειώσει, για να βγει λευκός καπνός για την επόμενη ηγεσία των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τώρα, σε σχέση με το πρώτο ερώτημά σας. Εμείς κάναμε το καθήκον μας και το κάναμε με το παραπάνω. Συντονιστήκαμε άρτια. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα, τόσο της απόφασης του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων, όσο και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αυτές τις ημέρες, οι δύο αυτές αποφάσεις, δεν είναι αποτέλεσμα της στιγμής, αλλά μιας, θα έλεγα, συντονισμένης, καλά σχεδιασμένης προσπάθειας να αναβαθμιστεί το κύρος και ο ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στο διεθνές πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο, επαναλαμβάνω, που ποτέ άλλοτε η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και ο διεθνής παράγοντας, δεν είχαν σταθεί με τόσο ξεκάθαρο τρόπο στο πλευρό της Ελλάδας. Διότι και παλαιότερα υπήρξαν παραβατικές συμπεριφορές από τη γείτονά μας στην ευρύτερη περιοχή. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Κύπρος πια έχουν αποδείξει ότι επιζητούν μέσα από τον διάλογο την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της έχει πειστεί πως δεν είναι ένα διμερές πρόβλημα ούτε το Κυπριακό, ούτε οι ελληνοτουρκικές διαφορές, η ελληνοτουρκική διαφορά στο Αιγαίο για την υφαλοκρηπίδα, αλλά είναι ένα ευρωτουρκικό πρόβλημα, υπό μία ευρύτερη έννοια. Καθότι, η Κύπρος, η Κυπριακή Δημοκρατία, αποτελεί κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη, καθώς και η ελληνική υφαλοκρηπίδα, είναι ταυτόχρονα Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υφαλοκρηπίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι σήμερα είχαμε μία σημαντική εθνική επιτυχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε. Θεωρώ ταυτόχρονα ότι η αποτελεσματικότητα των δράσεων αυτών θα φανούν στην υλοποίησή τους και στο αν θα έχουμε μια κλιμάκωση ή μια αποκλιμάκωση. Εμείς δουλεύουμε για να έχουμε μια αποκλιμάκωση. Και, επαναλαμβάνω, το κρίσιμο ζήτημα για μας είναι ότι θέλουμε να έρθει η Τουρκία στο τραπέζι του διαλόγου. Να σταματήσει την παραβατική συμπεριφορά, την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και να έρθει στο τραπέζι του διαλόγου για την επίλυση του Κυπριακού. Στη βάση, όμως, των αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Και αν θέλετε, μία από τις σημαντικές μας παρακαταθήκες αυτήν την τετραετία, πέραν από το ιστορικό βήμα της επίλυσης της διαφοράς μας με τους βόρειους γείτονές μας, που κι αυτή αναβάθμισε αφάνταστα το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας, τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε διεθνές πλαίσιο. Και σήμερα και ο τελευταίος, ευλόγως, δύσπιστος Έλληνας πολίτης συνειδητοποιεί πόσο σημαντικό θετικό βήμα ήταν για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Διότι ο κίνδυνος για τη χώρα δεν είναι στον βορρά. Πέρα, λοιπόν, αυτού του ιστορικού βήματος, μεγάλη παρακαταθήκη ήταν – πέραν των τριμερών και πολυμερών συνεργασιών στη νοτιοανατολική Μεσόγειο – και ο τρόπος με τον οποίο διαχειριστήκαμε την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος, όπου θέσαμε για πρώτη φορά πάνω στο τραπέζι τα δύο κρίσιμα ζητήματα, που είναι η παρουσία κατοχικών στρατευμάτων στο βόρειο μέρος της Κύπρου, η παρουσία εν πάση περιπτώσει στρατευμάτων μετά την όποια επίλυση, που για μας αυτό αποτελεί, αν θέλετε, κλειδί. Δεν μπορεί να έχουμε μία ενιαία Κύπρο με στρατεύματα και με τον αναχρονιστικό θεσμό των εγγυήσεων. Άρα, λοιπόν, και αυτή η σημαντική παρακαταθήκη πιστεύω ότι αναδεικνύουν μία θέση για την Ελλάδα και την Κύπρο που καταξιώνεται στο διεθνές πλαίσιο και κυρίως μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία στηρίζει όχι μόνο σε ρητορικό επίπεδο, αλλά πλέον στηρίζει και αποφασιστικά με αυτήν την τολμηρή απόφαση που πάρθηκε σήμερα και αφορά την υλοποίηση μέτρων και στοχευμένων μέτρων συμπεριλαμβανομένων.

ΦΑΣΟΥΛΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε νωρίτερα ότι οι επιλογές της Τουρκίας θα έχουν τίμημα. Και θέλω να σας ρωτήσω, εάν εκτιμάτε ότι σε περίπτωση κλιμάκωσης των τουρκικών προκλήσεων – διότι είδαμε χθες φιέστες με το Γιαβούζ να το αποχαιρετούν για να το στείλουν στην περιοχή – αν λοιπόν η κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων στην περιοχή θα μπορούσε να φτάσει ως την οριστική παύση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας. Τώρα έχουν παγώσει. Αλλά μπορεί να φτάσει έως και την οριστική διακοπή και παύση;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κοιτάξτε. Αυτήν τη στιγμή, καλό θα είναι να συζητάμε με βάση τα δεδομένα που έχουμε τώρα. Τα δεδομένα που έχουμε τώρα, λοιπόν, είναι ότι έχουμε μια παραβατική συμπεριφορά, παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Μια παραβίαση, η οποία δεν μένει από την πλευρά της Ελλάδας, της Κύπρου, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασχολίαστη. Αντιθέτως, σε αυτήν την παραβίαση υπάρχει μία πάρα πολύ δυναμική απάντηση. Θέλω, λοιπόν, να σας πω ότι το αν η Τουρκία θα συνεχίσει για λόγους επικοινωνιακούς ή και για λόγους στρατηγικής ή και τακτικής να προκαλεί ή όχι είναι ένα θέμα το οποίο θα έχουμε τη δυνατότητα να το διαπιστώσουμε τις επόμενες ημέρες. Το σημείο το κομβικό, το σημείο τομής με βάση τη σημερινή απόφαση, αλλά και την προοπτική υλοποίησής της, είναι ότι από εδώ και στο εξής η Τουρκία θα γνωρίζει ότι αυτές οι κινήσεις, είτε επικοινωνιακές είτε στρατηγικές είτε τακτικής, δεν θα είναι κινήσεις που θα γίνονται χωρίς τίμημα. Και, επαναλαμβάνω, δεν είναι απλό το ότι θα συζητηθούν και θα ληφθούν αποφάσεις για στοχευμένα μέτρα που πιθανώς να έχουν και σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες. Θέλω, λοιπόν, αυτό να το επισημάνω, διότι η σημερινή απόφαση δεν είναι μία επικοινωνιακού χαρακτήρα απόφαση. Είναι μία απόφαση που έχει πάρα πολύ μεγάλη ουσία. Είναι απόφαση τομή. Από εκεί και πέρα το αν η Τουρκία θα συνεχίσει ή θα σταματήσει – ελπίζουμε το δεύτερο, δουλεύουμε για το δεύτερο, δουλεύουμε δηλαδή παίρνοντας αυστηρά μέτρα, αλλά στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης – είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ εγώ να το προβλέψω σήμερα, δεν θα μπορούσα άλλωστε να το προβλέψω. Από εκεί και πέρα, βλέπετε όμως ότι αυτό δεν αφορά μόνο τη δραστηριότητά της στην ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία είναι μία χώρα που αυτήν τη στιγμή βρίσκεται σε εσωτερική ένταση. Ελπίζω και εύχομαι αυτή η ένταση να αποκλιμακωθεί. Βρίσκεται και σε ένταση και με σημαντικές δυνάμεις στο διεθνές στερέωμα. Υπάρχει μια μεγάλη αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής σε σχέση με την αγορά των πυραυλικών συστημάτων S-400 που αναμένεται να εξελιχθεί επίσης το επόμενο διάστημα. Άρα λοιπόν, σας λέω ότι από τη δική μας την πλευρά δεν μπορούμε να έχουμε άμεσα απάντηση για τη στάση που θα έχει, αλλά θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου τα μηνύματα που θα περάσουν να είναι σαφή, να είναι μηνύματα αποφασιστικότητας και από την άλλη πλευρά και μηνύματα που θα την καλούν να προσέλθει στην αποκλιμάκωση, στον διάλογο και στη συνεργασία.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, η συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ την προηγούμενη Κυριακή προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην Ελλάδα. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είχε μιλήσει για δραματοποίηση. Ήθελα να σας ρωτήσω. Δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όλα αυτά, ενδεχομένως με μία απλή κίνηση δική σας, δηλαδή, πριν γίνει το ΚΥΣΕΑ για ένα τόσο σημαντικό θέμα, να μιλήσετε εσείς με τους πολιτικούς αρχηγούς και να τους ενημερώσετε;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αν είναι «δραματοποίηση» η συνεδρίαση και ο συντονισμός των αρμόδιων υπουργών και του κατεξοχήν αρμόδιου κυβερνητικού οργάνου, το οποίο έχει την ευθύνη για τέτοιου είδους περιπτώσεις, τότε θα έπρεπε να θεωρείται και «δραματοποίηση» το γεγονός ότι το Συμβούλιο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασχολήθηκε για τόσες ώρες και έβγαλε μία τόσο κρίσιμη ανακοίνωση. Πραγματικά, ώρες – ώρες δεν μπορώ να περιγράψω αυτήν τη στάση και αυτήν τη συμπεριφορά τού να υπόκεινται και κρίσιμα θέματα που αφορούν την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά μας θέματα στην καθημερινή ατζέντα της καθημερινής αντιπαράθεσης, της μικροπολιτικής αντιπαράθεσης και της μικροπολιτικής ρουτίνας. Αυτό πραγματικά με ξεπερνάει. Από εκεί και πέρα, η ενημέρωση των πολιτικών κομμάτων είναι διαρκής και γίνεται θεσμικά από τον υπουργό των Εξωτερικών. «Δραματοποίηση», λοιπόν, θα ήταν, αν ο Πρωθυπουργός της χώρας, χωρίς να έχει συντονίσει τους υπουργούς του, χωρίς να έχει πάρει τις κατάλληλες πληροφορίες προκειμένου να συντονιστεί με τον Κύπριο Πρόεδρο για την πορεία της παρέμβασης στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπαιρνε τους πολιτικούς αρχηγούς να τους ενημερώσει. Αυτό θα ήταν η «δραματοποίηση». Η συνεδρίαση, λοιπόν, του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας ήταν επιβεβλημένη. Αν δεν γινόταν η συνεδρίαση αυτή θα έπρεπε πράγματι να κατηγορηθεί η κυβέρνηση ότι σε μία περίοδο έντονων και οξυμένων διαδικασιών και εξελίξεων στην περιοχή προτιμά να κάνει τριήμερο διακοπών και όχι να συνεδριάσει και να συντονίσει τη δράση της. Και από εκεί και πέρα, νομίζω ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία να συνεχίσουμε τη συζήτηση επ’ αυτών. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι να συνειδητοποιήσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ότι με τα ζητήματα αυτά καλό είναι να μην κάνουν πολιτική αντιπαράθεση, διότι η Ελλάδα είναι ασφαλής και είναι ισχυρή, το διαπιστώνετε όλοι, αλλά μπορεί να είναι ακόμα πιο ασφαλής και ακόμα πιο ισχυρή, εάν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ενωθούν σε μία ενιαία γραμμή, εθνική γραμμή, που είναι η μόνη γραμμή που μπορεί να υπερασπίσει τα εθνικά μας συμφέροντα.

ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θεωρείτε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτήν την ηχηρή ευρωπαϊκή στήριξη στο θέμα με την Τουρκία; Και δεύτερον, δεδομένου ότι είστε κοντά στον Γάλλο Πρόεδρο, Εμμανουέλ Μακρόν, και δεδομένου ότι ο κ. Βέμπερ είναι εκτός κούρσας, θα στηρίζατε μία άλλη πιο μετριοπαθή υποψηφιότητα από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, όπως του κ. Μπαρνιέ, παραδείγματος χάριν;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σε σχέση με το πρώτο σας ερώτημα νομίζω ότι ήδη έχω απαντήσει ότι η Συμφωνία αυτή ανέδειξε τον ρόλο και την αξιοπιστία της χώρας σε διεθνές επίπεδο. Και η Συμφωνία αυτή, πέραν του ότι ανέδειξε τον ρόλο και την αξιοπιστία της χώρας, διότι πια δεν είναι μία χώρα η οποία ως σκαντζόχοιρος δεν επιχειρεί να λύσει προβλήματα, προκειμένου να μπορεί απρόσκοπτη να προσανατολιστεί στα μεγάλα και κρίσιμα εθνικά της θέματα. Δεν είναι μόνο αυτό. Ήταν και ιδιαίτερα επωφελής, θα έλεγα, για την ίδια την Ελλάδα, όχι μόνο σε σχέση με την εικόνα που έχουν οι εταίροι μας για μας, αλλά και για την ίδια την Ελλάδα. Διότι, φανταστείτε, αυτήν τη στιγμή που εμείς έχουμε αυτήν την εντεινόμενη τουρκική προκλητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο με τις παραβιάσεις και τις υπερπτήσεις, να είχαμε τα τουρκικά F-16 να επιτηρούν τον εναέριο χώρο των βόρειων γειτόνων μας. Να είχαμε δηλαδή τουρκικά F-16 και στα βόρεια σύνορά μας. Είναι πράγματα, τα οποία πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός, με το πέρασμα του χρόνου, θα τα εκτιμήσει. Και ακόμα και οι πιο ευαίσθητοι συμπολίτες μας θα συνειδητοποιήσουν ότι όχι μόνο δεν χάσαμε τίποτα, όχι μόνο δεν δώσαμε κάτι, αλλά κερδίσαμε πάρα πολλά από αυτήν τη Συμφωνία. Ακόμα και αυτοί οι οποίοι είχαν αντιρρήσεις λέγοντας ότι η Ευρώπη θα τους αποκαλεί Μακεδόνες. Μα η Ευρώπη σήμερα έχει αλλάξει παντού την ονομασία αυτής της χώρας από Μακεδονία σκέτο σε Βόρεια Μακεδονία. Και προχθές που ήταν ο ομόλογός μου Βορειομακεδόνας στο Βερολίνο, όλα τα διεθνή ΜΜΕ, η ίδια η κυρία Μέρκελ, αλλά και τα γερμανικά ΜΜΕ, τον αποκαλούσαν Βορειομακεδόνα. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι με το πέρασμα του χρόνου οι Έλληνες και οι Ελληνίδες θα συνειδητοποιήσουν τα μεγάλη οφέλη αυτής της Συμφωνίας για τα εθνικά μας συμφέροντα. Και η ίδια η Ν.Δ., που βρέθηκε στις διαδηλώσεις, και στις πορείες, και στις συγκεντρώσεις, πολλές φορές χέρι-χέρι και με ακραίες δυνάμεις, σήμερα έχει αλλάξει στάση. Σήμερα αυτό που λέει είναι ότι το μόνο που θα κάνει, εάν εκλεγεί, είναι να επιτηρεί την εφαρμογή αυτής της Συμφωνίας που, κατά τα άλλα, τη χαρακτήρισε προδοτική.
Έχει ο καιρός γυρίσματα. Αλλά, αυτό που έχει μεγάλη σημασία για μένα είναι να έχει κανείς τη συνείδησή του ήσυχη ότι έβαλε ένα λιθαράκι, προκειμένου να ενισχυθούν τα συμφέροντα της χώρας και η θέση της χώρας διεθνώς. Και αυτή η Συμφωνία, το πέτυχε αυτό.
Τώρα, σε σχέση με το ερώτημά σας για τον κ. Μακρόν. Νομίζω ότι αυτό το οποίο αναδείχθηκε από τη συζήτηση που έγινε χθες είναι ότι για τη θέση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής χρειάζεται ένα πρόσωπο που να μπορεί να τους ενώσει όλους. Και ο κ. Βέμπερ δεν ήταν ένα τέτοιο πρόσωπο. Δυστυχώς, η εξέλιξη της αναγκαίας απομάκρυνσης του κ. Βέμπερ από το τραπέζι της επιλογής συμπαρέσυρε και άλλους συνυποψήφιους του, οι οποίοι δεν είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως ο Φρανς Τίμερμανς, τον οποίο και υποστήριξα. Ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς είχε την εμπειρία ως αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την προηγούμενη πενταετία και ως ένας άνθρωπος που μπορούσε –και φάνηκε αυτό- να ενώσει πολλούς περισσότερους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και ήταν αποδεκτός και από τους φιλελεύθερους. Ακόμα και η κυρία Βεστάγκερ είχε τη συναίνεση και των σοσιαλδημοκρατών. Όμως, η κομματική επιλογή, ας το πω έτσι, από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο πρόσωπο του κ. Βέμπερ και οι αντιδράσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει η απόρριψη του ενός και η επιλογών κάποιων εκ των υπολοίπων οδήγησαν σε μία απόφαση, την οποία δεν μπορέσαμε να αποτρέψουμε, παρά την προσπάθειά μας και τη συνεννόηση που είχαμε οι προοδευτικοί ηγέτες της Ε.Ε. χθες, που συνεδριάσαμε και το πρωί, αλλά και πριν την κρίσιμη συνεδρίαση στην αντιπροσωπεία την ισπανική, στο γραφείο του Πέδρο Σάντσες, προκειμένου να μπορέσουμε να πείσουμε τους άλλους ομολόγους μας για την ανάγκη να μην απορριφθεί ολοκληρωτικά η διαδικασία του Σπίτζενκαντιντάτεν, δηλαδή η διαδικασία που όλοι είδαμε με την επιλογή υποψηφίων από την πλευρά των πολιτικών κομμάτων. Άρα, στο ερώτημά σας αν θα μπορούσα να δεχθώ μία μετριοπαθή υποψηφιότητα, ακόμα και αν δεν ανήκει στην οικογένεια των σοσιαλιστών, της αριστεράς με την ευρύτερη έννοια, θα μπορούσα να σας πω πως ναι, αλλά αυτό εξαρτάται από τον συνολικότερο συσχετισμό θέσεων. Και δεύτερον, η μετριοπαθής αυτή προσωπικότητα θα πρέπει να έχει οπωσδήποτε το χαρακτηριστικό της ενότητας, να ενώνει και να είναι ένα πρόσωπο που δεν έχει επιδείξει στο παρελθόν εμμονή σε πολιτικές λιτότητας. Να είναι ένα πρόσωπο που δεν έχει προσβάλει τον ελληνικό λαό, δεν έχει προσβάλει τους λαούς του Ευρωπαϊκού Νότου.

ΣΤΑΜΟΥΛΗ: Κύριε Πρόεδρε, φοβάστε ότι ο Τούρκος Πρόεδρος, ο κ. Ερντογάν, μπορεί να εκμεταλλευτεί την προεκλογική περίοδο που υπάρχει στην Ελλάδα ή την όποια μετάβαση μπορεί να υπάρχει μετά τις 7 Ιουλίου και να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο; Και πρόσφατα είχαμε δει και έναν πρώην πρωθυπουργό, τον κ. Σημίτη, ο οποίος είχε εκφράσει τέτοιες ανησυχίες και είχε παραλληλίσει την κατάσταση με τα Ίμια. Δεν ξέρω αν θέλετε να το σχολιάσετε.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Δεν θέλω να κάνω κανένα τέτοιο σχόλιο, γιατί θα με κατηγορούσατε ότι είμαι κακεντρεχής. Οπότε, δεν θέλω να σχολιάσω τα όσα είπε ο κ. Σημίτης. Μπορεί να έχει και τις δικές του, αν θέλετε, μνήμες και αναμνήσεις, αρνητικές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Αυτό που θέλω να διαβεβαιώσω, για άλλη μία φορά, τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, είναι ότι είναι και πρέπει και να αισθάνονται απόλυτα ασφαλείς, ότι δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή καμία ένδειξη, καμία πρόβλεψη τέτοιου είδους επεισοδίου. Και ότι, σε κάθε περίπτωση, οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, αλλά και οι συμμαχίες της χώρας είναι ικανές, προκειμένου να αποτρέψουν οποιαδήποτε τέτοια εκδοχή.

ΨΑΡΡΑ: Κύριε Πρόεδρε, δύο ερωτήσεις, αν μου επιτρέπετε. Κατ’ αρχάς, για την Τουρκία. Μας περιγράψατε το κλίμα μέσα στη συνεδρίαση. Θα ήθελα να μας πείτε, ποιες χώρες ήταν μαζί μας, στο πλευρό της Ελλάδας και της Κύπρου και ποιες απέναντί μας. Και σε σχέση με τα μέτρα, θα μπορούσε να είναι οικονομικά μέτρα, μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η Ε.Ε. σε αυτό το επίπεδο; Η δεύτερη ερώτηση αφορά το συνέδριο των σοσιαλιστών στο οποίο αναφερθήκατε πριν από λίγο. Σας είδαμε ότι ήσασταν μαζί με τη Φώφη Γεννηματά και συμφωνήσατε σε όλα τα σημεία. Συμφωνήσατε και στο θέμα της Τουρκίας, και στην υποψηφιότητα Τίμερμανς, και στο μπλοκάρισμα της στροφής προς τη συντήρηση με την υποψηφιότητα Βέμπερ. Πώς γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο να συμφωνείτε και στην Ελλάδα να μην υπάρχει συνεννόηση για μια προγραμματική σύγκλιση έστω σε κάποια σημεία;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς, πρέπει να σας πω ότι δεν υπήρξαν κράτη - μέλη ή Πρωθυπουργοί που να μην εξέφρασαν τη συμπαράσταση, την αλληλεγγύη και τη στήριξή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν ήταν κανένας απέναντί μας στην προσπάθεια που κάναμε με τον Κύπριο Πρόεδρο χθες να περάσουμε αυτήν την κρίσιμη, την ιστορική, θα έλεγα, απόφαση από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για στοχευμένα μέτρα απέναντι στην Τουρκία, προκειμένου να σταματήσει την παραβατικότητά της. Βεβαίως, υπήρξε συζήτηση. Κάθε φορά υπάρχει συζήτηση. Ξέρετε, στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ακόμα και μία λέξη παίζει ρόλο και ο τονισμός μίας λέξης παίζει ρόλο. Υπήρξε μια τέτοια συζήτηση. Αλλά, νομίζω ότι το κλίμα ήταν ένα κλίμα σύμπνοιας, συμπαράστασης και αμέριστης αλληλεγγύης στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Τώρα, στο ποια θα είναι τα μέτρα αυτά, νομίζω ότι σας έδωσα ένα γενικό περίγραμμα. Ήμουν απόλυτα σαφής, λέγοντάς σας ότι όταν μιλάμε για στοχευμένα μέτρα μιλάμε στην ουσία για κυρώσεις. Μπορεί να είναι και απέναντι σε πρόσωπα, μπορεί να είναι και απέναντι σε εταιρείες, μπορεί να είναι και σε πτυχές του ευρωτουρκικού διαλόγου, μπορεί να είναι και μέτρα που θα έχουν οικονομικές επιπτώσεις. Αλλά, νομίζω ότι δεν είναι ώρα, δεν είναι σκόπιμο, δεν είναι φρόνιμο να επεκταθώ περαιτέρω επ’ αυτού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει και την εμπειρία και την τεχνογνωσία και πιστεύω ότι θα κάνει την κατάλληλη και την καλύτερη δυνατή εισήγηση, προκειμένου να παρθούν οι οριστικές αποφάσεις.
Τώρα, σε σχέση με τους σοσιαλιστές, νομίζω ότι είναι μία ερώτηση, την οποία πρέπει να την απευθύνετε στην κυρία Γεννηματά, και όχι σε μένα. Εγώ, ως Πρωθυπουργός, που έχει διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ουσιαστικά, βρίσκομαι χωρίς να απεμπολώ την ταυτότητα και την καταγωγή μου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως γνωρίζετε, είναι ένα κόμμα της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ωστόσο, είναι μια πολιτική δύναμη στην Ευρώπη, η οποία παίζει έναν ρόλο καταλύτη για τη συμπόρευση, τη συμμαχία, αν θέλετε, όλων των προοδευτικών δυνάμεων, αριστερών, σοσιαλιστικών, ακόμα και των πρασίνων. Αυτός είναι ο ρόλος μας και αυτός είναι και ο ρόλος μου μέσα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, τα κρίσιμα ζητήματα, χθες το πρωί, τα συζητήσαμε σε κλειστό κύκλο οι πρωθυπουργοί. Ακολούθως, σε έναν ευρύτερο κύκλο έγινε μια συζήτηση και με εκπροσώπους, επικεφαλής κομμάτων, που δεν κατέχουν το αξίωμα του επικεφαλής κυβερνήσεων. Αλλά, νομίζω –επαναλαμβάνω- ότι είναι ένα ερώτημα, το οποίο δεν θα πρέπει να το απευθύνετε στον ΣΥΡΙΖΑ, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοιχτό μέτωπο συνεργασίας και όχι αντιπαλότητας με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις και στον τόπο μας και στην Ευρώπη.


ΚΟΥΤΣΟΚΩΣΤΑ: Κύριε πρόεδρε θα ήθελα να σας ρωτήσω καταρχάς σε αυτήν την Σύνοδο Κορυφής θα συζητιόταν, πέραν των άλλων και η έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών για την Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Και εκ νέου υπάρχει μία αναβολή λόγω κάποιων ενστάσεων κρατών-μελών. Θεωρείτε ότι αυτό μπορεί να θέτει σε κίνδυνο την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών; Και το δεύτερο που θέλω να σας ρωτήσω είναι έτσι όπως βλέπουμε να εξελίσσονται τα πράγματα με τις υποψηφιότητες για τον επόμενο Πρόεδρο της Κομισιόν, θεωρείτε ότι αυτή η διαδικασία του επικεφαλής υποψηφίου του Σπίτσενκαντιτάτεν που συμμετείχατε και εσείς την προηγούμενη φορά έχει πεθάνει ως έκφραση δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει η ίδια η Ένωση και το μπλοκ να πάει σε κάποιες άλλες επιλογές;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ναι, ενδιαφέρουσα ερώτηση. Καταρχάς στο πρώτο σκέλος της ερώτησης σας να σας πω ότι ήταν μία αρνητική εξέλιξη το γεγονός ότι σήμερα δεν δίνεται το πράσινο φως για την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας για την Βόρεια Μακεδονία. Ίσως για την Αλβανία, η αστάθεια στην χώρα τους τελευταίους μήνες να δικαιολογεί μία αναβολή. Αλλά για την Βόρεια Μακεδονία δεν δικαιολογείται αυτή η αναβολή. Ήταν κάτι το οποίο το έθεσα και εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι ομόλογοι μου στην χθεσινή συνεδρίαση. Η αιτιολογία της αναβολής δεν ήταν ουσιαστική, όμως, ήταν διαδικαστικά θέματα. Κυρίως ότι το Γερμανικό Κοινοβούλιο δεν προλάβαινε να πάρει μια απόφαση γιατί κλείνει για τους θερινούς μήνες. Συνεπώς η απόφαση που πάρθηκε χθες ήταν να ξεκινήσει η ενταξιακή διαδικασία εντός του 2019, συγκεκριμένα το ζήτημα αυτό να συζητηθεί και να παρθεί η σχετική απόφαση στην Σύνοδο του Οκτωβρίου. Αντιλαμβάνεστε, όμως, ότι το κλίμα, σε ότι αφορά την διαδικασία αυτή, την έγκριση δηλαδή της έναρξης της ενταξιακής διαδικασίας για την Βόρεια Μακεδονία είναι θετικό, ακριβώς επειδή όλοι αντιλαμβάνονται ότι έγιναν πάρα πολύ σημαντικά βήματα προόδου, μέσα από την Συμφωνία αυτή, από τους γείτονες μας, κυρίως γιατί όλοι αντιλαμβάνονται, ότι μέσα από αυτή την Συμφωνία, η χώρα αυτή ξεφεύγει από τον φαύλο κύκλο της αστάθειας. Δεν πρέπει επ’ουδενί να ξανανοίξουμε την πόρτα της αστάθειας για την χώρα αυτή σε μία τόσο κρίσιμη θέση στην Βαλκανική. Τώρα το δεύτερο σκέλος της ερώτησης σας είπα ότι είναι πολύ κρίσιμη ερώτηση γιατί έχετε δίκιο. Έχετε δίκιο ότι η απόφαση χθες, μαζί με τα ξερά να καούν και τα χλωρά, μαζί με την υποψηφιότητα Βέμπερ να καούν και οι υποψηφιότητες των υπόλοιπων δύο, Βεστάγκερ και Τίμερμανς, κατά την άποψη μου, κακά τα ψέματα, είναι μία απόφαση που σκοτώνει μία διαδικασία που πολλοί είχαμε ελπίσει σε αυτήν. Είχαμε ελπίσει στην προοπτική να γίνει η Ευρώπη, να αποκτήσει διαδικασίες που θα φέρουν τους πολίτες πιο κοντά. Βεβαίως πρέπει να ομολογήσουμε ότι και αυτή καθ αυτή η διαδικασία ήταν ελλειμματική και προβληματική. Διότι ναι μεν τα πολιτικά κόμματα αποφάσιζαν για το ποιοι θα τους εκπροσωπήσουν στην προεκλογική καμπάνια και αυτοί διαγωνιζόντουσαν και σε τηλεμαχίες, στην οποία είχα συμμετάσχει και εγώ πριν από 5 χρόνια, αληθινές, με δικαίωμα παρέμβασης, όχι παράλληλοι μονόλογοι όπως επιλέγουν στην Ελλάδα. Ναι μεν γινόταν αυτό, όμως κακά τα ψέματα, οι ευρωπαίοι πολίτες σε όλες τις χώρες κράτη-μέλη, δεν ψήφιζαν το κόμμα της επιλογής τους με βάση το πρόσωπο που το εκπροσωπεί. Αυτή είναι η αλήθεια. Συνεπώς δεν υπήρχε αυτή η άμεση, αν θέλετε, στοίχιση στις επιλογές των κομμάτων και στις επιλογές των ευρωπαίων πολιτών. Από εκεί και πέρα όμως εγώ πιστεύω και θέλω να το τονίσω αυτό, ότι η χθεσινή απόφαση, κατ’ αυτήν την έννοια, είναι ένα πισωγύρισμα. Διότι η διαδικασία αυτή ήταν μία διαδικασία που έβαζε σε κίνηση τα πολιτικά κόμματα, που έδινε μια άλλη, αν θέλετε, νομιμοποίηση και αξία και στο ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που είναι ο πιο δημοκρατικός θεσμός. Τώρα δείχνουμε εξαιτίας των πολιτικών δυσκολιών που υπάρχουν ότι ξαναγυρνάμε σε ένα πλαίσιο που δίνει όλες τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες στο διακυβερνητικό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο Κορυφής. Από εκεί και πέρα εύχομαι και ελπίζω η επιλογή η οποία θα γίνει να είναι μία επιλογή που θα ενώνει και μία επιλογή η οποία θα πάρει την μεγάλη πλειοψηφία των ψήφων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των ευρωβουλευτών. Αυτό ίσως θα είναι κάτι το ποίο θα μπορούσε να απαλύνει, αν θέλετε, την αρνητική εικόνα σε σχέση με την ακύρωση μιας διαδικασίας που είχε δώσει κάποιες ελπίδες.

ΡΟΥΜΠΟΣ: Κύριε πρόεδρε το ντιμπέιτ με τον κ.Μητσοτάκη δεν θα γίνει, αυτό που ετοιμάζεται, το είπατε παράλληλοι μονόλογοι, τελικά με τι κλίμα θα πάμε στις εκλογές και εσείς τι διαφορετικό θα κάνετε από την προεκλογική εκστρατεία των ευρωεκλογών, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κοιτάξτε, νομίζω ότι ο καθένας παίρνει και την ευθύνη των επιλογών του και κρίνεται από τους πολίτες για αυτήν την ευθύνη. Εγώ δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω, πέραν από αυτό που έχω πει και στην Ελλάδα όταν έχω ερωτηθεί για το ζήτημα αυτό, ότι υποτιμά και τον εαυτό του αλλά και τους έλληνες πολίτες, αρνούμενος των προγραμματικό διάλογο. Οι λόγοι για τους οποίους το κάνει, ο καθένας μπορεί να τους καταλάβει. Από εκεί και πέρα είναι επιλογή του. Εγώ αυτό το οποίο θα κάνω είναι να διεκδικήσω στις μέρες που απομένουν μέχρι την κρίσιμη επιλογή των ελλήνων πολιτών, στις 7 του Ιούλη, για το ποια κυβέρνηση και με ποιο πρόγραμμα θα κυβερνήσει για τα επόμενα 4 χρόνια, στην πορεία εξόδου από την κρίση, σε μία πορεία όπου η επόμενη κυβέρνηση αντικειμενικά θα έχει τις δυνατότητες να κυβερνήσει με τα χέρια λυμένα, όχι όπως όλες οι προηγούμενες. Άρα λοιπόν είναι πολύ κρίσιμη αυτή η επιλογή, είναι μια επιλογή δεκαετίας θα έλεγα, για την χώρα και για τον ελληνικό λαό. Εγώ θα προσπαθήσω η πολιτική αντιπαράθεση να γίνει με όρους προγραμματικούς και η όποια πόλωση να είναι προγραμματική πόλωση με προτάσεις, με ιδέες, με σχέδια. Κάποιοι μιλάνε για φόβο, εγώ δεν μιλάω για φόβο, μιλάω για λογική. Με την λογική, με τον νου και την καρδιά ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα να αποφασίσει για το μέλλον της χώρας. Συνεπώς, εφόσον ο κ. Μητσοτάκης επιλέξει να μην έρθει σε αντιπαράθεση, εφόσον επιλέξει ακόμα και αυτό το ντιμπέιτ να είναι ένα ντιμπέιτ παράλληλων μονολόγων, χωρίς δυνατότητα διαλόγου, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ας κρίνει ο ελληνικός λαός, ας συγκρίνει και ας κρίνει. Αυτό το οποίο θα κάνω είναι αντί αντιπαράθεσης με τον κ. Μητσοτάκη να έχω στο πλαίσιο της διακαναλικής, να απευθύνω μία πρόσκληση, σε όλα τα κανάλια, σε όλους τους δημοσιογράφους, να έρθουν να με ανακρίνουν. Να έχω εγώ δηλαδή μια απευθείας τηλεοπτική αναμέτρηση, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς μονολόγους, αλλά ανοιχτός, ανοιχτός διάλογος, ουσιαστικός, όχι στημένος δηλαδή και να μπορέσει ο ελληνικός λαός να βγάλει συμπεράσματα.


ΛΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε πρόεδρε θα ήθελα να επανέλθω λίγο στο θέμα των τουρκικών προκλήσεων και να ζητήσω το σχόλιο σας σχετικά με μια δήλωση του υπουργού Εθνικής Άμυνας ότι σε περίπτωση θερμού επεισοδίου θα είμαστε μόνοι μας και επίσης, αν τώρα επιστρέφοντας στην Ελλάδα θα έχουμε κάποιες εξελίξεις και σε περίπτωση που ζητήσουν εκ νέου ενημέρωση οι πολιτικοί αρχηγοί, αν θα ανταποκριθείτε σε κάποιο τέτοιο αίτημα.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ναι, καταρχάς σε σχέση με αυτό που λέτε δεν υπήρξε ποτέ αίτημα ενημέρωσης και να μην ανταποκριθώ και μάλιστα, ήδη, ο υπουργός Εξωτερικών μόλις το κομουνιστικό κόμμα έθεσε ζήτημα ενημέρωσης από τον ίδιο πήγε στα γραφεία του κομμουνιστικού κόμματος στον Περισσό και ενημέρωσε τον κ. Κουτσούμπα και τις επόμενες μέρες θα συγκαλέσει το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής ώστε να υπάρξει πλήρης ενημέρωση, αλλά και εγώ ο ίδιος είμαι στη διάθεση οποιουδήποτε πραγματικά θέλει να ενημερωθεί, αν νομίζει ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν είναι γνωστό. Έρχομαι όμως στο άλλο σκέλος της ερώτησης σας. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας απάντησε και ορθά απάντησε σε ερώτηση που αφορά το ενδεχόμενο κάποιου επεισοδίου, κάποιου θερμού επεισοδίου. Κοιτάξτε, πρώτα από όλα η εξωτερική πολιτική, η διπλωματία αλλά και η ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων, δηλαδή και το Γενικό Επιτελείο της Εθνικής μας Άμυνας προετοιμάζονται διαρκώς και δουλεύουνε προκειμένου να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. ‘Όμως, ειδικά το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας πρέπει να προετοιμάζεται ακόμα και στο δυσμενέστερο σενάριο και βεβαίως απάντησε ορθά ο υπουργός της Εθνικής Άμυνας. Και στο δυσμενέστερο σενάριο είμαστε έτοιμοι και δεν χρειαζόμαστε τη στήριξη κανενός για να είμαστε έτοιμοι. Όμως, επαναλαμβάνω, όλη μας η προσπάθεια και όλη μας η προεργασία είναι για να μη φτάσουμε ως εκεί και γι αυτό βλέπετε αυτή την πάρα πολύ σημαντική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του διεθνούς παράγοντα που παίζει ένα πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Θα ήθελα δε, να επισημάνω αυτό το οποίο σας είπα αρχικά ότι δεν είναι διμερές θέμα, ότι είναι ευρωτουρκικά ζητήματα, ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Δείτε για παράδειγμα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μόνο σε ένα σημείο όπου κανείς δεν θεωρεί ότι μπορεί να χει και σημαντικά αποτελέσματα επί της ουσίας, όπου κάνει εξορύξεις ένα πλοίο της κρατικής εταιρείας πετρελαίου της Τουρκίας, αλλά υπάρχουνε οριοθετημένα οικόπεδα, εδώ και πάρα πολύ καιρό, στις περιοχές υψηλής πιθανότητας, όπου έχουν βρεθεί κοιτάσματα κι έχουν ξεκινήσει οι διεργασίες, έχουνε γίνει γεωτρήσεις, έχει ξεκινήσει η αξιοποίηση. Αυτά τα οικόπεδα έχουν μπει σε διαγωνισμό, οι εταιρείες που συμμετέχουν εκεί είναι πολυεθνικές εταιρείες ευρωπαϊκών συμφερόντων, αμερικανικών συμφερόντων, είναι εκεί η TOTAL είναι η EXXON MOBIL. Άρα, λοιπόν, πρέπει να έχουμε την πλήρη εικόνα. Να μη βλέπουμε μονάχα ότι κάνουνε μια ψευδοτελετή και στέλνουν ένα εν πάση περιπτώσει πλοίο που κανείς δεν γνωρίζει κι αν έχει και όλες τις τεχνικές δυνατότητες, όχι να κάνει γεώτρηση αλλά να έχει αποτελέσματα αυτή η γεώτρηση. Ενώ την ίδια στιγμή, η Κύπρος, ως μια κυρίαρχη χώρα, έχει ξεκινήσει την αξιοποίηση της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης και το ίδιο και η Ελλάδα. Για παράδειγμα θα ήθελα εδώ να αναφέρω ότι την επόμενη βδομάδα θα προχωρήσουμε στην υπογραφή για έρευνα και αξιοποίηση των οικοπέδων νοτίων και δυτικά της Κρήτης με μια μεγάλη εταιρεία την EXXON MOBIL διότι συνεχίζουμε ένα σχεδιασμό ο οποίος είναι μακρόπνοος σχεδιασμός. Ένα σχεδιασμό που δεν είναι στο πόδι, διότι επαναλαμβάνω τα κρίσιμα θέματα για την αξιοποίηση του πλούτου, του ενεργειακού πλούτου, για την αξιοποίηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, όλα αυτά δεν τα κάνουμε στο πόδι. Είναι αποτέλεσμα σχεδίων χρόνων της εξωτερικής μας πολιτικής, σχεδίων χρόνων που αποφέρουν καρπούς, όχι από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά σε ένα βάθος χρόνου. Και τώρα είμαστε σε θέση να γευτούμε αυτούς τους καρπούς και η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα. Εμείς λοιπόν θα συνεχίσουμε, εμείς θα συνεχίσουμε, επαναλαμβάνω, σε ένα σχέδιο το οποίο είναι πολύ καλά μελετημένο και έχει να κάνει τόσο με την αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας στην ευρύτερη περιοχή, όσο όμως και με την αποφασιστική αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου. Σε αυτό δεν θα μας σταματήσει κανείς και ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε με πολύ μεγάλη αποφασιστικότητα να ζητάμε από τους γείτονες μας να τηρήσουν το Διεθνές Δίκαιο.

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου