Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 02 Μάι 2018
Quo vadis, Τουρκία;
Κλίκ για μεγέθυνση

Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών στην Τουρκία έγινε εν μέσω πολλών ανακατατάξεων. Οικονομικών, που σηματοδοτούν το τέλος του «οικονομικού θαύματος» της Τουρκίας με αδιευκρίνιστες ακόμα διαστάσεις. Κοινωνικών, αφού η κοινωνική συνοχή που είχε εξασφαλιστεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες –και χάρη στο «οικονομικό θαύμα»– έχει διαρραγεί (ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας «υπό διωγμό» και μια νέα, πολλαπλή απειλή εδραιωμένη στον τουρκικό ορίζοντα, κ.λπ.).

Πολιτικών, με τη δημιουργία ενός νέου κόμματος –Καλό Κόμμα– και τη σύμπηξη δύο μετώπων: ερντογανικού και αντι-ερντογανικού. Εν ολίγοις, η χώρα φαίνεται σαν να βρίσκεται εκεί από όπου την είχε παραλάβει ο Ερντογάν σχεδόν δύο δεκαετίες πριν.

Η κοινωνική και εθνική ειρήνη, η σταθερότητα, η δημοκρατία, που κάποτε ο Ερντογάν την είχε κάνει σημαία της πολιτικής του απέναντι στο παλιό, αυταρχικό, κεμαλικό καθεστώς, είναι οριστικά παρελθόν.

Αυτή η πολιτική που κάποτε είχε συνεγείρει από τους νεόπτωχους των αστικών κέντρων και τη νεοϊσλαμική οικονομική ελίτ μέχρι τους Κούρδους και μια κοινωνία πολιτών, φιλοευρωπαϊκή και δημοκρατική, και είχε μάλιστα ανανεώσει τις συμμαχίες της Τουρκίας στο εξωτερικό, δεν υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια: το 2013 (πάρκο Γκεζί) και το 2016 (αποτυχημένο πραξικόπημα) αποτελούν χρονολογίες ορόσημα στη στροφή της πολιτικής του Ερντογάν.

Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν υποδηλώνει μόνο την ανάγκη του Ερντογάν για αιφνιδιασμό των αντιπάλων του, υπογραμμίζει κυρίως με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι η Τουρκία βρίσκεται ξανά σε φάση αστάθειας. Οπως τότε (πριν από τον Ερντογάν) που επί χρόνια καμιά κυβέρνηση δεν είχε ξεπεράσει τα 2 χρόνια ζωής. Οι σημερινές πρόωρες εκλογές, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, έχουν το ίδιο υπόβαθρο με τις παλιές.

Ο Ερντογάν είναι υποχρεωμένος «να τρέξει» – αν σταματήσει, «θα πέσει». Από παράγοντας σταθερότητας κάποτε, ο ίδιος με την πολιτική του μετατράπηκε σε παράγοντα αστάθειας. Το νέο τουρκικό παράδειγμα που πρότεινε, και που θέλει οριστικά να επιβάλει με τη νίκη του στις εκλογές (Εκτελεστική Προεδρία), δεν σηματοδοτεί τελικά την μετα-κεμαλική εποχή, αλλά την ερντογανική οικειοποίηση του κράτους.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η πολιτική του Ερντογάν. Σε αυτήν έχει αφιερωθεί, απ’ όλους μας, μεγάλη αρθρογραφία. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο Ερντογάν δεν θα κερδίσει τις εκλογές (κάτι που φυσιολογικά είναι αδύνατο), το κρίσιμο είναι ότι το πολιτικό σύστημα στην Τουρκία κινείται όλο και πιο δεξιά, συντηρητικά και εθνικιστικά.

Δεν συγκροτούνται, δηλαδή, δύο μέτωπα – το ένα αυταρχικό και προεδρικό του Ερντογάν και το άλλο αντιαυταρχικό, δημοκρατικό και συναινετικό. Συγκροτούνται δύο αντίπαλα μέτωπα που τείνουν να τέμνονται στον πιο ακραίο, κεμαλικό εθνικισμό και αυταρχισμό. Η συμμαχία του ΑΚΡ (Ερντογάν) με το ΜΗΡ (Μπαχτσελί) σηματοδότησε τη μετατόπιση του συστήματος προς αυτή την κατεύθυνση. Εδωσε το πιο εθνικιστικό –κεμαλικό παλαιού τύπου– περιεχόμενο στον νεοφιλελεύθερο, κενό πολιτικού βάθους αυτοκρατορισμό του Ερντογάν.

Η δημιουργία ενός ακόμα πιο εθνικιστικού κόμματος στα δεξιά, και με δεδομένη την ύπαρξη του κλασικού κεμαλικού, εθνικιστικού κι αυτού, κόμματος στο «κέντρο» (του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος), δεν αποτελεί πραγματική εναλλακτική λύση. Η βοήθεια μάλιστα που προσφέρει το κεμαλικό κόμμα στο Καλό Κόμμα δείχνει ότι οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα δύο μέτωπα (ο Ερντογάν και οι άλλοι) δεν είναι προς μια δημοκρατική κατεύθυνση.

Η μόνη εναλλακτική λύση θα ήταν η ενίσχυση του φιλοκουρδικού, αριστερού κόμματος (ΗDP), του οποίου ωστόσο η ηγεσία είναι στη φυλακή, η πρόσβασή του στα ΜΜΕ ανύπαρκτη, επομένως αβέβαιη η επιρροή του και η δύναμή του. Είναι το μοναδικό κόμμα που μπορεί να δημιουργήσει μια πραγματική ρωγμή στο σύστημα. Η μείωση της δύναμης του Ερντογάν προς την κατεύθυνση του Καλού Κόμματος, έστω κι αν συνεπιφέρει πολιτικές ανακατατάξεις, δεν θα αλλάξει ιδιαίτερα την πολιτική ατζέντα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Ερντογάν, δεν είναι μόνο το πρόσωπο και η πολιτική του. Ο Ερντογάν τροφοδοτεί αλλά και τροφοδοτείται από τους άλλους. Ο ίδιος τα εγκλωβίζει σε έναν αυταρχικό προεδρισμό, στην αλλαγή παραδείγματος για την Τουρκία, αλλά και ο ίδιος εγκλωβίζεται στην πιο εθνικιστική, στρατιωτική, ρητορική του παλαιού κεμαλισμού.

Το ένα μέτωπο δανείζεται από το άλλο αυτά τα όπλα που του φαίνονται τα πιο ισχυρά. Η Τουρκία φαίνεται σαν να κινείται χωρίς πυξίδα: προς μια απρόβλεπτη κατεύθυνση. Από τη στιγμή που η ευρωπαϊκή προοπτική δεν αποτελεί πλέον πυξίδα (ή την κύρια πυξίδα) του τουρκικού πολιτικού συστήματος, ούτε καν των κεμαλικών, η Τουρκία γίνεται παράγοντας αστάθειας και για το εξωτερικό της.

Ωστόσο, το απρόβλεπτο της Τουρκίας συνιστά σε μεγάλο βαθμό την τουρκική εκδοχή του απρόβλεπτου που κυριαρχεί σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι «απρόβλεπτες» συμμαχίες της Τουρκίας (Ρωσία, Ιράν) είναι ενοχλητικές για τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., βολικές σε ένα βαθμό. Γιατί το πρόβλημα εντέλει δεν είναι μόνο «πού πάει η Τουρκία», αλλά «πού πάνε» και οι άλλοι, κυρίως σε σχέση με τη Συρία. Η παράταση της αστάθειας στη Μέση Ανατολή αναπαράγει απρόβλεπτες πολιτικές.

* βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, ιστορικός

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου