Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 28 Φεβ 2021
Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας, τραγουδοποιός
Κλίκ για μεγέθυνση

Δημήτρης Γκόγκος (1903 – 1985)

Σπουδαίος ρεμπέτης, γνωστός και ως «Μπαγιαντέρας». Γεννήθηκε το 1903 στο Χατζηκυριάκειο, στον Πειραιά, και ήταν το τελευταίο από τα 22 παιδιά του Γιάννη Γκόγκου, υπαξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού από τον Πόρο, και της Αγγελικής από την Ύδρα.

Από μικρός ακολούθησε το δρόμο των γραμμάτων και σπούδασε ηλεκτρολόγος. Δεν άσκησε, όμως, ποτέ το επάγγελμα, λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του και της ενασχόλησής του με την ελευθέρα πάλη.

Με τη μουσική καταπιάστηκε από μικρός. Έως το 1920 έπαιζε μαντολίνο και κιθάρα, μετά βιολί και από το 1924 άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και μπαγλαμά. Το μπουζούκι το γνώρισε στη φυλακή, όταν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στο ναυτικό καταδικάστηκε σε κάθειρξη 6 ετών, γιατί τροφοδοτούσε με εκρηκτικά φίλους του ψαράδες.

Το 1925 διασκεύασε την ιταλική οπερέτα «Μπαγιαντέρα», του Έριχ Κάλμαν, για λαϊκή ορχήστρα με μπουζούκι και μαντολίνο. Από τότε απέκτησε το παρατσούκλι Μπαγιαντέρας.

Λίγο πριν από τη δεκαετία του '30 άρχισε να τριγυρνάει στα Πειραιώτικα στέκια, όπου σύχναζε ο εργατόκοσμος του λιμανιού. Έτσι απέκτησε στενή σχέση με τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου, κυρίως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη. Το 1937 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο στην Columbia με τίτλο «οι Καπνεργάτριες», με το τραγούδι «η καπνουλού» αφιερωμένο στη σύντροφο της ζωής του, καπνεργάτρια και στιχουργό Δέσποινα Αραμπατζόγλου.

Τον Απρίλιο του 1941 τυφλώθηκε από γλαύκωμα και μάλιστα πάνω στο πάλκο, την ώρα που τραγουδούσε. Φίλοι και συνεργάτες άρχισαν να τον περιφρονούν κι εκείνος έκανε το παν για να τους αποδείξει την αξία του. Έτσι, δημιούργησε ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

 

 
 
 
Ο Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας (Πειραιάς 28 Φεβρουαρίου 1903-Αθήνα 18 Νοεμβρίου 1985), ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους ρεμπέτες ερμηνευτές, οργανοπαίκτες και συνθέτες.
Το παρατσούκλι «Μπαγιαντέρας», το πήρε το 1925 όταν διασκεύασε και έπαιξε στο μπουζούκι του κάποια κομμάτια απ’ την οπερέτα του Έμεριχ Κάλμαν (Emmerich Kálmán) Η Μπαγιαντέρα μεταξύ των οποίων και το ομότιτλο τραγούδι. Ο Μπαγιαντέρας έγραψε τραγούδια που γνώρισαν πολύ μεγάλη επιτυχία, όπως τα «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Χατζηκυριάκειο», «Σα μαγεμένο το μυαλό μου» και άλλα.
 
 
Καταγόταν από τον Πόρο. Ο πατέρας του Γιάννης Γκόγκος, ήταν Ποριώτης, και η μητέρα του Αγγελική από την Ύδρα. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Χατζηκυριάκειο, το 1903. Φοίτησε στο δημοτικό και όταν το τελείωσε συνέχισε και πήρε το πτυχίο του, καθιερωμένου τότε, τετρατάξιου Γυμνασίου. Μετά απέκτησε πτυχίο ηλεκτρολόγου. Ποτέ, όμως, δεν άσκησε το επάγγελμά του.
 
Παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του από 17 ετών επιδόθηκε στο μπουζούκι, με μεγάλη επιτυχία. Έπαιζε επίσης μαντολίνο, κιθάρα και βιολί.
 
Την περίοδο της Κατοχής ο Μπαγιαντέρας εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Τα δύσκολα εκείνα χρόνια έζησε μέσα στη φτώχεια, καθώς το πρωί πήγαινε στα συσσίτια για να εξασφαλίσει το γάλα των παιδιών του και τις νύχτες έπαιζε σε διάφορες ταβέρνες. Λόγω αβιταμίνωσης τυφλώθηκε το 1941 και μάλιστα πάνω στο πάλκο, την ώρα που τραγουδούσε. Τα τραγούδια του έγιναν αμέσως γνωστά, και μερικές από τις επιτυχίες του είναι: «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια», «Αποβραδίς ξεκίνησα», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει», « Ξεκινάει μια ψαροπούλα», «Ξαβεργιώτισσα», «Πειραιωτοπούλα», «Παρηγοριά ζητούσα κάθε βράδυ», «Αλάνι με φωνάζουν» και ακόμη: «To μαναβάκι», «Για μια κουτσουκαριώτισσα», «Μάτια γλυκά και γαλανά», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Το τραγούδι της αγάπης», «Το αλανάκι», «Ελα να μπερμπαντέψεις», «Του Κυριάκου το γαϊδούρι», «H μικρή από το Πασαλιμάνι», « Η άνοιξις», « Με ξέχασες», « Το πέρασμα», « Η κοτούλα», « Μια τράτα Κουλουριώτικη», «Κι αν χωρίσαμε δε φταίω» και άλλα.
 
 
 
Τα τελευταία χρόνια ο Μπαγιαντέρας τα έζησε απομονωμένος στο σπίτι του στο Περιστέρι, στον Άγιο Ιερόθεο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δέσποινα.
 
Το 1971 κυκλοφορεί σε 45άρι ο “Καθρέφτης”, ντουέτο με το Διονύση Σαββόπουλο, μαζί με τον “Πολιτευτή” του δεύτερου.
 
Στις αρχές Οκτωβρίου 1985 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μπήκε στο νοσοκομείο. Έγινε καλά και βγήκε. Στις 24 Οκτωβρίου μπήκε πάλι στον “Ευαγγε­λισμό”, μετά από ουρολοίμω­ξη και λοίμωξη του αναπνευστικού. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1985.

Μετά τον πόλεμο, άρχισε και πάλι να γράφει, να δισκογραφεί και να εμφανίζεται σε μεγάλα μαγαζιά της τότε Αθήνας.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονώθηκε στο σπίτι του στον Άγιο Ιερόθεο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δέσποινα. Από τον Οκτώβριο του 1985 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και στις 18 Νοεμβρίου του 1985 άφησε την τελευταία του πνοή.

 

Επιπλέον, στο ενεργητικό του περιλαμβάνεται και μια μέθοδο για την εκμάθηση του μπουζουκιού άνευ διδασκάλου.

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου