Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 06 Μάι 2018
Η βίωση μιας «ξενιτιάς»
Κλίκ για μεγέθυνση

Συντάκτης: Βασίλης Νιτσιάκος*

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις

Λαϊκή Αυτοβιογραφία

Υπάρχουν κάποιες πτυχές της τοπικής ιστορίας που δεν είναι απλώς στα απόσκια της επίσημης ιστορίας (άλλωστε η ένταξη των τοπικών ιστοριών στο κυρίαρχο εθνικό αφήγημα είναι έτσι κι αλλιώς ένα μεγάλο ζητούμενο), αλλά ανήκουν τρόπον τινά και στα απόσκια των όποιων αναπαραστάσεων του παρελθόντος στις ίδιες τις κοινότητες.

Θεόδωρος Δημ. Φερφέλης Προσωπικό Ημερολόγιο Καστρί Αγιάς, 2014
Μία από αυτές τις πτυχές έχει να κάνει με το άγνωστο στο ευρύ κοινό γεγονός της πολιτικής προσφυγιάς ενός μεγάλου μέρους του τοπικού πληθυσμού των παραμεθόριων περιοχών της Ηπείρου και της Δ. Μακεδονίας στην Αλβανία, το καλοκαίρι του 1947, μεσούντος του εμφύλιου πολέμου. Από την Αετομηλίτσα (Ντένισκο ή Ντέντσικο) του Γράμμου, πέρασαν τα σύνορα και βρέθηκαν στην Αλβανία περίπου 70 οικογένειες μαζί με τα κοπάδια τους.

«Σκεφτήκατε καλά, για να μπείτε μέσα είναι μεγάλη η πόρτα, αλλά για να βγείτε θα είναι πολύ μικρή», τους είπαν οι δυο ντόπιοι καπεταναίοι Γιαννούλης και Πατσιούρας, όμως το Κεντρικό Συμβούλιο πήρε την απόφαση και «στις 4-7-1947, ημέρα Τρίτη, περάσαμε τα σύνορα για την Αλβανία. Απάνω από την Ερσέκα μας μαζέψανε όλα τα χωριά: Ντένισκο, Ζέρμα, Κάντσικο, Λυκόραχη και διάφορα άλλα χωριά», σύμφωνα με την αφήγηση του συγγραφέα Θεόδωρου Φερφέλη, ο οποίος ήταν τότε μόλις 10 χρόνων.

Το εν λόγω βιβλίο, που εντάσσεται στις «λαϊκές αυτοβιογραφίες», συνιστά γραπτή μορφή μιας συνεχόμενης προφορικής αφήγησης που αφορά τα προσωπικά βιώματα και τις μνήμες του συγγραφέα. Φαίνεται από ένα επίμετρο της κόρης του Αγορίτσας ότι η γραπτή απόδοση των διηγήσεων του πατέρα της έγινε με δική της ευθύνη. Πρόκειται, λοιπόν, για μια κατάθεση-μαρτυρία σχετική με τη βίωση μιας «ξενιτιάς» 15 χρόνων, με έντονο τον συναισθηματικό τόνο και την υποκειμενική κρίση των πραγμάτων.

Φαίνεται επίσης ότι ο συγγραφέας επισκέφτηκε μετά από πολλά χρόνια τους τόπους όπου έζησαν κατά την προσφυγιά τους, προκειμένου να ξαναθυμηθεί, να ανακαλέσει στη μνήμη του καλύτερα, αλλά και να φωτογραφίσει κονάκια, στάνες, τόπους, χωριά, πολιτείες κ.λπ. όπου περιπλανήθηκαν.

Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το βιβλίο, ωστόσο, ξεφεύγει από τα όρια της βιωματικής αφήγησης των κακουχιών, των δυσκολιών, των προβλημάτων κ.λπ. που αντιμετώπισαν ο ίδιος, η οικογένειά του και υπόλοιποι χωριανοί και κοντοχωριανοί και επεκτείνεται σε παρατηρήσεις σχετικά με το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα της Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα, την αντιμετώπιση που είχαν η κτηνοτροφία των τσελιγκάτων και ιδιαίτερα οι Ελληνες, τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν με τους ντόπιους πληθυσμούς τόσο σε επίπεδο ομάδας όσο και στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων.

«Το κράτος μας μάζεψε όλους τους Ελληνες κτηνοτρόφους και μας χώρισε σε δύο περιφέρειες. Μια περιφέρεια ήταν στο Μπεράτι στο Τομόρι, που ήτανε γύρω στις 30 οικογένειες, όλοι τους Ντενισκιώτες, και οι υπόλοιπες 40 οικογένειες Ντενισκιώτες ήμασταν στο Τεπελένι, αλλά εδώ ήταν και από άλλα χωριά Ελληνες, όπως από Λυκόραχη, Ζέρμα, Κάντσικο, Μεσολούρι, Φιλιππαίους και άλλα χωριά. Αφού μοιράσμε τα βουνά, φκιάσαμε τις καλύβες με χορτάρια διότι δεν βρίσκαμε άχυρο και μόλις πιάσανε τα πρώτα πρωτοβρόχια όλο το νερό το βάζανε μέσα.

Θυμάμαι όταν έβρεχε καθόμασταν όρθιοι…» (σελ. 51). «Μετά τον δεκαπενταύγουστο ήρθε μια επιτροπή για να πάρουν τις οικογένειες που δεν είχαν πρόβατα να τους πάνε στη Φέρμια στα Κολχόζ. Βγαίνουν μπροστά ο Στέργιος Ευθυμίου και ο Απόστολος Τσάτσας και είπαν στην επιτροπή, δηλαδή στο κόμμα το ελληνικό: "Αυτό δεν θα γίνει ποτέ", και μετά έδωσε διαταγή το κόμμα και τους στείλαν εξορία…» (σελ. 58).

«Τώρα δεν μας έδιναν λιβάδια, όπως πριν οι Αλβανοί, διότι όλα τα χωριά είχαν γίνει Κολχόζ. Δίνανε μόνο σ’ αυτούς που είχαν κάτω από 40 πρόβατα. Εμείς δηλαδή, ο πατέρας μου Δημήτριος Φερφέλης, η μάνα μου Παρασκευή, ο αδελφός μου Βασίλης, η γυναίκα του Πιπίνα και τα τρία παιδιά τους ήμασταν μια οικογένεια και είχαμε 180 πρόβατα... Αγοράσαμε ένα μέρος από έναν ιδιώτη και μια Κοπερατίβα, πάρα πολύ καλό μέρος…» (σελ. 74).

Τα παραπάνω παραθέματα είναι ενδεικτικά των συνθηκών μέσα στις οποίες έζησαν αυτοί οι άνθρωποι για 15 χρόνια αλλά και της «ατμόσφαιρας» που χαρακτηρίζει την αφήγηση του συγγραφέα. Κλείνουμε με ένα παράθεμα που αφορά τις σχέσεις τους με τους ντόπιους, για τους οποίους μόνο καλά λόγια έχει να πει ο αφηγητής.

«Στο Τεπελένι στον κάμπο, όλο το καλοκαίρι εκεί, έκανα έναν Αλβανό αδερφό. Τρυπήσαμε με ένα βελόνι το μικρό δάχτυλο από το χέρι ο καθένας μας και αυτός ρούφηξε το αίμα από το δικό μου δάχτυλο και εγώ από το δικό του. Ορκιστήκαμε στο αίμα μας και γίναμε αδέρφια. Τον έλεγαν Σιαμπάν…» (σελ. 34)

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

πηγη: https://www.efsyn.gr_Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος _30.05.2016,
 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου