Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 15 Αύγ 2018
Βαρδιάνος στα σπόρκα (Β΄μέρος)
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

 

Β΄ΜΕΡΟΣ

Κεφάλαιο ΙΑ’

    Ο Σταμάτης Γυρατσίνης πολύ θα επεθύμει ν’ απηλλάσσετο ει δυνατόν της ανάγκης της επισκέψεως ταύτης, αλλά δεν ήτο κατορθωτόν το πράγμα. Ο Γιάννης ο Μπρίκος του είχε δώσει να εννοήση ότι πας νεωστί ερχόμενος εις τον τόπον των καθάρσεων ώφειλε να παρουσιασθή εις τον ιατρόν, και αν μάλιστα ήτο βαρδιάνος διά τα καράβια τα σπόρκα, ο ιατρός θα τον εδέχετο, θα τον ανεγνώριζε και θα τον ετοποθέτει οριστικώς εις έν των πλοίων, ή και έξω εις την ξηράν, διότι δεν ήτο υπόχρεως να λαμβάνη υπό σπουδαίαν έποψιν τας διαταγάς του κυρίου υγειονόμου ως προς τούτο. Αυτός δε, ο Γιάννης ο Μπρίκος, ως εκτελών τα έργα του πορθμέως εντός του τόπου των καθάρσεων είχεν ατομικήν ευθύνην διά την εκτέλεσιν της διατυπώσεως ταύτης, και αν παρέβαινε το καθήκον του, υπέκειτο εις φυλάκισιν από δύο έως πέντε ετών, καθώς τον είχον πληροφορήσει. Το καλόν μόνον ήτο, διά τον Γυρατσίνην, ότι η παρουσίασις εγίνετο νύκτα. Το ακόμη καλύτερον ήτο ότι θα εδίδετο εις το μυστηριώδες υποκείμενον η ευκαιρία να μάθει αμέσως διά του ιατρού πού ήτο και τι εγίνετο ο Σταύρος.
   Τούτου ένεκα η Σκεύω ηκολούθησε μετ’ ελπίδος και φόβου τον Γιάννην, και τα γόνατά της έτρεμον. Αφού διήλθον το πλάτος της αμμουδιάς, όπου οι πόδες εβουλούσαν ένα δάκτυλον εντός της άμμου, και αι εμβάδες της εγέμισαν από κόκκους άμμου, εισήλθον εις το μονοπάτιον το διαχαρασσόμενον παρά την όχθην του απεξηραμμένου βάλτου, ανάμεσα εις τες βουρλιές, υπό το φέγγος της σελήνης, όπου το έδαφος φαιόν και λευκόν έστιλβεν από την αναλαμπήν. Εκεί παρά τον βάλτον, ανάμεσα εις τρεις βουρλιές και εις δύο συστήματα ακανθωδών θάμνων, το χώμα εφαίνετο προσφάτως ανασκαφέν, και υπήρχον δύο εξογκώματα γης, το έν μακρότερον του άλλου, γείτονα αλλήλων κείμενα, αποτελούντα μάλλον έν εξόγκωμα εις δύο.
   Η Σκεύω ήρχισε να τρέμει· η μητρική καρδία της εταράχθη, και ήρχισε να πάλλη ταχέως και ασθενώς, και λιποψυχία εκυρίευσεν όλον το είναι της, τα όμματά της εσκοτίσθησαν, και τα ώτα της ήρχισαν να βομβώσι, και εις το ωχρόν φως της σελήνης δεν ήτο ορατή η ωχρότης ήτις έβαψε το πρόσωπόν της. Τα δίδυμα εκείνα εξογκώματα της γης, πολύ ωμοίαζον με δύο τάφους, με δύο τάφους νωπούς, προσφάτως και ίσως αυθημερόν σκαφέντας. Η Σκεύω έκυψε και είδε καλύτερα, και της εφάνη ότι εις την άκραν του ενός των δύο λάκκων προς δυσμάς υπήρχε μικρός πρόχειρος σταυρός εκ καλάμου, με κλωστήν δεμένος εις το κέντρον.
   Διότι ήτο αληθές και δεν επεδέχετο άρνησιν ότι ο άγγελος ο κρατών το μέγα δρέπανον είχεν επιφοιτήσει αυθημερόν εις την αποκλεισμένην νήσον. Το μεσονύκτιον προς βαθύν όρθρον της Τρίτης είχε τανύσει αιφνιδίως τας πτέρυγάς του από των απωτέρων αοράτων κόσμων, και είχε λάβει το κέλευσμα του Αϊδίου, και είχε καταπτεί από τας πύλας του ουρανού, και μετά τινα μόρια στιγμών χρόνου, ασύλληπτα εις την διάνοιαν των θνητών, είχε φθάσει εις την αφανή μικράν γωνίαν, την ταπεινήν και άγνωστον, και είχεν ασκήσει το αστόμωτον δρέπανόν του εις την κοπήν της ζωής δύο αβρών πλασμάτων των οποίων το βάρος δεν ησθάνετο χθες ακόμη η γη περισσότερον παρ’ όσον ταύτα ησθάνοντο σήμερον επάνω των το βάρος της γης. Η μήτηρ μόλις είχεν εξέλθει προχθές ακόμη εις τον λειμώνα του κόσμου. Άνθος είχε κοπεί από τον κήπον τον παρθενικόν και είχεν εξαχθεί διά της πύλης του γάμου. Το βρέφος μόλις είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς εις το φως της ζωής. Μήτηρ ανεύθυνος και βρέφος άκακον· η μήτηρ μετά τας τρικυμιώδεις συγκινήσεις του έρωτος, μετά τας γαληνίους απολαύσεις του γάμου, μετά τας δεινοπαθείας της κυοφορίας, μετά τας ωδίνας του τοκετού, το βρέφος μετά την πρώτην αίσθησιν του πόνου και την πρώτην φωνήν του κλαυθμυρισμού, ανηρπάγησαν εις επουρανίους καλιάς, το τέκνον εις τας αγκάλας της μητρός, και αμφότεροι εις τους κόλους του αγνώστου. Ο γάμος είχε τελεσθή εν Σμύρνη προ δέκα μηνών, το ζεύγος φεύγον την χολέραν είχεν επιβιβασθή εκ Σμύρνης. Κατά τον διάπλουν είχεν επέλθει, άωρος ίσως ο τοκετός. Το πλοίον, όταν έφθασεν εις τον τόπον της καθάρσεως, εκόμιζε δύο τρυφερά πλάσματα μόλις ζώντα, την μητέρα χθες και πρώην κόρην, το βρέφος σχεδόν ασώματον. 
    Τα σώματα ημιθανή απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, αλλ’ η πραεία αύρα του δάσους δεν ήτο ικανή ν’ ανακαλέσει την φεύγουσαν ζωήν διά να την αποδώσει εις τα δύο νεαρά όντα. 
    Η πνοή του αγγέλου, θωπευτικωτέρα και της αύρας της νυκτερινής, απεκοίμισε τα δύο αβρά πλάσματα, και ο κραταιός βραχίων του απεκόμισε μακράν εις τους αγνώστους κόσμους τα δύο πνεύματα, το έν καθ’ εαυτό μακάριον, το έτερον κατά μέθεξιν ευδαίμον.
   Ελαφρά η γη εκάλυψε τα δύο νεαρά σώματα, θερμά ακόμη από την τελευταίαν επαφήν της ζωής, θερμά από τους ασπασμούς του χηρεύσαντος νυμφίου, θερμότερα από τους ασπασμούς της απορφανισθείσης μητρός, ήτις είχε συνοδεύσει εις το ταξίδιον την τέως ευτυχή κόρην. Και τα πνεύματα απέπτησαν και ίπταντο ακόμη μακράν, μακράν, και ο άγγελος τα ανεβίβασεν εις αγνώστους κόσμους, και το κύμα της θαλάσσης εφλοίσβιζε μακρόθεν λικνίζον το αγνόν βρέφος εις την παγωμένην αγκάλην της μητρός, και η αύρα η σείουσα τους θάμνους ετόνιζε βαυκαλιστικον άσμα εις τον ύπνον της μητρός και του τέκνου.
     
    - Τίνος είν’ αυτός ο τάφος; Ποιος πέθανε; ηδυνήθη να ερωτήση με τρέμουσαν φωνήν η Σκεύω.
   Της δυστυχούς είχε κακοβάλει ο νους της διά τον υιόν της, και εντεύθεν ο φόβος και η μεγάλη ταραχή άμα είδε τους διδύμους τάφους.
   Ο Γιάννης ο Μπρίκος έστρεψεν αμελές βλέμμα προς τους τάφους, εσιώπησε προς στιγμήν, έβηξε, και είτα είπε:
   -Μια γυναίκα είχε πεθάνει σήμερα εδώ με το παιδί της. Σου είπα, θεια-
Σκεύω, ποιος ερωτά εδώ ποιος θα ζήση και ποιος είναι για πεθαμό;
  - Και τι γυναίκα ήτον; ηρώτησε καθησυχάσασα εν μέρει η Σκεύω.
  -Σμυρνιά, θαρρώ, ήτον… ή Πολίτισσα… ποιος ξέρει… χθες είχεν έρθει με το
καράβι εκείνο εκεί.
   Κι εδείκνυεν αντικρύ έν των πλοίων.
    -Πώς δε μου είπες, Γιάννη, εξηκολούθησεν η Σκεύω, πού είναι το καράβι που
 ’ν’ ο γυιος μου μαζί;
   Την ερώτησιν ταύτην ήθελε να υποβάλη προ πολλού, όταν έπλεον ομού επί της φελούκας, αλλά την είχε προπάρει τόσον ο Γιάννης με τον βάναυσον τρόπον του, ώστε η πτωχή γυνή απεθαρρύνθη και ανέβαλε την ερώτησιν.
    - Και πού ξέρω εγώ, θεια-Σκεύω; Είπαν πως ήρθε και πως ήτον άρρωστος… Αν 
ήρθε, θα είναι με κανέν’ απ’ αυτά τα ξένα καράβια, γιατί το ντόπιο, του καπετάν Γρατσιώτη, που ήτον λοστρόμος μαζί, δεν έχει ερθή… Αν ο γυιος σου ήρθε θα πη ότι είχε ξεμβαρκάρει στην Πόλη, και μβαρκάρισε με κανένα ξένο, που ήτον για δω.
    - Και πώς δε μπόρεσες να μάθης, Γιάννη; είπε μετά παραπόνου η Σκεύω.
    - Μου κακοφαίνεται κι εμένα, θεια-Σκεύω που δε μπόρεσα να το μάθω… Μα
πού να ξέρω πως ήσουν να ’ρθης για δω τουλόγου σου, και πως θα σ’ εβλέπαμε
βαρδιάνο στα σπόρκα;
 
   Λαβών ο ιατρός τον φάκελον, τον οποίον έτεινεν αυτώ ο Γιάννης ο Μπρίκος, τον ήνοιξε και ανέγνωσε το εν αυτώ έγγραφον. Το έγγραφον ήτο οιονεί διορισμός και πιστοποιητικόν ταυτότητος του αποστελλομένου δι’ έν των επιχολέρων πλοίων φύλακος, τον οποίον ο υγειονόμος επέμενε να ονομάζη Σταμάτην Γυρατσίνην.
   Ο ιατρός έκαμε ζωηρόν κίνημα δυσφορίας, και το έγγραφον του εξέφυγε τας χείρας.
    -Να πάρη ο ντιάολος! είπε· και ποιος είν’ αυτός ο Σταμάτης Γκυρατσίνης;…
Φέρε τον εντώ.
   Ο Γιάννης εστράφη προς τον όπισθέν του ιστάμενον σύντροφόν του και τον έδειξε:
  - Να τος! είπε
   Ο ιατρός εμειδίασεν, εκάγχασεν, εκάπνισε θορυβωδώς το τσιμπούκι του, επλατάγισε τα χείλη, απέπνευσε μεγάλην έλικα καπνού από το στόμα, και είπε:
    -Έλα ντω! ποιος είσαι;
    Η θεια-Σκεύω επλησίασε τρέμουσα.
    - Εγώ είμαι, γιατρέ, είπε.
    - Και είσαι του λόγκου σου, ο Σταμάτης Γκυρατσίνης;
   Η θεια-Σκεύω έκαμε διφορούμενον νεύμα· κάτι τι το οποίον ηδύνατο να εκληφθή ως ναι και ως όχι.
   Ο ιατρός ύψωσε το κηρίον το οποίον εκράτει, έβαλε τα γυαλιά του, τα οποία εκρέμαντο δι’ ιμάντος από του λαιμού του, κι εκοίταξε το μυστηριώδες άτομον.
   - Έλα σιμότερα, είπε.
   Με αποφασιστικότητα τιμώσαν αυτήν μεγάλως, η θεια-Σκεύω δεν έδωκε καιρόν εις τον ιατρόν να τελειώσει την επιθεώρησίν του, αλλά κύψασα προς το ους του του είπε:
   - Εγώ είμαι η Σκεύω, η Γιαλινίτσα… που με λένε κάποτε και Σαβουρόκοφα.
   Ο ιατρός ανετινάχθη όλος επί του στελέχους εφ’ ου εκάθητο και εκάγχασε θορυβωδώς:
    -   Χα, χα χα!… χα χα χα! Να πάρει ο ντιάολος!… εκείνο το υγκειονόμο το στραβούλιακα… που είναι και φίλος μου!… χα χα χα! Και ντεν ηύρε άλλο όνομα να σου ντώση, ενός ζωντανού, μόνον σου έντωσε του όνομα του πεταμένου… χα χα χα!
   Είτα επέφερε:
    - Αν-καλά τι λέω εγγώ;… το όνομα του ζωντανού είναι κάποιου… το όνομα του   
πεταμένου ντεν έχει ιντιοκτήτη, είναι έρμο… Έξυπνος εφάνη ο στραβούλιακας που σου έντωκε το όνομα του πεταμένου.
   Είτα ευθύς ηρώτησε:
   -Και τι σου ήρτε, Σκεύω να το κάμεις αυτό;
   Η Σκεύω την ερώτησιν ταύτην επερίμενε.
    - Για το Θεό, γιατρέ, να ’χης πολλή ζωίτσα… και να σου δώση ο Θεός ό,τι επιθυμείς… να ’χεις και καλή ψυχή… δεν μου λες, τι γίνεται ο γυιος μου, ο Σταύρος; Είναι καλά; πέθανε; ζει; τον είδες τουλόγου σου;
   Ο ιατρός, όστις εξηκολούθει την θορυβώδη ευθυμίαν του, διεκόπη, ανεκάλεσε τας προσφάτους εκ των επισκέψεων της ημέρας εντυπώσεις του και είπεν:
   - Α! Ο Σταύρος… του Γιαλή… Ο λοστρόμος… είναι γυιος σου. Α! ναι… είναι  
άρρωστος… υπέφερε πολύ… μα ντεν έχει ανάγκη… τα ζήση.
   Η Σκεύω ανέπνευσε.
   - Ν’ αγιάση το στόμα σου, γιατρέ, και τα χείλη σου, που μου είπαν τον καλό
 το λόγο, να γίνουν μαλαματένια, σαν τ’ Αι-Γιαννιού του Χρυσοστόμου.
   Ο ιατρός εκολακεύθη εκ της ευχής, εμειδίασε, και είτα πάλιν επανήλθεν εις τον φίλον του, ως τον ωνόμαζε, τον υγειονόμον.
   - Μα να πάρη ο ντιάολος, τι του ήρτε του φίλου μου, του υγειονόμου, του
στραβούλιακα, και σε αγκαζάρισε για βαρντιάνο;… Ή ήτελες του λόγγου σου;
   - Εγώ το ήθελα… δεν μπόρεσα να μάθω για το γυιο μου, κι ήρθα να τον ιδώ.
   - Α! κι εγκέλασες τον υγειονόμο, το στραβούλιακα;
   - Δεν τον εγέλασα, τόσον εγώ, είπε μετ’ αμηχανίας η Σκεύω, όσο γελάστηκε
μοναχός του.
   - Πώς;
   Και ο ιατρός εξηκολούθει να ροφά μεγάλας εισπνοάς καπνού, να εκπέμπη πυκνά νέφη περί τους παχείς καστανούς μύστακάς του, να ακτινοβολή από ευθυμίαν και ν’ ακροάται.
    -   Εγώ ήμουν σαν παλαβή, σαν το έμαθα, που μου το εφώναξε μια κλήρα προχτές το βράδυ, από μια βάρκα μέσα, πως ο γυιος μου είναι άρρωστος από χολέρα.
    - Α!… λοιπόν;
    - Εγώ γονάτισα μπροστά στα κονίσματα, κι επαρακάλεσα την Παναγίτσα μου,
μια μικρή Παναγίτσα ασημωμένη που έχω, να με λυπηθή και να μου στείλη καλά μαντάτα από το Σταύρο ή να με φωτίση τι να κάμω…
    - Ύστερα;
    -  Εμένα η Μεγαλόχαρη καλά μαντάτα δεν ηυδόκησε να μου στείλη, γιατί
ήμουν αμαρτωλή, έξω απ’ αυτά που σ’ εφώτισε να μου δώσης, γιατρέ μου… μονάχα μ’ εφώτισε, σαν ήτον πολύ δύσκολο να με πάρουν οι βαρκάρηδες να με φέρουν, όπως ήμουν με τη γυναίκεια φορεσιά μου, στο νησί μέσα για να βρω το γυιο μου, μ’ εφώτισε να φορέσω αντρίκεια και να πάω βαρδιάνος στα σπόρκα.
    Ο ιατρός ανεκάγχασε θορυβωδώς.
    - Α! χα χα χα! ντιάολο! παράξενο! βαρντιάνος στα σπόρκα! Α! ντιάολο! Και το
 στραβούλιακα το υγκειονόμο;…

Κεφάλαιο ΙΒ’

   Η Σκεύω εξηκολούθησε:
    - Σαν έβαλα τα φορέματα του μακαρίτη τ’ ανδρός μου κι εκοίταξα στον καθρέφτη, μου φάνη πως μου πήγαιναν καλά, και μου φάνη πως ωμοίαζα, κοντούλα όπως είμαι, με το γερο-Σταμούλη τον Καρδαράκη, τον παλιό γείτονά μου, που ήμαστε έναν καιρό γειτόνοι στον ελιώνα, απάνω στην Κορακοφωλιά, που τον έδωκε τώρα προικιό της κόρης του. Σαν είδα πως ωμοίαζα με το Σταμούλη τον Καρδαράκη και στο μπόι, και στο μουστάκι, και σ’ όλα, άρχισα κι εγώ να καμαρώνω, να σιάζωμαι στον καθρέφτη κι εγύρευα να μοιάσω ακόμα πλιότερο με τον παλιό το γείτονά μου. Έβαλα το φέσι καθώς το φορεί ο Σταμούλης, εζώστηκα το κίτρινο ζουνάρι τρεις πιθαμές πλατύ, όπως το ζώνεται ο Σταμούλης, έκαμα και τη σέλλα του βρακιού όπως την κάνει ο Σταμούλης, ύστερα, σαν τα έβγαλα τα ρούχα, έλεγα πότε να τα ξαναφορέσω, κι αποφάσισα με κάθε τρόπο να ’ρθω μέσα στο νησί, να περάσω για βαρδιάνος.
   Ο κ. Βίλελμ Βουντ εύρισκε μεγάλην τέρψιν εις την ακρόασιν της διηγήσεως ταύτης. Ηραίωσε τα ροφήματα του τσιμπουκίου του, έπαυσε τους πλαταγισμούς των χειλέων, εγέλα και ήκουε.
   - Λοιπόν;
   -  Εγώ πήγα και ηύρα το Νίκα, το φύλακα που ήτον πρώτα στα πέρα λαζαρέτα, το συμπέθερό μου, και τον επαρακάλεσα να κάμη νόμο-τρόπο να καταφέρη ένα βαρκάρη φίλο του να με πάρη, έτσι όπως ήμουν, γυναίκα, στη βαρκούλα του μέσα, να με φέρει στο νησί. Ο Νίκας μου είπε πως το βλέπει πολύ δύσκολο. Δεν άφηναν κανέναν άλλον, έξω από κείνους που έχουν άδεια, να ζυγώσει στην καραντίνα…
   - Ύστερα;
   - Τότες έκαμα απόφασι και του λέω του συμπέθερου, του Νίκα: «Για να σου
πω, ξέρεις τι μ’ εφώτισε ο Θεός; Θα φορέσω αντρίκεια και θα περάσω για βαρδιάνος. Εσύ, που έχεις τα μέσα, να πης τ’ αφεντικού σου να με γράψη στα χαρτιά, για να με βάλουν βαρδιάνο. Εδοκίμασα τα ρούχα του μακαρίτη τ’ ανδρός μου, και μου έρχονται καλά, και μοιάζω με το Σταμούλη τον Καρδαράκη όταν τα φορέσω. Πες του κυρ επιστάτη πως με λένε Σταμούλη Καρδαράκη».
   Ο ιατρός εκάγχασε θορυβωδώς.
    - Ω! ντιάολο! και ύστερα;… πήες στον επιστάτη… και στο υγγειονόμο, το
στραβούλιακα, το φίλο μου; Και πώς από Καρνταράκης έγινες Γκυρατσίνης;
    - Ο Νίκας, ο συμπέθερός μου, σαν τ’ άκουσε, του φάνηκε παράξενο, και
άρχισε να κλαίη από το ένα μάτι, τόσον επαραπονέθηκε, που με είδε να επιμένω να ’ρθω να ’βρω το παιδί μου… και με το ένα μάγουλο άρχισε να γελά… κι εσφόγγιζε τα δάκρυά του, και δεν εμάζωνε τα χείλη του… Και ύστερα το είπε στον επιστάτη… Κι ο επιστάτης, σαν να τον είχα ορμηνεμένον, του είπε να πάω να παρουσιασθώ στο λιμεναρχείο το βράδυ-βράδυ, που δε θα μ’ έβλεπαν καλά…
    - Ω! ντιάολο! και ηύρες εκεί και το υγγειονόμο, το στραβούλιακα;
    -Το βράδυ-βράδυ πήγα, κι ήτον εκεί ο υγειονόμος, κι ο επιστάτης, κι ο
λιμενάρχης, οι τρεις τους, κλεισμένοι μες στη μέσα κάμαρη… Κι εμάς μας έβαλαν να καρτερούμε στην όξου κάμαρη, για να νυχτώσει ακόμα, σαν να τους είχα ορμηνεμένους… Κι άλλοι πέντ’ έξ γέροι που καρτερούσαν εκεί, να ’ρθ’ η αράδα τους, να παρουσιαστούν στ’ αφεντικά, για να μπουν βαρδιάνοι, μ’ επήραν για ξένο, και μ’ ερώτησαν, κι εγώ τους είπα πως ήμουν απ’ τα Εικοσιτέσσερα Χωριά. Ύστερα ένας-ένας παρουσιάστηκαν κι επήραν το χαρτί τους, κι εμβήκαν βαρδιάνοι. Στα υστερνά ήρθεν η αράδα μου να παρουσιαστώ κι εγώ.
   - Ε! και τότε;
   - Εγώ εμβήκα μέσα τρέμοντας, και λίγο έλειψε να μου φανή ο ουρανός
σφοντύλι. Και πιάστηκα απ’ την πόρτα για να μην πέσω. Κι όσο να μπω μεσ’ απ’ την πόρτα, παρακάλεσα την Παναγιά και μόδωσε Θάρρος… Κι ο υγειονόμος, άμα με είδε…
   - Α!
   - …μου λέει, σαν να τον είχα ορμηνεμένον: «Εσύ είσαι ο Σταμάτης ο
Γυρατσίνης;… Τι γίνεσαι Σταμάτη;… Γηράσαμε, Σταμάτη, γηράσαμε…».  Κι εγώ τότε, χωρίς να το συλλογισθώ, «Μάλιστα, λέω, εγώ είμαι ο Σταμάτης ο Γυρατσίνης… Τι κάνεις, κυρ υγειονόμε; Είσαι καλά;…»
   Ο ιατρός ανεπήδησεν από του στελέχους εφ’ ου εκάθητο, διότι σφοδρός γέλως ανετίναξεν όλον το σώμα του, και ησθάνετο την ανάγκην να καγχάση εν ανέσει.
    - Ω! ντιάολε! ω! ντιάολε!…τώρα καταλαβαίνω… σ’ επήρε για τον πεταμένο…
Κι εσύ σαν σου ήρτε, σα μπούφος, έτοιμο όνομα, το εντέχτης, και επαρατήτηκες από το άλλο;
    - Ναι.
    - Ω ντιάολο!… το στραβούλιακα… Κι εσύ είπες μέσα σου, τι τέλω να γγυρεύω
άλλο όνομα, αφού μου ντίνει αυτό ο υγγειονόμος. Έτσι;
    - Ναι.
   Ο ιατρός εξηκολούθει να καγχάζη επί μακρόν, και επί πέντε λεπτά της ώρας δεν έλαβε καιρόν να πλησιάση εις το στόμα το μακρόν τσιμπούκι του.
    -  Ω! ντιάολε! το στραβούλιακα!… Είναι παρατηρημένο, επρόσθεσεν, ως να ωμίλει προς εαυτόν, ότι κανένας, περισσότερο από ένα μισόστραβον δεν ημπορεί να πη με τι ομοιάζει ένα πράγμα που ντεν είναι εκείνο που φαίνεται… Κατώς κι ένας στραβομούρης ημπορεί να κάμη καλύτερα από κάτε άλλον μορφασμούς και παντομίμες… κι ένας που ντεν είναι πολύ καταρόγγλωσσος ημπορεί να μιμητή καλύτερα έναν τραυλόν και ψευντόν… κι ένας μισοαγγράμματος ημπορεί να ντιαβάσει καλύτερα ένα κοκογγραμμένο γγράμμα.
   Ο ιατρός ανέπνευσε προς στιγμήν, ετράβηξε μαζωμένα πέντε ή έξ ροφήματα καπνού, είτα ετίναξε το τσιμπούκι του, κι ενώ το εγέμιζεν εκ νέου, επανέλαβεν·
   - Ε! Και ύστερα;… ντεν ηύρες καμμιά ντυσκολία, και οι άλλοι, έχοντας
κολαούζο τον υγγειονόμον, σ’ επαραντέχτηκαν για Σταμάτη Γκυρατσίνη και σε ντιώρισαν βαρντιάνο…
   -  Ο επιστάτης κάτι υπωπτεύτηκε, απήντησεν η Σκεύω.
   -  Α!
   - Εγύρισε και είπε του Νίκα: «Μα εσύ αυτόν που μου εσύστησες τον έλεγες
Καρδαράκη, τώρα πώς βρίσκεται Γυρατσίνης;»
   - Α! κι ο Νίκας τι του είπε;
    - Ο Νίκας τα εχρειάστηκε… λίγο έλειψε να τα χάση.
    - Κι ύστερα, πώς μπόρεσε και τα μπάλωσε;
     -Τον εφώτισε ο Θεός και του είπε, του επιστάτη: «Τον λένε και Καρδαράκη,
μα αυτό είναι παρατσούκλι, και του κακοφαίνεται… το καθ’ αυτό όνομά του είναι Γυρατσίνης».
    Ο κ. Βουντ εκάγχασε θορυβωδέστερον παρά ποτε.
    - Μπράφο! Μπράφο! Χοχ ! πραίχτιγ ! φερμάχτ !
    Ήναψε το τσιμπούκι του, εισέπνευσε πεντάκις ή εξάκις, πλαταγίζων τα χείλη και επανέλαβε:
    - Κι ο επιστάτης εγγελάστη μ’ αυτό;
    - Γελάστηκε.
    - Ύστερα, σου ’ντωκαν το καρτί σου, κι ήρτες…
    -   Μου το ’δωκαν… Μονάχα ο λιμενάρχης είχεν ακόμα κάποια υποψία, κι έλεε: «Αυτός φαίνεται σα γριά ζαρωμένη!»
   Ο ιατρός εκάγχασε διά τελευταίαν φορά· είτα ο γέλως και η εκπνοή του καπνού εξήλθεν ως στεναγμός από το στόμα του. Είχεν αποκάμει να γελά.
   Εσκέπτερο ότι, αν του παρεσκεύαζε καθημερινώς ανά έν τοιούτον επεισόδιον ο φίλος του ο υγειονόμος, τότε η μοναξιά και ο αποκλεισμός εν τη ερημονήσω θα διέρρεεν ανεπαίσθητος δι’ αυτόν. Αλλά και μόνον το συμβάν της εσπέρας ταύτης ήρκει ν’ αντισταθμίσει πολλών ημερών ανίαν εις την εύθυμον και ζωηράν φαντασίαν του.  

    Προς τα εξημερώματα ο πάτερ Νικόδημος ο Μανασσής κατέβη ως συνήθως από το κελλίον του, διά να ψάλει τον όρθρον, διά του κομβοσχοινίου και του «Κύριε Ιησού Χριστέ», εις το μικρόν ισόγειον χώρισμα το χρησιμεύον ως ευκτήριος οίκος. Όλην την νύκτα ο γέρων μοναχός δεν είχε κλείσει το όμμα. Αφ’ ότου έχασε την ησυχίαν του και την προσφιλή μοναξίαν του, δεν είχε πλέον ύπνον εις τους οφθαλμούς ουδέ εις τα βλέφαρά του νυσταγμόν. Ό,τι διά τους άλλους ήτο αποκλεισμός και ανία αφόρητος, δι’ αυτόν ήτο πολυθόρυβος συναγελασμός ανθρώπων και τύρβη κόσμου. Εκλείετο από ενωρίς εις τον μικρόν θαλαμίσκον του. το μόνον εκ των πέντε κελλίων το οποίον του είχαν αφήσει, και αφού έλεγε το απόδειπνον, μάτην εκάλει τον ύπνον να κατέλθει εις τους οφθαλμούς του. Δίπλα, εις τα συνεχόμενα κελλία, ένθεν και ένθεν, ενοσηλεύοντο ασθενείς τους οποίους είχαν εκφέρει την προτεραίαν από τα καταπλεύσαντα πλοία. Στεναγμοί πόνων, ενίοτε ρόγχοι αγωνίας, ηκούοντο.
   Είτα επήρχετο σιωπή και ησυχία, βαρεία ως κουφόβρασις, ως συννεφόκαμα και βεβαρημένη ατμόσφαιρα, κυοφορούσα βροχήν. Μόνον προς όρθρον βαθύν, εις το δεύτερον λάλημα του πετεινού, ο ύπνος επήλθεν εις το καταπονημένον σώμα του μοναχού, και ηδυνήθη ν’ αποκοιμηθή επί μίαν ώραν. Είτα εξύπνησεν από φωνάς και εναγωνίους ομιλίας, ακουσθείσας εκ του παρακειμένου κελλίου. Είτα εφόρεσε το ράσον του και εξήλθε.
    Κάτω εις την υπόστεγον αυλήν, την παραλλήλως εκτεινομένην εις όλην την σειράν των κελλίων, δύο μεγάλαι αναδενδράδες ανήρχοντο επιστέφουσαι την κορυφήν της στοάς, και οι πόδες επάτουν εφ’ υψηλής πεζούλας, εν είδει αιμασιάς, πλαισιούσης την άμπελον και τον κήπον τα οποία ήσαν προωρισμένα να δηωθώσιν από την ανήκουστον επιδρομήν την επισυμβάσαν κατ’ εκείνο το έτος. Δεξιά εις τον βλέποντα προς μεσημβρίαν ήτο ο κήπος, αριστερά η άμπελος. Εις το μεταξύ του κήπου και της αμπέλου ήτο δρομίσκος, φέρων εις το πηγάδιον.
   Εις τον δρομίσκον κατήρχετό τις διά κλίμακος με τρία ή τέσσαρα σκαλοπάτια, πατών επί χόρτων και βρύων, τα οποία ήρχισαν ήδη να ξηραίνωνται, πατηθέντα από αγνώστους πόδας.
   Διά του δρομίσκου έφθανέ τις εις το πηγάδιον, το οποίον είχεν ολίγον νερόν ακόμη, και ο πάτερ Νικόδημος κατέβη τα τρία σκαλοπάτια, διήλθε τον δρομίσκον, και έφθασεν εις την σκιάδα, την καλύπτουσαν το πηγάδιον. Διπλή αλλόκοτος φλοξ έλαμψεν αντικρύ του εις το σκότος. Μόλις επάτησε τον πόδα υπό την σκιάδα και δυνατός θόρυβος αγριμίου φεύγοντος ηκούσθη. Ο πάτερ Νικόδημος εφώναξε δις και τρις: «Ψι! ψι! Μπαμπή! Μπαμπή! Μπαμπή!» αλλ’ εις μάτην. Το αγρίμιον είχε γίνει άφαντον.
    Ο πάτερ Νικόδημος έσεισε μελαγχολικώς την κεφαλήν και είπεν·
    -Αυτή μου δείχνει τον δρόμον μου! Κι εγώ τι κάθομαι ανάμεσα εις τόσον κάσμον; Τι δουλειά έχω;
   Ήτο η γάτα του, η προσφιλής του γάτα Μπαμπή, μαύρη ως έβενος, με δύο λαμπρά όμματα φαιά, κυανά, και αορίστου χρώματος, λάμποντα εις το σκότος. Τον είχεν ιδεί, τον είχεν αναγνωρίσει και ετράπη εις φυγήν. Άλλοτε, όταν ήρχοντο αραιοί ξένοι επάνω εις το νησί, ηγρίευε προς αυτούς, δεν ήτο χειροήθης εις κανένα, αλλά δεν εθύμωνε διά τούτο με τον προσφιλή της κύριον. Εξηκολούθει να είναι φίλη ευσταθής και τιθασή προς αυτόν. Από εβδομάδος, άμα ήρχισαν να έρχωνται πλοία, και ν’ αποβιβάζηται ασυνήθης πληθύς εις την νήσον, ηγρίευσεν, εθύμωσεν, έπαυσε να είναι χειροήθης εις τον κύριόν της, και την άλλην ημέραν έφυγεν υψηλά, εις τους λόφους και εχώθη εις το δάσος. Έκτοτε δεν επαρουσιάσθη πλέον εις τον κύριόν της. Εφαίνετο διαμαρτυρομένη εναντίον του διατί να δεχθεί τόσον κόσμον επάνω εις το βασίλειόν των, εις την περιοχήν των, εις το κτήμα των.
   Την νύκτα, αφού είχε ξεφαντώσει από τους αρουραίους μέσα εις τους θάμνους, είχε διψάσει φαίνεται, και κατέβη να πίη νερόν είς τινα γούρναν, σιμά εις το πηγάδι. Αλλ’ άμα είδε τον κύριόν της, ετράπη εις πείσμονα φυγήν.
   Ο πάτερ Νικόδημος εστέναξε, κι επλησίασεν εις το πηγάδιον, και ήντλησε νερόν, διά να νιφθεί. Ενώ ενίπτετο, παρέκει ολίγον, υπό τινα καλαμωτήν, αποτελούσαν δευτέραν σκιάδα εγγύς της πρώτης, ηκούσθη ο κλωγμός μιας όρνιθος.
     -Α! Πιτσινή μου! Πιτσινή μου! εστέναξεν ο πάτερ Νικόδημος, εσύ είσαι;
     Νέος κλωγμός απήντησεν εις την επιφώνησιν του γηραιού μοναχού.
      - Συλλογίζομαι νύκτα και μέρα, ήρχισε να μονολογή ο πάτερ Νικόδημος, πώς
να κάμω για να την γλυτώσω, μην πάθη κι αυτή ό,τι έπαθεν η άτυχη η Κοτσινή. Αχ! Κοτσινή, Κοτσινή!...

Κεφάλαιο ΙΓ’

    Η Κοτσινή ήτο η άλλη προσφιλής του όρνις, την οποίαν του είχαν «φαρμακώσει» προ δύο ημερών οι ελθόντες ξένοι. Και τας δύο, την Πιτσινή και την Κοτσινή, του τας είχεν εμπιστευθεί ως πολύτιμον παρακαταθήκην ο πάτερ Σισώης, ο δάσκαλος, από το ιερόν κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Σύρριζα εις το βουνόν είναι κτισμένον το μοναστήριον, κάτω εις το ρέμα, ανάμεσα εις τας καρυάς και εις τας πλατάνους, όπου πελώρια κλήματα έρπουσιν ανά τους βράχους και τους κρημνούς, εξαπλούμενα εις τας αιμασιάς και τας χαράδρας, και οι καρποί των κρέμανται εις τους υψηλούς κλώνας των πλατάνων, βορά των ορνέων του ουρανού, ή σήπονται από την δαψίλειαν της υγρότητος εις τα άβατα φυλλώματα των υψιερπών θάμνων. 
    Σταλαγμός του ουρανού και μαργαρίτης, ως δρόσος αερμών η καταβαίνουσα εις τα όρη, καλύπτει και στολίζει δι’ όλου του έτους την σκιεράν και εύδροσον κοιλάδα. Κάτω από την ρίζαν του βράχου αντηχεί ο ρόχθος του νερού, οπόθεν εκβλύζον το ρεύμα μορμυρίζει εν μέσω βρύων και χόρτων κατερχόμενον εις την στέρναν, ήτις έχει δύο διεξόδους, την μίαν σιγανήν και έντεχνον προς τους κήπους και τας αιμασιάς ολόγυρα, τας οποίας εκαλλιέργει μετά φιλοκάλου επιμελείας ο πάτερ Μεθόδιος ο μυλωθρός, την άλλην ραγδαίαν και ορμητικήν διά της πελωρίας κοπάνας προς τον νερόμυλον υποκάτω, όπου αι μυλόπετραι εγύριζον μετ’ ιλιγγιώδους ταχύτητος αλέθουσι τον σίτον, και η φτερωτή κάτωθεν εις την εκβολήν του νερού εστρέφετο γοργώς τέμνουσα εις μυρίας ιριδωτάς αργυρόχρους διαθλάσεις το ύδωρ, πίπτον πάλιν άφθονον εις την κοίτην του, εις το βάθος της σκιεράς κοιλάδος. Επάνω από τα θεμέλια του μοναστηρίου, ανά την κλιτύν του υψηλού βουνού, υψηλά ανάμεσα εις τους θάμνους και τους απατήτους βράχους, ο πάτερ Σισώης, πρώην διδάσκαλος, ζητήσας την γαλήνην του γήρατός του εις το μοναστήριον, έτρεφεν ή μάλλον άφηνε να τρέφηται αγέλη ορνίθων υπέρ τα τριακόσια κεφάλια, εις την οποίαν άγνωστος νόσος έπεσέ ποτε, ενσπείρασα τον θάνατον εις το πλήθος των ορνίθων. Ελέχθη ότι άγνωστοι εχθροί του φθονήσαντες είχον ρίψει δηλητήριον, επί τη προφάσει ότι δεν έπρεπε, μοναχός ων, να τρέφηται με ορνίθια. Όπως και αν έχει, από το μέγα θανατικόν εσώθησαν μόνον δύο όρνιθες, η Πιτσινή και η Κοτσινή, τας οποίας ο πάτερ Σισώης παρέδωσε δι’ ασφάλειαν εις τον πάτερ Νικόδημον, τον επίτροπον της Μονής εις το μετόχιον της νήσου Τσουγκριά. Ο πάτερ Νικόδημος τας είχε φυλάξει μέχρι τούδε ως κόρην οφθαλμού, αλλ’ οι ξένοι οι ελθόντες κατ’ αυτήν την δυστυχισμένην χρονιάν εις την νήσον είχον αρπάσει την μίαν και, αφού την έσφαξαν, την έβαλαν εις ξυλίνην σούβλαν, την έψησαν και την έφαγαν. Περί του είδους της παρασκευής της όρνιθος δεν αμφέβαλλεν ο πάτερ Νικόδημος, διότι ξένοι διαβατικοί δεν θα είχον την υπομονήν και τα μέσα να την μαγειρεύσωσι κατ’ άλλον τρόπον. Είχε γίνει μάλιστα περίεργος από ανεπαρκές ίχνος, από ολίγιστα πτίλα, τα οποία είχε παρατηρήσει την πρωίαν της προτεραίας κυλιόμενα επί τους εδάφους, να εξετάση και ν’ ανακαλύψη τους τύπους των ποδών των ορνιθοκλόπων επί της άμμου, και οδηγούμενος υπ’ αυτών, να εύρη το μέρος όπου είχον ανάψει πυρ διά να ψήσωσι την όρνιθα, κάτω εις την ακρογιαλιάν, την σφένδαμον από την οποίαν έκοψαν την ράμνον, την οποίαν μετεχειρίσθησαν ως σούβλαν , και κατά πάσα πιθανότητα, το μικροκάικον εις το οποίον ανήκον οι κλέπται. Αλλά δεν τους ωμίλησε τίποτε. Είπε μέσα του, «ο Θεός να τους συγχωρήσει» Ελυπήθη μόνον την άτυχην την Κοτσινή, και εστενοχωρείτο τι λόγον να δώση εις τον «δάσκαλον», αν ούτος, μετά τόσην συρροήν ξένων επελθούσαν απροσδοκήτως εις την νήσον, θα είχεν ακόμη την ιδιοτροπίαν να τον ερωτήσει τι είχε γίνει η Κοτσινή.
   Ο πάτερ Νικόδημος, αφού ενίφθη, επλησίασεν εις τον ορνιθώνα και ήπλωσε την χείρα διά ν’ αποκομίσει εκείθεν την Πιτσινήν. Είχε συλλογισθεί μέσα του: «Τι ανόητος που είμαι! Αφού χθες μου έκλεψαν την άλλη, και την αφήνω αυτή μοναχή της την νύκτα εις την καλαμωτή, σιμά εις το πηγάδι, όπου θα έλθουν να πάρουν νερόν, και όπου είναι σχεδόν σίγουρα ότι θα μου την κλέψουν. Δεν εφρόντισα να την εξασφαλίσω αποβραδύς, μόνον την άφησα ολονυχτίς εις την τύχην της, κι εσκεπτόμην τι να την κάμω την άλλην ημέραν, διά να την γλυτώσω, αφού όλην την νύκτα εκινδύνευεν εκτεθειμένη εδώ! Χαμένα τα έχω! Έλα δω, Κοτσινή, Κοτσινή!»
   Είτα, εννοήσας το λάθος:
   - Πώς να πω… Πιτσινή!
   Και στενάξας προσέθηκε·
    - Την καημένη την Κοτσινή, στο στόμα μου κόλλησε!… Τώρα δε θα βρίσκωνται ούτε τα κοκκαλάκια!
   Έλαβεν εις τας χείρας την όρνιθα, ανέβη εις το κελλίον του, την απέθεσεν εντός, της έρριψε τροφήν, και εκλείδωσε την θύραν. Είτα κατέβη εις τον ευκτήριον οίκον.
     Τέσσαρες τοίχοι παλαιοί, υγροί και γυμνοί. Τέσσαρες εικόνες επί του ανατολικού τοίχου· του Χριστού, της Θεοτόκου, του Προδρόμου και των Αγίων Φλώρου και Λαύρου.
   Δύο κανδήλαι με μεγάλα μετάλλινα καλύμματα, καταλαδωμένα. Έν αναλόγιον προσηρμοσμένον επί του δεξιού τοίχου, προς το μόνον παράθυρον. Τέσσαρα βιβλία, το Ωρολόγιον, η Οκτώηχος, το Ψαλτήριον και η Πανδέκτη, τρίτη ευτελής κανδήλα με μέγα εκ λευκοσιδήρου σκούφωμα ανερχόμενον και κατερχόμενον διά του μηχανισμού της ισορροπίας, διά να συγκεντρώνει το φως επί του βιβλίου και επί της γενειάδος του αναγινώσκοντος· κανέν στασίδιον· μία χονδρή ράβδος εις σχήμα κεφαλαίου Τ προωρισμένη να χρησιμεύη αντί στασιδίου εις τον ασκητήν και εις τον νυκτερινόν ευχέτην, τον εκτελούντα τον μοναστικόν κανόνα του δι’ ορθοστασία και δι’ ανακυκλώσεως του κομβοσχοινίου με τους δακτύλους της δεξιάς· τοιούτος ήτο ο ευκτήριος οίκος του μετοχίου.
   Αι κανδήλαι έλαμπον με ασύνηθες φως, όχι καλογηρικόν, και ως σωστά πυροφάνια, διά της υάλου του παραθύρου. Τούτο εξέπληξε κατ’ αρχάς τον Νικόδημον, αλλ’ ούτος εσυλλογίσθη ευθύς ότι γυνή τις εκ των από χθες και προχθές γειτονισσών του, αίτινες ενοσήλευον οικείους πάσχοντας, αποβιβασθέντας από της προχθές εκ των πλοίων και εγκατασταθέντας εις τα τρία εκ των κελλίων, θα ήναψεν εξ ευλαβείας τα κανδήλια, αφού εξεφιτίλισε και εσήκωσεν υψηλά τας θρυαλλίδας, και διά τούτο έλαμπον ως πυροφάνια αλιευτικά. Ήνοιξε την θύραν και εισήλθε. Γυνή τις εκάθητο εις το χθαμαλόν ανάβαθρον, το ευρισκόμενον παρά την βάσιν του αναλογίου. Ο πάτερ Νικόδημος δεν εξεπλάγη. Είχε πολλάς γυναίκας εις την γειτονίαν του προ δύο ή τριών ημερών, και του εφάνη ότι ανεγνώρισεν εκείνην την οποίαν έβλεπεν. Ήτο η γεροντοτέρα εκ των τεσσάρων ή πέντε εγγυτέρων γειτονισσών του.
    - Ε! καλημέρα, κυρά· πώς είναι ο γυιος σου; έκραξεν ο Νικόδημος.
    Η γυνή εκοιμάτο κι εξύπνησεν αποτόμως εκ της φωνής. Εκοίταξεν έκπληκτος τον μοναχόν.
    - Πώς είν’ ο γυιος σου; επανέλαβεν ο Νικόδημος.
    -  Δεν ξέρω, παιδάκι μου… απήντησε τρίβουσα τους οφθαλμούς η Σκεύω, διότι
εκείνη ήτο… Ξέρεις να μου πης τι γίνεται; Γι’ αυτό κι εγώ ήρθα.
   Την φοράν ταύτην ο εκπλαγείς ήτο ο γέρων μοναχός. Εστάθη κοιτάζων την γυναίκα, και είδεν ότι δεν ήτο εκείνη, την οποίαν είχε νομίσει κατ’ αρχάς ότι έβλεπεν.
   Η Σκεύω επανέλαβε·
    - Μου είπεν αποβραδύς ο γιατρός, ας είναι καλά, πως δεν έχει φόβο, και πως
θα γίνη καλά… Σήμερα θα πάω μες στο καράβι να τον εύρω.
   Ο Νικόδημος, αν και από εικοσαετίας δεν είχεν εξέλθει από την μικράν νήσον, την ανεγνώρισεν ως συντοπίτισσαν.
    -Τουλόγου σου είσαι από δω, ξέρω… Για πες μου το όνομά σου…
    -Σκεύω.
    - Ναι, Σκεύω… Με γνωρίζεις εμένα;
    - Πώς! ο Νικολάκης της Μανασσίνας δεν είσαι;
    - Ναι.
    - Πώς σε λένε στο καλογερικό σου;
    - Νικόδημο.
    - Καλά είσαι, γυιε μ’, τι κάνεις;… Να, κι εγώ ήρθα για να βρω το παιδί μου
που είν’ άρρωστο.
   Και διηγήθη εν ολίγοις τα πράγματα πώς είχον, παραλείψασα να είπη ότι είχε φορέσει ανδρίκεια και ότι είχε περάσει ως βαρδιάνος.
   Ο Νικόδημος την παρηγόρησε λέγων ότι έπρεπε να έχη τας ελπίδας της εις τον Θεόν, και ότι αν δεν είναι θέλημα του Θεού, δεν έχει να πάθη τίποτε ο υιός της. Είτα ήρχισε να εκτραγωδεί τα ίδια παθήματά του·
   -Να, κι εγώ πόσα υποφέρω… Έφθασαν πολλά παρτίδα, που δεν είχαν έρθει άλλη φορά. Δεν με πειράζουν τόσο τα καράβια, όσο τα μικροκάικα… Άρχισαν να μου κλέφτουν τα σταφύλια, μου ρήμαξαν τες κολοκυθιές και τες μπάμιες… Δεν μου άφησαν γάλα για να πήξω τυράκι… Μου έκλεψαν την Κοτσινή, την κόττα του πάτερ Σισώη, και την έβαλαν στη σούβλα και την έφαγαν… Μου αγρίεψαν τη γάττα, την καημένη τη Μπαμπή, και την έκαμαν να πάρει τα βουνά.
   Η θεια-Σκεύω του εσύστησεν υπομονήν, και ως συμπέρασμα είπεν ότι «Αμαρτίες είχαμε όλοι, εδώ που φτάσαμε».
 
    Την εσπέραν, μετά την συνδιάλεξιν της προς τον ιατρόν, η Σκεύω ηκολούθησε τον βαρκάρην, τον Γιάννην Μπρίκον, μέχρι της ακρογιαλιάς. Ο κ. Βουντ της είχεν ειπεί ότι, αν ήθελεν, ημπορούσε να διανυκτερεύσει εις την σκηνήν του, ή παραπλεύρως αυτής, εις το πρώτον ημιτελές παράπηγμα, το οποίον είχεν αρχίσει ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης. Της υπεσχέθη δε ότι το πρωί θα επήγαιναν ομού εις το καράβι, όπου ευρίσκετο ο υιός της. Λαβούσα την υπόσχεσιν ταύτην η Σκεύω, επέμεινε να γυρίσει οπίσω εις την βάρκαν, διά να φορέσει τα γυναικεία φορέματά της, διότι της ήρχετο πλέον εντροπή να φορεί τα ανδρίκεια, αφού εφανερώθη ο δόλος της. Επειδή δε δεν έμελλε πλέον να εκτελέση έργα βαρδιάνου, προσεφέρθη να εγχειρίση εις τον ιατρόν τα δύο τάλληρα, τα οποία είχε λάβει ως προκαταβολήν εις το λιμεναρχείον. Αλλ’ ο ιατρός της είπε να τα κρατήση προς το παρόν, και εδήλωσεν ότι αυτός γίνεται εγγυητής διά το μικρόν τούτο ποσόν ενώπιον του φίλου του, του στραβούλιακα του υγειονόμου.
   Μέσα εις το μέγα ταμπάρον, το οποίον είχε φέρει μαζί της η Σκεύω από την οικίαν της, είχε μίαν αβασταγήν, και μέσα εις την αβασταγήν είχε πλήρη την γυναικείαν φορεσιάν της. Την είχε πάρει μαζί της, ως να είχε προβλέψει ότι γρήγορα θα την εχρειάζετο. Ο Γιάννης ο Μπρίκος επέβη εις την λέμβον και της έρριψε την αβασταγήν, καθώς και έν μικρόν καλαθάκι, μέσα εις το οποίον είχεν έν λαδικόν γεμάτον, και ολίγα κηρία και ψωμίον, διότι όλα τα είχε προβλέψει.
   Η Σκεύω έλαβε την αβασταγήν, και αποχωρήσασα όπισθεν των λυγαριών και των βουρλιών, σιμά εις τον βάλτον, ήλλαξε τα ενδύματά της, είτα εσχημάτισεν εκ νέου την αβασταγήν με τα ανδρίκεια φορέματα τα οποία είχεν αποβάλει, την έδεσε, και ελθούσα την έρριψε μέσα εις την βαρκούλαν, εις τας χείρας του Γιάννη.
   Είτα έλαβε το καλαθάκι της, και εκαληνύχτισε τον πορθμέα λέγουσα ότι θα υπάγη να κάμει ένα σταυρόν και ν’ ανάψει τα κανδήλια της εκκλησίτσας, εις το μετόχι, και, «όπως ιδεί, ή έρχεται ή δεν έρχεται». Ίσως μάλιστα ν’ απεφάσιζε να κοιμηθεί εις την μισοτελειωμένην παράγκαν, όπου της είπεν ο ιατρός. Ο Γιάννης δεν επέμεινε, διότι ενύσταζεν αρκετά ο ίδιος, ώστε να τον μέλει πού θα εκοιμάτο ο άλλος. Ήδη είχε μισοκοιμηθεί πριν ακούσει το τέλος του λόγου της Σκεύως.
   Σιγά-σιγά πατούσα, από βουρλιάν εις βουρλιάν και από αρμυρήθραν εις αρμυρήθραν, η Σκεύω, ήτις δεν εφοβείτο ποτέ να περιπατεί την νύκτα (άλλως το μέρος ήτο ανοικτόν, φώτα έλαμπον ένθεν κακείθεν, η σελήνη ανήρχετο προς το μεσουράνημα, και τα κελλία του μετοχίου και αι πρόχειροι σκηναί εκατοντάδας μόνον βημάτων απείχον από την ακρογιαλιάν), επέρασεν εκ τρίτου από το μέρος όπου εφαίνοντο οι δίδυμοι νεοσκαφείς τάφοι, εστάθη, έκαμε τον σταυρόν της, εγονάτισε, κι έκαμε τρεις ολοψύχους μετανοίας «κλίνουσα όχι μόνον τα γόνατα, αλλά και την καρδίαν ενώπιον του Κυρίου», και εδεήθη υπέρ της ατυχούς αθώας ψυχής, της αποθανούσης μακράν της πατρίδος της εις τα ξένα, της κοιμωμένης μετά του ακάκου βρέφους της τον χρόνιον ύπνον εκεί υπό το χώμα. Είτα έλαβεν εκ του καλαθίου της δύο κηρία, και αφού τα διέθεσεν εις σχήμα Σταυρού, τα εκόλλησεν επί του άλλου καλαμίνου Σταυρού, του σημειούντος την κεφαλήν επί της άκρας του τάφου. Είτα ηγέρθη, έλαβε το καλάθιόν της, και διευθύνθη προς τα κελλία.

Κεφάλαιο ΙΔ’

    Το κελλίον, εις το οποίον κατώκει έως τώρα ο Νικόδημος, είχε μικρόν ευτελή εξώστην άφρακτον. Η Σκεύω εκάθητο εις το κατώφλιον της θύρας, και μέσα, εις τον μυχόν του μικρού θαλάμου, έκειτο κλίνη ασθενούς. Ο ασθενής είχεν ανακαθίσει, ακουμβών την κεφαλήν εις το προσκέφαλον, κι έβλεπεν αορίστως εις το κενόν διά της ανοικτής θύρας. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, και η ημέρα υπήρξε θερμή. Ο ασθενής, με ξανθόν μύστακα, και μικρόν γένειον φαιόξανθον, ήτο ωχρός, και το πρόσωπόν του «έφεγγεν» από την ισχνότητα.
   Η Σκεύω έβλεπε προς την θάλασσαν, εις την σειράν των μεγάλων πλοίων, των οποίων είχεν αυξήσει ο αριθμός. Από τριών ή τεσσάρων ημερών είχον έλθει περισσότερα από δώδεκα κομμάτια καράβια, και όχι ολίγα μικροκάικα. Η γραία έβλεπε μετά τρόμου το πλήθος τούτο των πλοίων και των επιβατών. Ενθυμείτο τον δημώδη λόγον περί των μελλόντων να συμβώσιν εις την Συντέλειαν του κόσμου, όταν οι ζώντες θα κράξωσι προς τους νεκρούς: «Εβγάτε σεις οι πεθαμένοι, να εμβούμε ημείς οι ζωντανοί!» Και εφοβείτο μη η πρόρρησις επαληθεύσει προχείρως και παραδειγματικώς εις την παρούσαν περίστασιν, ήτις ήτο βεβαίως μία εκ των προεικονίσεων της Συντελείας.
   Ετρόμαjε μήπως από τα τόσα κομμάτια καράβια εξέλθωσιν αιφνιδίως οι τόσοι άρρωστοι, όσοι ελέγετο ότι υπήρχον επ’ αυτών, και φωνάξωσι προς τους κατέχοντας τας προχείρους σκηνάς, τα ημιτελή παραπήγματα και τα ολίγα ευτελή κελλία, ασθενείς ή νοσοκόμους, υγιείς ή πάσχοντας, ζώντας ή νεκρούς: «Καιρός να φύγητε σεις, διά να έλθωμεν ημείς».
   Και εν μέσω τοιούτου κυκεώνος δεινής συμφοράς και τυφλώσεως και πόνου και αγρίας πάλης, πού ελάμβάνετο υπ’ όψιν το δικαίωμα και η θυσία ην υπέστη χάριν αυτής ο Νικόδημος ο Μανασσής, όστις τη παρεχώρησεν οικειοθελώς το μικρόν κελλίον του, διά να νοσηλεύσει τον υιόν της. Κατ’ αυτήν την πρωίαν της Πέμπτης, πριν η Σκεύω απέλθη μετά του ιατρού εις το πλοίον διά να ίδει τον υιόν της, ο Νικόδημος της είχεν ειπεί ότι, καθ’ όσον χρόνον αυτή θ’ ανήρχετο επί το πλοίον, αυτός θα απήρχετο εις εκδρομήν επάνω εις το μικρόν βουνόν, πέραν του δάσους, διά να ίδει τι γίνεται το κοπάδι των αιγών, με τους ολίγους τράγους και τα ερίφια τα οποία είχεν εμπιστευθεί εις την φροντίδα του παραγυιού του, του αιγοβοσκού Αγκόρτζα, διότι από ημερών δεν είχεν επισκεφθεί την μάνδραν. Μόνον ο Αγκόρτζας του έφερε καθημερινώς το γάλα, το οποίον δεν επρόφθαινε να πήξει, ως έλεγεν.
    Ο Νικόδημος ανήσυχος είχεν ειπεί·
    -Λες να μου φάνε τα κατσίκια, τάχα, καθώς μου φάγανε την Κοτσινή;
    Η Σκεύω μη δυνηθείσα να κρατήση τον γέλωτα του είχεν απαντήσει·
    - Λες να σου τ’ αφήσουν, γερο-Νικόδημε;
    Ο αγαθός μοναχός έλαβε την μακράν μαγκούραν του και εξεκίνησε διά το βουνόν. Πριν απέλθη, είχεν υποσχεθή εις την Σκεύω πάσαν συνδρομήν ήτις εξηρτάτο απ’ αυτού, και η Σκεύω έβαλε με το νουν της ότι η καλυτέρα εκδούλευσις την οποίαν θα της έκαμνεν ήτο να της παραχωρήση το κελλίον, διά να μεταφέρει τον υιόν της από το καράβι. Κατόπιν, όταν η Σκεύω είχεν αξιωθεί ν’ ανταμώση τον υιόν της, και ο κ. Βουντ εγνωμοδότησεν ότι ήτο καλά να μετατοπισθή ο ασθενής έξω του πλοίου, διά να έχει την μητρικήν περιποίησιν ως και τας επισκέψεις τας ιδικάς του προχειροτέρας, η Σκεύω, επιστρέψασα εκ του πλοίου απήλθε κατ’ ευθείαν εις το μετόχιον.
   Ο πάτερ Νικόδημος είχεν επανέλθει προ μικρού από την εκδρομήν και κατεγίνετο ετοιμάζων την αποσκευήν του. Η δε αποσκευή του συνίστατο εκ δύο ράσων τα οποία έδενεν εις αβασταγήν, εκ μεγάλου τορβά και εκ της υψηλής και καμπύλης την λαβήν μαγκούρας του.
   - Θα πάω… θα πάω… είπεν άμα είδε την Σκεύω… Τα καημένα τα κατσικάκια, αρχίσανε να μου τα κλέφτουνε… Καλά το έλεγα εγώ, πως η καημένη η Μπαμπή μου έδειξε τον δρόμον, κι έπρεπε να την ακολουθήσω…
    - Και θ’ αργήσης, γερο-Νικόδημε; ηρώτησε σύννους η Σκεύω.
   Εσυλλογίζετο πως θα έμενεν έρημον το κελλίον του μοναχού, και διατί να μη της το εμπιστευθή αυτής, διά να φέρει τον υιόν της να τον νοσηλεύσει.
   - Θα καθίσω εκεί απάνου όλον τον καιρό, έως να περάση η οργή Κυρίου, απήντησεν ο Νικόδημος. Μάρτυς μου ο Θεός, δεν φεύγω τόσο διότι λυπούμαι τα κατσίκια και τα τραγιά… Ας τα φάνε όλα, όπως φάγανε και την καημένη την Κοτσινή… Μόνον θέλω την ησυχία μου… Τι να τα κάμω εγώ τα κατσίκια και τα τραγιά; Ας είναι καλά το μοναστήρι. Μα τι να τους κάμω; Είμαι άμαθος από κόσμο, θεια-Σκεύω… Ας είναι καλά ο κόσμος, δεν με πειράζουν τίποτε… Μόνον θέλω την ησυχία μου… Ας τα φάνε όλα, ας τα φάνε.
   Έκαμε κίνημα, και έβγαλεν από την τσέπην του έν κλειδίον.
    - Να, πάρε το κλειδί της αποθήκης… Εκείνο το κελλί το ξεχωριστό, που βλέπεις παραπάνω… έχει μέσα ολίγες μυζήθρες και τυριά… είναι και ολίγο κριθάρι της χρονιάς και λίγο καλαμπόκι περυσινό… ρόιεψέ τα, δώσε στον κόσμο να φάνε, άμα ιδείς ότι πεινούνε… Εκεί μέσα έκλεισα και την καημένη την Πιτσινή, την κόττα του πάτερ Σισώη… ρίχνε της να τρώει, κι άμα ιδείς πως είναι ανάγκη για να δυναμώσει ο γυιος σου, σφάξε την και δος του να πιεί ζουμί, κι αυτή και δύο πετεινάρια που θα σου στείλω με τον παραγυιό μου τον Αγκόρτζα. Θα σου στέλνω κάθε μέρα και γάλα και νωπό τυρί… Τι να τα κάμω; Ας είναι καλά ο κόσμος… καλά το έλεγα εγώ πως η καημένη η γάττα μου η Μπαμπή μου έδειχνε τον δρόμο…
   Η θεια-Σκεύω κάτι ήθελε να είπει, αλλ’ ο πάτερ Νικόδημος, όστις ευρίσκετο εις ασυνήθη έξαψιν, δεν της έδωκε καιρόν.
   - Οι παλιοί οι ασκητάδες, ξέρεις, θεια-Σκεύω;… Πού να ξέρεις τουλόγου σου… Δεν άκουσες ποτέ να διαβάζουν τα Συναξάρια… Άκουσες ποτέ σου Λαυσαϊκό;… Πού να ακούσεις το δάσκαλο, τον πάτερ Σισώη, να το διαβάζει όμορφα-όμορφα, σιγά-σιγά και κατανυχτικά, με το λύχνο που έχει κατεβασμένο το φως, τα μεσάνυχτα στην Ακολουθία, απάνω στο μοναστήρι… Ξέχασα που δεν μβαίνουν γυναίκες μέσα… που πέφτει όλο το φως στο βιβλίο απάνω και στο μισό το πρόσωπο και στη γενειάδα και στο Πολυσταύρι και στο Σχήμα του διαβαστή… και σαν έφτανε η μνήμη του Αγίου Αντωνίου, οι παλιοί ασκητάδες φεύγανε στη μέσα έρημο, κι οι μοναστηριακοί έβγαιναν απ’ το μοναστήρι κι επήγαιναν ν’ ασκητέψουν δύο μήνες στην έρημο, έως την εορτή των Βαΐων. Και τότε πάλι εγύριζαν στο μοναστήρι… Εγώ ο ανάξιος δεν είμαι ικανός ούτε τα πόδια τους να φιλήσω, μα ως τόσο κι εγώ, τώρα το χινόπωρο, που δεν έρχεται μεγάλη σαρακοστή, αποφάσισα να φύγω στην έρημο. Πάρε το κλειδί, και δώσε στον κόσμο ό,τι έχει μέσα το κελλί, να φάνε… Ας είναι καλά ο κόσμος. Ο Άγιος Φλώρος να τους λυπηθή, να διώξη την αρρώστια… Εγώ θέλω την ησυχία μου… όχι πως με μέλει για τα βοσκήματα… Ας τα φάνε όλα, καθώς έφαγαν και την καημένη την Κοτσινή…
    - Και το κελλί σου πού θα τ’ αφήσης, γερο-Νικόδημε; επρόφθασε και είπεν η
Σκεύω.
    -Το κελλί;… Αλήθεια, πώς είναι ο γυιος σου; Δεν τον έβγαλες όξου;
    - Είπε ο γιατρός να τον βγάλω.
    - Και πού θα κάμετε κονάκι;
    - Δεν ξέρω… Στις μπαράκες, που φτιάνει ο μαστρο-Στάθης.
    -Αλήθεια, ξέχασα να πω… Εμένα το κελλί δεν μου χρειάζεται. Και ούτε το
εξουσιάζω κιόλα… Έχουν το δικαίωμα να μου το πάρουν… Εγώ δεν πρέπει να έχω φωλιά σαν καλόγηρος που είμαι… Καλύτερα σεις παρά άλλοι… Φέρε το γυιο σου έξω, κι ελάτε να καθίσετε στο κελλί…
    - Α! την ευχή του Χριστού να ’χεις… καλή ψυχή… και καλόν παράδεισο,
αδερφέ μου…
    -  Εγώ είμαι ανάξιος… Φέρε το γυιο σου έξω. Να, στην πόρτα είναι το κλειδί.
Εδώ έχει και μερικές παλιοβελέντζες… Κλείδωσε, σύρε να φέρεις το γυιο σου, κι έλα να κάμετε κονάκι. Εγώ φεύγω. Έχε γεια… Καλά το έλεγα εγώ πως η καημένη η Μπαμπή μου έδειχνε το δρόμο.
   Έλαβε την δέσμην των ράσων του, την έβαλεν εις τον τορβάν, εκρέμασε τον τορβάν περί την μασχάλην, έλαβε την υψηλήν κυρτήν ράβδον του, έκαμε τρις το σημείον του Σταυρού και ανεχώρησε. 
   Μόλις είχε προχωρήσει τρία βήματα, και συναντά τον Γερμανόν ιατρόν.
    - Για πού, αν τέλη ο Τεός, πάτερ Νικόντημε;
    - Α! τουλόγου σου είσαι, ξεχώτατε;… Απάνω στο κελλί είναι η θεια-Σκεύω…
Της έδωκα το κλειδί της αποθήκης. Να βάλης τα δυνατά σου, σαν καλός πατριώτης, να γλυτώσεις το παιδί της…
    -  Και κάτι ζωσμένον σε βλέπω, για ντρόμο… Για πού πας;
    - Έχει μέσα στην αποθήκη κάτι μυζήθρες, κάτι ολίγα τυριά… Ας δώση στον
κόσμον να φάνε… Εγώ δεν τα λυπούμαι… Η Μπαμπή μου έδειξε το δρόμο.
   - Ποια είν’ αυτή η Μπαμπή;
   - Έχει κι ολίγο καλαμπόκι κι ολίγο κριθάρι…
   - Τι ντιάολο! σαν αλλοιώτικος μου φαίνεσαι! είπεν αρχίσας να γελά ο κ.
Βίλελμ Βουντ.
   - Θα της στείλω και δύο πετεινάρια… Για να ξαρρωστήση το παιδί της…
Τουλόγου σου, θα σου στείλω ένα κατσίκι, γιατρέ, να ξεφαντώσεις… Είναι κι η κόττα, η Πιτσινή, του πάτερ Σισώη… Της είπα να την σφάξη, για να δυναμώση ο άρρωστος… Ας είναι καλά ο κόσμος… Ας τα φαν όλα, καθώς έφαγαν και την καημένη την Κοτσινή…
   - Ποια Κοτσινή;
   - Να, την Κοτσινή μου την έκαμαν κότσι κότσι… Μα καλά το είπα εγώ, πως η
Μπαμπή μου έδειξε το δρόμο!…
   - Τώρα, για πού πας; ηρώτησεν ανυπομόνως ο ιατρός. Μήπως άφησες το κελλί
σου…
   - Ναι, το κελλί μου, είπεν ως να συνήλθε διά μιας ο Νικόδημος· το κελλί μου,
ας φέρουν τον άρρωστο να καθίσει μέσα, μαζί με τη μάννα του… Εγώ είμαι καλόγερος, και δεν μπορώ σκοτούρες του κόσμου… Πάω να βρω τον καθαρόν αέρα, απάνω στο βουνό… Από δω κι εμπρός θα κοιμώμαι στο κλαρί… Θα στέλνω και τον Αγκόρτζα να σας φέρνει γάλα… Έχε, γεια, γιατρέ… Καλά μου έδειξε το δρόμο η Μπαμπή.
   Είπε, και τρέχων με τα ελαφρά τσαρουχάκια του, έγινεν άφαντος όπισθεν των δένδρων.
   Ο ιατρός έμεινε διατεθειμένος προς ευθυμίαν, και εκάγχασε θορυβωδώς, όταν η Σκεύω του εξήγησε τα κατά την Μπαμπήν και την Κοτσινήν.
   Μετά δύο ώρας, η Σκεύω μετέφερεν από το πλοίον τον υιόν της και τον εγκαθίστα εις το κελλίον του αγαθού μοναχού. Ο ασθενής ήτο πολύ καλύτερα, και ο κ. Βουντ είχε συγκεντρώσει μέγα μέρος της επιμελείας του εις τον υιόν της Σκεύως.
                                  
   Όσον επλησίαζεν η νυξ, τόσον ηύξανεν η ανησυχία της Σκεύως σχετικώς με το πλήθος των πλοίων και την συρροήν των ταξιδιωτών.
   Τόσα κομμάτια καράβια, τόση πλησμονή κόσμου, και σχεδόν κανείς φίλος, και όλοι πρόσωπα άγνωστα. Δύο ή τρεις εντόπιαι γολέτται είχον έλθει, εν ή δύο καράβια, και τινα καίκια· αλλ’ όλα σχεδόν ταύτα δεν έφερον επιβάτας, και τα πληρώματα έμενον επί των πλοίων
    Αντικρύ εις τον μικρόν εξώστην του κελλίου δεν έλλειπον δι΄όλης της ημέρας να έρχωνται να υδρεύωνται ναύται από τα ξένα πλοία, όλοι πρόσωπα άγνωστα.
Τα εντόπια πλοία είχον φαίνεται τον τρόπον να λαμβάνωσι το νερόν έξωθεν από την πόλιν. Άλλως το μικρόν πηγάδιον επλησίαζεν ήδη να στειρεύση. Ο Αγκόρτζας, ο παραγυιός του Νικοδήμου, ήρχετο κάθε πρωί κι εγέμιζεν έν μικρόν βαρελάκι νερόν, κι έφερε μίαν βεδούραν γάλα εις την Σκεύω, ήτις το εμοίραζεν εις τας τότε κατά περίστασιν γνωρίμους και γείτονας, όσαι ενοσήλευον υιούς ή συζύγους εις τα άλλα κελλία, και εις τα πρώτα εγγύτερα παραπήγματα. Ο Αγκόρτζας δεν έλεγε ποτέ «καλημέρα», αλλ’ εφώναζε με τραχείαν και αλλόκοτον φωνήν «Γεια σας!», πρωί πρωί την αυγήν, άφηνε την βεδούραν κάτω εις το πρώτον σκαλοπάτι της σκάλας, έκρυπτε το πρόσωπόν του όπισθεν του στύλου, έβλεπε λοξώς και ίστατο πλαγίως, διά να μη τον ιδή η Σκεύω, και είτα εφώναζε: «Χιριτίσματα απ’ τον πάτερ Νικόδημον. Είπι, λέει, τι κάνει ου γυιος σ’, λέει, καημέν’ Σκεύου; Κι τι σ’ χρειάζειτι, λέει, να μ’ του πης! Κι τ’ γκότα, λέει, να τ’νε σφάξης, να πιει του ζ’μι, να γιάνη».

Κεφάλαιο ΙΕ’

   Ευρισκόμεθα ήδη εις τας αρχάς Σεπτεμβρίου. Όταν ενύκτωσεν ασυνήθης βοή και θόρυβος ήρχισε ν’ ακούηται τριγύρω, σιμά εις τα παραπήγματα και εις την άμμον, και κάτω εις τον όρμον. Ήτο ως να εκόχλαζεν ο αήρ από την λάβαν και το κουφόβρασμα των ανθρωπίνων στηθών, όσα επροσπάθει να δροσίση και δεν ίσχυε να ζωογονήση. Ο κύριος όρμος της μικράς νήσου, όπου ήσαν αραγμένα πολλά καράβια, αντικρύ εις την μικράν πορτούλαν της Σκεύως, είχε γεμίσει από πλοιάρια, από βάρκες, από σκαμπαβίες και από φελούκια. Εναγώνιοι φωναί ηκούοντο από βαρκούλαν εις βαρκούλαν, από φελούκαν εις φελούκαν. Η αύρα η νυκτερινή κατέστη βαρεία και θρηνώδης, μεστωμένη από τα ανθρώπινα παράπονα και τους γογγυσμούς, και η θάλασσα επατάγει μετ’ ασυνήθους βίας και ιαχής από τους πλαταγισμούς των κωπών εις το κύμα. Δίπλα εις τα καράβια προσετρίβοντο μετά κρότου τα φελούκια, και άλλα πλοιάρια είχον αποσπασθή από τας πλευράς των και έπλεον φύρδην μίγδην προς την άμμον. Βραχείαι φωναί ως συνθήματα αντηλλάσσοντο μεταξύ των πληρωμάτων, όσα είχον μείνει επάνω εις τα καράβια, και των συντρόφων των, όσοι έπλεον με τα φελούκια. Άκρα γαλήνη ήτο εις την θάλασσαν, και δεν υπήρχεν άλλη τρικυμία από εκείνην την οποίαν απετέλει ο συνωθισμός των λέμβων, το πλατάγισμα των κωπών εις το κύμα, και αι εναγώνιοι φωναί των ναυτών. Έξω εις την άμμον όμιλοι ανθρώπων ίσταντο περιμένοντες. 
   Απωτέρω, ολόγυρα εις τας σκηνάς και τα παραπήγματα, φωναί ηκούοντο, και φώτα εκινούντο επάνω και κάτω, κρυπτόμενα και εμφανιζόμενα, ως άστρα οπού σβήνουν εις τον θόλον του ουρανού. Ήτο νυξ αστροφεγγής, εις την χάσιν του φεγγαριού, και το θέαμα ήτο συγκεχυμένον, και το άκουσμα δεινόν και ταραχώδες.
   Η Σκεύω, ήτις είχε κλείσει προ μικρού την πορτούλαν της, διά να μη βλάψη τον ασθενή η νυκτερινή αύρα, ιδούσα ότι ο υιός της εκομήθη, την ήνοιξε πάλιν, και εξελθούσα εις τον εξώστην την έκλεισεν εκ νέου σιγά-σιγά, και εκάθισεν αυτή κάτω εις τας σανίδας, όπου ήτο σχεδόν αόρατος οκλάζουσα την νύκτα, συγχεομένη με τα μαύρα και σαπρακωμένα θυρόφυλλα. Τι συνέβαινε, Θεέ μου; Έμελλε να ίδει πολλά ακόμη; Είχεν ιδεί αρκετά από ημερών, αλλά δεν τα διηγείτο εις τον υιόν της. Ο άγγελος με την φλογίνην ρομφαίαν, την έχουσαν τας επτά κόψεις, οπού τον λέγουν Χάρον, ως να έφερε χαράν εις άλλους παρά εις τους κληρονόμους των φιλαργύρων γεροντίων, είχεν επισκεφθεί πάλιν και πάλιν την μικράν νήσον. Είχεν ακούσει κλαυθμούς και θρήνους εντός ολίγων ημερών, όσους δεν ήκουσε πριν εις όλην της την ζωήν. Είχεν ιδή σπαραγμούς και βασάνους, και είχε παρευρεθή εις αγωνίας και μαρτύρια, τόσον οπού το στήθος της εστόμωσε πλέον, ως να εφράχθη ολόγυρα από χάλυβα και δεν ησθάνετο ειμή κατά το ήμισυ και ως εν ονείρω, και δεν επαθαίνετο ευκόλως από τας συμφοράς.
   Αντικρύ, άνω της μεγάλης άμμου της γειτονευούσης με το αλίπεδον των χονδρών και στιλπνών χαλίκων, πέραν από τας σκηνάς και τα παραπήγματα, είχεν ιδεί πρωί-πρωί, με την ανατολήν του ηλίου, όταν ο Αγκόρτζας της είχε φέρει το γάλα, και το άφησε κάτω εις το πρώτον σκαλοπάτι, και αυτή κατέβη διά να το πάρη, είχεν ιδεί ανθρώπους να σκάπτωσι λάκκους, μέσα εις τους οποίους έρριψαν τα σώματα τα οποία είχε θερίσει ο Χάρος, αληθή δράγματα και θημωνίας ανθρωπίνου θερισμού. Και η καρδία της είχε κοπή μέσα εις το στήθος της να βλέπει οφλαλμοφανώς την ματαιότητα, και έλεγεν ότι μάταιοι ήσαν και οι κόποι της και η φιλοστοργία της ματαία. Τι θα ήτο η ζωή του υιού της ενώπιον του απείρου, ενώπιον του αϊδίου; Και τι θα ήτο η ζωή η ιδική της; Αλλ’ αυτή επρόσφερε την ζωήν της υπέρ της ζωής του υιού της, και αν επερίσσευε θα την επρόσφερεν επίσης και υπέρ της ζωής άλλων ανθρωπίνων πλασμάτων.
   Χτες ακόμη, πόσον είχε λαχταρίσει η καρδιά της! Εις την πλησιεστέραν σκηνήν είχε κατοικήσει μία οικογένεια εκ μητρός και τεσσάρων τέκνων, της οποίας ο πατήρ είχεν αποθάνει εις τον Γαλατάν πρό τινων εβδομάδων, θύμα της νόσου. Η δυστυχής μήτηρ είχε φύγει εν συντροφία άλλης οικογενείας γνωρίμου της, σπεύδουσα να γλυτώση αυτή και τα τέκνα της, μετά την στέρησιν του πατρός. Αλλ’ επειδή το πλοίον εις το οποίον θα επεβιβάζοντο έμελλε να συμπλεύση με άλλο πλοίον «κοσέρβα», και οι δύο πλοίαρχοι είχον, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των, κοινά τα συμφέροντα, συνέβη εις το εμβαρκάρισμα, με όλας τας διαμαρτυρίας των, να χωρίσουν οι ναύται, τυχαίως και χάριν της ευκολίας των, τας δύο σχετικάς οικογενείας, λέγοντες ότι το ίδιον ήτο, και ότι ευθύς κατόπιν θα εφρόντιζον, άμα απέπλεον, να ενώσωσι τας δύο οικογενείας. Τώρα δεν ήτο καιρός, διότι ο απόπλους ήτο εσπευσμένος. 
    Η χήρα με τα τέκνα της καθησύχασε και ήλπισε να εύρει μετ’ ου πολύ την φιλικήν της οικογένειαν.
    Αλλ’ εις το πέλαγος, το να συμπλέωσι δύο ιστιοφόρα είναι δύσκολον πράγμα, διότι ενώ το έν πλοίον ευρίσκει τον άνεμον «δευτερόπρυμα» ή πηδαλιουχεί «γεμάτα», ή κάμνει βόλτες, το άλλο πέφτει εις «καραντί». Ούτω συνέβη μετ’ ολίγον το δεύτερον πλοίον να μείνει οπίσω, και να χωρισθώσι τα δύο εις τον πλουν, και ενώ εκείνο εις το οποίον ευρίσκοντο η χήρα με τα τέκνα της έφθασε διά να καθαρισθή εις το μέρος τούτο, το άλλο ίσως κατήλθε νοτιώτερον και υπέστη αλλού την κάθαρσιν. Η δυστυχής χήρα έφθασε, κι επερίμενεν από ημέρας εις ημέραν να έλθει η φίλη της. Αλλ’ εις μάτην. Το δεύτερον πλοίον δεν εφάνη.
   Η χήρα περιμένουσα αρρώστησε, και αρρωστήσασα εμαράνθη. Και ηγάπησε μάλλον τον σύζυγόν της ή τα τέκνα της. Και απήλθε να τον συναντήση εκεί όπου οι προτρέξαντες περιμένουν τους υστερήσαντας συμπλωτήρας. Και τώρα εκοιμήθη τον άλυπον ύπνον, έρημος και άφιλος εις ξένην όχθην, αφήσασα ξένα εν μέσω ξένων τα τέκνα της. Και τώρα η μικρά κόρη, η οκταέτις Ολυμπία, προσπαθεί να γίνη ως μήτηρ εις τα τρία μικρότερα αδελφάκια της, εις τον πενταετή Γιώργον, την τετραετή Άνναν, και τον διετή Κωστήν. Χελιδών ήτις ασκείται διά να μάθη να εκτελεί έργα πελαργού. Ασθενές νεόφυτον το οποίον είναι ανάγκη να φουντώσει ταχέως, διά να σκιάσει κόσμον υπό τους κλώνας του. Νεοσσίς ήτις διά μιας ευρέθη κλώσσα, χωρίς να κλωσσάση, χωρίς να επωάση και χωρίς να εκκολάψη, και οφείλει να σκεπάζη τους νεοσσούς υπό τας πτερύγας της. Παιδίον αυτή, οδηγούσα με την χείρα δύο άλλα παιδία, και κρατούσα τρίτον παιδίον εις την αγκάλην της. Κλαίουσα παιδίσκη, άγουσα τρία κλαίοντα παιδία εις την τραχείαν και σκολιάν οδόν, εις τον κοπιώδη, ανήφορον του κόσμου. Αυτό ήτο το τελευταίον, το οποίον είχεν ιδεί την προτεραίαν η Σκεύω.

    Έξω της μικράς πορτούλας, καθημένη εις τον μικρόν εξώστην με τας σαπράς σανίδας, η Σκεύω εξηκολούθησε να βλέπη και να μη εννοή τον γινόμενον έκτακτον θόρυβον. Διέστελλεν υπερμέτρως τους οφλαλμούς, έτεινε τα ώτα, αλλ’ εις μάτην. Το σκότος, αίνιγμα καθ’ εαυτό, δεν ηδύνατο να της δώση την λύσιν του άλλου αινίγματος. Ο αήρ αντήχει τους θορύβους, μετεβίβαζε τας φωνάς, αλλά δεν έφερε τας λέξεις εις τα ώτα της. Κάτι τι έκτακτον και φοβερόν της εφάνη ότι συνέβαινε. Επί μίαν στιγμήν, η πτωχή γυνή ησθάνθη την επιθυμίαν να κατέλθη από τον οικίσκον, να τρέξη προς την σκηνήν του ιατρού, να εύρη τον ίδιον και να τον ερωτήση τι συνέβαινεν. Αλλ’ εκρατήθη, πρώτον διότι δεν ήθελε ν’ αφήση μοναχόν τον υιόν της, και δεύτερον διότι δεν ήλπιζε να εύρη εις την σκηνήν τον κ. Βουντ, όστις χωρίς άλλο θα ήτο εις το μέρος όπου ηκούετο ο θόρυβος, και αυτή δεν επεθύμει να προχωρήση μέχρι του τόπου εκείνου.
   Είτα παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και ο θόρυβος, ολίγον κατ’ ολίγον εκόπασε. Τινές των λεμβών επλησίασαν εις την ξηράν. Της εφάνη ότι έτρεχον προς την άμμον. Είτα αι λέμβοι ήρχισαν να κωπηλατώσιν εκ νέου, και μικρόν κατά μικρόν ο κρότος των κωπών εξησθένει εις την ακοήν της. Πράγμα δε παράδοξον, η διεύθυνσις των λέμβων δεν ήτο προς τα μεγάλα πλοία, από τα οποία είχον αποσπασθή προ μικρού, αλλ’ αύται έπλεον ολίγον τι δυτικώτερον προς την άλλην μικράν ερημόνησον, ή και βορειότερον, προς τον κάβον του Αγίου Φλώρου. Είτα μικρόν κατά μικρόν, αι λέμβοι έγιναν άφαντοι και πας θόρυβος εξέλιπε. Δεν ηκούσθη πλέον τίποτε, ως να συνέβη μαγεία. Ήτο σχεδόν όνειρον.
   Η Σκεύω έμεινεν επί πολλήν ώραν ακόμη κοιτάζουσα έξω εις τον εξώστην. Είτα εσηκώθη, ήνοιξε σιγά την πορτούλαν, έτριξαν τα θυρόφυλλα, εστέναξε το πάτωμα, και η μήτηρ εισήλθε πλησίον του κοιμωμένου υιού της.
   Έμεινεν άυπνος έως το λάλημα του πετεινού, περιμένουσα να εξημερώση διά να μάθη. Είτα απεκοιμήθη έως την χαραυγήν, και εξύπνησε. Δεν παρήλθε πολλή ώρα και ήλθε κατά το σύνηθες ο ιατρός, διά να πίει τον πρωινόν καφέν του από τας χείρας της επιτηδείας πτωχής οικοκυράς, και καπνίσει ηδονικώς το πρώτον γεμάτον τσιμπούκι του. Ο ιατρός εφαίνετο ολίγον τι νευρικός και ανήσυχος. Ουχ ήττον η παροδική αύτη δυσθυμία ήτο μόνον ως εαρινόν νέφος διά την εύθυμον διάθεσίν του.
 
   Από δύο εβδομάδων πολλά πράγματα είχον συμβή. Ο κ. Βίλελμ Βουντ δεν είχε παύσει να επισκέπτεται δις και τρις της ημέρας τον υιόν της Σκεύως. Ο Σταύρος ήτο ήδη εις ανάρρωσιν. Ο ιατρός έκρυπτεν όσον ηδύνατο από την Σκεύω όσα θλιβερά είχον συμβή εις την επιχόλερον νήσον. Αλλ’ η γραία τα εμάνθανεν όλα. Μόνον ότι δεν είχε καμμίαν γειτόνισσαν, ήτις να τα αγνοεί, να είναι δε και συντοπίτισσά της, διά να λάβη την παρηγορίαν να τα διηγηθεί. Εις τον υιόν της δεν έλεγε τίποτε. Αλλ’ ο Σταύρος, αν και εμάντευε πολλά, δεν εφοβείτο, και η ζωή επανήρχετο παρ’ αυτώ μετά δυνάμεως απελαυνούσης τον σκοτεινόν φόβον.
   Το μικρότερον, το οποίον είχε συμβή ήτο ότι είχεν ολιγοστεύσει μεγάλως το γάλα, το οποίον έφερε κάθε μέρα με την βεδούραν του ο Αγκόρτζας. Τούτο δε διότι, αφού οι επιδρομείς έφαγαν όλα τα ερίφια του πατρός Νικοδήμου, αφού έφαγαν και όλους τους τράγους, είχον επιβάλει χείρα και εις τας αίγας. Ο αήρ ήτο καλός, είχε βρέξει και το μόλυσμα της νόσου έφευγεν.

Κεφάλαιο ΙΣΤ’

    Ο ιατρός εκήρυξεν, ότι το κρέας των αιγών θα έβλαπτε τους ανθρώπους και διά του τρόπου τούτου κατωρθώθη η διάσωσις ελαχίστου μέρους της αγέλης.
    Εκ των εριφίων και των τράγων, τινά μεν είχε δώσει ο Νικόδημος οικειοθελώς, τα δε πλείστα, ως ήτο επόμενον, του τα επήραν. Ο Νικόδημος δεν είχεν εις ποίον να παραπονεθεί, διότι ήλλαξε μεν η σκηνογραφία, επάνω εις το βουνόν, εις τους ευώδεις θάμνους, όπου εκοιμάτο, τυλιγμένος εις μίαν κάπαν, ήλλαξε δε και η θέσις των προσώπων. 
    Από μεμψιμοίρου κατέστη τώρα παραμυθητής. Ώφειλε να παρηγορεί τον Αγκόρτζαν, όστις ελυπείτο τόσον τους τράγους, ως να ήσαν αδέλφια του, και έκλαιε τα ερίφια ως να ήσαν παιδιά του.
    Το καλόν ήτο ότι είχε και υλικόν μέσον παρηγορίας, μίαν φλάσκαν, την οποίαν εφρόντιζε να του στέλλη κάθε βράδυ γεμάτην ο ιατρός Βουντ, ενίοτε και άλλοι διακριτικοί φίλοι, εις αντάλλαγμα των εριφίων όσα είχον φάγει. Ο πάτερ Νικόδημος έπινεν αυτός ολίγον, έδιδεν εις τον παραγυιόν του το πολύ, και ο Αγκόρτζας, ερχόμενος εις ευθυμίαν, ελησμόνει τα παράπονά του, έπαιρνε την γκάιδαν, και ανακλινόμενος επί του εδάφους, ακουμβών επί τινος σχοίνου, έχων δίπλα την φλάσκαν και την μαγκούραν του από το έν μέρος, από το άλλο την κάπαν και τον τορβάν του, ενώ παρέκει εις την μάνδραν πλαγιασμέναι αι αίγες ανεχάραζαν μετά κρότου όλην την νύκτα, ως να εκρατούσαν τον χρόνον εις τον παραφέντην των, ήρχιζε να φυσά και να εκβάλλη τόσον τραχείς φθόγγους από την γκάιδαν, ώστε η ηχώ μετά φόβου και σπαραγμού εδέχετο τους ήχους εκείνους εις τα βαθέα άντρα της κι ετέρπετο το ους του πάτερ Νικοδήμου, όστις μισοζαλισμένος από το ολίγον κρασί το οποίον είχε πίει δεν εβράδυνε ν’ αποκοιμηθή υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις δύο σχοίνους και μίαν κομαριάν. Αντικρύ ακριβώς της κορυφής του λόφου, κάτωθεν του μικρού πευκώνος και πέραν των θάμνων της πεδιάδος, ήτο ο μέγας πεύκος παρά την ρίζαν του οποίου ευρίσκετο η σκηνή του κ. Βίλελμ Βουντ. Ο Γερμανός ιατρός καθήμενος, άμα ενύχτωσεν, έξωθεν της σκηνής του, ενωτίζετο εξησθενημένους οπωσούν από την απόστασιν, χρωματισμένους από την ηχώ, τους σπαραστικούς φθόγγους της γκάιδας οίτινες δεν του εφαίνοντο πολύ δυσάρεστοι. Εκάπνιζε μετά μορφασμών και συχνά πλαταγισμού των χειλέων το μακρόν τσιμπούκι του με τον ηλέκτρινον μαμέν, απέπνεε πυκνά νέφη καπνού κολλώντα εις τον παχύν καστανόν μύστακά του και ανερχόμενα εις το φύλλωμα του πεύκου, το συρίζον μελωδικώς από το φύσημα της αύρας της νυκτερινής, έτεινε το ους, ήκουε τους τραχείς μεμακρυσμένους ήχους, εγέλα μοναχός του και έλεγε:
    - Κείνο το Αγκόρτζα είναι πάλι… ντιάολο!… Πώς το παίζει το γκάιντα…Πίνει,
 πίνει κρασί και κάνει κέφι το ντιάολο!… Κάτε βράντυ, κάτε βράντυ… όρεξη που την έχει.
   Εκάγχαζεν, ερρόφα δύο ή τρεις ραγδαίας εισπνοάς καπνού και είτα επέφερε·
   - Καλά, αυτό είναι ζωή!… Να, αυτή ζωή μ’ αρέσει εμένα… φυσική ζωή… ντι
Νατούρ,… ντας Λέμισεν, ντας ιστ, ντας Λέμισεν !
 
    Εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω εις το σπιτάκι της, σύρριζα εις τον βράχον, σιμά εις τις Πλάκες, απάνω από τον παλαιόν και όμοιον με μοναστηριακόν, τον τρίπατον αρσανάν του γερο-Μαθινού, και ανέπνεε την αύραν την εσπερινήν την οποίαν θα της έφερεν ο μπάτης, αμιγή από μολύσματα και από αναθυμιάσεις ανθρωπίνων δεινών και αθλιοτήτων, θα ήτο εις θέσιν να γνωρίζη περισσότερα σχετικώς με τους ανεξηγήτους θορύβους τους οποίους ήκουσε και με τας υπόπτους κινήσεις τας οποίας είδε την προηγουμένην νύκτα, και δεν θα είχεν ανάγκην να ερωτήση άλλον όπως εύρη την λύσιν του αινίγματος. Ενθυμείτο ακόμη την πρωίαν της ημέρας εκείνης, καθ’ ην είχεν εξυπνήσει και είχεν ιδεί το καράβι εκείνο, το αραγμένον παραδόξως ανάμεσα εις τα δύο νησιά, το οποίον την εξέπληξε τόσον, και της άφησε τοιαύτην εντύπωσιν, ως να ήτό τι το οποίον ιδιαιτέρως την ενδιέφερε. 
    Και αφού μετά πολλούς δρόμους ημπόρεσε να μάθει ατελή τινα περί των διαταχθέντων μέτρων, προς αποκλεισμόν της φοβεράς επιδημίας, ενθυμείτο την εσπέραν όταν επέστρεφεν από την παραθαλάσσιον οικίαν της συγγενούς της, της Γερακίνας, και όταν μία κλήρα από μέσα από μίαν βάρκαν της εφώναξε της εφώναξε: «Θεια-Σκεύω Σαβουρόκοφα! Ο γυιος σου είναι άρρωστος από χολέρα!»… πώς ελαχτάρισε τότε η ψυχή της και πώς έλυωσεν η καρδούλα της, και τι μαρτύριον υπέφερεν έως να εύρη ησυχίαν, ήτις ησυχία συνίστατο δι’ αυτήν εις το να «πέση στη φωτιά μέσα», και εις το να τρέξει τολμηρώς προς τον κίνδυνον, ή του ύψους ή του βάθους. Και το παραδοξότερον της συμπτώσεως ήτο, ως εγνώσθη τώρα, ότι εις το ξενικόν εκείνο καράβι, το οποίον ήτο εκ των πρώτων ελθόντων, ευρίσκετο πράγματι ο Σταύρος, όστις είχεν απομείνει από το πατριωτικόν, ευθύς ως έγραψε την τελευταίαν επιστολήν εις την μητέρα του, και είχε μβαρκάρει με το ξένον, επάνω εις το οποίον αρρώστησε κατά τον διάπλουν. Και η επίμονος προσήλωσις της Σκεύως εις το πλοίον εκείνο ήτο ως μυστηριώδες προαίσθημα της εκεί παρουσίας του.
   Εις το σπιτάκι εκείνο το οποίον ήτο ως φωλεά γλάρου κτισμένον επάνω εις θαλασσόπληκτον βράχον, εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω, θα έβλεπεν επίσης πολλήν κίνησιν και θα ήκουε μέγαν θόρυβον κατ’ αυτήν εκείνην την νύκτα, αλλά τάχιστα θα εμάνθανεν από τες γειτόνισσες το τι συνέβαινεν. Ευτυχείς υπήρξαν την ιδίαν νύκτα η Βγενιώ η Αλαφίνα, η Μαρία η Πεπερού και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα, αίτινες όχι μόνον είδαν και ήκουσαν, αλλ’ έλαβαν μέρος εις τας νυκτερινάς σκηνάς. Διότι τάχστα έλαβον είδησιν αυταί, καθώς και οι άνδρες της αγοράς και όλον το χωρίον περί των οκτώ ή δέκα λέμβων, όσαι επλησίασαν νύκτα εις τις Πλάκες με υπόπτους σκοπούς.
   Την πρώτην είδησιν έδωκεν ο Λάζαρος ο Γκέγκες, ο κλητήρ της δημαρχίας, ισόβιος αρχηγός της νυκτερινής πολιτοφυλακής, παίρνων τους περισσοτέρους ύπνους του δι’ όλου του έτους επί της μπαγκέτας, έμπροσθεν του καφενείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη, επί της πεζούλας, υπό την μεγάλην συκαμινιάν έμπροσθεν του μαγαζίου του Δημητριάδη, και ενίοτε υπό τας κολώνας του αφράκτου νάρθηκος των Τριών Ιεραρχών. Την εσπέραν εκείνην, αφού εσήμανε την ώραν της βάρδιας, και όλοι οι άνθρωποι είχον αποσυρθή εις τας οικίας των ν’ αναπαυθώσιν, έφερε μίαν βόλταν με τους τρεις συντρόφους του, των οποίων ήτο η σειρά να φυλάξωσι την εσπέραν εκείνην, προς το ανατολικόν μέρος της νήσου. Εκεί, ο Λάζαρος ο Γκέγκες είδε με το εξησκημένον όμμα του έν ή δύο μαυράδια αποσπώμενα εις το σκότος ανάμεσα εις τα δύο νησιά, ανοικτά από τον Άγιον Φλώρον, και κινούμενα βορειοδυτικώς προς την διεύθυνσιν της πόλεως, προς τον μέγαν μεσημβρινοδυτικόν λιμένα. Ακολούθως τα δύο μαυράδια έγιναν τρία, τα τρία τέσσαρα, και τα τέσσαρα οκτώ ή εννέα.
    Και όσον εκινούντο βορειοδυτικώς, τόσον εμαύριζαν, και τόσον διεκρίνοντο εις την αντάγειαν της πυκνής αστροφεγγιάς, επί της στρωτής οθόνης του φωσφορίζοντος κύματος. Ο μπαρμπα-Λάζαρος έγινεν αμέσως σύννους, έκυψε προς την γην, έστριψε προς τα κάτω τον μύστακά του, κατεβίβασε προς τας οφρύς το ημιστρόγγυλον φέσι του με την «γαλίπαν», την φούνταν την κοντήν και στριμμένη, και δεν είπε λέξιν εις τους συντρόφους του.
   Έρριψεν ακόμη έν παρατεταμένον βλέμμα εις το ύποπτον φαινόμενον, και είδε τα μαύρα σημεία ότι όσον επροχώρουν εμεγεθύνοντο εις την όρασιν, και τα είδεν ότι είχαν βάλει πλώρην εις την δυτικήν εσχατιάν της πόλεως, κατά τες Πλάκες.
   Τότε δεν εδίστασε πλέον, και ύψωσε το φέσι του προς τα επάνω, έστριψε προς τα άνω τον μακρόν και παχύν μύστακά του, και αφού έστειλεν ένα των ανθρώπων μυστηριωδώς να εξυπνίσει τον δήμαρχον, αυτός διηυθύνθη προς τον ναόν των Τριών Ιεραρχών, και κρεμασθείς εις το σχοινίον του κωδωνοστασίου, ήρχισε να σημαίνει θορυβωδώς και παρατεταμένως την μεγάλην καμπάναν.
   Ο ευσυνείδητος, αλλά και διπλωματικός κλητήρ είχε σκεφθεί ως εξής· 
-Δεν μπορεί να πει ο δήμαρχος ότι δεν τον ειδοποίησα. Όσο να ξυπνήση ο δήμαρχος και να του περάση το μαχμουρλίκι, ημπορεί να γίνη ό,τι γίνει, αν είναι γραφτό να γίνη. Εν τω μεταξύ σημαίνω εγώ την μεγάλη καμπάνα, για να πάρη χαμπάρι ο κόσμος να ξέρει τι τρέχει, να πάρει την απόφασή του, και ο κύριος δήμαρχος ας πάη να κάμη τα παράπονά του… στο δήμαρχο… 
 
   Ήτο ενδεκάτη ώρα.
   Αφού εκρούσθη επί τινα λεπτά ο κώδων και διεκόπη επ’ ολίγα δευτερόλεπτα, διά ν’ αρχίσει θορυβωδεστέρα η κλαγγή του μετά τινας στιγμάς, ήρχισαν ν’ ακούωνται εδώθεν κι εκείθεν μετά τριγμών και κρότων παράθυρα ν’ ανοίγωνται καί τινες κεφαλαί με λευκοχίτωνα στήθη και ώμους να προκύπτωσι διά των ανοιγμάτων.
   Είτα θύραι ήρχισαν να τρίζωσι περί τους στροφείς, δούπος βημάτων ηκούσθη εις τα λίθινα σκαλοπάτια, και άνθρωποι ημιενδυμένοι κατέβησαν εις την αγοράν.
   -Τι είναι; Τι είναι;
   Εις τους πρώτους ελθόντας ο μπαρμπα-Λάζαρος επρόφθασε να δείξη δι’ αφώνου νεύματος τα μαύρα σημεία τα οποία είχε παρατηρήσει προ μικρού μεγεθυνόμενα, και τα οποία, ολονέν κινούμενα προς το δυτικόν μέρος του λιμένος, επλησίαζον ήδη να κρυφθώσιν όπισθεν της γωνίας της πόλεως, την οποίαν σχηματίζει η προεξοχή της συνοικίας της Σπηλιάς και του Μώλου.
   Κραυγαί φόβου, απειλής και αγανακτήσεως ήρχισαν ν’ ακούωνται μεταξύ του πλήθους, καθόσον τούτο εξωγκούτο, προσερχομένων και άλλων αστών εκ των οικιών των. Μερικοί, χωρίς να ηξεύρωσι τι τρέχει, είχον φέρει από τας οικίας των τα κυνηγετικά των όπλα, τας μονοκάννους ή δικάννους φιλίντας των, άλλοι τας παλαιάς των πιστόλας, καί τινες μεγάλα πλατύστομα τρομπόνια. 
   Ο μπαρμπα-Λάζαρος δεν τους επέπληξε διότι είχον οπλισθή. Επειδή όμως οι πλείστοι δεν είχον όπλα, είς τινας αυτών έδωκε μερικά σκουροτούφεκα, τα οποία υπήρχον έκπαλαι εις την δημαρχίαν και τα οποία εχρησίμευον κυρίως προς οπλισμόν της πολιτοφυλακής ή νυκτερινής περιπόλου.
   Διά μιας οι άνθρωποι ήρχισαν να τρέχωσι προς την επάνω ενορίαν, ασθμαίνοντες διά ν’ αναβώσι τον στενόν ανηφορικόν δρόμον, με το στιλπνόν και ολισθηρόν λιθόστρωτον. Τα υποδήματα εκρότουν επί του λιθοστρώτου εωσού έφθασαν έξωθεν του σπιτιού του Παπαργυρού, κολοσσαίου όγκου ισταμένου εις την κορυφήν του βράχου, εις το πλάγι του οποίου τα άλλα σπιτάκια ολόγυρα εφαίνοντο ως φελούκια σιμά εις μέγα επιβλητικόν μπάρκον. Δίπλα εις του Παπαργυρού το σπίτι, το υψηλόν κωδωνοστάσιον της επάνω εκκλησίας, της Παναγίας της Λιμνιάς, ίστατο ως σκοπός σιμά εις την σκοπιάν του.

Κεφάλαιο ΙΖ’

    Δίπλα εις το θεόρατον κτίριον, το οποίον ίστατο εκεί από τεσσαρακονταετίας ατελείωτον και ακατοίκητον δι’ όλου σχεδόν του έτους χρησιμεύον μόνον το θέρος διά να καταλύη, όταν επεσκέπτετο τον τόπον, εκτελών την περιοδείαν του ο άγιος Δεσπότης , ήτο η οικία του δημάρχου, όστις είχεν εξυπνήσει αρτίως και ήκουε τον θόρυβον του διαβαίνοντος πλήθους, ετοιμαζόμενος να εξέλθει. Τον είχεν εξυπνίσει, προ μικρού ελθών, ο απεσταλμένος του Γκέγκε, του κλήτορος της δημαρχίας. Ο δήμαρχος εφόρεσε το πανωβράκι του, έλαβε την μακράν χονδρήν μπαστούναν του, και ήρχισε να καταβαίνει τα σκαλοπάτια της εσωτερικής ξυλίνης σκάλας, ενώ η κυρά δημαρχίνα, εξυπνήσασα αρτίως και αυτή, εφώναζεν από τον άλλον θάλαμον:
    -Για πού, ώρα σ’ καλή, καπετάνιο μ’; Πού θα πας τέτοια ώρα;
    -Κοιμήσου, Φλωρού! έγρυξε με βραχνήν φωνήν ο δήμαρχος, όστις ήτο όλος δυσθυμία, διότι του έκοψαν αποτόμως τον πρώτον ύπνον.
   Είτα επρόσθεσε φιλοσοφικώς, ως προς εαυτόν αποτεινόμενος:
   - Όποιος θέλει να σάσει το χωριό, χαλνάει το κεφάλι του.
   Και κατήλθεν εις την αυλήν του, την στρωτήν με στιλπνά χαλίκια, κα φυτευτήν με λεμονέας, με ροιάς και στολισμένην από γάστρας ανθέων, ενθυμούμενος τους χρόνους εκείνους, τους οιχομένους διά πάντοτε, όταν έκαμνε τα πλουτοφόρα ταξίδια εις την Μαύρην θάλασσαν κι απάνω εις τον ποταμόν, και όταν εκουβαλούσε, κατά τον κοινόν λόγον, με τες κόφες τα τάλληρα από τα ταξίδια της Ρωσίας. Εάν δεν επεχείρει το τελευταίον του τολμηρόν ταξίδιον εις τον Ωκεανόν, όπου εχρειάζετο να δεθή τις με χονδρούς κάλως εις το κατάρτιον του πλοίου διά να μη τον σαρώση η τρικυμία, και αν δεν ετινάζετο από τα κύματα τα εισπηδώντα επάνω εις την κουβέρταν, ώστε να κτυπήση κακά εις την κεφαλήν και τον κορμόν κατά της χονδρής μπούμας προς την πρύμνην, δεν θα εδέχετο ποτέ το αξίωμα το οποίον του είχον προσφέρει αυθορμήτως – πράγμα σπάνιον, αληθώς – οι συμπολίται του.   
 
    Το πλήθος, αφού έφθασεν εις την γωνίαν του σπιτιού του Παπαργυρού, εδιχάζετο, και άλλοι εξηκολούθουν ν’ ανέρχωνται προς τα άνω, όπως φθάσωσιν εις τον ανοικτόν κάμπον υψηλά, εις την Αγίαν Τριάδα, διά να κατοπτεύσωσιν εκείθεν τας λέμβους τας ερχομένας, άλλοι εστρέφοντο προς τα αριστερά, διά να φθάσωσι ταχύτερον εις τις Πλάκες, και τούτων τα βήματα είχεν ακούσει ο δήμαρχος.
   Δεν είχεν απομείνει, κατά τα φαινόμενα, άνθρωπος από όσους είχαν πλαγιάσει, όστις να μην εξύπνησε, και δεν είχεν απομείνει από όσους δεν είχαν πλαγιάσει ακόμη, κανείς όστις να μην έτρεξε και να μην επετάχθη έξω της οικίας του. Από τας απωτέρας και πτωχοτέρας συνοικίας είχαν φθάσει ο Δημήτρης ο Ντούσκος, ποιμήν βόσκων ολίγας αμνάδας, όστις ποτέ εν καιρώ ημέρας δεν είχε κατέλθει εις την αγοράν· έφθασε φέρων την μαγκούραν του την ποιμενικήν και την κάπαν του, έτοιμος να λάβη μέρος εις την μάχην υπέρ της σωτηρίας της πόλεως, και ο Σταμάτης ο Μπλατσίνης, και ο Δημήτρης ο Στόγιος και άλλοι αγροδίαιτοι, πρόθυμοι να λάβωσι μέρος εις πάσαν ενέργειαν, αν και δεν ήξευραν περί τίνος επρόκειτο· και ο Γιάννης ο Μανίκας προσήλθεν επίσης με πολεμικήν διάθεσιν, μένεα πνέων κατά των υποτιθέμενων εχθρών. Και τον Αργυράκην της Τριανταφυλλιάς τον είχεν εξυπνίσει με πολλήν δυσκολίαν η γυναίκα του, η Τριανταφυλλιά, η φουρνάρισσα, και τον παρεκίνησεν επιτακτικώς να τρέξη κάτω εις την αγοράν να μάθη τι γίνεται, και να έλθη πάλιν οπίσω, διά να την πληροφορήση και αυτήν περί των συμβαινόντων. Ο Αργυράκης έφθασε τρίβων τους οφθαλμούς και μισοκοιμώμενος εις τον δρόμον, αλλά με όλας τας προσπαθείας του δεν κατώρθωσε να μάθη σχεδόν τίποτε, διότι εν εκάστω των ομίλων τους οποίους συνήντησεν εις την αγοράν ωμίλουν οι άνθρωποι μεταξύ των, και δεν απήντων εις τας ερωτήσεις αυτού. Λοιπόν από όλας τας ομιλίας, όσαι εγίνοντο, μόνον άκρες-μέσες ημπόρεσε ν’ ακούση. Ο Αργυράκης της Τριανταφυλλιάς απελπισθείς να μάθει περισσότερα, έτρεξεν ασθμαίνων οπίσω προς την γυναίκα του.
   - Ε! τι έμαθες, Αργύρη;
   -Είναι κόσμος, κόσμος… κάτω στη πιάτσα… στον Αι-Γιάννη απ’ όξου… στην
κολώνα μπροστά…
   - Και τι λέγανε;
  - Να, ο κλήτορας της δημαρχίας σήμανε την καμπάνα.
  -Την ακούσαμε. Ύστερα;
  - Να, μαζώχτηκε κόσμος…
  - Μου το είπες αυτό… ύστερα;
  - Ο κλήτορας έστειλε το Γιάννη το Μαστοράκη, για να ξυπνήση το δήμαρχο.
  - Αλήθεια; - ύστερα;
  - Και είναι κόσμος μαζωμένος… και κουβεντιάζουν αναμεταξύ τους.
  - Μου το είπες τρεις φορές αυτό. Και τι γίνεται;
  - Ο κόσμος αρχίσανε να τρέχουνε στον Επάνω Μαχαλά, κατά την Αγία Τριάδα…
  - Και δεν πήες και συ!
  - Δε μου ’πες να πάω, Τριανταφυλλιά.
  - Και δεν μπόρεσες να μάθης τι τρέχει;
  - Να, λέγανε πως θα τρέξουνε πίσω κατά τις Πλάκες να τους προφτάσουνε, να φύγει το κακό.
   - Ποιο κακό;
   - Δεν κατάλαβα… μα πρέπει να είναι κλέφτες.
    - Να μην έρχωνται οι χολεριασμένοι απ’ τον Τσουγκριά, για να πάρουν πράτιγο με το στανιό;
   -Καλά λες, αυτό θα είναι, είπε συλλογισμένος ο Αργυράκης· κι εγώ δεν το
κατάλαβα.
   - Γλήορα, να τρέξης πίσω, σκυλί, είπεν η Τριανταφυλλιά… πάρε και το ραβδί
σου μαζί… να πας να μάθης, κι ύστερα να ’ρθης να μου πης.
   Την ιδίαν στιγμήν καθ’ ην ωμίλει η σύζυγος του Αργυράκη, ηκούσθη και εις την απωτέραν εκείνην συνοικίαν η κραυγή, ήτις είχεν αρχίσει να επαναλαμβάνεται προ μικρού αλλαχού της πόλεως:
   - Μας φέρνουν την χολέρα! ξυπνάτε, παιδιά!
   Αι κραυγαί αύται εξύπνισαν και όσους δεν είχαν εξυπνήσει ακόμη από τον ήχον του κώδωνος.
 
    Πρώτη εις όλην την γειτονιάν, απάνω εις τις Πλάτες, είχεν εξυπνήσει η Βγενιώ η Αλαφίνα, ήτις ήνοιξε μετά κρότου πέρα-πέρα το μέγα και πλατύ, το κυανούν χρωματισμένον παράθυρον, και απλώσασα τους ογκώδεις ανδροπρεπείς βραχίονάς της, με τα μανίκια της άσπρης βαμβακερής φανέλας ολίγον κάτω του αγκώνος φθάνοντα, με το κόκκινον υποκάμισον συμμαζευμένον περί την μασχάλην, εστήριξε τας πλατείας χείρας της επί του θριγκού, φωνάζουσα, διά να εξυπνίση την Μαρίαν την Πεπερού.
   Εκ των φωνών της Βγένας εξύπνησε πρώτη η Ζαχαρού η φουρνάρισσα, διότι εχρειάζετο κανόνι διά να ταράξη τον ύπνον της Μαρίας της Πεπερούς, και το κανόνι το οποίον ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν μέσα εις το Μπούρτσι ήτο σκωριασμένον και άχρηστον δυστυχώς από πολλού.
   -Τι τρέχει, γειτόνισσα;
   -Μας φέρνουν τη χολέρα!
   Η Βγενιώ η Αλαφίνα είχεν εννοήσει αμέσως τι τρέχει. Το παράθυρόν της έβλεπε προς τη θάλασσαν, και είχεν ιδεί τας λέμβους αίτινες έπλεον προς τα εδώ.
   -Ποιος θα μας την φέρη;
  -Ποιος! Οι χολεριασμένοι απ’ τον Τσουγκριά.
  -Πούν’τοι;
  -Για κοίταξε! Έρχονται πενήντα βάρκες.
  Είτα, επειδή της εφάνησαν ολίγαι όσας είπε, προσέθηκε·
   - Πενήντα! Θα είναι ως εκατόν είκοσι!
   Ακολούθως μεταμεληθείσα διότι είπε βάρκες και δεν είπε καράβια, εζήτησε μέσον τινά όρον όπως διορθώση το πράγμα.
  - Βάρκες! Είναι σωστές σκαμπαβίες…  μεγάλες σα σκούνες!
   Η Ζαχαρού η φουρνάρισσα εκοίταξε και άμα είδε τα μαύρα σημεία να μηκύνωνται, φαινόμενα κολλητά το έν με το άλλο επί της θαλάσσης, προσέθηκε·
   - Παναγία μου! είναι μακριές σαν τράτες…
  -Τράτες! Τι λες; διώρθωσεν οργίλως η Βγενιώ· είναι ψηλές σαν καβαρδίνες!
   Την στιγμήν εκείνην εξύπνησε τέλος και η Μαρία η Πεπερού, ήτις εξήλθεν από το ισόγειον σπιτάκι της τρίβουσα τους οφθαλμούς. Κατόπιν της εξήλθε, με κοντόν φουστανάκι και με γυμνάς κνήμας και πόδας γυμνούς, το Δεσποινιώ, η μικρά κόρη της.
  -Τι είναι; Τι τρέχει;
   Η Βγενιώ η Αλαφίνα δεν εδίστασε πλέον, και έκρινεν ότι ήτο καιρός να προβιβάση τις βάρκες εις καράβια.
   -Τα καράβια τα χολεριασμένα έρχονται απ’ τον Τσουγκριά… Πενήντα
κομμάτια καράβια!
   Η Πεπερού εκοίταξε και δεν ηδύνατο να ίδη τίποτε, διότι εμισοκοιμάτο ακόμη.    Το Δεσποινιώ η κόρη της, κρατούσα αυτήν από την φουστάναν, έβλεπε τες βάρκες και έλεγε:
   - Να τα, να τα! Κοίτα, μάννα!
   Αι τρεις γυναίκες εκινήθησαν να φθάσωσι προς τες Πλάκες, ακολουθούσαι το πλήθος, το οποίον διήρχετο. Ο Αλέξης και ο Μιχάλης, ο υιός της Πεπερούς και ο υιός της Αλαφίνας, είχον εξυπνήσει, και έτρεξαν ακολουθούντες τους άνδρας να ίδωσιν.
   Η Πεπερού έλεγεν εις την κόρην της:
   - Σύρε να κοιμηθής εσύ… Κάτσε στο σπίτι.
   Η Δεσποινιώ την εκράτει καλά από το φουστάνι και έτρεχε κατόπιν της λέγουσα·
   -Φοβώμαι… φοβώμαι μοναχή μου, μάννα!
    Το πλήθος είχε φθάσει εις το ύψος του βράχου, πέραν του οποίου σχηματίζεται η στενή προεκβολή του λαιμού των Πλακών εντός της θαλάσσης. Άνω τα άστρα του ουρανού έλαμπον εις το ύψος του στερεώματος ή έτρεμον σβήνοντα εδώ κι εκεί, και ο γαλαξίας έλουε με αβρόν αργυρόχρουν φως τα ουράνια δώματα, και έζωνε την μέσην του ουρανού, ως να έστρωνε με ακήρατα άνθη τον δρόμον του απείρου εις τα αόρατα πνεύματα των μακάρων. Και ο τριάστερος Πήχυς ίστατο μυστηριώδης επάνω εις το στερέωμα, ακατανόητον όργανον το οποίον ετέθη εκεί ως διά να εξακολουθεί να μετρεί εσαεί το άπειρον διά του αιωνίου. Και αι Άρκτοι η μία και η άλλη έλαμπον με γλυκύ φως μειδιώσαι εις τα προσφιλή πελάγη, και το άστρον του Βορρά εδείκνυε τον Πόλον εις τους αγαπημένους του θαλασσινούς, οίτινες έχουσιν αυτό μόνην συντροφίαν και μόνον αιθέριον φάρον παρηγορούντα αυτούς εις τον δρόμον των, και αν όλα τα λαμπρά άστρα χαθώσι προς καιρόν εις τους οφθαλμούς των, και αν όλοι οι μυστηριώδεις λύχνοι συγκαλυφθώσιν από τα νέφη· η Πούλια είχεν υψωθεί τρία κοντάρια υψηλά ανερχόμενη εξ ανατολών προς το μεσουράνημα, χρυσή κλώσσα με τα πουλιά της, καταστερεωθείσα και αθανατισθείσα θεία νεύσει, διά να διδάσκει την οικογενειακήν συνοχήν και αρμονίαν εις τους δειλαίους θνητούς, οίτινες γεννώνται διά να χάσκωσι προς καιρόν αναβλέποντες εκεί επάνω, και διά να συγκαλύπτει χρονίως του θανάτου η νυξ τους οφθαλμούς των εις το υποχθόνιον σκότος.
   Ελαφρά αύρα έσειε γύρω εις τα προαύλια και τους κήπους των οικιών τους κλώνας των δένδρων, και η θάλασσα κυανή και μαύρη, απλουμένη κάτωθεν του βράχου, εμορμύριζεν ελαφρώς πλήττουσα τους βράχους.

Κεφάλαιο ΙΗ’

  Το πλήθος ήρχισε να θορυβή και να κραυγάζει, ενώπιον του θεάματος το οποίον επαρουσιάζετο τώρα φανερά εις τας όψεις του υπό την αστροφεγγιάν της νυκτός εκείνης. Ο δήμαρχος, άμα εξυπνήσας, είχε κατέλθει προς την αγοράν, διά να συνεννοηθή με τας άλλας αρχάς, και δεν είχε φανή ακόμη επάνω εις τις Πλάκες, όπου είχε τρέξει ο πολύς κόσμος. Αλλ’ αφού μάτην περιέμεινεν επί ημίσειαν ώραν την εμφάνισιν του λιμενάρχου, του υγειονόμου και του επιστάτου του λοιμοκαθαρτηρίου, των οποίων αι οικίαι ήσαν εις το άλλο άκρον της πόλεως, το ανατολικόν, και αργά μεν εστάλη προς αυτούς η είδησις, εβράδυναν δε φυσικώ τω λόγω να εμφανισθώσιν, ο δήμαρχος απεφάσισε ν’ αναβή ο ίδιος εις τες Πλάκες, εις το δυτικόν μέρος της πόλεως. Είχε δώσει ήδη εις τον κλητήρα και τους πολιτοφύλακας διαταγάς να προτρέψωσι τους ανθρώπους, όπως μείνωσιν επιτηρούντες μόνον το επίκαιρον προς απόβασιν μέρος, και μη επιχειρήσωσι βιαιοπραγίαν τινά, ειμή εν εσχάτη ανάγκη και εν περιπτώσει αποπείρας προς αποβίβασιν.
   Υπάρχει, νομίζω, απόφθεγμά τι, καθ’ ο ο όχλος έχει δύο ώτα, διά να εισέρχωνται αι νουθεσίαι διά του ενός και εξέρχωνται διά του άλλου. 
   Το πλήθος ήκουσε την διαταγήν του δημάρχου, αντελήφθη καλώς της εννοίας της, και έπραξεν ακριβώς το εναντίον του προσταττομένου. Τα φανέντα εις την θάλασσαν μαυράδια, τα κινούμενα ολονέν προς την διεύθυνσιν του βράχου, εις το όπισθεν μέρος της πόλεως κατά τις Πλάκες, είχον πλησιάσει τόσον, ώστε εφαίνοντο ήδη ότι ήσαν λέμβοι, πλέουσαι διά συντόνου κωπηλασίας προς την ξηράν, ογκώδεις και μαυρίζουσαι υπεράνω του κύματος, πλήρεις ανθρωπίνου φορτίου. Μόλις η πρώτη τούτων είχε φθάσει εντός βολής από του τελευταίου χθαμαλού βράχου, κάτω εις τον Μύτικα, ανοικτά από το Κατεργάκι, και μεγάλοι λίθοι και χονδροί χάλικες και βώλοι χώματος ήρχισαν να εκσφενδονίζονται προς το πέλαγος.
   Η πρώτη προφυλακή του όχλου είχε φθάσει κάτω εις τον αιγιαλόν, επί των αλικτύπων μαρμάρων, σιμά εις το κύμα, και η ουραγία εσάλευεν ακόμη επάνω εις το ύψος του κρημνού, υπεράνω της στέγης του αρσανά των Μαθιναίων, ανάμεσα εις τα τελευταία σπιτάκια, τα κτισμένα σύρριζα εις τον βράχον. Βοή και αλαλαγμός ηκούετο, και η οργή του πλήθους εκόχλαζε μετ’ αγρίων κραυγών βράζουσα, απολυομένη εξ εκατοντάδων στομάτων μετά φρυαγμού οργίλου, διαθέουσα μετά παφλασμού τας τάξεις του όχλου και κορυφουμένη μετ’ αφρού και θολής άχνης επάνω, εις το ύψος του βράχου. Εκ τοσούτων κραυγών οργής, μίσους και αγωνίας διεκρίνοντο κάπου αι λέξεις «φονιάδες! φέρνετε τη χολέρα»· «θα μας πεθάνετε!… » ως μικρόν καταληπτόν περιθώριον εις κατάμαυρον και ακατανόητον σελίδα βιβλίου. Η χάλαζα των λίθων ήρχισε να πίπτει ήδη άφθονος μετά πλαταγισμού εις το κύμα, καί τινες των λίθων αντήχησαν με σκληρόν δούπον πλήξασαι τας πλευράς της βάρκας, ενώ άλλοι δεν ανάδωκαν ακουστόν κρότον, αλλ’ έπεσαν κωφά, εις τους βραχίονας και τους ώμους των ανθρώπων, των επιβαινόντων της φελούκας. Ο κυβερνήτης της πρώτης βάρκας ενόησε τότε, ότι είχε βιασθή να προτρέξει όλων των άλλων λέμβων, και διέταξε σία. Οι κωπηλάται εσιάρισαν και δι’ ολίγων προς τα οπίσω ειρεσιών, η φελούκα έφθασεν εκτός βολής από τον άκρον χθαμαλόν βράχον της ακρογιαλιάς.
   Προφανώς, ο κυβερνήτης της λέμβου δεν είχε παρατηρήσει την κάθοδον των ανθρώπων εις το άκρον μάρμαρον των Πλακών. Αναμφιβόλως, αυτός και οι άλλοι επιβάται των λέμβων, θα είχον αντιληφθή εκεί υψηλά, εις την κορυφήν του κρημνού, την παρουσίαν του πλήθους και θα είχον ακούσει τον συγκεχυμένον θόρυβον. Αλλ’ η πρωτοπορία του όχλου είχε κατέλθει διά του κρυφού κοχλιοειδούς μονοπατίου κάτω εις τον άκρον αιγιαλόν, και η παρουσία των ανθρώπων τούτων εκεί κάτω εις απόστασιν ολίγων οργυιών από την πρώτην βάρκαν, τους είχεν εξαφνίσει, ως πράγμα απρόοπτον, και σχεδόν μυστηριώδες.
   Η πρώτη βάρκα, αφού ανέκρουσε πρύμναν και απεμακρύνθη δέκα οργυιάς παραπάνω, εστάθη κι εφαίνετο να περιμένη τας άλλας συντρόφους της. Η δευτέρα έφθασε πλησίον της μετ’ ολίγον, κι εστάθη εις το πλάγι της. Φαίνεται ότι έστησαν συμβούλιον εκεί επί της θαλάσσης. Αι άλλαι συντρόφισσαι λέμβοι έφθασαν μετ’ ου πολύ πλησίον των δύο πρώτων, και το συμβούλιον έγινε γενικώτερον, και προσέλαβε το κύρος της ολομελείας.
   Η ανακωχή, η επελθούσα ευθύς μετά την πρώτην αψιμαχίαν, διήρκεσεν επί πολύ. Έξω εις τις Πλάκες οι άνθρωποι συνεσώρευον λίθους και βώλους γης και άμμον, καί τινες σκληροί κρότοι ηκούσθησαν εδώ κι εκεί εις τας τάξεις του πλήθους. Οι κρότοι ούτοι ωμοίαζον πολύ με τον κρότον υψουμένης σκανδάλης τουφεκίου ή πιστόλας. Εις τους κρότους τούτους απήντησαν άλλοι παραπλήσιοι κρότοι υπεράνω του κύματος, από μέσα από τας λέμβους.
   Φαίνεται, και είναι επόμενον, ότι υπήρχον δύο γνώμαι επικρατέστεραι επάνω εις τας λέμβους. Η μία τούτων ήτο ότι ώφειλον να υποχωρήσωσιν. Η άλλη ήτο ότι έπρεπε να προβώσι και επιχειρήσωσι την απόβασιν, αντί πάσης θυσίας. Επειδή οι εισηγηταί αμφοτέρων των γνωμών τας διεξεδίκουν πεισματωδώς και ουδετέρα υπεχώρει εις την ετέραν, το συμβούλιον παρετείνετο επί μακρόν.
   Τέλος η τόλμη εφάνη ότι ενίκησε την φρόνησιν, και αι λέμβοι ήρχισαν να κινώνται όλαι ομού, κατά μέτωπον προς την ξηράν. Τότε οι σκληροί κρότοι της σκανδάλης επληθύνθησαν, και η χάλαζα των λίθων ήρχισε να πίπτει εις τα κύματα, πολύ πριν αι λέμβοι φθάσωσιν εντός βολής.
   Είτα μία φωνή ηκούσθη:
   - Μη ρίχνετε! μη ρίχνετε! μην πετάτε τες πέτρες στο γιαλό.
   Ο ούτω κράξας ήτο εκείνος, ον η ιδία νυξ ανέδειξεν αρχηγόν της. Ο όχλος, τυφλός από το σκότος και τυφλός από τον θυμόν, είχε φθείρει μέγα μέρος των πολεμοφοδίων του, πετών αυτά ασκόπως. Ο άνθρωπος όστις εξέφερε το αυθόρμητον εκείνο πρόσταγμα, προσέθηκε μετά σαρκασμού:
   -Είναι φόβος μη μολώσετε την θάλασσαν…
  Ο λαός ενόησε την σκέψιν του και εσταμάτησε.
   - Μη ρίξει κανένας, αν δεν ρίξω εγώ, προσέθηκεν ο άνθρωπος.
   Δεν εχρειάζετο περισσότερον διά να χρισθή αρχηγός. Ο άνθρωπος εκείνος εκαλείτο Γιώργος Δ. Καραγεώργος, και εφημίζετο ως αισθηματίας. Ήτο βραχύς το σώμα, με ογκώδη κεφαλήν, με πλατέα λάσια στήθη, με τραχείαν όψιν βράχου ψημένην από τον ήλιον και την άλμην της θαλάσσης, και με χαίτην λέοντος φριξότριχα.
   Αι λέμβοι εχώρουν βραδέως, άνευ ορμής, και τούτο εφαίνετο παράδοξον, κατόπιν της αποφάσεως της βίας, ην εφαίνετο ότι είχον λάβει οι επιβαίνοντες. Αλλά πράγματι απεδείχθη κατόπιν ότι η ληφθείσα απόφασις ήτο μικτή τις. Διότι μόλις οι πρώτοι λίθοι, αφού έδωκε το σημείον ο Καραγιώργος, έπληξαν την πρώραν μιας των λέμβων, καθώς αύται είχον πλησιάσει, και ηκούσθη φωνή εκ μιας των λέμβων εκείνης ήτις είχε πλησιάσει μεμονωμένη την πρώτην φοράν.
  -Σταθήτε! 
 Ο Γιώργος Καραγεώργος εστράφη προς το πλήθος και εφώναξε·
  -  Μη ρίχνετε, παιδιά! ν’ ακούσωμε.
  Ο κυβερνήτης της πρώτης λέμβου, όστις είχεν έλθει εις την πρώραν και διεκρίνετο ορθός ιστάμενος, επανέλαβε·
   - Γιατί μας πετροβολάτε, παιδιά; Εμείς δεν ήρθαμε να σας φέρουμε τη
χολέρα.
   Ολολυγμός αντήχησεν, αναιρών την βεβαίωσιν ταύτην, εκ μέρους του πλήθους. Αφού ο Γιώργος Καραγεώργος επέβαλε μετά κόπου σιωπήν, ο ξένος εξηκολούθησεν·
    -Είχατε το δικαίωμα να μας βάλετε καραντίνα, μα δεν έπρεπε να μας αφήσετε ν’ αποθάνουμε της πείνας.
   Νέος ωρυγμός του όχλου απήντησεν εις την ζωηράν ταύτην έκφρασιν. Ο ξένος το συνησθάνθη, κι εταπείνωσε τον τόνον του.
   - Σας παρακαλώ, δεν κατηγορώ σας, αλλά μερικούς άλλους…Ο λαός τι φταίει;
Όσο φταίμε μεις, άλλο τόσο και σεις…
   Ο όχλος ήκουε σχεδόν εν ησυχία.
   - Θέλουν να μας βάλουν παραπάνω καραντίνα, ας μας βάλουν. Έχουμε
εικοσιδυό μέρες σωστές. Τώρα γυρεύουν να κάμουμε άλλες δέκα. Όσοι από μας έχουν τελειωμένες τες εικοσιδυό μέρες, και έχουν καθαρισθεί, να μας αφήσουν να πάμε στη δουλειά μας, σα δε θέλουν να μας αφήσουν να βγούμε έξω στην πολιτεία.
   Ο λαός ήκουε μετά ψιθυρισμών και αμφιβόλων αισθημάτων.
   - Όσοι κοντεύουν να έχουν εικοσιδυό μέρες, ας τους μεταφέρουν το ελάχιστο στα κάτω λαζαρέτα, για να τους είναι εύκολο ν’ αγοράζουν ψωμί, το Κουβέρνο πρέπει να δώση μικρή βοήθεια.
   Ο Γιώργος ο Καραγεώργος ήκουεν εν σιωπή και σκέψει. Είτα, όταν ο ξένος εφάνη ότι είπεν ό,τι είχε να είπη, του εφώναξεν:
   - Ετελείωσες;
   Ο άνθρωπος απήντησεν:
   - Ετελείωσα.
   Ο Γιώργος Καραγεώργος έλαβε τον λόγον·
    - Εάν έχης, αδελφέ, τόσο ειρηνικά αισθήματα, ποια σου η ανάγκη να ’μβης και συ και οι άλλοι μες σ’ αυτές τες βάρκες, άμα είδατε πως έκαμε παραέξω λιγάκι το βασιλικό, να κινήσετε να ’ρθήτε, νύχτα και σκοτάδι, για να ξεμβαρκάρετε στο χωριό μας με το στανιό; Στην εξουσία τα λες αυτά ή στο λαό; Και τι φταίει ο λαός, καθώς είπες; Ημείς εξουσία δεν είμαστε για να λάβωμε μέτρα. Και αν σας αφήνη το Κουβέρνο να πεθάνετε της πείνας, και δεν σας δίνει βοήθεια, τι φταίει το χωριό μας, τι σας φταίει ο πτωχός ο λαός; Ημείς εφωνάξαμε όλοι με μία βοή ότι πρέπει να περιποιηθούν καλά τους ανθρώπους στην καραντίνα, και, καθώς φαίνεται, δεν μας άκουσαν. Δεν λέγω πως το κάνουν επίτηδες, μα η διοίκησις είναι ρωμέικη, τι τα θέλεις;
   Ο Γιώργος ο Καραγεώργος επήρε την αναπνοήν του και είτα εξηκολούθησε·
   -Τώρα είναι δίκιο Θεού να πατήσετε νύχτα στο χωριό μας, να μας δώσετε
μεγάλο φόβο, το φόβο που μπορεί να γεννήση τη χολέρα και χωρίς να είναι χολέρα; Είτε ετελείωσεν η καραντίνα σας είτε όχι, πρέπει να λάβετε υπομονή, αφού η αρχή λέγει ναι και όχι, και μεις καλά-καλά δε ξέρουμε αν ήρθε ο καιρός για να πάρετε πράτιγο. Γυρίστε όμορφα-όμορφα και ήσυχα-ήσυχα στο νησί μέσα κι εγώ σας υπόσχομαι το πρωί, σα ξημερώσει, να πάρω τέσσερες βάρκες να τες γεμίσω ψωμί και κρέατα και ρύζια και νερό και ρώμι και κρασί, όλα δωρεά, όλα προσφορές από μέρους του φτωχού λαού, που θα σας τα δώσει από το υστέρημά του…
   Φωναί προθύμου επιδοκιμασίας και συναινέσεως ηκούσθησαν από τας τάξεις του όχλου. Το πλήθος ήρχισε να συγκινήται.
   Ο Καραγιώργος εξηκολούθησε·
   - Να σας τα φέρω πρωί-πρωί στον κάβο του Αγίου Φλώρου, από μέρους της
φτώχειας, δώρον εις τη φτώχεια, για να περάσετε μια μέρα και ως την άλλη μέρα αι αρχαί, πιστεύω, θα πάρουν απόφαση να σας μεταφέρουν στα εδώθε λαζαρέτα, ή να δώσουν πράτιγο εις όσους από σας έχουν είκοσι δύο μέρες σωστές.
   Νέαι φωναί συγκινήσεως ήχησαν εκ μέρους του λαού.
   Αίφνης, από την δευτέραν βάρκαν, ηκούσθη φωνή λέγουσα:
   - Εμείς δεν είμαστε ζητιάνοι, για να μας φέρης ψωμιά τουλόγου σου, να μας
τα μοιράσης ψυχικό!

Κεφάλαιο ΙΘ’

   Δεν είχον παραλείψει να συμβουλευθώσι τον ιατρόν Βίλελμ Βουντ οι πρωταίτιοι του κινήματος τούτου. Αλλά τον είχον συμβουλευθή όχι με πεποίθησιν, αλλ’ απλώς διά τον τύπον, και διά να δύνανται να λέγωσιν αργότερα, κατά την παιδαριώδη απολογητικήν μέθοδον του ψευδομανούς όχλου, «ερωτήσαμε και το γιατρό». Ο κ. Βουντ, ως ήτο επόμενον, τους απέτρεψεν αυστηρώς να μη τολμήσωσι και το κάμωσι, και υπεσχέθη να προσπαθήση παντί σθένει όπως γίνη τακτικώτερος εις το μέλλον ο επισιτισμός και η άλλη υπηρεσία εις τον τόπον των καθάρσεων. Αυτός και έως τότε δεν έπαυσε να φροντίζει και να γίνεται κακός με όλας τας αρχάς της νήσου, κατακραυγάζων και ελέγχων τα κακώς γινόμενα, αλλ’ έπταιεν η κακή διοίκησις.
   Οι αυτουργοί του κινήματος ήσαν είκοσιν ή τριάκοντα άνθρωποι εκ των πρώτων ελθόντων εις την καραντίναν. Ούτοι είχον διατρίψει ήδη τρεις εβδομάδας εις το έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον. Υπήρχον πράγματι πολλά και αφόρητα δεινά. Η κακή κατασκευή των παραπηγμάτων, η βραδύτης, η ακρίβεια, και η κακή ποιότης των τροφίμων, ο φόβος, ο συνωστισμός και η πνιγμονή, η αισχροκέρδεια των καπήλων και μικρεμπόρων, όλα αυτά ομού, και εις επίμετρον τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου, τα οποία είχον αρχίσει ραγδαία, και τα πρώτα ψύχη του πνεύσαντος ευθύς ύστερον πρώτου βορρά. Το πλήθος των καθοριζομένων έπασχεν, εστέναζε και επνίγετο. Όχι ολίγους είχε θερίσει ήδη ο Χάρος, τη βοηθεία της νόσου, του φόβου, των στερήσεων, της κακοπαθείας, και άλλων θανασίμων επικούρων.
   Εις την πρώτην τριακοντάδα των συνωμοτών προσετέθησαν άλλοι τόσοι και πλείονες, οίτινες έλεγον ότι είχον συμπληρώσει είκοσι και μίαν ημέρας καθάρσεως, αλλά πραγματικώς δεν είχον περισσοτέρας των δεκαέξ ή δεκαοκτώ ημερών. Είτα και άλλοι ακόμη οίτινες περιφανώς ευρίσκοντο εκεί μόνον από δύο εβδομάδων. Αποχρώσα επιτήρησις δεν υπήρχεν, οι γέροντες και αμελείς απόμαχοι φύλακες έπασχον την όρασιν ή έκλειον τα όμματα, και κρυφά και φανερά επήρχοντο συγκοινωνία μεταξύ των διαφόρων βαθμών των καθαριζομένων.
   Όλοι ομού εζητούσαν να πάρουν πράτιγο, εζητούσαν να μετατεθώσιν εις τα κάτω λαζαρέτα, εζητούσαν να τους δίδωνται ευθηνά ή και δωρεάν τα τρόφιμα, δεν ήξευραν τι εζητούσαν. Μετά την αποτροπήν του ιατρού, ησθάνθησαν παροδικήν αποθάρρυνσιν, και το σχέδιόν των τους εφάνη άωρον ακόμη, όθεν εκοιμήθησαν ήσυχα επί μίαν νύκτα.
    Είτα την άλλην εσπέραν τους εφάνη ότι ωρίμασεν αιφνιδίως, και επειδή συνέβη ενωρίς να ίδωσι την βασιλικήν ημιολίαν, ήτις εστάθμευεν εκεί, ν’ αποπλεύσει έξω του λιμένος, ένεκα ακουσθείσης φήμης τινός περί πειρατείας και ναυταπάτης εις τας βορείους ερημονήσους, είπον προς εαυτούς ότι τώρα ήτο καιρός. Την ιδίαν εσπέραν, οι συνωμόται έλαβον εννέα ή δέκα λέμβους, επέβησαν επ’ αυτών άνδρες περί τους εκατόν είκοσιν, επλατάγισαν μετά θορύβου τας κώπας πλήττοντες διά κραυγών τας ηχούς, έπλευσαν ανοικτά προς δυσμάς, διά να είναι εκτός βολής από των όπλων του στρατιωτικού αποσπάσματος του σταθμεύοντος παρά τον Άγιον Φλώρον και είτα έβαλαν πλώρην εις τις Πλάκες, κατά το απόκεντρον δυτικόν μέρος της πόλεως.
   Οφείλομεν χάριν της ακριβείας να προσθέσωμεν ότι η αρμοδία αρχή είχε προκηρύξει απ’ αρχής ότι μετά τρεις εβδομάδας ακριβώς, ήτοι 21 ημέρας, θα ετύγχανον οι άνθρωποι ελευθέρας κοινωνίας, αλλ’ όταν συνεπληρώθη διά τους πρώτους ελθόντας ο αριθμός ούτος των ημερών, εδίσταζε να εκδώση την περί ελευθέρας κοινωνίας διαταγήν, και εσκέπτετο αν έπρεπε να μετατοπίση τούτους εις τα κάτω λαζαρέτα. Φαίνεται δε ότι ωφελούμενοι εκ της ανακολουθίας ταύτης και της βραδύτητος οι τολμηρότεροι εκ των μελετησάντων το προς απόβασιν κίνημα, έπεισαν άλλους ευπίστους μεταξύ του πλήθους ότι το υγειονομείον είχεν εκδώσει ήδη τοιαύτην διαταγήν, και ότι η κοινοποίησις ταύτης παρανόμως ανεβάλλετο. Με την σφαλεράν ταύτην πίστιν ηκολούθησαν τους πρωτουργούς οι πλείστοι των επιβάντων εις τας λέμβους.
   Την επιούσαν πρωί, όταν η θεια-Σκεύω ηρώτα τον ιατρόν Βουντ να μάθη το αίτιον της νυκτερινής ταραχής, ούτος εγνώριζεν ήδη και το αποτέλεσμα.
   - Φτηνά το γλυτώσανε, να πάρει ντιάολο! απήντησεν ο κ. Βουντ. Πήγκανε στη
γκειτονιά σου, στες Πλάκες, κάτω από το βράχο για να πατήσουν ποντάρι έξω…
   -Αλήθεια! Παναγία μου! ύστερα γιατρέ;
   - Οι άλλοι χοντροκέφαλοι, οι ντικοί σας, ήτελαν να τους τουφεκίσουν.
   -Χριστός και Παναγία! τι λες, γιατρέ;
  - Ύστερα, κάποιος ντικός σας Καραγκιώργκος, εγκύρευε να τους μονοιάση, κι είπε να φέρη βάρκες φορτωμένες καρβέλια ψωμί να τους μοιράση να φάνε.
  -Αλήθεια; Καλά είπε. Και γιατί δεν τα ’φερε;
  - Ύστερα, πετάχτηκε ένας απ’ αυτούς εντώ, και του λέει: «Εμείς ντεν είμαστε
ζητιάνοι, να μας ντώσης ψυχικό του λόγγου σου».
  - Αστοχιά στο λόγο του!
    - Τότε οι ντικοί σας αγκρίεψαν περισσότερο, γιατί τους εφάνη πως ήτελαν να ξεμπαρκάρουν στανικώς, και το είχαν σίγκουρα πως θα τους έφερναν τη χολέρα…
    -  Θεός να φυλάει!
    -Τότε άρχισαν να πέφτουν οι πέτρες βροχή απάνω στις μπάρκες και στα
κεφάλια των αντρώπων…
    - Κύριε σώσον!
    - Ανάμεσα εις τη βροχή των πετρών έπεσαν και καμπόσες τουφεκιές…
    - Τρομάρα! κι εσκοτώθηκε κανένας;
    - Φτηνά την εγκλύτωσαν, το ντιάολο! Μόνον ντυο-τρεις τουφεκιές έπεσαν…
    - Και δεν έπαθε κανένας; Δόξα σοι ο Θεός!.
    - Στην πρώτη τουφεκιά, η μπάλα εσφύριξε κι έσβησε παφ! στη θάλασσα, κι
επήγε στο πάτο.
    - Καλλίτερα… Να μη κακοπάθη κανένας χριστιανός.
    - Η δεύτερη τουφεκιά ήτο χωρίς μπάλα!
    - Καλλίτερα!
    - Η τρίτη… Δεν επήρε, μου φαίνεται, φωτιά το ντουφέκι…
    - Άμποτε! Να γλυτώνη ο Θεός τον κοσμάκη από κακιά ώρα.
   Ο ιατρός εξηκολούθησεν ακόμη να διηγήται, και όταν έφθασαν εις το μέρος τούτο του λόγου εκάγχασε θορυβωδώς, ότι και αι γυναίκες έλαβον μέρος εις την μάχην, και ότι διέπρεψαν εις την υπόθεσιν ταύτην η Βγένα η Αλαφίνα και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα και η Πεπερού και άλλαι. Τέλος, φθάσας ο δήμαρχος, κατώρθωσε διά μειλιχίου τρόπου να ειρηνεύση τους ανθρώπους, και ν’ αποπέμψη τας λέμβους με υποσχέσεις ταχείας ελευθέρας κοινωνίας και βελτιώσεως εν γένει των πραγμάτων.
   Είτα ο κ.Βουντ ήναψε το τσιμπούκι του, ερρόφησε τον καφέν του, εκάπνιζε μακράς εισπνοάς, και έβγαζεν ατελευτήτους έλικας καπνού από το στόμα.
    - Τώρα ήρταν εδώ, οι μπάρκες, το ντιάολο! επανέλαβε. Ταρρώ πως τα τους ντώσουν πράτιγο σήμερα αυτούς που έχουν εικοσιμία μέρες.
    - Αλήθεια; κι εμείς;
    -  Του λόγγου σου τέλις ακόμα ντύο μέρες. Εγγώ, αν ήτελες, έπαιρνα πράτιγκο
από προκτές, μα τα κατίσω να ιντώ τι ντιάολο τ’ απογαίνη… Μεταύριο ίσως πάρωμεν πράτιγκο μαζί.
   - Πολλή ζωίτσα να ’χεις, γιατρέ.
 
   Την επαύριον έδωκε την άδειαν ο ιατρός να εξέλθη ο υιός της Σκεύως, όστις είχε δυναμώσει αρκετά. Την τρίτην ημέραν, αυτός και η μήτηρ του ανέβησαν εις τον λόφον, διά ν’ αποχαιρετίσωσι τον πάτερ Νικόδημον, καθόσον ητοιμάζοντο να τύχωσιν ελευθέρας κοινωνίας, ή να μετατεθώσιν εις τα κάτω λαζαρέτα. Δεν ήτο βέβαιον ακόμη τι είχεν αποφασισθή τελειωτικώς. Υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις πυκνούς θάμνους και ανακεκλιμένος επί στρώματος από πτέρυγας, εκάθητο δροσιζόμενος ο πάτερ Νικόδημος. Το μέτωπόν του ήτο κάθιδρον, εφόρει παλαιόν ξεθωριασμένον ζωστικόν με δερματίνην ζώνην και χωρίς ράσον, και εις τη ζώνην είχε περασμένον το κλαδευτήρι του. Επειδή δεν του είχαν μείνει πλέον αρκεταί αίγες ώστε ν’ απαιτή ικανήν εργασίαν η βόσκησις και το άρμεγμα αυτών, εύρισκε δουλειάν καθαρίζων μέρος του ορμανίου και θηλιάζων αγριελαίας διά να κάμει ελαιώνα και αγρόν.
   Ήτο δεκάτη ώρα της πρωίας. Ο ήλιος υψούτο εις το στερέωμα, και η θερμότης ηύξανεν, αλλ’ ανάμεσα εις τους πρασίνους θάμνους ήτο δρόσος και ευωδία, και το φθινόπωρον, δευτέρα άνοιξις, ήρχισε να στολίζει με λευκά ανθύλλια τους τάπητας της χλόης, παρά τας ρίζας των σχοίνων.
   Άμα είδεν ο Νικόδημος την Σκεύω και τον υιόν της, εσηκώθη να τους υποδεχθή. Με δύο παλαιά ράσα του, με μίαν βελέντζαν και με μίαν κάπαν εσχημάτισε πρόσκαιρον σκηνήν, προσδέσας τα άκρα των οθονών εις τους χθαμαλωτέρους κλώνας του πεύκου, και υποστρώσας τρίτον ράσον επί του εδάφους, έβαλε τον εν αναρρώσει ασθενή να καθίσει, διά να μη τον βλάψει η δρόσος και υγρασία των δένδρων. Είτα καλέσας τον Αγκόρτζαν, τον διέταξε να σφάξει το μόνον κατσικάκι, το οποίον τους είχε μείνει, διά να φιλεύσουν τους επισκέπτας.
   Ο Αγκόρτζας δεν δυσηρεστήθη πολύ. Αφού τόσα και τόσα ερίφια του τα είχαν φάγει άνθρωποι άγνωστοι και ξένοι, παρήγορον θα ήτο να ξεκοκκαλίση και αυτός έν καλοψημένον και ροδοκοκκινισμένον μηρίον από τους ιδρώτας του, από το έργον των χειρών του.
   Μετ’ ολίγον ήλθε και ο ιατρός κ. Βίλελμ Βουντ! Έφθασεν ακριβώς την ώραν που ήτο έτοιμον το κοκορέτσι. Διότι ο Αγκόρτζας εις ολίγα λεπτά της ώρας είχε θυσιάσει το μικρόν ερίφιον, το είχε γδάρει και ξεκοιλιάσει, το είχε περάσει εις την σούβλαν και είχεν ανάψει πυρ.
   Όταν εκομίσθη η σούβλα με το κοκορέτσι, ο ιατρός έβγαλεν από την τσέπην του παγούριον με ρούμι και έδωκεν εις τον πάτερ Νικόδημον να ευλογήση, έπιε και αυτός, κατέπιε μικράν δόσιν και η Σκεύω και ο υιός της, και το υπόλοιπον εδόθη εις τον Αγκόρτζαν.
   -Τα μας παίξης την γκάιντα σήμερα, είπεν ο ιατρός· γι’ αυτό ήρτα.
   Ο Αγκόρτζας έκρυπτεν επιμόνως το πρόσωπόν του όπισθεν του πλατέος κορμού του πεύκου, και εσυστέλλετο να ομιλήση. Ο πάτερ Νικόδημος απήντησεν αντ’ αυτού ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται κατά παραγγελίαν, και ότι πρέπει να έχει κανείς κέφι.
   Ευθύς ύστερον παρετέθη χαμαί επί στρώματος από φτέρες το ψητόν ερίφιον. Ο μοναχός, ο ιατρός και η Σκεύω μετά του υιού της εκάθηντο παρά την ρίζαν του πεύκου έμπροσθεν της προχείρου σκηνής, την οποίαν είχε κατασκευάσει ο Νικόδημος. Ο Αγκόρτζας εκάθητο κρύπτων την κεφαλήν του όπισθεν του κορμού, και ήτο ορατόν μόνον το έν γόνυ του και η κνήμη του και ο έτερος των ώμων και η πλευρά του. Μετά την τρίτην γύραν της φλάσκας, αφού εδόθη εντός μεγάλου φλασκίου το τρίτον του περιεχομένου της εις τον Αγκόρτζαν, ούτος έκαμε τέλος κέφι, και απεφάσισε να ομιλήση εις τον ιατρόν, κρυπτόμενος πάντοτε όπισθεν του κορμού του πεύκου.
   -Του χατήρ’ σ’ είναι μεγάλου, απ’ μ’ ουρίζεις, γιατρέ… Τώρα θα πάου κάτου
στου μαντρί, κι θα μ’ ακούσεις…
   Εσηκώθη, επήδησεν ως αγρίμιον από κλάδου εις κλάδον, και μετ’ ολίγα πηδήματα ευρέθη εις απόστασιν πολλών βημάτων, εις το χαμηλότερον υπήνεμον μέρος, όπισθεν των υψηλών θάμνων όπου ήτο η μάνδρα.
   Μετ’ ολίγας στιγμάς ηκούσθησαν σπαρακτικοί οι τραχείς φθόγγοι της γκάιδας πλήττοντες τας ειρηνικάς ηχούς, βωβαίνοντες το μελωδικόν σύριγμα της αύρας, της φυσώσης τους κλώνας του μεγάλου πεύκου.
   - Ακούς, γιατρέ; είπεν ο Νικόδημος.
   - Τ’ ακούω, το ντιάολο! και συ ταρούσες πως τ’ αργήση το Αγκόρτζα να κάμη
κέφι… Έτσι μ’ αρέσουν εμένα οι άντρωποι να είναι εύτυμοι.
   Ήναψε το τσιμπούκι του, και εκβάλλων μεγάλας τολύπας καπνού ανεκλίθη επί του όχθου προς τον κορμόν του δένδρου, πλαταγίζων τα χείλη, ακούων τους ήχους του αρχετύπου οργάνου, μειδιών, βλέπων επάνω και ρεμβάζων προς το βαθυπράσινον και ψιθυρίζον υπό της αύρας φύλλωμα του πεύκου.
   Την ιδίαν στιγμήν, παρατεταμένος μιαουρισμός ηκούσθη όπισθεν των θάμνων. Ο Νικόδημος ανεγνώρισε την φωνήν, εστράφη ζωηρώς και είδε την γάτταν του, μαύρην και παχείαν από τους αρουραίους μυς τους οποίους εθήρευε πολυπληθείς καθ’ εκάστην.
   - Μπαμπή! Μπαμπή! έκραξεν ο Νικόδημος· έλα δω! ψι!, ψι!, ψι.
   - Τι; την ηύρες, βλέπω την γάτα σου, καθώς ήρθες εδώ απάνου στο βουνάκι,
γερο-Νικόδημε; είπεν η Σκεύω.
   - Πρώτη φορά, βλοημένη, είναι… Τώρα μου έρχεται, είπεν ο Νικόδημος.
   Η Μπαμπή επλησίασε τρέχουσα, ρίπτουσα δύσπιστα βλέμματα εις τους ξένους, και διευθυνομένη προς τον κύριόν της. Ο Νικόδημος της έρριψεν άφθονα κόκκαλα μετά κρέατος, και η Μπαμπή ώρμησε, τα ήρπασε και απεμακρύνθη ολίγα βήματα.
   - Βαρέθηκε η καημένη να τρώγη όλο αγρομερινό κυνήγι, είπεν ο Νικόδημος,
και σαν της εμύρισε που ψήσαμε το κατσίκι, ήρθε να πάρη το μερτικό της.
   Εις την παρατήρησιν του μοναχού απήντησεν η φωνή του παραγυιού του, όστις είχε διακόψει προς στιγμήν το μέλος του, και είχεν αντιληφθή το τι συνέβη.
   - Δεν είναι τόσου για το κατσίκι, πάτερ Νικόδημε! έκραξεν ο Αγκόρτζας·
μυρίστηκε, πως φεύγ’ η ξενούρα και πως θα μείνουμε μοναχοί μας, κι ήρθε κι αυτήνη να μας βρη για να μας κάμ’ συντροφιά.
    Την επιούσαν απήλθον εκ της μικράς νήσου ο ιατρός Βίλελμ Βουντ, η Σκεύω και ο υιός της. Μετά μίαν εβδομάδα τα τελευταία καθαρισθέντα πλοία απέπλευσαν εκ της νήσου, και ο πάτερ Νικόδημος επανεύρε την προσφιλή μοναξίαν του.

ΤΕΛΟΣ

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου