Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 18 Ιούλ 2018
Σιμωνίδης ὁ Κεῖος* - Τὸ φευγαλέον τῆς ζωῆς
Κλίκ για μεγέθυνση

Τρία ἀποσπάσματα ποιημάτων.
Ἀπόδοσις εἰς τὴν νέα Ἑλληνική, ὑπὸ Γεωργίου Σκιαδᾶ.

Ἀπόσπασμα 6

Ἄνθρωπος ἐὼν μήποτε φήσῃς ὅ,τι γίνεται αὔριον
μηδ᾿ ἄνδρα ἰδὼν ὄλβιον, ὅσον χρόνον ἔσσεται·
ὠκεῖα γὰρ οὐδὲ τανυπτερύγου μυίας οὕτως ἡ μετάστασις.
Ὡς ἄνθρωπος μὴν πεῖς ποτὲ τὶ αὔριο θὰ γίνει
μηδὲ ὅταν δεῖς καλότυχον, γιὰ πόσο χρόνο θά ΄ναι·
διότι ἡ μετάπτωση εἶναι πιὸ γρήγορη, ἀπὸ τῆς γοργόφτερης μύγας.

Ἀπόσπασμα 9

Ἀνθρώπων ὁλίγον μὲν κράτος, ἄπρακτοι δὲ μεληδόνες,
αἰῶνι δὲ παύρῳ πόνος ἀμφὶ πόνῳ·
ὁ δ᾿ ἄφυκτος ὁμῶς ἐπικρεμᾶται θάνατος·
κείνου γὰρ ἴσον λάχον μέρος οἵ τ᾿ ἀγαθοὶ ὅστις τε κακός.
Τῶν ἀνθρώπων εἶναι λίγη ἡ δύναμη, κι ἀνώφελες οἱ φροντίδες,
στὴ λιγοστὴ ζωὴ πόνος πάνω στὸν πόνο·
κι ὁ ἀναπόφευκτος τὸ ἴδιο ἐπάνω σ᾿ ὅλους κρέμεται θάνατος·
ἀπὸ κεῖνον ἴσο μερίδιο ἐπήρανε, καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοί.

Ἀπόσπασμα 10

... οὐκ ἔστιν κακὸν ἀνεπιδόκητον ἀνθρώποισ΄·
ὀλίγῳ δὲ χρόνῳ πάντα μεταρρίπτει θεός.
... κακὸ δὲν ὑπάρχει, ποὺ ἄνθρωπος νὰ μὴν τὸ ἀνιμένει·
σὲ λίγο χρόνο ὅλα τ᾿ ἀλλάζει ὁ θεός.

 

*  

Ο Σιμωνίδης ο Κείος (556 π.Χ.-469 π.Χ.) ήταν Έλληνας λυρικός ποιητής. Γεννήθηκε στην Ιουλίδα της νήσου Κέα[2] όπου διδάχθηκε ποίηση και μουσική και συνέθεσε παιάνες προς τον Απόλλωνα. Μετακινήθηκε στην Αθήνα υπό την αιγίδα του Ιππάρχου. Μετά την δολοφονία του προστάτη του 514 π.Χ. μετοίκησε στην Θεσσαλία. Μετά την μάχη του Μαραθώνα επέστρεψε στην Αθήνα και αμέσως μετά πήγε στην Σικελία στην αυλή του Ιέρωνα όπου έμεινε μέχρι το θάνατο του.

Ασχολήθηκε γενικά με όλα τα είδη της λυρικής ποίησης. Στο εκπληκτικό πολύπλευρο ενεργητικό του, συνέθεσε ελεγείες, χορικά ποιήματα, επινίκιους ύμνους, διθυράμβους, παιάνες, παρθένεια, θρήνους και επιγράμματα, εκ των οποίων άριστα θεωρούνται αυτά για τους πεσόντες των Θερμοπυλών και του Μαραθώνα.

Για τους πεσόντες Έλληνες αγωνιστές της μάχης του Μαραθώνα γράφει ο μεγάλος ποιητής: Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι, Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.

Επίσης κορυφαίο του επίγραμμα, για το οποίο έγινε γνωστός μέχρι της μέρες μας, ήταν αυτό για τον Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα και τους 300 πολεμιστές του, οι οποίοι έπεσαν στις Θερμοπύλες. Έχει ώς εξής: «Ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» δηλαδή «Διαβάτη, μήνυμα να πας στους Λακεδαιμόνιους, ότι σ' αυτήν εδώ τη γη πέσαμε και κειτόμαστε στο νόμο τους πιστοί».

Εφηύρε τον επίνικο και εισήγαγε τον θρήνο στο χορικό τραγούδι. Το λεξικό Σούδα αποδίδει σε αυτόν την προσθήκη της 8ης χορδής στη λύρα.[3] Είχε μεγάλη φήμη σχετικά με τις γνώσεις του. Προσωπικός φίλος του Θεμιστοκλή και του Παυσανία. Η ποίησή του κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Πέρσες έδωσε μεγάλη ώθηση στην ελληνική εθνική συνείδηση.

Γεννήθηκε στην Ιουλίδα της Κέω (Κέα, Τζια) το 556 π.Χ. και πέθανε σε μεγάλη ηλικία, το 468 π.Χ. Ήταν θείος του Βακχυλίδη και έζησε στην Αθήνα. Τον περισσότερο χρόνο της ζωής του τον πέρασε στην Κραννώνα (ή στον Κραννώνα, κυρίαρχη πόλη της Θεσσαλίας υπό την ηγεμονία των Σκοπάδων). Ακολούθως έζησε στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες, όπου τον βρήκε ο θάνατος. Ξεχωριστό δείγμα πνευματικού ανθρώπου κι ευαίσθητου ποιητή. Με τους διθυράμβους του, που δεν σώζονται, πέτυχε 56 νίκες. Στα ποιήματά του κυριαρχεί το ορθολογικό κριτικό του τάλαντο και το βαθύ συναίσθημα. Θεωρείται επίσης ο μεγαλύτερος επιγραμματοποιός της αρχαιότητας. Ο «Κείος» ασχολήθηκε με όλα γενικά τα είδη της λυρικής ποίησης. Έτσι, στο ενεργητικό του διαθέτει ύμνους, παιάνες, διθυράμβους, εγκώμια, θρήνους, ελεγείες, επιγράμματα κ.α.

Ιδιαίτερα τα επιγράμματα τα είχε αναγάγει σε μέγιστη τελειότητα, λόγω της απλότητάς τους, της ασύγκριτης φραστικής τους συμπύκνωσης και του ύψους των περιεχομένων σ' αυτά νοημάτων. Εβδομήντα απ' αυτά σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία. Εξάλλου μετά τη νίκη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, έγραψε για τους μαραθωνομάχους και μιαν ελεγεία του, με την οποία μάλιστα πέτυχε να νικήσει κι αυτόν τον Αισχύλο στο σχετικό διαγωνισμό που προκηρύχτηκε και διενεργήθηκε. Για δεύτερη δε φορά αναγορεύθηκε νικητής σ' ανάλογο διαγωνισμό κατά το έτος 476 π.Χ. Έχαιρε άκρας εκτίμησης στον αρχαιοελληνικό χώρο και μεγάλοι άνδρες της εποχής του, όπως ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Παυσανίας και πλείστοι όσοι άλλοι, τον τιμούσαν με τη θερμή φιλία τους.

Μετά το θάνατό του, στην Αυλή του Τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνα, που τον φιλοξενούσε, του έστησαν λαμπρό μνημείο μπροστά στη κεντρική πύλη της Ελληνικής τους (τότε) πολιτείας.

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου