Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 18 Μάρ 2016
Η ανάδυση του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα.(Φωκίδα: Κίρρα , Κρίσσα, Μεδεών, Δελφούς)
Κλίκ για μεγέθυνση
Η ανάδυση του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα.(Φωκίδα: Κίρρα , Κρίσσα, Μεδεών, Δελφούς)Η ανάδυση του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα.(Φωκίδα: Κίρρα , Κρίσσα, Μεδεών, Δελφούς)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Laetitia Phialon, Η ανάδυση του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα. Παράγοντες και απαρχές, 2009

 

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός εμφανίζεται στην κεντρική Ελλάδα στις αρχές της τελευταίας φάσης της Εποχής του Χαλκού (16ος-15ος αι. π.Χ.). Οι λακκοειδείς τάφοι των Μυκηνών και οι θολωτοί τάφοι της Μεσσηνίας έστρεψαν την προσοχή των ερευνητών στην Πελοπόννησο, αλλά οι πολιτιστικές αλλαγές του τέλους της ΜΕ περιόδου (δηλαδή στα μέσα του 17ου αι. π.Χ.) παρατηρούνται επίσης και στην κεντρική Ελλάδα. Η μελέτη μας φιλοδοξεί να εξετάσει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στο ευρύτερο πλαίσιό τους.

Το θέμα της έρευνας παρουσιάζεται στην εισαγωγή. Σκοπός μας είναι να προσδιορίσουμε τα φαινόμενα που οδήγησαν στην πολιτιστική και κοινωνική αλλαγή στην κεντρική Ελλάδα (Φωκίδα, Βοιωτία, Φθιώτιδα, Εύβοια και Αττική) μεταξύ της ΜΕ περιόδου και της μυκηναϊκής περιόδου και ιδιαίτερα το φαινόμενο που οδήγησε στον σχηματισμό μιας ανακτορικής κοινωνίας στη Βοιωτία. Η κεντρική Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύνολο που δεν του έχει δοθεί όμως η ανάλογη προσοχή σε σχέση με την ευρεία επιστημονική ενασχόληση που προκάλεσε η Πελοπόννησος από τις απαρχές των μυκηναϊκών σπουδών. Η παρούσα εργασία βλέπει το φως 30 χρόνια μετά το σημαντικότατο έργο του O.T.P.K. Dickinson (The Origins of Mycenaean Civilisation, SIMA XLIX, Göteborg, 1977). Στην διατριβή μου εξετάζονται όλα τα πεδία της έρευνας, όχι μόνον τα υλικά πολιτιστικά κατάλοιπα, αλλά και τα βοτανολογικά και τα αρχαιοζωολογικά, καθώς και το ανθρωπολογικό υλικό. Η σημασία της διεπιστημονικής προσέγγισης είχε τονιστεί ήδη πριν από 30 χρόνια από τον C. Renfrew (The Emergence of Civilisation. The Cyclades and the Aegean in the Third Millennium B.C., Λονδίνο 1972).

 

 

 

 

 

Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Γεωγραφική έκταση, πολιτιστική έκταση». Χωρίζεται σε τρία μέρη: «Τοπία και περιβάλλον στην εποχή του Χαλκού», «Χωροθεσία, έκταση και πυκνότητα των θέσεων», «Προσέγγιση κατά περιοχή».

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται το περιβάλλον εντός του οποίου εξελίσσονται οι κοινωνίες της ΜΕ και της ΥΕ περιόδου. Αφ’ ενός, εάν υπάρχουν αλλαγές στο ελληνικό τοπίο και κυρίως στις ακτογραμμές από την εποχή του Χαλκού, είναι δύσκολο να υπολογιστούν οι συνέπειες των περιβαλλοντικών αλλαγών στον πληθυσμό στις περιόδους ΜΕ με ΥΕ ΙΙΙ Α1. Αφ’ ετέρου, οι θέσεις της κεντρικής Ελλάδας υπέστησαν καταστροφές λόγω σεισμών κατά τις υπό μελέτη περιόδους. Η θέση της Κίρρας είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Είναι επίσης δύσκολο να ερμηνευθεί η αλλαγή στον τρόπο διαβίωσης διότι τα δεδομένα που θα μας παρείχαν πληροφορίες με βάση την ανάλυση των αρχαιοζωολογικών και βοτανικών καταλοίπων ταξινομούνται ανά ευρύτερη περίοδο. Παρόλα αυτά φαίνεται όμως πως η διατροφή είναι πλουσιότερη στην ΥΕ ΙΙ από ό,τι στην ΜΕ περίοδο.

Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί λεπτομερή ενημέρωση του βασικού εγχειριδίου των R. Hope Simpson και O. Dickinson (A Gazetteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age, vol. I: the Mainland and Islands, SIMA LII, Göteborg, 1979). Τριάντα χρόνια μετά την έκδοσή του, είχε καταστεί πλέον αναγκαίο να ενημερωθεί πλήρως, από την άποψη της αρχαιολογικής δραστηριότητας στην κεντρική Ελλάδα. Η φύση του διαθέσιμου υλικού, το ετερόκλητο των στοιχείων λόγω του είδους των αρχαιολογικών μαρτυριών και των τύπων έρευνας επέβαλλε ωστόσο κάποια όρια στη μελέτη των αιτίων και των απαρχών της ανάδυσης του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Πρώτον, προτείνουμε μια ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας κατά νομό. Στη συνέχεια 34 θέσεις-οικισμοί με χρήσιμη στρωματογραφία για την προβληματική μας μελετώνται αναλυτικά, από την ΜΕ έως την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο (ΥΕ ΙΙΙ Α1). Διαφοροποιούνται οι θέσεις που είναι απλώς γνωστές και οι θέσεις που ανασκάφθηκαν. Από τις δεύτερες διακρίνονται πάλι οι θέσεις με καθαρά στρωματογραφημένες φάσεις, οι θέσεις με γενική στρωματογράφηση, και αυτές χωρίς στρωματογράφηση. Οι διακρίσεις αυτές καθιστούν δυνατή τη βελτίωση των ερμηνειών και τα συμπερασματικών στοιχείων που προτείνονται ως προς τη συνέχιση/μη συνέχιση των θέσεων. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας καταγράφονται σε συνοπτικούς πίνακες (εικ. 1).

Με τον τρόπο αυτό η πληροφορία είναι οργανωμένη ώστε να φανούν μερικά σημαντικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων: 1. Ο μικρός αριθμός οικισμών που κατοικούνται χωρίς διακοπή από την ΜΕ έως την ΥΕ ΙΙΙ Α1: Ορχομενός, Θήβα, Εύτρηση, Αιδηψός, Λευκαντί, Ελευσίνα και Αθήνα ίσως και Κρίσα και Κίρρα, όπου ίσως διακρίνεται μια μικρή διακοπή. Η συνέχιση της κατοίκησης ίσως να σχετίζεται με την υψηλή ιεραρχική τους θέση στις αντίστοιχες περιοχές, 2. Ο μεγάλος αριθμός, περίπου 20, των εγκαταλελειμμένων θέσεων μεταξύ της ΜΕ και της ΥΕ ΙΙΙ Α1. Οι σημαντικότερες θέσεις κατοικούνται συνεχώς στις περιόδους που εξετάζουμε. Τέλος, μελετώνται 20 ομάδες σημαντικών τάφων. Αξιοσημείωτα είναι τα παρακάτω: 3. Η εγκατάλειψη ταφικών χώρων στο τέλος της ΜΕ και στην αρχή της ΥΕ περιόδου είναι σε ορισμένες περιπτώσεις οριστική, 4. Οι ταφικοί χώροι/νεκροπόλεις απομακρύνονται από τον οικισμό από την ΥΕ ΙΙ Α περίοδο.

Το τρίτο κεφάλαιο περιλαμβάνει καταγραφή 178 θέσεων. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα εξετάζονται στο γεωγραφικό τους περιβάλλον. Οι σημαντικότερες περιοχές είναι οι εξής: περιοχή 1: πεδιάδες και λόφοι γύρω από τη Θήβα (Θήβα, Εύτρηση, Τανάγρα), περιοχή 5: βόρεια όχθη της Κωπαΐδας (Ορχομενός, Μαγούλα Μπαλωμένου), περιοχή 7: μέρος της Φωκίδας (Κίρρα, Κρίσα, Μεδεών, Δελφοί), περιοχή 14: ο Εύριπος και η βόρεια όχθη της Παραλίμνης (Καλογερόβρυση, Λευκαντί, Γλύφα), περιοχή 21: περιοχή Υμηττού (Κιάφα – Θήτι, Αθήνα) (εικ. 2). Υποθέτουμε ότι ο πληθυσμός μεταφερόταν από τον έναν οικισμό στον άλλον. Ο οικισμός της Κρίσας ιδρύθηκε πιθανώς από ένα μέρος του πληθυσμού της Κίρρας κατά την ΜΕ περίοδο και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι οι κάτοικοι των θέσεων που βρίσκονται κοντά στον Εύριπο μπορεί να μετακινήθηκαν προς τη Χαλκίδα ή τη Θήβα κατά την ΥΕ Ι-ΙΙ περίοδο. Από την περίοδο αυτή παρατηρείται εξάπλωση των ταφικών χώρων μακριά από τους οικισμούς. Η διάδοση των θαλαμωτών τάφων μεταξύ της ΥΕ ΙΙ Β και ΥΕ ΙΙΙ Α 1 περιόδου υποδεικνύει αύξηση του πληθυσμού.

Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Θεματική ανάλυση των αρχαιολογικών καταλοίπων». Χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: «Ο χώρος κατοίκησης», «Ο χώρος ταφής», «Η κεντρική Ελλάδα στον αιγαιακό κόσμο». Η μέθοδος για τα τρία κεφάλαια είναι κοινή, εξετάζονται πρώτα τα δεδομένα της κεντρικής Ελλάδας για να συγκριθούν σε δεύτερη φάση με τα δεδομένα των άλλων περιοχών, κυρίως της Πελοποννήσου.

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται οι οχυρώσεις και οι κατασκευές δημόσιας χρήσης, όπως οι δρόμοι και οι πλατείες. Οι οχυρώσεις της Κιάφας – Θήτι, διαδρομής που διατηρείται καλά, αποτελούν εξαίρεση για την περίοδο που διερευνάται. Μελετώνται στη συνέχεια η κάτοψη και η κατασκευή των κτιρίων καθώς και ο ρόλος τους. Η κατασκευή του εσωτερικού των κτιρίων και η απόθεση ευρημάτων που υποδηλώνουν αποθηκευτικούς χώρους έχουν καταγραφεί κυρίως στον οικισμό της Εύτρησης. Οι χώροι όμως μέχρι την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο παραμένουν συχνά πολλαπλών χρήσεων και αντικατοπτρίζουν την καθημερινή ζωή.

Στο δεύτερο κεφάλαιο μελετώνται ποικίλες πτυχές των νεκροπόλεων. Μέσα από κατάλογο των τάφων που περιγράφονται ανά τύπο, φαίνεται ότι ο κιβωτιόσχημος είναι ο συχνότερος τύπος για την ΜΕ περίοδο (εικ. 3). Η χρήση του κυριαρχεί στην ΥΕ ΙΙ περίοδο και μειώνεται σημαντικά στην ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο (εικ. 4). Αντιθέτως, οι θαλαμωτοί τάφοι κυριαρχούν στην ΥΕ ΙΙΙ Α1 και στην ΥΕ ΙΙ Β (εικ. 5). Από το τέλος της ΜΕ περιόδου πολλαπλές ή ομαδικές ταφές παρατηρούνται σε τάφους που μέχρι πρό τινος προορίζονταν για ατομικές ταφές. Ωστόσο οι πρωτομυκηναϊκές κοινωνίες μάς είναι περισσότερο γνωστές από ορισμένους πλούσιους τάφους του τέλους της ΜΕ περιόδου στην Πελοπόννησο και λιγότερο από την κεντρική Ελλάδα. Επιπλέον, υλικές μαρτυρίες όπως βοηθητικές κατασκευές που μοιάζουν με βωμούς, θαλασσινές παραστάσεις ή πολεμικές σκηνές που θα υποστήριζαν την ύπαρξη ταφικών εθίμων και συμβολισμών, είναι ελάχιστες στην κεντρική Ελλάδα.

 

 

 

Το τρίτο κεφάλαιο, το οποίο θα αποτελέσει τρίτο μέρος στη δημοσίευση της διατριβής μου, αφιερώνεται στο γενικό πλαίσιο της περιόδου.

Εξετάζεται σε πρώτη φάση ο ορισμός μιας μυκηναϊκής ταυτότητας, η ταύτιση μιας κοινωνικής ιεραρχίας και την αναγνώριση τοπικής οργάνωσης. Η σημασία του κεφαλαίου αυτού έγκειται στην ταυτοποίηση της υιοθέτησης και της διάδοσης νέων τύπων καταλοίπων και νέων εθίμων, καθώς και της εγκατάλειψης και της λήθης παραδοσιακών στοιχείων. Επιλέγουμε επίσης να διαφοροποιήσουμε «μεσοελλαδικούς» από «μυκηναϊκούς» δείκτες. Ο πίνακας των «μυκηναϊκών δεικτών» φανερώνει ότι οι θολωτοί και οι θαλαμωτοί τάφοι εμφανίζονται στην κεντρική Ελλάδα στην ΥΕ ΙΙ Α και τα ειδώλια τύπου Φ την ΥΕ ΙΙΙ Α1. Η αλλαγή στα ταφικά έθιμα ερμηνεύεται έτσι από την διάδοση των θαλαμωτών τάφων, φαινόμενο που εξηγείται μόνο σε σύνδεση με κοινωνικές αλλαγές. Στην κεντρική Ελλάδα, ο υλικός πλουτισμός, η ανάπτυξη της παραγωγής και η ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων δεν διακρίνονται πριν την ΥΕ ΙΙ Β, εκτός από τις περιπτώσεις του Θορικού και της Θήβας. Τα φαινόμενα αυτά είναι πιο έντονα στην Αργολίδα. Η ανάδυση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα ενδογενών παραγόντων και οι κυκλαδικές και κρητικές επιρροές είναι λιγότερες απ’ ό,τι στην Πελοπόννησο.

Στη συνέχεια μας απασχολεί η κοινωνική οργάνωση των τοπικών κοινωνιών που μελετώνται. Η σημασία των τάφων ένοπλων ανδρών (Θήβα, Κίρρα) και των πλούσιων τάφων (Θορικός, Θήβα) εξετάζεται από την άποψη της κοινωνικής ιεραρχίας. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα υποδηλώνουν την ύπαρξη κυρίαρχων διακεκριμένων οικογενειών. Δεν αποκλείεται όμως τα μεγαλύτερα κτίρια των ΥΕ ΙΙ και ΥΕ ΙΙΙ Α1 περιόδων να συνδέονται με μεμονωμένο άτομο με υψηλή ηγετικής φύσης κοινωνική θέση, όχι όμως βασιλιά, ιδιότητα που θα αναγνωριζόταν εύκολα. Η ύπαρξη της βασιλείας στην κεντρική Ελλάδα πριν την ΥΕ ΙΙΙ Α2-Β δεν μπορεί να αποδειχτεί, ενώ αποδεικτικά στοιχεία θα αποτελούσαν τα κατάλοιπα κτιρίου και οχυρώσεων της ΥΕ ΙΙΙ Α 1 της Τίρυνθας στην Αργολίδα.

Τέλος, συγκρίνονται ταφικά και οικιστικά στοιχεία σε μια προσπάθεια ιεράρχησης των θέσεων. Τα συμπεράσματα παρουσιάζονται σε πίνακα (189). Οι θέσεις ταξινομούνται κατά περιοχή και κατά σειρά. Οι σημαντικότερες ανήκουν στις 3 πρώτες σειρές (από 7), είναι οι εξής: 1η σειρά – Θήβα και Ελευσίνα, 2η σειρά – Ορχομενός, Κίρρα, Θορικός, Αθήνα, 3η σειρά – Εύτρηση, Κρίσα, Μεδεών, Μαραθών.

Στα συμπεράσματα διακρίνονται δύο πολιτιστικές περιοχές στην κεντρική Ελλάδα: 1. Από τη Θήβα στην Χαλκίδα, η ΥΕ ΙΙ Α περίοδος αποτελεί «πρωτομυκηναϊκή» φάση, το ίδιο ισχύει και στον Θορικό με τους θαλαμωτούς τάφους, 2. Από την Κίρρα στην Εύτρηση και τον Ορχομενό παρατηρείται ότι η επιβίωση των μεσοελλαδικών στοιχείων είναι πιο έντονη από την εμφάνιση μυκηναϊκών στοιχείων. Το ίδιο ισχύει για την Ελευσίνα. Το περιβαλλοντικό στοιχείο παίζει σχεδόν αμελητέο ρόλο στην εμφάνιση του μυκηναϊκού πολιτισμού. Η βελτίωση όμως της «οικονομικής» κατάστασης κάποιων ομάδων στην ΥΕ ΙΙ Α (Θήβα, Χαλκίδα, Θορικός) και η αύξηση του πληθυσμού στην ΥΕ ΙΙ Β συνέβαλαν στην απαρχή του μυκηναϊκού πολιτισμού. Οι ρυθμοί της κοινωνικής ιεράρχησης όπως και οι εξωτερικές επιρροές διαφέρουν σε κάθε περιοχή και θέση.

Ο τρόπος ζωής δεν φαίνεται να έχει αλλάξει πολύ στους οικισμούς της ΜΕ – ΥΕ ΙΙΙ Α1 που εξετάσαμε. Δεν χρειάζεται επίσης να αναζητεί κανείς ανάκτορα μεταξύ της ΜΕ και της ΥΕ ΙΙ περιόδου. Όμως οι ταφές μαρτυρούν βαθιές πολιτιστικές αλλαγές από το τέλος της ΜΕ. Η χρήση τάφων για πολλαπλούς ενταφιασμούς αυξάνεται. Η χρήση για πρώτη φορά θαλαμωτών και θολωτών τάφων στην ΥΕ ΙΙ Α και ο πλούτος των ευρημάτων μερικών τάφων αποτελούν καθοριστικά στοιχεία για την ανάδυση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην κεντρική Ελλάδα.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Catherine Bouras

 

Πληροφορίες για τη διατριβή

Διδακτορική διατριβή στο Université Paris I – Panthéon-Sorbonne, École doctorale d’archéologie, UFR 03 Art Archéo, 03B4 Doctorat Anthropologie, France

Τίτλος στα γαλλικά: L’émergence de la civilisation en Grèce centrale. Facteurs et prémices

Επόπτης καθηγητής: Pascal Darcque (Directeur de Recherche – CNRS)

Υποστηρίχθηκε στις 29 Μαϊου 2009

Πενταμελής επιτροπή: Βασίλης Αραβαντινός (Έφορος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Θ΄ ΕΠΚΑ, Θήβα), Pascal Darcque (Directeur de Recherche – CNRS), Robert Laffineur (Professeur à l’Université de Liège), Josette Renard (Professeur à l’Université Paul Valéry – Montpellier III), Gilles Touchais (Professeur à l’Université de Paris I – Panthéon-Sorbonne)

3 τόμοι (1106 σελίδες)

Γλώσσα: γαλλικά

 

Laetitia Phialon

[email protected]

 

http://www.archaiologia.gr/blog/2010/05/29/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CF%85%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CF%83-2/

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου