Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 05 Μάι 2019
Όταν οι πλούσιοι επενδύουν στην τέχνη
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Ηλέκτρα Ζαργάνη
05/05/2019, 09:00
HOT DOC

Το τοπίο στην Ελλάδα: Οι ισχυροί συλλέκτες και οι επιχειρηματίες που αγαπούν τα έργα τέχνης

 

«Τρομάζω που βλέπω τόσους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για την τέχνη. Αν είχε η Ελλάδα τόσους φιλότεχνους, ίσως θα έπρεπε να είναι καλύτερα τα πράγματα. Αναρωτηθήκατε άραγε τι είναι, κατά πόσο είναι... χρήσιμη η τέχνη σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από πράξεις καθαρά εμπορικές;». Ο 87χρονος Κώστας Τσόκλης –τιμώμενος καλλιτέχνης της 2ης Art Thessaloniki Fair– ολοκλήρωσε σύντομα και μάλλον αφοπλιστικά την παρέμβασή του στην παρουσίαση της έκθεσης.

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς εννοούσε ο καλλιτέχνης με αυτή την καυστική τοποθέτηση, το ενδιαφέρον και η σχέση του επιχειρηματικού κόσμου με τη σύγχρονη τέχνη είναι μια συνθήκη που ισχύει στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Και αν η κρίση έπληξε την αγοραπωλησία έργων τέχνης, όπως και κάθε άλλο τομέα, οι δυνατοί «παίκτες» εξακολουθούν να διαθέτουν πολύ χρήμα και να επηρεάζουν τις αγορές και στο εξωτερικό. Το προφίλ τους; Χρηματιστές, τραπεζίτες, βιομήχανοι, μέλη γνωστών και πλούσιων οικογενειών. Το «ενδιαφέρον» του επιχειρηματικού κόσμου για τον πολιτισμό είναι ευέλικτο και μπορεί να πάρει πολλές μορφές, όπως συλλεκτική δραστηριότητα, χορηγίες, πωλήσεις, συμμετοχή στη διοίκηση και τη λειτουργία ιδρυμάτων. Πέρα από τον χαρακτήρα της οικονομικής επένδυσης, η ενασχόληση με τον πολιτισμό δημιουργεί παράλληλα μια δημόσια εικόνα οικονομικής ανιδιοτέλειας, κουλτούρας και πνευματικής καλλιέργειας, η οποία έχει μεγάλη συμβολική αξία και φυσικά επενδύεται και αυτή ως κεφάλαιο στο μέλλον.

Το κοινωνικό στάτους των ανθρώπων που συλλέγουν έργα τέχνης στην Ελλάδα είναι αντιπροσωπευτικό. Οι πιο ισχυροί συλλέκτες έργων τέχνης τα τελευταία χρόνια υπήρξαν επιχειρηματίες από τον χώρο των κατασκευών (Δάκης Ιωάννου, Πρόδρομος Εμφιετζόγλου), των χρηματιστηριακών (Παναγιώτης Κουβουτσάκης, Ζαχαρίας Πορταλάκης), της βιομηχανίας τροφίμων (Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Δαυίδ), των ναυτιλιακών, του τραπεζικού κλάδου (Δημήτρης Πιερίδης) και του εμπορίου (Ιων Βορρές), όπως προκύπτει από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.

Πολλοί από αυτούς επένδυσαν και σε χώρους πολιτισμού. Από το 1980 και μετά έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα δεκάδες γκαλερί, ιδρύματα και πολιτιστικά κέντρα μικρής και μεγάλης εμβέλειας, που δημιουργήθηκαν κατά κύριο λόγο από ανθρώπους με διασυνδέσεις και με σημαντική οικονομική επιφάνεια. Παρά την οικονομική κρίση, οι περισσότεροι από αυτούς εξακολουθούν να έχουν έντονη δραστηριότητα και να συμμετέχουν στα πολιτιστικά δρώμενα της πρωτεύουσας. Οι περισσότεροι βρίσκονται σε παραδοσιακά σημεία της Αθήνας όπως είναι η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας και το Κολωνάκι, σε νέους άξονες όπως η οδός Πειραιώς και η λεωφόρος Συγγρού, ενώ πολλοί καινούργιοι χώροι δημιουργήθηκαν και σε πρώην βιομηχανικές και υποβαθμισμένες περιοχές (π.χ. Μεταξουργείο). Σε κάποιες περιπτώσεις έχουν ιδρυθεί και πιο αποκεντρωμένοι χώροι τέχνης και πολιτισμού, ειδικά στα βόρεια προάστια (π.χ. το ίδρυμα ΔΕΣΤΕ).

Αχαρτογράφητο το τοπίο της αγοραπωλησίας έργων τέχνης στην Ελλάδα

 Η κατάσταση γύρω από την αγοραπωλησία έργων τέχνης στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά δύσκολο να χαρτογραφηθεί επαρκώς, ενώ δεν υπάρχει πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία που να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα. Με αθέατους μηχανισμούς και μια αγορά εντελώς ανεξέλεγκτη, το να εντοπίσει κάποιος τη διαδρομή που ακολουθούν τα έργα τέχνης από το καβαλέτο ενός ζωγράφου μέχρι την γκαλερί, την εταιρεία που εκπροσωπεί έναν αγοραστή ή τη δημοπρασία φαντάζει ιδιαίτερα πολύπλοκο.

«Οι γκαλερί και τα ιδρύματα προστατεύουν την ανωνυμία και τα προσωπικά δεδομένα των πελατών τους, ενώ πολλοί συλλέκτες και αγοραστές έργων τέχνης δεν εμφανίζονται επώνυμα, αλλά εκπροσωπούνται από εταιρείες και συμβούλους» εξηγεί στο Documento ιδιοκτήτρια γκαλερί. Η μυστικότητα όμως γύρω από τις αγοραπωλησίες είναι εύκολο να αξιοποιηθεί για να αποφευχθεί η δημοσιότητα, να περιοριστεί η νομική έκθεση και να διευκολυνθούν πράξεις με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας ή την απόκρυψη σκιώδους ιδιοκτησίας. Σε σχέση με το νομικό πλαίσιο, πέρα από την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των καλλιτεχνών που έχουν δικαίωμα παρακολούθησης στη μεταπώληση και εκμετάλλευση του έργου τους, δεν υπάρχει κάποιο ειδικό καθεστώς που να ρυθμίζει και να ελέγχει τις αγοραπωλησίες στα έργα τέχνης.

Εξάλλου, πολλές συμφωνίες ανάμεσα στις γκαλερί και τους καλλιτέχνες πραγματοποιούνται στο μιλητό, χωρίς συμβάσεις, αποδείξεις και τιμολόγια. «Οι περισσότερες γκαλερί ξέρουν κάποιες παρέες από φραγκάτους τύπους που μπορεί να ενδιαφέρονται να αγοράσουν κάτι. Οι πιο πολλές συμφωνίες όμως γίνονται προφορικά. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στους μικρούς και underground χώρους της Αθήνας. Γίνονται και σε μεσαίες και μεγάλες γκαλερί. Σε κάποιες περιπτώσεις ένας δημοσιογράφος αναλαμβάνει να γράψει κάτι και παίρνει ως δώρο ένα μικρό έργο τέχνης» εξηγεί καλλιτέχνης στο Documento. «Σε πολλές περιπτώσεις μεγάλες γκαλερί πραγματοποιούν εκθέσεις για να προβάλουν συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ έχουν ήδη συμφωνήσει με τους αγοραστές και τους πελάτες τους. Τέτοια φαινόμενα βλέπουμε συχνά σε μεγάλες διοργανώσεις όπως το Art Athina» αποκαλύπτει άλλος καλλιτέχνης.

Τέχνη και ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Η σύγχρονη τέχνη είναι ένα σπορ ακριβό και ελάχιστα ρυθμισμένο, επομένως είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για τη μεταφορά μαύρου χρήματος και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Το ζήτημα του ξεπλύματος μαύρου χρήματος μέσω της τέχνης έχει απασχολήσει και τις ελληνικές αρχές, επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω δεδομένα και το ρεπορτάζ του Hot Doc. Πρόσφατα μάλιστα ελεγκτές της ΑΑΔΕ εντόπισαν σε ελέγχους περιπτώσεις φορολογουμένων που είχαν στην κατοχή τους έργα τέχνης πολύ μεγάλης αξίας, τα οποία όμως είχαν αγοράσει μέσω offshore εταιρειών που είχαν συστήσει αποκλειστικά με σκοπό την πραγματοποίηση επενδύσεων σε έργα τέχνης μεγάλης αξίας χωρίς να φαίνεται ότι είναι στο όνομά τους. Με τον τρόπο αυτό απέκρυπταν από τις φορολογικές αρχές εισοδήματα που δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν και απέφευγαν τη φορολόγησή τους ως φυσικών προσώπων με βάση τα τεκμήρια απόκτησης κινητών περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και τον έλεγχο του πόθεν έσχες των ποσών που διέθεσαν για να αγοράσουν τα έργα τέχνης.

Ακόμη και αν είναι δύσκολο να ξεδιπλωθεί το νήμα όλης της διαδικασίας, ας κάνουμε μια υπόθεση. Ας υποθέσουμε ότι ένας επιχειρηματίας προσφέρει 500.000 ευρώ για έναν πίνακα του Κρίστοφερ Γουλ (ή οποιουδήποτε άλλου ζωγράφου) επειδή πιστεύει ότι αυτή είναι η πραγματική του αξία ή επειδή σκοπεύει να τον χρησιμοποιήσει στο μέλλον ως επένδυση. Αυτή είναι η μία εκδοχή. Και αν η πώληση ήταν ψεύτικη; Αν ο επιχειρηματίας δεν πλήρωσε 500.000 ευρώ για τον πίνακα; Και αν τελικά η ανακοίνωση της πώλησης αφορά μια ανύπαρκτη συναλλαγή με στόχο να καλύψει μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα;

* Περιοδικό Hot Doc #141, «Η τέχνη στο πλυντήριο», 03/12/2017

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου