Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 12 Ιούν 2012
Πώς ψηφίζουμε σε ώρα κρίσης;
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Αφιερώνεται στη μνήμη του Περικλή Πάγκαλου (1942-2002)

 

 

του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

 

Πόσο αλλάζει η πολιτική συμπεριφορά μας σε ώρα κρίσης; Ψηφίζουμε το ίδιο; Kαι πώς αντιδρούμε μπροστά στα τεκταινόμενα;

 

Τριάντα τόσα χρόνια αμεριμνησίας, με την ψευδαίσθηση της διαρκούς ανάπτυξης, είχαμε ξεχάσει ότι όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει, αλλάζει η εκλογική συμπεριφορά μας. Ωστόσο, γεγονότα όπως οι σημαντικοί περιορισμοί μισθών και συντάξεων, η εκτεταμένη ανεργία και τα συνακόλουθα δράματα –οικογενειακά, επαγγελματικά και όχι μόνο- επηρεάζουν δίχως άλλο την ψήφο μας.

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο η κρίση παραμένει οικονομική και κοινωνική, επηρεάζει μόνον οριακά το τι ψηφίζουμε. Δεν ανατρέπει τον εκλογικό χάρτη της χώρας.

Η επίδραση γίνεται καταλυτική όταν η κρίση θεριεύει και υπερβαίνει το κοινωνικό και το οικονομικό πεδίο για να μεταλλαχθεί όπως σήμερα σε πολιτική. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εκλογικός χάρτης ενδέχεται να τιναχθεί κυριολεκτικά στον αέρα.

Νέα υποκείμενα κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ η δύναμη των παλαιών κομμάτων συρρικνώνεται δραματικά. Και αυτό σε έκταση που ούτε οι καλύτεροι επαγγελματίες του χώρου μπορούν να προβλέψουν. Από αυτή την άποψη, οι εκλογές της 6ης Μαΐου δε θα διδάσκονται μόνο ως ένα αξιοπρόσεκτο περιστατικό της πολιτικής μας ιστορίας, αλλά ως case study για το πώς ένα πολιτικό σύστημα μιας «ώριμης» πολιτικά χώρας μπορεί να καταρρεύσει σε ελάχιστο χρόνο, όχι με επαναστάσεις και κινήματα, αλλά μέσω εκλογών.

Η πρώτη λοιπόν επίπτωση μιας κρίσης που δεν είναι μόνο οικονομική και κοινωνική αλλά και πολιτική –δηλαδή μιας κρίσης νομιμοποίησης, σαν και αυτή που διανύουμε- είναι ότι χιλιάδες, αν όχι και εκατομμύρια εκλογέων ψηφίζουμε –έστω και για λίγο- διαφορετικά απ’ ό,τι ψηφίζαμε μια ολόκληρη ζωή.

Σε ένα πρώτο χρόνο, με την ψήφο μας θέλουμε να τιμωρήσουμε όσους απέτυχαν, να τους αποδοκιμάσουμε. Η ψήφος αυτή, όταν το παλαιό καθεστώς καταρρέει στο σύνολό του, όπως σε μας σήμερα, οδηγεί στον κατακερματισμό. Διότι η άλλη όψη της ψήφου, το ποιος δηλαδή θέλουμε να μας κυβερνήσει, σε τούτη τη φάση ιεραρχείται χαμηλά. Ακολουθεί αναπόφευκτα το στάδιο της σκλήρυνσης του πολιτικού λόγου, ο οποίος, όταν –όπως ελπίζω- δεν οδηγεί σε πράξεις βίας (όπως συνέβαινε άλλοτε στην πολιτική μας ιστορία), μεταλλάσει την ψήφο από άρνηση σε θέση. Ταυτόχρονα, εν τούτοις, οι επιλογές των εκλογέων περιορίζονται και η ψήφος καθίσταται διλημματική. Στο δεύτερο αυτό στάδιο, οι αποχρώσεις αποδοκιμάζονται και οι πολίτες συντάσσονται μοιραία σε δύο τελικά στρατόπεδα.

Με άλλα λόγια, όσο η κρίση συνεχίζεται, τόσο περιορίζονται για τον εκλογέα οι εναλλακτικές επιλογές και επιβάλλεται η λογική της πόλωσης. Έτσι, ψηφίζουμε με μεγάλη εσωτερική ένταση, λες και η έκβαση των εκλογών εξαρτάται από μας.

Η βαθμιαία αυτή επικράτηση της διλημματικής λογικής στην εκλογική μας συμπεριφορά σε ώρα κρίσης, επηρεάζει ευθέως και τη δράση μας ως ενεργών πολιτών.

Συμμετέχουμε ενώ άλλοτε απείχαμε, στρατευόμαστε εκεί που προηγουμένως αδιαφορούσαμε, τσακωνόμαστε εκεί που άλλοτε σιωπούσαμε. Ταυτόχρονα, με την ανάδειξη δύο τελικά παρατάξεων, που συσπειρώνουν τα εκατέρωθεν κόμματα, ομάδες και κινήσεις, ο κατακερματισμός μοιραία περιορίζεται. Καθώς, αργά ή γρήγορα, η διλημματική λογική επικρατεί, κάθε «στρατόπεδο» τείνει να περιλάβει στους κόλπους του πολλές ξεχωριστές αλλά συγκλίνουσες τελικά συνιστώσες. Διότι, όπως διδάσκει η ιστορία, ελάχιστες είναι οι δυνάμεις που μπορούν να επιβιώσουν, αρνούμενες να απαντήσουν με ένα «ναι» ή ένα «όχι» σε αυτό που γίνεται κάθε φορά αντιληπτό ως το μείζον διακύβευμα.

Ελάχιστες μεν, αλλά δυνάμεις με έναν εξαιρετικά καίριο πολιτικό ρόλο την ώρα της κρίσης, αφού από αυτές, ενδέχεται να εξαρτηθεί ποια τελικά θα είναι η έκβαση της μεγάλης αναμέτρησης: συγκρουσιακή ή συναινετική, καταστροφική ή δημιουργική; Πράγματι, στον βαθμό που η συνδρομή των δυνάμεων αυτών -είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα είτε για ομάδες- είναι απαραίτητη και για τη μια και για την άλλη παράταξη, η συμβολή τους στην επίλυση του προβλήματος της κυβερνησιμότητας της χώρας μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη αναλογικά με το μέγεθός τους.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θέλω να σταθώ, για να κλείσω με μια παραίνεση.

Για λόγους που δεν είναι της στιγμής να θιγούν, ο νεότερος πολιτικός μας βίος χαρακτηρίζεται από τον συγκρουσιακό τρόπο αντιπαράθεσης. Το κοινοβουλευτικό σύστημα, που τόσο πρώιμα υιοθετήσαμε, ήταν πλειοψηφικό. Η απλή αναλογική σπανίως εφαρμόσθηκε, με πενιχρά πάντοτε αποτελέσματα, και οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση. Αρκεί να θυμίσει κανείς το 1926-1928, το 1936, το 1950-52 και, τέλος, το 1989-90. Θα έλεγα μάλιστα ότι, υπό συνήθεις περιστάσεις, για τον ενημερωμένο Έλληνα πολίτη, οι κυβερνήσεις συνασπισμού ήταν συνώνυμο της συναλλαγής και όχι της συναίνεσης. Εξ ου και η απαξίωσή τους στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού μας.

Σήμερα, με τη διάλυση που προκάλεσε η κρίση, μόνο με κυβερνήσεις συνεργασίας φαίνεται πως μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα. Θέλω να είμαι σαφής: δεν υποστηρίζω ότι από το μοντέλο της σύγκρουσης περάσαμε ως δια μαγείας στο μοντέλο της συναίνεσης. Προσωπικά πιστεύω ότι η εναλλαγή μονοκομματικών πλειοψηφιών στην κυβέρνηση, δηλαδή ο λεγόμενος «δικομματισμός», είναι τόσο βαθειά ριζωμένος στις πολιτικές μας παραδόσεις ώστε αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε στην πεπατημένη. Έως τότε, εν τούτοις, για να αποτραπεί η καταστροφή, οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι αναπόφευκτες. Στον σχηματισμό τους, είτε από τη μια μεριά του πολιτικού φάσματος είτε από την άλλη, η σημασία των δυνάμεων της μετριοπάθειας μπορεί να είναι μεγάλη. Η συμβολή τους, το 1944-46 απέτρεψε τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία και την Ιταλία. Αντιθέτως, σε μας, η αδυναμία τους επέσπευσε την καταστροφή.

Η παραίνεσή μου, ως εκ τούτου, είναι αυτονόητη: ο ενεργός πολίτης, ας ξεχωρίσει τα πρωτεύοντα από τα δευτερεύοντα και ας κάνει την επιλογή του με βάση τα πρώτα και όχι τα δεύτερα. Όσο όμως δεν πρέπει να υπαναχωρεί από τις θεμελιώδεις επιλογές του για τα βασικά, τόσο θα ήταν ανώριμο να μένει ταμπουρωμένος για τα επουσιώδη. Γι’ αυτά, ας μην παρασύρεται από το συναίσθημα, ούτε από πατριωτισμούς άλλων εποχών και ας αναζητεί επίμονα κοινούς τόπους. Και αυτό, χωρίς να υπονομεύει τις πιθανότητες να ξαναβρεθεί πολύ σύντομα κοντά σε αυτούς με τους οποίους σήμερα πιστεύει ότι τα πάντα τον χωρίζουν.

_____________

Ο Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου