Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 07 Σεπ 2020
Rafale, F-35 και εξοπλιστική διπλωματία
Κλίκ για μεγέθυνση








16:35
| 07.09.2020

Γιώργος Κυρίτσης

Το Rafale και το F-35 είναι δύο πολύ προηγμένοι τύποι αεροσκαφών, για κανέναν από τους οποίους πάντως δεν έχει ζητήσει η Πολεμική Αεροπορία την αγορά τους. Αν αγοραστούν, αυτό θα γίνει με σκληρά πολιτική απόφαση και με όλα τα μειονεκτήματα στην επιχειρησιακή αξιοποίηση που συνεπάγεται το γεγονός ότι δεν έχει προηγηθεί μελέτη για το αν αποτελούν τη βέλτιστη λύση για τη δουλειά που τα χρειάζεται η Πολεμική Αεροπορία

 


Ύστερα από δεκαετίες πολυτυπίας, ύπαρξης δηλαδή πολλών και διαφόρων τύπων αεροσκαφών που αύξαναν κάθετα το κόστος απόκτησης και χρήσης, η Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) είχε καταλήξει τα τελευταία χρόνια να διαθέτει μόνο δύο τύπους μαχητικών. Ουσιαστικά «ενάμιση» τύπο, δηλαδή περί τα 150 F-16 διαφόρων παρτίδων παραγωγής και καμιά τριανταριά Mirage 2000, επίσης διαφόρων παρτίδων, με την προοπτική περαιτέρω τυποποίησης. Ενδεικτικά, τη δεκαετία του 1990 η Π.Α. διέθετε έξι τύπους μαχητικών και σιγά - σιγά τους μείωσε επιτυγχάνοντας πολλαπλά οφέλη σε κόστος και προσωπικό.

Και μετά ήρθε η Ν.Δ. και επιστρέφουμε στην πολυτυπία και τη λεγόμενη «εξοπλιστική διπλωματία», δηλαδή την αγορά οπλικών συστημάτων με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση πολιτικής υποστήριξης από τη χώρα τής κατασκευάστριας εταιρείας. Συνήθως τέτοιες αγορές ακολουθούν κάποια κρίση στα λεγόμενα εθνικά θέματα, δηλαδή στις σχέσεις με την Τουρκία, και γίνονται με τη δικαιολογία ότι «τα χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την επιθετικότητα της γειτονικής χώρας». Κι αυτό παρά το γεγονός ότι δύσκολα αντιμετωπίζεις μια παρούσα απειλή παραγγέλνοντας όπλα τα οποία θα παραλάβεις και θα μπορείς να αξιοποιήσεις, στην καλύτερη περίπτωση, ύστερα από καμιά δεκαετία.

Τα σύγχρονα μαχητικά κοστίζουν χρόνο και χρήμα

Αυτό συμβαίνει επειδή τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα δεν είναι αυτοκίνητα που βγαίνουν από τη γραμμή παραγωγής και περιμένουν τον αγοραστή, οπότε τα αγοράζεις, κάθεσαι στο τιμόνι και φεύγεις, αλλά, αντιθέτως, ακόμα κι αν είναι τύποι που βρίσκονται ήδη σε παραγωγή, χρειάζονται πλήθος τροποποιήσεων σε εξοπλισμό και πιστοποιήσεων σε όπλα και στην πραγματικότητα το άνοιγμα ειδικής γραμμής παραγωγής και εν συνεχεία εξαντλητικές δοκιμές σε διάφορες φάσεις, πολύχρονη εκπαίδευση ιπτάμενων και προσωπικού υποστήριξης και χίλια δυο άλλα πράγματα και φυσικά όπλα και ανταλλακτικά. Μάλιστα, όσο λιγότερα αγοράζεις τόσο λιγότερο μοιράζεται το κόστος και τόσο ακριβότερα καταλήγουν στη χρήση τους, με αποτέλεσμα ένα αεροσκάφος που σε κατάσταση flyaway, δηλαδή άτρακτος, κινητήρας, βασικά ηλεκτρονικά, κοστίζει 75-100 εκατ. δολάρια ανά μονάδα, στον κύκλο της ζωής του να κοστίζει πολύ περισσότερο. Για παράδειγμα, ένα F-35 κοστίζει γύρω στα 40.000 δολάρια ανά ώρα πτήσης, χωρίς φυσικά αυτό να περιλαμβάνει και τη χρήση όπλων, τα οποία επίσης κοστίζουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια το ένα. Αντιστοίχως ακριβά είναι και τα γαλλικά Rafale, με την επιβαρυντική συνθήκη ότι κατασκευάζονται σε πολύ μικρότερο αριθμό.

Για τα μάτια του Μακρόν

Η αναφορά στα συγκεκριμένα παραδείγματα αεροσκαφών έχει να κάνει με το ότι απασχολούν τη χώρα μας. Τον περασμένο Ιανουάριο μάθαμε από τον υπουργό  Άμυνας που βρισκόταν στην Ουάσιγκτον ότι η Ελλάδα προτίθεται να προμηθευτεί 24 F-35. Η αναγγελία συνέπεσε με την άρνηση των Αμερικανών να παραδώσουν στην Τουρκία τα F-35 που είχε παραγγείλει λόγω της αγοράς από την  Άγκυρα των ρωσικών βλημάτων S-400. Τώρα ακούμε και διαβάζουμε ότι Μητσοτάκης και Μακρόν συμφώνησαν να αγοράσει η Ελλάδα 18 γαλλικά μαχητικά Rafale. Πρόκειται για δύο πολύ προηγμένους τύπους αεροσκαφών, για κανέναν από τους οποίους πάντως δεν έχει ζητήσει η Πολεμική Αεροπορία την αγορά τους. Αν αγοραστούν, αυτό θα γίνει με σκληρά πολιτική απόφαση και με όλα τα μειονεκτήματα στην επιχειρησιακή αξιοποίηση που συνεπάγεται το γεγονός ότι δεν έχει προηγηθεί μελέτη για το αν αποτελούν τη βέλτιστη λύση για τη δουλειά που τα χρειάζεται η Π.Α.

Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ της πολυτυπίας, ιδίως όταν αφορούν τύπους που δεν διαθέτει ο δυνητικός αντίπαλος, ενώ και η πολιτική υποστήριξη που αγοράζει μια χώρα μαζί με τα όπλα δεν είναι αμελητέα. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν αντισταθμίζει το εξωφρενικά αυξημένο κόστος

Η επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε παρασυρθεί από τις σειρήνες που «έσπρωχναν» σε αγορά των F-35 και προτίμησε, με εισήγηση της Πολεμικής Αεροπορίας, να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό τού ήδη υπάρχοντος μεγάλου στόλου των F-16, ενοποιώντας τον μάλιστα στην πιο εξελιγμένη εκδοχή που κυκλοφορεί. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχανόταν και η άμεση διαθεσιμότητα αεροσκαφών, αλλά δημιουργούνταν και οι προϋποθέσεις, όταν θα χρειαζόταν η ανανέωση του αεροπορικού στόλου, αυτό να γίνει ύστερα από εξαντλητική μελέτη και με μια μεγάλη σε αριθμό αεροσκαφών παραγγελία με την οποία θα επιτυγχάνονταν σημαντικές οικονομίες κλίμακας και θα δημιουργούνταν οι όροι για εγχώρια κατασκευή. Αν εξαιρέσουμε κάποιες χώρες της αραβικής χερσονήσου που αγοράζουν αεροπλάνα «μαζί με τους πιλότους», δεν υπάρχει κράτος με αμυντικές δαπάνες τερατώδεις όσο οι ελληνικές που να μην έχει φροντίσει να αποκτήσει ρωμαλέα εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Με πιο τρανταχτό παράδειγμα την ίδια την Τουρκία...

Αυγή


πηγη:https://left.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου