Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 11 Μάρ 2018
Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

 

 
Ανατολή Ήλιου: 06:40 – Δύση Ήλιου: 18:29

 

Σαν Σήμερα...

Αναστάσιος Χαραλάμπης
1862 – 1949

Στρατιωτικός και πολιτικός, που διατέλεσε για μία ημέρα πρωθυπουργός της Ελλάδας (17 Σεπτεμβρίου 1922).

Ο Αναστάσιος Χαραλάμπης γεννήθηκε στα Καλάβρυτα το 1862 και ήταν γόνος της γνωστής καλαβρυτινής οικογένειας των αγωνιστών του '21. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία εξήλθε το 1884 ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με τον βαθμό του λοχαγού και από το 1901 έως το 1909 ανήκε στο Σώμα των Γενικών Επιτελών. Το 1910 μετέβη σε Αυστρία και Γαλλία για να συμπληρώσει τη στρατιωτική του εκπαίδευση και το 1912 αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου της Γαλλίας.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε ως επιτελάρχης της 1ης Μεραρχίας στο Μακεδονικό Μέτωπο (με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη) και στην 6η Μεραρχία στο Ηπειρωτικό Μέτωπο (με το βαθμό του συνταγματάρχη). Από το 1914 έως τον Ιούλιο του 1918, οπότε αποστρατεύτηκε τη αιτήσει του με τον βαθμό του αντιστρατήγου, υπηρέτησε διαδοχικά ως επιτελάρχης του Β' Σώματος Στρατού, διευθυντής Πυροβολικού του Υπουργείου Στρατιωτικών, διοικητής της 1ης Μεραρχίας, αρχηγός ΓΕΣ και διοικητής του Β' Σώματος Στρατού. Από τις 26 Απριλίου έως 14 Ιουνίου του 1917 ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη.Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1922 από βενιζελικούς αξιωματικούς ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, για να αναλάβει το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Επειδή, όμως, ο Ζαΐμης έλειπε στο εξωτερικό, διορίστηκε προσωρινός πρωθυπουργός ο Σωτήρης Κροκιδάς. Μέχρι να φτάσει στην Αθήνα από το Κιάτο, όπου ζούσε, η Επαναστατική Επιτροπή (Πλαστήρας, Γονατάς και Φωκάς) όρισε τον Αναστάσιο Χαραλάμπη πρωθυπουργό, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του μόνο για μία ημέρα, την 16η Σεπτεμβρίου 1922. Την επομένη παραιτήθηκε και ανέλαβε πρωθυπουργός ο Σωτήριος Κροκιδάς, στην κυβέρνηση του οποίου διατήρησε το χαρτοφυλάκιο του υπουργού Στρατιωτικών.Το 1923 αποστρατεύτηκε λόγω ορίου ηλικίας, αλλά το 1927 ανακλήθηκε εκ νέου στην ενεργό υπηρεσία, επί οικουμενικής κυβέρνησης Ζαΐμη, για να προεδρεύσει του Συμβουλίου των Αντιστρατήγων, το οποίο θα έκρινε τους διωχθέντες για τα αντιβενιζελικά τους φρονήματα αξιωματικούς.O Αναστάσιος Χαραλάμπης υπήρξε συγγραφέας των βιβλίων: «Ιστορικό Υπόμνημα περί του Οργανισμού του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος» (μαζί με τον Κωνσταντίνο Νίδερ, 1904) και «Αναμνήσεις» (1947). Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 1949, σε ηλικία 87 ετών.

Γεγονότα

Εικονομαχία

Πολιτικοθρησκευτική διαμάχη που συντάραξε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 8ο και 9ο αιώνα και απείλησε σοβαρά τη συνοχή της. Αντίπαλοι ήταν οι Εικονομάχοι (ή Εικονοκλάστες), που υποστήριζαν ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να προσκυνούν τις άγιες εικόνες και οι Εικονολάτρες (ή Εικονόφιλοι), που διακήρυτταν το αντίθετο.

Για το φαινόμενο αυτό έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες και απόψεις. Ορισμένοι είδαν την Εικονομαχία ως προσπάθεια βίαιου εξανατολισμού της ελληνοχριστιανικής παράδοσης του Βυζαντίου, άλλοι ως πολιτική και κοινωνική μεταρρύθμιση με επίκεντρο τη μοναστηριακή περιουσία, άλλοι ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου ταξικού αγώνα, ενώ κάποιοι άλλοι ως καθαρά θρησκευτική έριδα.

Εισαγωγή

Το πρόβλημα της λατρείας των εικόνων δεν ήταν καινούριο. Πολλοί λαοί από αρχαιοτάτων χρόνων συνήθιζαν να απεικονίζουν με διαφόρους τρόπους τους θεούς τους και να λατρεύουν τα ομοιώματά τους. Εξαίρεση αποτελούσαν οι Εβραίοι. Η δεύτερη εντολή του Δεκαλόγου ή των Δέκα Εντολών ήταν σαφής («Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υπό κάτω της γης») και απαγόρευε την κατασκευή και τη λατρεία ειδώλων, δηλαδή ομοιωμάτων.

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι εικόνες θεωρούνταν από τους εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς ως είδωλα, γι’ αυτό καταδιώκονταν. Δεκτές ήταν μόνο ορισμένες συμβολικές παραστάσεις, που χαράσσονταν στα τοιχώματα της κατακόμβης την περίοδο των διωγμών, όπως ο «Καλός Ποιμήν», ο «Ιχθύς» κ.ά.

Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου άρχισε η απεικόνιση του Σταυρού και κατόπιν ακολούθησε απεικόνιση των Αποστόλων, της Παναγίας, του Χριστού και των αγίων. Στις αρχές του 8ου αιώνα η λατρεία των εικόνων είχε ξεφύγει από τον ορθό δρόμο. Ο λαός κινούμενος από αμάθεια και οι μοναχοί φλεγόμενοι από θρησκευτικό ζήλο και ιερό φανατισμό είχαν παρανοήσει τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τις εικόνες και είχαν αρχίσει να λατρεύουν και να προσκυνούν αντί απλώς να τιμούν τις εικόνες. Η υπερβολή αυτή έκανε τους Άραβες Μουσουλμάνους να διακηρύττουν ότι οι χριστιανοί είναι ειδωλολάτρες και πολυθεϊστές.

Δημιουργήθηκε τότε μία διαφορά απόψεων πάνω στο θέμα: Είναι σωστό να προσκυνούν οι χριστιανοί εικόνες ή όχι; Το δίλημμα αυτό προσπάθησε να λύσει με δυναμικό τρόπο ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος, αντί να προσπαθήσει να συγκεράσει τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις. Παρουσιάστηκε μία μοναδική ευκαιρία για τον αυτοκράτορα να ελέγξει και να θέσει υπό τον έλεγχό του τη δράση των εκκλησιαστικών και παρεκκλησιαστικών παραγόντων, την οποία δεν άφησε να πάει χαμένη.

Τα μοναστήρια εκείνη την εποχή πλήθαιναν διαρκώς. Είχαν αποκτήσει μεγάλες περιουσίες από δωρεές και καθώς ήταν απαλλαγμένα από φόρους ζημίωναν την οικονομία της αυτοκρατορίας. Ο αριθμός των μοναχών γινόταν όλο και μεγαλύτερος και η επιρροή τους πάνω στις λαϊκές τάξεις στεκόταν εμπόδιο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Η πρώτη φάση της Εικονομαχίας (726-787)

Το 726 ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ διέταξε να τοποθετηθούν οι εικόνες μέσα στην εκκλησία ψηλότερα, ώστε να μη τις φθάνει και τις προσκυνά ο λαός. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός αντέδρασε έντονα και αφού ο αυτοκράτορας εξέδωσε το 730 το πρώτο και μοναδικό διάταγμα εναντίον των εικόνων, τον αντικατέστησε με τον Αναστάσιο, οπαδό της πολιτικής του. Αλλά και ο πάπας της Ρώμης Γρηγόριος Β’ αναθεμάτισε το διάταγμα και συγκάλεσε σύνοδο (731), η οποία καταδίκασε τους καταστρέφοντες και βλασφημούντες τις θείες εικόνες. Ο διαπρεπής θεολόγος και συγγραφέας Ιωάννης Δαμασκηνός, ο πιο σφοδρός πολέμιος των εικονομάχων, υποστήριζε ότι οι εικόνες αποτελούν το βιβλίο των αγραμμάτων. Η αντίδραση αυτή της Εκκλησίας εξωτερίκευε και την άρνησή της να υποταχτεί απόλυτα στη θέληση της κοσμικής εξουσίας.

Οι ενέργειες του αυτοκράτορα προκάλεσαν αντιδράσεις και στο λαό. Οι «Ελλαδικοί», δηλαδή οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας και των νησιών, προχώρησαν σε ανοικτή ρήξη με το θρόνο. Επαναστάτησαν και με επικεφαλής τον Αγαλλιανό βάδισαν κατά της Κωνσταντινούπολης με στόλο. Την επίθεσή τους εύκολα απέκρουσε ο αυτοκράτορας, με τη χρήση του υγρού πυρός. Εξεγέρσεις παρατηρήθηκαν και στην Ιταλία. Ο Λέων εκδικούμενος τον πάπα, απέσπασε από τον δικαιοδοσία της Ρώμης τις περιοχές του Ιλλυρικού, της Κάτω Ιταλίας, της Σικελίας και της Ελλάδας και τις προσάρτησε στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Πιο απηνής διώκτης των εικονοφίλων από τον πατέρα του αποδείχθηκε ο διάδοχός του στο θρόνο, Κωνσταντίνος Ε’ (718-775), ο αποκληθείς από τους αντιπάλους του Κοπρώνυμος, επειδή κατά την βάπτισή του ρύπανε την κολυμβήθρα. Κατ’ αρχάς, αφαίρεσε εντελώς τις εικόνες από τις εκκλησίες και διέταξε να στολίσουν τους τοίχους των εκκλησιών με φυτά, άνθη και με άλλα είδη της ζωγραφικής. Στη συνέχεια, διέταξε γενικό διωγμό εναντίον τους, με αποτέλεσμα άλλοι να εξοριστούν κι άλλοι να βασανιστούν σκληρά ή και να θανατωθούν.

Η 7η Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας

Το 754 συγκάλεσε τη σύνοδο της Ιερείας, για να επικυρώσει τις αποφάσεις του. Οι 338 επίσκοποι που έλαβαν μέρος επικύρωσαν τις θεολογικές θέσεις του αυτοκράτορα και αποφάσισαν την αποβολή των εικόνων από τις εκκλησίες και την καταστροφή τους, τον αφορισμό των εικονόφιλων λαϊκών και την καθαίρεση των εικονόφιλων κληρικών.

Η απόφαση της συνόδου της Ιέρειας προκάλεσε την αντίδραση των Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, οι οποίοι απέστειλαν υπόμνημα στον Πάπα της Ρώμης. Ο Στέφανος Γ’ συνεκάλεσε το 769 στο Λατερανό σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις αποφάσεις της συνόδου της Ιερείας και αναγνώρισε την προσκύνηση των εικόνων.

Μετά το θάνατό του Κωνσταντίνου Ε’ η κατάσταση άρχισε να αντιστρέφεται, με πρωτοβουλία της ειρηνόφιλης αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας (752-803), συζύγου του Λέοντος Δ’ του Χάζαρου (750-780) και μετά το θάνατο του επιτρόπου τού ανήλικου γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ (771-793). Η φιλόδοξη Ειρήνη φρόντισε να εκλεγεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο εικονόφιλος Ταράσιος και αναστήλωσε τις εικόνες. Οι εξόριστοι κληρικοί και μοναχοί επέστρεψαν στην αυτοκρατορία και άρχισαν να ανακτούν την προγενέστερη επιρροή τους.

Το 787 συγκάλεσε στη Νίκαια την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, με την οποία έκλεισε η πρώτη φάση της Εικονομαχίας. Η σύνοδος αυτή αποκήρυξε τις αποφάσεις της συνόδου της Ιερείας και όρισε ότι πρέπει να υπάρχουν μέσα στις εκκλησίες οι εικόνες των αγίων, με τη διαφορά ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να τις λατρεύουν, αλλά απλώς να τις προσκυνούν «τιμής ένεκεν». Διότι εικονίζουν πρόσωπα άγια, που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τού Χριστού ή έζησαν βίο άξιο μίμησης. Η σύνοδος απέκρουσε έντονα την κατηγορία και την ταύτιση της εικονολατρείας με την ειδωλολατρεία.

Η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας (815-843)

Το ζήτημα της Εικονομαχίας ξανάφερε στην επιφάνεια ο αυτοκράτορας Λέων Ε' ο Αρμένιος (775-820) για πολιτικούς λόγους. Πίστευε ότι η εικονομαχία ήταν συνδεδεμένη με τις στρατιωτικές επιτυχίες της αυτοκρατορίας και τη βελτίωση του κράτους. Το 815 εξανάγκασε σε παραίτηση τον εικονόφιλο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρο και στη θέση του τοποθέτησε τον Θεόδοτο Κασσιτερά. Ο νέος πατριάρχης συγκάλεσε σύνοδο στο μοναστήρι των Βλαχερνών, η οποία κατηγόρησε την Ειρήνη «επί γυναικεία αφελότητι», ακύρωσε τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου κι επανέφερε τις αποφάσεις της Συνόδου της Ιερείας.

Οι εικονόφιλοι αντέδρασαν με επικεφαλής τον περιώνυμο μοναχό Θεόδωρο Στουδίτη, ο οποίος αντιστρέφοντας τα επιχειρήματα των εικονομάχων, τους κατηγόρησε ως αιρετικούς και αρνούμενους την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Πολλοί εικονόφιλοι μαρτύρησαν κατά την περίοδο εκείνη και ο Στουδίτης εξορίσθηκε στη Σμύρνη.

Μετά τη δολοφονία του Λέοντος Ε’, ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός (770-829), που είχε οργανώσει τη συνωμοσία της εξόντωσής του, ακολούθησε συμβιβαστική πολιτική. Επέτρεψε την κατ’ οίκον προσκύνηση των εικόνων και διέταξε την απελευθέρωση τω φυλακισμένων και την επάνοδο των εξορίστων.

Ο διάδοχός και γιος του Θεόφιλος (813-842) επανέφερε το θέμα της εικονομαχίας, χωρίς να φθάσει στην αρχική του ένταση. Ιδιαίτερα φανατικός ήταν ο σύμβουλός του και μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο Γραμματικός, ο οποίος απειλούσε με σκληρές ποινές τους εικονόφιλους: κόψιμο του χεριού για τους αγιογράφους, εξορίες και βασανιστήρια για τους κληρικούς και μοναχούς. Ωστόσο, οι εικόνες που απαγορεύονταν στα σπίτια από τον Θεόφιλο, βρήκαν καταφύγιο στο παλάτι, γιατί η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ήταν εικονόφιλη.

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου, η Θεοδώρα προέβη και πάλι στην αναστήλωση των εικόνων. Στις 11 Μαρτίου 843, η ενδημούσα σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη επανέφερε σε ισχύ της αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, επανέφερε τις εικόνες στις εκκλησίες και θέσπισε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, που γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Α’ Κυριακή των Νηστειών).

Επίλογος

Στο εκκλησιαστικό επίπεδο, από την όλη διαμάχη νικητής δεν ήταν η εικονολατρία, αλλά η Ορθοδοξία. Οι πατέρες της Εκκλησίας που αποφάσισαν την αναστήλωση και στις δυο συνόδους δογμάτισαν πως δε λατρεύονται οι εικόνες - αντικείμενα, αλλά ότι ο σεβασμός αποδίδεται στο ιερό πρόσωπο που εικονίζεται και καταδίκασαν τις υπερβολές. Το μόνο επίτευγμα της εικονομαχίας που διατηρείται μέχρι σήμερα είναι αποβολή των αγαλμάτων από τους ναούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο πολιτικό επίπεδο, το βυζαντινό κράτος φάνηκε δυνατότερο από τις διασπαστικές δυνάμεις. Η κρίση λύθηκε με κρατική πρωτοβουλία και η εκκλησία υπετάγη στον αυτοκράτορα. Η μοναστηριακή περιουσία αποδόθηκε στους γεωργούς και οι νέοι επέστρεψαν στο στρατό. Το Βυζάντιο, όμως, ζημιώθηκε στη Δύση. Οι Πάπες στράφηκαν προς τους Φράγκους βασιλιάδες και τους δυτικούς ηγεμόνες, για συμμαχία και προστασία. Αυτή την εποχή αρχίζει και η αντίθεση ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.


μ.Χ.

Ριγολέττος

Αφίσα από την πρεμιέρα του Ριγολέττου στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας

Αφίσα από την πρεμιέρα του Ριγολέττου στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας

Τρίπρακτη όπερα του Τζουζέπε Βέρντι, σε λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, βασισμένο στο δράμα του Βίκτωρος Ουγκό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει». Ο «Ριγολέττος» είναι μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του σπουδαίου ιταλού μουσουργού και έργο ρεπερτορίου για το λυρικό θέατρο. Ξεχωρίζουν η πασίγνωστη άρια «La donna è mobile» («Η γυναίκα είναι άστατη») και το κουαρτέτο «Bella figlia dell’amore» («Ωραία κόρη της αγάπης»).

Η δράση του έργου τοποθετείται στη Μάντουα του 16ου αιώνα και αφηγείται τον έρωτα της Τζίλντας, κόρης του καμπούρη αυλικού γελωτοποιού Ριγολέττου, για τον έκλυτο Δούκα της Μάντουας, ο οποίος της παρουσιάζεται ως φτωχός φοιτητής. Προκειμένου να εκδικηθεί για τη χαμένη τιμή της κόρης του, ο Ριγολέττος καταστρώνει τη δολοφονία του Δούκα. Ανακαλύπτοντας τα σχέδια του πατέρα της, η Τζίλντα αποφασίζει να σώσει τον αγαπημένο της και να θυσιαστεί, παίρνοντας τη θέση του.

Ο «Ριγολέττος» πρωτοανέβηκε στις 11 Μαρτίου 1851 στο θέατρο «Λα Φενίτσε» της Βενετίας και από τότε έως σήμερα έχει χειροκροτηθεί από χιλιάδες θεατές σε όλο τον κόσμο και δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις δημοφιλέστερες όπερες όλων των εποχών. Στον «Ριγολέττο», ο Βέρντι αλλάζει σελίδα στη συνθετική του διαδρομή και παρουσιάζει ένα έργο με ξεκάθαρο στίγμα και αυξημένη διάθεση για πειραματισμό. «Καινοτομία της μουσικής, του ύφους, της μορφής των κομματιών. Θαυμαστή δουλειά της ενορχήστρωσης: αυτή η ορχήστρα μιλά, δακρύζει, συγκινεί», έγραψε με ενθουσιασμό την επομένη της παγκόσμιας πρώτης του έργου ο ιταλός κριτικός Τομάζο Λοκατέλι.

Στον ελληνικό χώρα, η όπερα πρωτοανέβηκε το 1852 στην αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα και στην Αθήνα στις 28 Οκτωβρίου 1853 από ιταλικό θίασο. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής περιλήφθηκε μεταπολεμικά και η πρεμιέρα της δόθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1948. Έκτοτε έχει ανέβει αρκετές φορές από τη μοναδική λυρική σκηνή της χώρας.

Τα πρόσωπα του «Ριγολέττου»

  • Δούκας της Μάντουας: Τενόρος
  • Ριγολέττος: Βαρύτονος
  • Τζίλντα: Σοπράνο
  • Σπαραφουτσίλε, ένας δολοφόνος: Μπάσος
  • Μανταλένα, αδελφή του Σπαραφουτσίλε: Κοντράντο
  • Τζοβάννα, φίλη της Μανταλένας: Μέτζο-Σοπράνο
  • Κόμης Μοντερόνε: Μπάσος
  • Μαρούλλο,ένας αυλικός: Βαρύτονος
  • Μπόρσα, ένας αυλικός: Τενόρος
  • Κόμης Τσεπράνο: Βαρύτονος
  • Κόμησσα Τσεπράνο: Σοπράνο
  • Δεσμοφύλακας: Μπάσος
  • Ακόλουθος: Μετζο-Σοπράνο
Ο Χίτλερ εξαναγκάζει τον αιχμάλωτό του καγκελάριο της Αυστρίας Κουρτ Σούσνιγκ να παραιτηθεί, ενώ την ίδια νύχτα οι γερμανικές φάλαγγες κυριεύουν τη χώρα του, χωρίς να πέσει τουφεκιά.
Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που συνέρχεται στο Βουκουρέστι, καθαιρεί τον γ.γ. του κόμματος, Νίκο Ζαχαριάδη, στο πλαίσιο της αποσταλινοποίησης.
Βόμβα εκρήγνυται στον κινηματογράφο «Έλλη» της οδού Ακαδημίας, κατά τη διάρκεια της προβολής της σοβιετικής ταινίας «Ουράνιο Τόξο» του σκηνοθέτη Μαρκ Ντονσκόι. 18 θεατές τραυματίζονται, απ’ τους οποίους οι τρεις πολύ σοβαρά. Η τρομοκρατική πράξη αποδίδεται στην ακροδεξιά.
Αρχίζει στο Ειδικό Δικαστήριο η δίκη για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης. Βασικοί κατηγορούμενοι είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου που δεν παρίσταται και οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος.
Πολλαπλό τρομοκρατικό χτύπημα στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Μαδρίτης προκαλεί το θάνατο 191 ανθρώπων, ενώ οι τραυματίες ξεπερνούν τους 1800. Πρόκειται για τη χειρότερη τρομοκρατική επίθεση στην ιστορία, όχι μόνο της Ισπανίας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Με αφορμή το γεγονός αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει να ανακηρύξει την 11η Μαρτίου ως Ημέρα των θυμάτων της τρομοκρατίας.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, ανακοινώνει την επιστροφή της χώρας του στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, έπειτα από 43 χρόνια.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Άστορ Πιατσόλα, αργεντινός συνθέτης του έντεχνου ταγκό και βιρτουόζος του μπαντονεόν. (Θαν. 4/7/1992)
 Κορνήλιος Καστοριάδης, έλληνας φιλόσοφος, που αποδεχόταν τον Μαρξ και απέρριπτε το μαρξισμό. (Θαν. 26/12/1997)
 

Κορνήλιος Καστοριάδης
1922 – 1998

Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, που έδρασε και δημιούργησε στη Γαλλία. Από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα, συνένωσε στο έργο του την πολιτική, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκλήθηκε «φιλόσοφος της αυτονομίας», υπήρξε συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» και συνιδρυτής του περιοδικού «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα».

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαρτίου 1922 και λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε στην Αθήνα με την οικογένειά του. Αρκετά νωρίς, από τα 13 του, αναμίχθηκε στην πολιτική και κοινωνική δράση. Μέλος παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Σπουδάζει νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1941 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Θα το εγκαταλείψει ένα χρόνο αργότερα για να ενταχθεί στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να βρεθεί ανάμεσα σε δύο πυρά, των Γερμανών και των ορθόδοξων κομμουνιστών.

Το 1944 δημοσιεύει το πρώτο του δοκίμιο για τον Μαξ Βέμπερ, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής». Στα «Δεκεμβριανά» θα βιώσει ως τροτσκιστή την τρομοκρατία του ΕΛΑΣ και θα αποδοκιμάσει τις μεθόδους του ΚΚΕ. Το 1945 εγκαθίσταται στο Παρίσι με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης, μαζί με τους Κώστα Αξελό, Κώστα Παπαϊωάννου, Ιάννη Ξενάκη, Μιμίκα Κρανάκη, Μέμο Μακρή κ.ά. Έκτοτε, η γαλλική πρωτεύουσα θα αποτελέσει το επίκεντρο της ζωής και των δραστηριοτήτων του. Την Ελλάδα θα την επισκέπτεται μόνο τα καλοκαίρια και μετά τη μεταπολίτευση.

Στο Παρίσι, παράλληλα με τις σπουδές του, δημιουργεί την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που ιδεολογικά και πολιτικά ασκεί δριμύτατη κριτική στο σοβιετικό μαρξιστικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζει «γραφειοκρατικό καπιταλισμό». Είναι η ψυχή της ομάδας και αυτός, που κυρίως επεξεργάζεται τις θέσεις και γράφει τα σημαντικότερα κείμενα στο ομότιτλο περιοδικό.

Τότε είναι που αρχίζει να διαμορφώνει την έννοια της αυτονομίας, ως «αυτονομία του προλεταριάτου». Εκκινώντας από την εκτίμηση ότι το εργατικό κίνημα έχει υποστεί πολύμορφες διαστρεβλώσεις που αλλοίωσαν τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου, θεωρεί ως βασικό όρο για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μιαν αυτόνομη δράση του προλεταριάτου, που θα έχει ως αντικειμενικό σκοπό την κατάλυση του γραφειοκρατικού δημόσιου μηχανισμού και τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μαζικούς οργανισμούς των παραγωγικών τάξεων.

Το 1966 η ομάδα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και το περιοδικό παύει να εκδίδεται. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του '68. Το διάστημα αυτό εργάζεται ως οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ και το 1970 αποκτά τη γαλλική υπηκοότητα. Έτσι θα πάψει να αρθρογραφεί με ψευδώνυμο (Πιερ Σολιέ, Πολ Καρντάν κ.ά.), υπό τον φόβο της απέλασης και θα γίνει ευρύτερα γνωστός.

Η βαθιά κριτική του μαρξισμού συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου πνευματική περιέργεια και παραγωγικότητα. Ο Καστοριάδης ασχολείται με τα μαθηματικά, την οικονομία και την ψυχανάλυση, την οποία και εξασκεί επαγγελματικά το 1974. Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον το σύνολο της σκέψης του, που τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό, πλέον, έργο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» (1975). Γύρω από αυτό το σύγγραμμα ο Καστοριάδης θα δομήσει το φιλοσοφικό του σύστημα. Ξαναφέρνοντας στο φως τις απαρχές της δημοκρατικής συγκρότησης της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου π.Χ. Αιώνα, όσο και όλες τις άλλες μεγάλες δημιουργικές στιγμές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να δει τον εαυτό του ως αυτόνομο υποκείμενο και δημιουργό της Ιστορίας του.

Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας (ντετερμινισμού), καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν, οι ίδιες τις φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λ.π.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας τη θέσμιση και τη θεμελίωσή τους σε εξωκοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.

Το 1979 γίνεται διευθυντής σπουδών στην «Ανωτάτη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες» (Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο, το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέθανε στο Παρίσι στις 26 Δεκεμβρίου 1997, από επιπλοκές μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, σε ηλικία 75 ετών.

Ενδεικτική Εργογραφία

  • Η γραφειοκρατική κοινωνία [2 τόμοι] («Ύψιλον»)
  • Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας («Ράππας»)
  • Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου («Ύψιλον»)
  • Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα («Ύψιλον»)
  • Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο («Κριτική»)
  • Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία («Ύψιλον»)
  • Ομιλίες στην Ελλάδα («Ύψιλον»)
Τόμας Σταρζλ, αμερικανός γιατρός και ερευνητής, που πραγματοποίησε την πρώτη μεταμόσχευση ήπατος.

Θάνατοι

 

μ.Χ.

Ηλιογάβαλος
204 – 222

Ρωμαίος αυτοκράτορας της δυναστείας των Σεβήρων, περίφημος για την ομορφιά του και την εκκεντρική συμπεριφορά του. Κυβέρνησε, τρόπος του λέγειν, σε μια περίοδο απόλυτης παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Βάριος Άβιτος Βασσιανός, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην πόλη Έμεσα της Συρίας (σημερινή Χομς) το 204. Παιδί ακόμα έγινε αρχιερέας του θεού του ηλίου Βάαλ, που λατρευόταν στην περιοχή του με την ονομασία Ελά Γκαμπάλ, εξού και το προσωνύμιό του Ηλιογάβαλος.

Μετά τη δολοφονία του αυτοκράτορα Καρακάλα (217), την ανάληψη της εξουσίας ανέλαβε προσωρινά ο αρχηγός των πραιτωριανών Μακρίνος. Η μητέρα του Ηλιογάβαλου, Ιουλία Σωαιμιάς, και η γιαγιά του, Ιουλία Μαίσα, (συγγενής του ιδρυτή της δυναστείας των Σεβήρων, Σεπτίμιου Σεβήρου), τον παρουσίασαν ως νόθο γιο του Καρακάλα, κερδίζοντας την εύνοια του στρατού και της Συγκλήτου. Στην αποφασιστική μάχη της Αντιόχειας (8 Ιουνίου του 218), οι λεγεώνες του Ηλιογάβαλου επικράτησαν του στρατού του Μακρίνου και το νεαρό παιδί αναγορεύτηκε αυτοκράτορας της Ρώμης, σε ηλικία μόλις 14 ετών, με το όνομα Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος Αύγουστος.

Πρώτο μέλημα του Ηλιογάβαλου άμα τη αναλήψει της εξουσίας ήταν να επιβάλει δια της βίας τη λατρεία του Βάαλ σε όλη την αυτοκρατορία. Δεν δίστασε να θανατώσει πολλούς έμπειρους στρατιωτικούς και ανώτερους αξιωματούχους, που αντιτάχθηκαν στην απόφασή του αυτή. Τον νέο κύκλο του αυτοκράτορα αποτελούσαν τώρα άνδρες που ξεχώριζαν για την ομορφιά τους και την ταπεινή και ξενική καταγωγή τους. 

Η Ρώμη βούιζε για την ακόλαστη ζωή του νεαρού αυτοκράτορα, που δεν κρατούσε ούτε τα προσχήματα. Λεγόταν ότι συνήθιζε να φορά γυναικεία ρούχα, να μακιγιάρεται και να επιδίδεται σε γυναικείες εργασίες, ενώ διασκέδαζε αφάνταστα εμφανιζόμενος ως πόρνη στα καπηλειά της Ρώμης. Νυμφεύτηκε πέντε φορές, αλλά ο μόνιμος δεσμός του ήταν αυτός με τον ευσταλή αρματοδρόμο Ιεροκλή, τον οποίο αποκαλούσε «ο άντρας μου». Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το αξίωμά του και τη διοίκηση του κράτους την είχε αφήσει στα χέρια της μητέρας, της γιαγιάς και της θείας του. 

Τα νέα ήθη που κόμιζε ο Ηλιογάβαλος προσέβαλαν τη ρωμαϊκή κοινωνία και σε συνδυασμό με τη διοικητική του ανικανότητα γρήγορα τον κατέστησαν μισητό στους ρωμαίους πολίτες. Η γιαγιά του, Ιουλία Μαίσα, το αντιλήφθηκε έγκαιρα και τοποθέτησε δίπλα του ως Καίσαρα τον 14χρονο εξάδελφό του Αλέξανδρο Σεβήρο. Ο Ηλιογάβαλος κατάλαβε ότι θα παραμεριζόταν και προσπάθησε να βγάλει από τη μέση τον Αλέξανδρο. Τότε ανέλαβαν δράση οι πραιτωριανοί. Στις 11 Μαρτίου του 222 σκότωσαν τον Ηλιογάβαλο και τη μητέρα του, πέταξαν το πτώμα του στον Τίβερη και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Αλέξανδρο Σεβήρο.

Αναστάσιος Χαραλάμπης, έλληνας στρατιωτικός και πρωθυπουργός για μία ημέρα. (Γεν. 22/9/1862)
 Αλεξάντερ Φλέμινγκ, σκοτσέζος βιολόγος και φαρμακολόγος, που μαζί με τη σύζυγό του Αμαλία Φλέμινγκ, ανακάλυψε την πενικιλίνη. Για την επιτυχία του αυτή τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Ιατρικής το 1945. (Γεν. 6/8/1881)

Αλεξάντερ Φλέμινγκ
1881 – 1955

Ο βιολόγος Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming) γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1881, σ’ ένα μικρό αγρόκτημα του Λόκφιλντ της Σκοτίας. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας.

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Λονδίνου το 1897, βρήκε μια δουλειά γραφείου, όπου παρέμεινε ως το 1901, οπότε αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική στο Νοσοκομείο «St. Mary». Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του Άλμροθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Αγγλίας, ο Φλέμιγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βασιλικού στρατού. Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φλέμινγκ επέστρεψε στο νοσοκομείο «St. Mary» και στις 15 Σεπτεμβρίου του 1928 έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο πριν καταστρέψει έναν δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων, παρατήρησε ότι είχε αναπτυχθεί ένα είδος μπλε μούχλας, που φάνηκε να είναι σε θέση να σκοτώσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης. Δυστυχώς, η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας.

Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οπότε αμερικανικές και βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων.

Όταν ο Φλέμινγκ βραβεύτηκε το 1945 με το Νόμπελ Ιατρικής δήλωσε ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα». Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψή του έφερε τα πάνω κάτω στη σύγχρονη ιατρική, αφού άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία πολλών αντιβιοτικών και την αντιμετώπιση δεκάδων ασθενειών.

Πέθανε, από καρδιακή προσβολή, στις 11 Μαρτίου του 1955.

 Σοφία Βέμπο, ελληνίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός. (Γεν. 10/2/1910)

Σοφία Βέμπο
1910 – 1978

Η Σοφία Μπέμπου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Τσαριτσάνη του νομού Λάρισας και κατόπιν στο Βόλο, όπου οι γονείς της εργάστηκαν ως καπνεργάτες.

Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία τυχαία το 1930, τραγουδώντας σ' ένα ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης για να συνεισφέρει οικονομικά στο σπίτι της. Τρία χρόνια αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα, όπου προσελήφθη από τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή στο «Κεντρικόν», προκειμένου να συμμετάσχει στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933». Την ίδια περίοδο υπέγραψε και το πρώτο της συμβόλαιο στη δισκογραφική εταιρία Columbia, ερμηνεύοντας ερωτικά τραγούδια της εποχής και λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής της η καταξίωση δεν άργησε να έρθει.

Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 ανέλαβε την εμψύχωση των ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο με πατριωτικά και σατυρικά τραγούδια, ενώ πρωταγωνίστησε σε επιθεωρήσεις που προσάρμοζαν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα. Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχιζε να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα. Έγινε σύμβολο του έθνους, ταύτισε το όνομά της με το αλβανικό έπος και χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης».

Το 1949 απέκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο. Σε μια εποχή που θέατρα έκλειναν και μετατρέπονταν σε κινηματογράφους, η Βέμπο επανέφερε την επιθεώρηση, ανεβάζοντας έργα που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της λαϊκής σάτιρας και καθιέρωσαν τους μεγάλους κωμικούς μας. Ταυτόχρονα, έβαλε τα θεμέλια μιας καινούριας εποχής για το ελληνικό τραγούδι, λανσάροντας το «αρχοντορεμπέτικο».

Όλα αυτά τα χρόνια, η Σοφία Βέμπο διατηρούσε δεσμό με τον συγγραφέα και στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο, με τον οποίο παντρεύτηκε τελικά το 1957.

Το 1959 πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Στουρνάρα 288», όπου υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια που ξεχάστηκε από τους θαυμαστές της κι εργαζόταν ως καθηγήτρια πιάνου. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της το 1955 στην κλασσική «Στέλλα» και το 1938 στην «Προσφυγοπούλα», όπου είχε κάνει και το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη.

Στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας αποσύρθηκε οριστικά. Την περίοδο 1967-1974 συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Τη βραδιά του «Πολυτεχνείου» άνοιξε το σπίτι της κι έκρυψε φοιτητές, τους οποίους αρνήθηκε να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα της.

Πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατρέπεται σ' ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

ΠΟΛΥΜΕΣΑ

Κώστας Ρούκουνας
1903 – 1984

Φημισμένος τραγουδιστής, εκτελεστής σαντουριού και τραγουδοποιός του ρεμπέτικου, γνωστός και ως «Σαμιωτάκι».

Γεννήθηκε το 1903 στο Καρλόβασι της Σάμου. Η οικογένειά του ήταν φτωχή κι έτσι άρχισε να εργάζεται από την τρυφερή ηλικία των 8 ετών, αρχικά σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός.

Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ως τραγουδιστής σε μια ταβέρνα. Σύντομα, έγινε διάσημος στους συντοπίτες του για την εξαιρετική φωνή του, αλλά και για τα Σμυρναίικα που τραγουδούσε.

Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να τραγουδάει επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια, μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης της εποχής και στέλεχος δισκογραφικής εταιρίας. Έτσι, την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν οι πρώτοι δίσκοι του, με τραγούδια του Γιώργου Βιδάλη, που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία («Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Αράπης, μάνας γιος», κ.ά.).

Ο Κώστας Ρούκουνας είχε ηχηρότατη φωνή και διακρινόταν ιδιαίτερα στους αμανέδες. Έμπειρος και ταλαντούχος μουσικός, τραγουδούσε με την ίδια ευκολία και δημοτικό τραγούδι. Ερμήνευσε τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα, του Σπύρου Περιστέρη, του Κώστα Σκαρβέλη και του Γρηγόρη Ασίκη, ενώ υπήρξε συνεργάτης του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Στέλιου Κηρομύτη και άλλων «πρώτων ονομάτων» του λαϊκού τραγουδιού.

Την περίοδο 1931 - 1932 δισκογράφησε την «Αρχόντισσα» του Ιάκωβου Μοντανάρη, που είναι το πρώτο τραγούδι χαρακτηρισμένο ως «αρχοντορεμπέτικο» (στην ετικέτα του δίσκου του). Την περίοδο 1930 - 1959 δισκογράφησε συνολικά 180 τραγούδια. Από αυτά που συνέθεσε, ξεχωρίζουν: «Περί πολιτικής» (1934), «Με μια τσαχπίνα μπλέχτηκα» (1934), «Κοντραμπατζήδες» (1935), «Ο Πίκινος» (1936), «Η μπόμπα» (1945), «Ανεμότρατα» (1946), «Μια που σέρνει το μαντήλι» (1947), «Σαρανταπέντε λεμονιές» (1947), «Ο φθισικός», «Φτωχομάνα Σμύρνη», «Πέργαμε», «Μπερδεύτηκα στα χάδια σου», «Ξένε μου στην ξενιτιά», «Αγγινάρα», «Μεγαλέμπορος» κ.ά.

Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανα, η οποία πέθανε το 1943. Πέντε χρόνια αργότερα, παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, τη στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή.

Ο Κώστας Ρούκουνας άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 Μαρτίου του 1984, χτυπημένος από τον καρκίνο.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου