Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 01 Απρ 2018
Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 1 Απριλίου 2018
Ανατολή Ήλιου: 07:08 – Δύση Ήλιου: 19:49

 

Σαν Σήμερα...

Ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου

Ο Γεώργιος Γρίβας με αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Ο Γεώργιος Γρίβας με αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Την 1η Απριλίου 1955 οι Ελληνοκύπριοι ξεσηκώθηκαν για να αποτινάξουν τον βρετανικό ζυγό, με στόχο την «Ένωσιν» με τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα. Ο αγώνας τους έληξε με τις «Συμφωνίες Λονδίνου - Ζυρίχης» (19 Φεβρουαρίου 1959), με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

Το αίτημα των Ελληνοκυπρίων για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στη Μεγαλόνησο και την ένωση με την Ελλάδα ήρθε δυναμικά στο προσκήνιο το 1950, με το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου (το διοργάνωσε η Εκκλησία της Κύπρου και το 95,7% των ψηφισάντων τάχθηκε υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα) και την εκλογή του Μακαρίου Γ' ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου στις 20 Οκτωβρίου. Ήταν η εποχή που η αποικιοκρατία έπνεε τα λοίσθια και η μία μετά την άλλη οι κατακτημένες χώρες επιζητούσαν δυναμικά την ανεξαρτησία τους.

Οι κυβερνήσεις των Αθηνών, με την προτροπή της ελληνοκυπριακής ηγεσίας και υπό την πίεση των οργανώσεων του Κυπριακού Αγώνα στην Αθήνα, κατέβαλλαν προσπάθειες για τη διεθνοποίηση του θέματος, με διαδοχικές προσφυγές στον ΟΗΕ. Στις 10 Νοεμβρίου 1954 ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος «Διγενής» Γρίβας (1897-1974) φθάνει στο νησί και συγκροτεί την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), η οποία την 1η Απριλίου 1955 αναλαμβάνει δράση κατά των Βρετανών αποικιοκρατών, σηματοδοτώντας την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων. Ο γεννημένος στην Κύπρο Γρίβας είχε διατελέσει αξιωματικός του ελληνικού στρατού και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής είχε ιδρύσει την αντικομουνιστική οργάνωση «Χ», ενώ είχε λάβει ενεργό μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Πολιτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1913-1977), μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η έναρξη του αγώνα, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε τις βραδινές ώρες της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955, με επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς, τον ραδιοσταθμό και σε βρετανικό στρατόπεδο της Αμμοχώστου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, στο στόχαστρο της ΕΟΚΑ βρέθηκαν εκτός από τους Άγγλους δυνάστες, οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες τους, οι Τουρκοκύπριοι της οργάνωσης «Ταξίμ» που επιζητούσαν «ένωση» της Κύπρου με την Τουρκία, αλλά και μέλη του ΑΚΕΛ, που οι «εθνικόφρονες» της ΕΟΚΑ τούς κατηγορούσαν ως συνεργάτες των Άγγλων. Η διαμάχη «δεξιών» και «αριστερών» στην Κύπρο για τον ρόλο του ΑΚΕΛ στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα καλά κρατεί μέχρι σήμερα.

Παρά το αίμα που χύθηκε και τους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους (Καραολής, Δημητρίου, Παλληκαρίδης, Αυξεντίου κ.ά.), ο στόχος της «Ένωσης» δεν επιτεύχθηκε. Με τις συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης (19 Φεβρουαρίου 1959, η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος την 1η Οκτωβρίου 1960.

  Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δικάζεται στο Αιτωλικό με την κατηγορία ότι ήλθε σε συνεννοήσεις με τους Τούρκους. Θα καταδικασθεί την επομένη ως «ως επίβουλος της πατρίδος και προδότης».

Γεώργιος Καραϊσκάκης
1780 – 1827

Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα).

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1780 στο Μαυρομάτι Καρδίτσας και ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του τον εγκατέλειψε μη αντέχοντας τον διασυρμό μιας παράνομης σχέσης και πέθανε όταν ήταν οκτώ ετών. Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς» κληρονόμησε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την παροιμιώδη βωμολοχία του.

Στα 15 του ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εγκαταλείπει τους θετούς του γονείς και σχηματίζει κλέφτικη ομάδα από συνομηλίκους του. Τρία χρόνια αργότερα πέφτει στα χέρια του Αλή Πασά, ο οποίος εκτιμώντας τον ισχυρό του χαρακτήρα τον προσλαμβάνει στη σωματοφυλακή του. Στην Αυλή των Ιωαννίνων όχι μόνο έμαθε τη στρατιωτική τέχνη, αλλά και στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση.

Τον Μάρτιο του 1798 ακολουθεί τον Αλή Πασά στην εκστρατεία του κατά του Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου κι έρχεται σε μυστικές διαπραγματεύσεις μαζί του. Περί το 1804 εγκαταλείπει τον Αλή Πασά κι ενώνεται με το σώμα του περίφημου κλέφτη Κατσαντώνη. Συμμετέχει και διακρίνεται σε πολλές μάχες κατά του πρώην αφεντικού του και γίνεται το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη.

Την άνοιξη του 1807 ο Κατσαντώνης δέχεται να βοηθήσει τη ρωσοκρατούμενη Λευκάδα, που αντιμετώπιζε τον κίνδυνο επίθεσης από τον Αλή Πασά. Εκεί, ο Καραϊσκάκης γνωρίζεται με άλλους οπλαρχηγούς και συναντά τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά την κατάληψη της Λευκάδας από του Γάλλους, τον Ιούλιο του 1807, ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στ' Άγραφα με τους άνδρες τού Κατσαντώνη.

Τον Αύγουστο του 1807 ο Κατσαντώνης συλλαμβάνεται από τον Αλή Πασά και θανατώνεται. Την αρχηγία της ομάδας αναλαμβάνει ο αδελφό του Λεπενιώτης και μαζί του ο Καραϊσκάκης συνεχίζει τη δράση του ως κλέφτης. Το 1809 εντάσσεται στα ελληνικά τάγματα που είχαν συστήσει οι Βρετανοί υπό τον Ριχάρδο Τσορτς, με σκοπό να εκτοπίσουν τους Γάλλους από τα Επτάνησα.

Το 1812 μετά τη διάλυση της ομάδας Λεπενιώτη από τον Αλή Πασά δηλώνει υποταγή και επιστρέφει στα Γιάννινα. Την περίοδο αυτή έγινε και ο γάμος του με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον στρατιωτικό και πολιτικό Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη (1826-1898).

Περί τα μέσα του 1820, όταν ο Αλή Πασάς κηρύχθηκε αποστάτης από τον Σουλτάνο, ο Καραϊσκάκης τον βοήθησε αρχικά, αλλά όταν διαπίστωσε το μάταιο του αγώνα τον εγκατέλειψε με τον Ανδρούτσο και άλλους Έλληνες και δήλωσε υποταγή στο Σουλτάνο. Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, στην οποία αποφασίστηκε η προετοιμασία της εξέγερσης στη Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1821 αποτυγχάνει να ξεσηκώσει τους Ακαρνάνες και καταφεύγει στα χωριά των Τζουμέρκων. Τον Μάιο οργανώνει στρατόπεδο με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς στο Πέτα της Άρτας. Συμμετέχει στις μάχες κατά των Τούρκων στο Κομπότι (30 Μαΐου και 8 Ιουνίου), αλλά τραυματίζεται και αποσύρεται για θεραπεία.

Τον Σεπτέμβριο μαζί με άλλους οπλαρχηγούς καταλαμβάνει την Άρτα, σε σύμπραξη με τους Αρβανίτες. Το 1822 εμπλέκεται σε διαμάχη με τον κλεφτοκαπετάνιο Γιαννάκη Ράγκο (1790-1870), εκλεκτό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, για το αρματολίκι των Αγράφων. Από τότε χρονολογείται και η διένεξή του με τον φαναριώτη πολιτικό.

Στις 15 Ιανουάριου του 1823, ο Καραϊσκάκης σημειώνει την πρώτη του μεγάλη νίκη κατά των Τούρκων στη Μάχη του Σοβολάκου. Στα μέσα του 1823 προάγεται σε στρατηγό, αλλά η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται από τη φυματίωση και καταφεύγει για ανάπαυση στο μοναστήρι του Προυσού.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου, ο Μαυροκορδάτος τον κατηγορεί για πράξη εσχάτης προδοσίας και τον σύρει σε δίκη στο Αιτωλικό (1 Απριλίου 1824). Παρότι διαπιστώνεται η ανακρίβεια των κατηγοριών, ο Καραϊσκάκης θα αποστερηθεί όλων των αξιωμάτων του και θα αναγκασθεί να καταφύγει στο Καρπενήσι. Στα μέσα του 1824 μεταβαίνει στο Ναύπλιο, έδρα της κυβέρνησης, με σκοπό να αποδείξει την αθωότητά του.

Τον Δεκέμβριο του 1824 συμμετέχει στο ρουμελιώτικο σώμα που εκστράτευσε στην Πελοπόννησο, με σκοπό να βοηθήσει τους «κυβερνητικούς» στη διαμάχη τους με τους «αντικυβερνητικούς» (δεύτερος εμφύλιος πόλεμος). Ο Καραϊσκάκης θα λάβει μέρος στο πλιάτσικο στην περιοχή των Καλαβρύτων, που αποτελεί μία από τις ατυχέστερες στιγμές του ήρωα στην επανάσταση του ‘21. Στις 7 Απριλίου του 1825 συμμετέχει χωρίς ηγετικό ρόλο στη μάχη στο Κρεμμύδι, όπου οι Έλληνες αντιμετώπισαν για πρώτη φορά το στρατό του Ιμπραήμ και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Η επανάσταση κινδυνεύει και η κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, για να αναζωπυρώσει τις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Τον Μάιο του 1825 φθάνει στο Δίστομο και αποτρέπει την κατάληψη του χωριού από τους Τούρκους της Άμφισσας.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βοηθήσει τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου με κινήσεις αντιπερισπασμού, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την καταστολή της επανάστασης στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Καραϊσκάκης θα μεταβεί στο Ναύπλιο και θα ζητήσει από την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση για να απελευθερώσει τη Στερεά Ελλάδα.

Τον Ιούλιο του 1826 διορίζεται αρχιστράτηγος της Ρούμελης, με πλήρη δικαιοδοσία. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να ανακουφίσει τους πολιορκημένους της Ακρόπολης της Αθήνας. Στις 6 Αυγούστου νικά τους Τούρκους στο Χαϊδάρι και θα επαναλάβει τη νίκη του δύο ημέρες αργότερα.

Παρότι σοβαρά άρρωστος, θα επιχειρήσει εκστρατεία προς τη Δόμβραινα τον Οκτώβριο για να αποκόψει τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη. Θα εκκαθαρίσει την περιοχή και στις 24 Νοεμβρίου του 1826 θα σημειώσει μεγαλειώδη νίκη επί των Τούρκων στην Αράχωβα, σε μία πολυήμερη μάχη, που θα αναδείξει τις στρατηγικές του ικανότητες. Για τους κατακτητές ήταν η δεύτερη μεγάλη καταστροφή μετά τα Δερβενάκια.

Μετά τη διασφάλιση της κεντρικής Στερεάς Ελλάδας επιστρέφει στην Αττική για να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή, που συνεχίζει την πολιορκία της Ακρόπολης (28 Φεβρουαρίου 1827). Θα σημειώσει δύο σπουδαίες νίκες, στο Κερατσίνι (4 Μαρτίου) και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (13 Απριλίου).

Στις 21 Απριλίου του 1827 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο για να αντιμετωπίσουν σε μία ακόμη μάχη τον Κιουταχή. Την αρχιστρατηγία είχαν αναλάβει οι άγγλοι φιλέλληνες Ριχάρδος Τσορτς και ο Τόμας Κόχραν, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Ο Καραϊσκάκης είχε διαφωνήσει με το σχέδιο της κατά μέτωπον επίθεσης και είχε αποσυρθεί στη σκηνή του άρρωστος.

Την επομένη κάποιοι έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν χωρίς διαταγή κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή. Για να μη γενικευθεί η σύγκρουση, ο Καραϊσκάκης βγήκε από τη σκηνή του και κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής γύρω στις 4 το απόγευμα. Μία σφαίρα, όμως, τον βρήκε στο υπογάστριο και τον τραυμάτισε σοβαρά. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, ο Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο θάνατος του Καραϊσκάκη οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, είτε του μεγάλου αντιπάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.

Την επομένη, οι Έλληνες με πεσμένο ηθικό και κακή στρατηγική, υπέστησαν συντριπτική ήττα στη Μάχη του Αναλάτου από τον Κιουταχή, ο οποίος πολύ γρήγορα κατέστειλε την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα.

Το έθνος θρήνησε το χαμό του ήρωα. Και δικαίως, διότι η απώλειά του υπήρξε ανεπανόρθωτη. Ο Καραϊσκάκης ήταν αδύνατος, φιλάσθενος (έπασχε από φυματίωση), μέτριος το ανάστημα, ιδιαίτερα νευρικός, οξύθυμος, βωμολόχος και υβριστής. Αλλά είχε χαλύβδινη θέληση, δύναμη σκέψης και κριτικής και ιδιαίτερη ικανότητα στην ταχύτατη λήψη αποφάσεων και εκτέλεση αυτών. Με μία λέξη, ήταν ηγέτης. Άλλο ζήτημα αν, όπως έλεγε ο ίδιος, ο χαρακτήρας του τον έκανε να είναι άλλοτε άγγελος και άλλοτε διάβολος.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Γεγονότα

 


π.Χ.
334
  Ο Μέγας Αλέξανδρος διαβαίνει τον Ελλήσποντο και αρχίζει την εκστρατεία του στην Ανατολή.

Αλέξανδρος ο Μέγας
356 π.Χ. – 323 π.Χ.

Μακεδόνας στρατηλάτης, από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας.

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 20 ή 21 Ιουλίου του 356 π.Χ στην Πέλλα της Μακεδονίας. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β' και μητέρα του η Ολυμπιάδα, κόρη του βασιλιά της Ηπείρου Νεοπτόλεμου. Από τον πατέρα του ο Αλέξανδρος κληρονόμησε την οξεία αντίληψη, τις οργανωτικές ικανότητες και την ταχύτητα ενεργειών. Και από τη μητέρα του τη φιλοδοξία, την υπερηφάνεια και την ισχυρή θέληση.

Στα παιδικά του χρόνια εκπαιδεύτηκε από τους παιδαγωγούς Λεωνίδα το Μολοσσό και Λυσίμαχο τον Ακαρνάνα. Σε ηλικία 13 ετών μαθήτευσε κοντά στον Αριστοτέλη. Ο μεγάλος φιλόσοφος τον μόρφωσε με τα ελληνικά ιδεώδη και του ενέπνευσε τον θαυμασμό και την αγάπη για το ελληνικό πνεύμα και πολιτισμό. Στον Αριστοτέλη έδειχνε πάντα σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Έλεγε πως τον πατέρα του χρωστάει “το ζην” και στο δάσκαλό του το “ευ ζην”.

Από τον πατέρα του έλαβε σπουδαία μαθήματα πολιτικής και στρατηγικής. Πάντοτε βρισκόταν κοντά του, όταν εκείνος συζητούσε με ξένους πρεσβευτές και απεσταλμένους. Τον ακολουθούσε στις εκστρατείες, όπου έπαιρνε μαθήματα στρατιωτικής τέχνης. Έτσι, από πολύ νωρίς απέκτησε πολιτική και στρατιωτική ωριμότητα. Σε ηλικία 16 ετών, ως αντικαταστάτης του πατέρα του, που έλειπε σε εκστρατεία, κατέπνιξε την επανάσταση της θρακικής φυλής των Μαίδων, ενώ σε ηλικία 18 ετών, στη Μάχη της Χαιρώνειας (2 Αυγούστου 338 π.Χ.) ήταν διοικητής στρατιωτικού σώματος και διακρίθηκε για τις πολεμικές του αρετές.

Σε ηλικία 20 ετών έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας, μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 336 π.Χ. Από πολύ νωρίς αντιμετώπισε οργανωμένες συνωμοσίες εναντίον του, τις οποίες διέλυσε με αστραπιαία ταχύτητα. Με την ίδια αστραπιαία ταχύτητα και αποφασιστικότητα εξεστράτευσε εναντίον των πόλεων της Νότιας Ελλάδας, οι οποίες μόλις έμαθαν το θάνατο του Φιλίππου επαναστάτησαν. Μόλις, όμως, πληροφορήθηκαν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου εναντίον τους, έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή και σε συνέδριο, που έγινε στην Κόρινθο, τον ανακήρυξαν Ηγεμόνα της Ελλάδας, όπως και νωρίτερα τον πατέρα του και αρχιστράτηγο στην επικείμενη εκστρατεία κατά των Περσών.

Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος γύρισε στη Μακεδονία. Για να απαλλάξει το βασίλειό του από κάθε κίνδυνο, προτού εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, εκστράτευσε εναντίον των βαρβαρικών φυλών, που κατοικούσαν βόρεια της Μακεδονίας (335 π.Χ.). Νίκησε τις φυλές αυτές, έφθασε ως τον Δούναβη και επέστρεψε στην Πέλλα. Απερίσπαστος πια άρχισε την προετοιμασία για τη μεγάλη εκστρατεία κατά των Περσών. Βρέθηκε, όμως, στην ανάγκη να έλθει για δεύτερη φορά στη Νότιο Ελλάδα, όπου οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι είχαν και πάλι επαναστατήσει. Αφού κατέστειλε την ανταρσία των δύο πόλεων, επέστρεψε στη Μακεδονία και συμπλήρωσε τις ετοιμασίες του για την εκστρατεία κατά της Περσίας.

Το πέρασμα του Γρανικού, του Σαρλ Λε Μπρεν

Την άνοιξη του 334 π.Χ, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με 50.000 πεζούς και 6.000 ιππείς, αφού άφησε για επίτροπό του στη Μακεδονία το στρατηγό Αντίπατρο. Προχώρησε από τη Θράκη κι έφθασε στον Ελλήσποντο. Εκεί τον περίμενε ο στόλος του, που τον αποτελούσαν 120 πολεμικά και πολλά άλλα βοηθητικά πλοία. Πέρασε στην Τροία, όπου επισκέφθηκε τον τάφο του Αχιλλέα, προσευχήθηκε κι έκανε θυσίες.

Στις όχθες του Γρανικού ποταμού είχε συγκεντρωθεί ο περσικός στρατός, έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον Αλέξανδρο. Στον Γρανικό έγινε η πρώτη μάχη μεταξύ των Μακεδόνων και των Περσών (22 Μαΐου 334 π.Χ.). Ο Αλέξανδρος οδηγούσε ο ίδιος το στρατό του και πολέμησε ο ίδιος στήθος προς στήθος με τους γενναιότερους πολεμιστές των Περσών. Κινδύνευσε, μάλιστα, σοβαρά. Οι Πέρσες, τελικά, δεν κατόρθωσαν ν’ αναχαιτίσουν την ορμή των Μακεδόνων, εγκατέλειψαν τον αγώνα και υποχώρησαν άτακτα.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλέξανδρος προχώρησε νότια και απελευθέρωσε τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Τον χειμώνα του 334 π.Χ. έφθασε στην πόλη Γόρδιο στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού, όπου αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει. Εκεί, στο βασιλικό ανάκτορο, υπήρχε ο περίφημος Γόρδιος Δεσμός. Η παράδοση έλεγε πως όποιος τον έλυνε θα κυρίευε την Ασία. Ο Αλέξανδρος απλά τον έκοψε με το σπαθί του.

Την άνοιξη του 333 π.Χ, βάδισε προς τα νότια, πέρασε το όρος Ταύρος και μπήκε στην Κιλικία. Κυρίευσε την πόλη Ταρσό και σταμάτησε εκεί για ν’ αναπαυθεί ο στρατός του. Ύστερα από ένα λουτρό στα κρύα νερά του ποταμού Κύδνου, ο Αλέξανδρος αρρώστησε, αλλά γρήγορα έγινε καλά και συνέχισε την πορεία του προς τη Συρία. Συνάντησε τότε για δεύτερη φορά τον περσικό στρατό από 500.000 μαχητές κι έδωσε μάχη κοντά στην πόλη Ισσό της Κιλικίας (12 Νοεμβρίου 333 π.Χ.). Οι Πέρσες υπέστησαν πανωλεθρία και διαλύθηκαν. Ο βασιλιάς Δαρείος κινδύνευσε και γλίτωσε μόνο με τη φυγή του. Στην Ισσό ο Αλέξανδρος κυρίευσε πλούσια λάφυρα και αιχμαλώτισε την οικογένεια του Δαρείου, αλλά της φέρθηκε μεγαλόψυχα.

Ο Αλέξανδρος, αντί να συνεχίσει την καταδίωξη του Δαρείου, προχώρησε νότια, για να γίνει κύριος όλων των παραλίων της Μεσογείου και να εξουδετερώσει κάθε απειλή του περσικού στόλου. Κατέλαβε, κατά σειρά, τη Φοινίκη, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Επισκέφθηκε στην έρημο το μαντείο του Άμμωνος Διός, όπου οι ιερείς τον χαιρέτισαν ως τον νέο Δία. Στις ακτές της Αιγύπτου, κοντά στις εκβολές του Νείλου και σε θέση κατάλληλη για την ανάπτυξη του εμπορίου, όρισε να χτιστεί η Αλεξάνδρεια. Ο ίδιος χάραξε τα τείχη και τους δρόμους της.

Επιστρέφοντας από την Αίγυπτο στην Ασία συνάντησε στα Γαυγάμηλα, πέρα από τον Τίγρη ποταμό, νέο πολυάριθμο περσικό στρατό και τον νίκησε (1 Οκτωβρίου 331 π.Χ). Ο Δαρείος σώθηκε και πάλι, αλλά δολοφονήθηκε από τον σατράπη της Βακτριανής Βήσσο. Ο περσικός στρατός καταστράφηκε, οι σπουδαιότερες πόλεις της Περσίας - Βαβυλώνα, Σούσα και Περσέπολη, όπου το ανάκτορο του Δαρείου- παραδόθηκαν στον Αλέξανδρο και ολόκληρη η Περσία κατακτήθηκε.

Ψηφιδωτό στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης

Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν σταμάτησε στην Περσία. Προχώρησε προς τα ανατολικά για να υποτάξει τις φυλές που κατοικούσαν εκεί και ν' απαλλάξει έτσι το μεγάλο του βασίλειο από μελλοντικό κίνδυνο. Πέρασε τη Σογδιανή και τη Βακτριανή και το 327 π.Χ. μπήκε στις Ινδίες, όπου νίκησε τον βασιλιά Πώρο. Οι στρατιώτες του, όμως, κουράστηκαν και αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Αναγκάσθηκε τότε να ανακόψει την επική πορεία του προς Ανατολάς. Ένα μέρος του στρατού το έστειλε με πλοία στην Περσία, με επικεφαλής τον ναύαρχο Νέαρχο. Αυτός με το υπόλοιπο στράτευμα πέρασε την έρημο Γεδρωσία, όπου χάθηκαν πολλοί στρατιώτες του από την πείνα και τη δίψα, και επέστρεψε στα Σούσα.

Άρχισε τότε να σκέφτεται την οργάνωση της επικράτειάς του. Μελετώντας τον τρόπο της ζωής των Περσών και τον τρόπο της διοικήσεώς τους, έβγαλε το συμπέρασμα πως για να διατηρηθεί το αχανές κράτος που δημιούργησε έπρεπε να συμφιλιώσει τους Πέρσες ευγενείς με τους Έλληνες. Φαντάστηκε τον εαυτό του σαν ελληνοπέρση βασιλιά και μιμήθηκε την ενδυμασία και γενικά τον τρόπο ζωής τους. Παντρεύτηκε την κόρη του Δαρείου Στάτειρα και την ανιψιά της Παρυσάτιδα (324 π.Χ.), ενώ παρακίνησε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να παντρευτούν κι αυτοί Περσίδες. Νωρίτερα (327 π.Χ.) είχε παντρευτεί τη Ρωξάνη, κόρη τοπικού ηγεμόνα της Βακτριανής, παρά την αντίδραση των στρατηγών του. Η Ρωξάνη τού χάρισε και τον μοναδικό του απόγονο, τον Αλέξανδρο Δ', ο οποίος γεννήθηκε δύο μήνες μετά το θάνατο του στρατηλάτη και σκοτώθηκε σε ηλικία 12 ετών με διαταγή του Κάσσανδρου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου και σφετεριστή του θρόνου της Μακεδονίας.

Στους Μακεδόνες δεν άρεσε η αλλαγή αυτή του Αλέξανδρου. Μερικοί από τους στρατηγούς του, μάλιστα, οργάνωσαν εναντίον του συνωμοσίες, τις οποίες ο Αλέξανδρος ανακάλυψε και τιμώρησε σκληρά τους πρωταίτιους. Οι πολλές διοικητικές φροντίδες, οι κόποι και τελευταία ο θάνατος του πιο στενού του φίλου, Ηφαιστίωνα, του έφθειραν την υγεία. Ο Αλέξανδρος αρρώστησε βαριά και στις 10 ή 11 Ιουνίου του 323 π.Χ. άφησε την τελευταία του πνοή στη Βαβυλώνα, σε ηλικία μόλις 32 ετών.

Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το απέραντο κράτος του διαμοιράστηκε μεταξύ των στρατηγών του, που επί πολλά χρόνια διαφωνούσαν για τη διανομή. Δεν χάθηκε, όμως, το εκπολιτιστικό έργο του. Οι κατακτήσεις του άνοιξαν τα σύνορα μεταξύ του ελληνικού χώρου και της Ανατολής. Η επικοινωνία με τους “βαρβάρους” συνέβαλε στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμός στις χώρες της Ασίας και της Αιγύπτου. Η ελληνική γλώσσα έγινε διεθνής. Τα ελληνική ήθη πέρασαν σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Ανέτειλε ο πολιτισμός της λεγόμενης “Ελληνιστικής Εποχής”, που αποτελεί μία νέα λάμψη του ελληνικού πνεύματος. Δικαιολογημένα, η ιστορία ανακήρυξε τον Αλέξανδρο “Μέγα” για το γιγάντιο έργο του.

μ.Χ.

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ διευθύνει την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν στη Δρέσδη. Μεταξύ των ακροατών βρίσκεται και ο πάπας του Αναρχισμού Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος συγχαίροντας τον μαέστρο Βάγκνερ μετά τη συναυλία, του λέει: «Ακόμα και αν όλα τα πράγματα καταστραφούν στο μέλλον, αυτό το έργο τέχνης πρέπει να μείνει ανέπαφο, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής μας».
Στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ ξεκινάει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στην αγγλική κυριαρχία.
Πρωταπριλιάτικη φάρσα στην Αγγλία, που θα αφήσει εποχή. Ο παρουσιαστής ειδήσεων του BBC Ρίτσαρντ Ντίμπλεμπι παρουσιάζει οπτικοποιημένο ρεπορτάζ για την ανοιξιάτική συγκομιδή σπαγγέτι στην Ιταλία και γίνεται πιστευτός!
Η πορτογαλική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δια του υπουργού Εξωτερικών, Ζοάο Πινέιρο, προτείνει συμβιβασμό με αποδοχή από την πλευρά της Ελλάδας μιας σύνθετης ονομασίας για το κράτος των Σκοπίων, με επικρατέστερη ονομασία «Νοβοματσεντόνια» (Νέα Μακεδονία). Πρόκειται για το λεγόμενο «Πακέτο Πινέιρο», που προκαλεί διάσταση στις σχέσεις Σαμαρά - Μητσοτάκη.

Γεννήσεις

 

 


μ.Χ.
  Ζαν-Αντέλμ Μπριγιά-Σαβαρέν, γάλλος δικηγόρος, δικαστικός, πολιτικός και συγγραφέας του περίφημου οκτάτομου βιβλίου περί γαστρονομίας «Η φυσιολογία της γεύσης» («Physiologie du Goût»). (Θαν. 5/5/1789)

Ζαν-Αντέλμ Μπριγιά-Σαβαρέν
1755 – 1826

Γάλλος δικηγόρος, δικαστικός, πολιτικός και συγγραφέας του περίφημου οκτάτομου βιβλίου περί γαστρονομίας Η φυσιολογία της γεύσης (Physiologie du Goût).

O Ζαν-Αντέλμ Μπριγιά-Σαβαρέν (Jean-Anthelme Brillat-Savarin) γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1755 στο Μπελέ της Ανατολικής Γαλλίας. Σπούδασε νομικά, χημεία και ιατρική, αλλά ακολούθησε το επάγγελμα του δικηγόρου, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση.

Υπήρξε αντιπρόσωπος της Τρίτης Τάξης (αστοί, μικροαστοί και αγρότες) στη Γενική Συνέλευση των Τάξεων, που συγκλήθηκε στις 5 Μαΐου 1789 και προετοίμασε τη Γαλλική Επανάσταση. Στη συνέχεια επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου εκλέχθηκε δήμαρχος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της Τρομοκρατίας (1793-1794) υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και διέφυγε στην Ελβετία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1797 επί Διευθυντηρίου και διορίστηκε δικαστής του ανωτάτου δικαστηρίου, στο οποίο παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του.

Από το επώνυμό του πήραν το όνομά τους το τυρί «Μπριγιά-Σαβαρέν» και το κέικ «Γκατό Σαβαρέν» ή «Μπαμπάς με Ρούμι» στα ελληνικά.

Ο Μπριγιά-Σαβαρέν δημοσίευσε πολλές μελέτες νομικού και οικονομικού περιεχομένου, αλλά έμεινε στην ιστορία για το οκτάτομο έργο του «Η Φυσιολογία της Γεύσης ή στοχασμός περί της υψηλής γαστρονομίας, έργο θεωρητικό, ιστορικό και για καθημερινή χρήση, αφιερωμένο στους καλοφαγάδες των Παρισίων, από ένα καθηγητή, μέλος πολλών επιστημονικών και λογοτεχνικών εταιρειών» (Physiologie du Goût, ou Méditations de Gastronomie Transcendante; ouvrage théorique, historique et à l'ordre du jour, dédié aux Gastronomes parisiens, par un Professeur, membre de plusieurs sociétés littéraires et savantes), που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1825, δύο μήνες πριν από τον θάνατό του.

Το βιβλίο είναι λιγότερο μία μελέτη της κουζίνας και της μαγειρικής τέχνης και περισσότερο μία πνευματώδης επιτομή διδαγμάτων, ανεκδότων και κάθε είδους παρατηρήσεων, που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις επιτραπέζιες τέρψεις, ενώ σποραδικά παρατίθεται και κάποια συνταγή. Η φιλοσοφία του Επίκουρου είναι παρούσα σε κάθε σελίδα του έργου. Το πιο απλό γεύμα ικανοποιεί τον Μπριγιά-Σαβαρέν, εφόσον φτιάχνεται με τέχνη. Το βιβλίο εκδόθηκε πολλές φορές κατά τον 19ο αιώνα, το 1925 μεταφράστηκε στα Αγγλικά και το 2009 ένα μέρος του στα Ελληνικά («Η γαστρονομία ως καλή τέχνη», εκδόσεις Στοχαστής)

Ο Ζαν-Αντέλμ Μπριγιά-Σαβαρέν πέθανε στο Παρίσι στις 2 Φεβρουαρίου 1826.

Ρήσεις του Μπριγιά-Σαβαρέν

Πες μου τι τρως για να σου πω ποιος είσαι.

Επιδόρπιο χωρίς τυρί είναι σαν μια όμορφη γυναίκα με ένα μάτι.

Μία φορά, σε έναν άνδρα που αγαπούσε το κρασί τού προσέφεραν ένα πιάτο με σταφύλια. «Σας είμαι υπόχρεως», του είπε διώχνοντας από μπροστά του το πιάτο, «αλλά δεν είμαι συνηθισμένος να παίρνω το κρασί μου σε χάπια».

Ότο Φον Μπίσμαρκ, γερμανός πολιτικός, που ένωσε τη Γερμανία και διετέλεσε καγκελάριός της επί 24 χρόνια. (Θαν. 30/7/1898)

 Μαρία Πολυδούρη, ελληνίδα ποιήτρια από την Καλαμάτα, γνωστή και από το δεσμό της με τον ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη. (Θαν. 29/4/1930)

Μαρία Πολυδούρη
1902 – 1930

Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.

Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.

Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.

Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.

Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».


 

Θάνατοι

 


μ.Χ.
 Σκοτ Τζόπλιν, ο αποκαλούμενος και «βασιλιάς του Ragtime», μαύρος αμερικανός συνθέτης. (Γεν. 24/11/1868)

Σκοτ Τζόπλιν
1868 –1917

Αμερικανός συνθέτης και πιανίστας, η κορυφαία προσωπικότητα που ανέδειξε το ραγκτάιμ (ragtime), το πρώτο αυθεντικά αμερικανικό μουσικό είδος, που άκμασε στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ και αποτέλεσε τον πρόδρομο της τζαζ. Έμεινε στην ιστορία της μουσικής, ως ο βασιλιάς του ραγκτάιμ.

Ο Σκοτ Τζόπλιν (Scott Joplin) γεννήθηκε κάπου στο Βορειοδυτικό Τέξας στις 24 Νοεμβρίου 1868 και έζησε τα παιδικά του χρόνια στην πόλη Τεξαρκάνα του Τέξας. Νεώτερες έρευνες αμφισβητούν την ημερομηνία γεννήσεώς του και προκρίνουν το δεύτερο ήμισυ του 1867. Ο Σκοτ ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά του πρώην σκλάβου Τζάιλς Τζόπλιν από τη Βόρεια Καρολίνα και της αφροαμερικανίδας Φλόρενς Γκίβενς από το Κεντάκι. Ο πατέρας του δούλευε ως εργάτης στους σιδηροδρόμους και η μητέρα του ήταν καθαρίστρια. Και οι δύο γονείς του αγαπούσαν τη μουσική κι έτσι σε ηλικία επτά ετών ο νεαρός Σκοτ ξεχώριζε για τις επιδόσεις του στο πιάνο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο Τζάιλς Τζόπλιν εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη για μία άλλη γυναίκα και την ανατροφή των έξι παιδιών της ανέλαβε η Φλόρενς. Σύμφωνα με τους βιογράφους του Τζόπλιν, μία από τις αιτίες του χωρισμού ήταν ότι ο πατέρας του δεν ήθελε να ασχολείται ο γιος του με τη μουσική γιατί αυτό θα τον απομάκρυνε από την εργασία του ως σιδηροδρομικός κι έτσι δεν θα συνεισέφερε στο οικογενειακό εισόδημα, σε αντίθεση με την μητέρα του που τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις σπουδές του στο πιάνο.

Το μουσικό ταλέντο του Τζόπλιν έγινε αντιληπτό από τον Γιούλιους Βάις, έναν γερμανοεβραίο εμιγκρέ μουσικοδιδάσκαλο, ο οποίος τον μύησε στην κλασική και την παραδοσιακή μουσική. Αναγνωρίζοντας την οικονομική στενότητα της οικογένειάς του, τον ανέλαβε δωρεάν και του έμαθε να εκτιμά τη μουσική και ως τέχνη και ως ψυχαγωγία, ενώ βοήθησε τη μητέρα του να του αγοράσει ένα μεταχειρισμένο πιάνο. Ο Τζόπλιν ποτέ δεν ξέχασε τον δάσκαλό του και όταν έγινε διάσημος του έστελνε χρήματα και δώρα μέχρι τον θάνατό του.

Το 1884, ο Σκοτ Τζόπλιν έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως πιανίστας στην Τεξαρκάνα, συνοδεύοντας ένα παιδικό φωνητικό τρίο. Παράλληλα, μάθαινε κιθάρα και μαντολίνο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 εγκαταλείπει την Τεξαρκάνα και τη δουλειά του στους σιδηροδρόμους και αποφασίζει να γίνει επαγγελματίας μουσικός. Αρχίζει μια περιπλάνησή του στον αμερικανικό Νότο, που θα τον οδηγήσει στο Σικάγο το 1893. Στη μεγαλούπολη του Βορρά συνέρρεαν εκατομμύρια κόσμου για την Παγκόσμια Εμπορική Έκθεση, η οποία θα είχε καταλυτική επίδραση στα πολιτιστικά πράγματα των ΗΠΑ και θα συνέβαλε στη μόδα του ραγκτάιμ το 1897.

Το 1894 ο Τζόπλιν μετακομίζει στην πόλη Σεντάλια του Μιζούρι (για πολλούς μελετητές η πόλη στην οποία γεννήθηκε το ραγκτάιμ), όπου άρχισε να διδάσκει πιάνο και να παίζει σε κλαμπ της περιοχής. Μαθητές του ήταν μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα του ραγκτάιμ, όπως οι Άρθουρ Μάρσαλ, Σκοτ Χέιντεν και Μπραν Κάμπελ. Το 1895 άρχισε να εκδίδει τη μουσική του, γεγονός που του απέφερε σημαντικά έσοδα. Παράλληλα, συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στο τοπικό ωδείο, στην αρμονία και τη σύνθεση. Το 1899 ήρθε η στιγμή της αναγνώρισης με την πιανιστική σύνθεση Maple Leaf Rag, που αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του ραγκτάιμ και επέδρασε καθοριστικά στους κατοπινούς συνθέτες του είδους. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Μπελ, συγγενή του μαθητή του Σκοτ Χέιντεν.

Τους πρώτους μήνες του 20ου αιώνα μετακομίζει με την έγκυο σύζυγό του στον Άγιο Λουδοβίκο (St Louis), όπου συνεχίζει να συνθέτει, να δημοσιεύει τη μουσική του και να παίζει τακτικά στα πορνεία και τα μπαρ της πόλης. Την ίδια χρονιά ο γάμος του κλονίζεται ανεπανόρθωτα, εξαιτίας του χαμού της κόρης του, που μετρούσε λίγους μήνες ζωής και της αδιαφορίας της Μπελ για τη μουσική του, με αποτέλεσμα το διαζύγιο να καταστεί αναπόφευκτο. Μετά από λίγο καιρό, η υγεία του άρχισε να χειροτερεύει, εξαιτίας της σύφιλης από την οποία προσβλήθηκε. Το Ιούνιο του 1904 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τη νεαρή Φρέντι Αλεξάντερ, η οποία πέθανε απροσδόκητα μετά από τρεις μήνες.

Τα σοβαρά προσωπικά του προβλήματα δεν ανέστειλαν τη μουσική του δραστηριότητα. Το 1901 συγκρότησε θίασο για να παρουσιάσει την πρώτη του όπερα A Guest of Honour. Κι εδώ τον χτύπησε η ατυχία. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας του θιάσου, κάποιος «σήκωσε» το ταμείο, με αποτέλεσμα ο Τζόπλιν να πέσει έξω. Ακολούθησαν κατασχέσεις από τους καλλιτέχνες του θιάσου και από τους προμηθευτές του. Ανάμεσα στα αντικείμενα που κατασχέθηκαν ήταν και η παρτιτούρα της όπερας, η τύχη της οποίας αγνοείται από το 1903 και πρέπει να θεωρείται οριστικά χαμένη. Την περίοδο αυτή είχε και δύο μεγάλες επιτυχίες με τα κλασικά ραγκτάιμ κομμάτια The Entertainer και The Easy Winners.

To 1907, o Τζόπλιν μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας  χρηματοδότη για μια νέα όπερα. Προσπάθησε να ξεπεράσει τους περιορισμούς του ραγκτάιμ, που τον έκανε διάσημο, αλλά χωρίς επιτυχία. Το 1911 έγραψε μια δεύτερη όπερα με τίτλο Treemonisha, ένα έργο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, που δεν είχε καμία τύχη, καθώς δεν βρήκε χρηματοδότη και ανέβηκε μόνο μία φορά με δικά του έξοδα.

Το 1916 ο Σκοτ Τζόπλιν προσβλήθηκε από γεροντική άνοια, εξαιτίας της σύφιλης από την οποία έπασχε. Τον Ιανουάριο του 1917 κλείσθηκε σε ψυχιατρείο στο Μανχάταν, όπου άφησε την τελευταία του πνοή την 1η Απριλίου 1917, σε ηλικία 49 ετών.

Η μουσική του Σκοτ Τζόπλιν ανακαλύφθηκε ξανά στις αρχές της δεκαετίας του '70, μετά τη μεγάλη επιτυχία της ταινίας του Τζορτζ Ρόι Χιλ Το Κεντρί, το σάουντρακ της οποίας περιείχε πολλά κομμάτια του. Το 1972 ακολούθησε το ανέβασμα της όπερας Treemonisha και το 1975 τιμήθηκε μεταθανατίως με το βραβείο Πούλιτζερ για τη μουσική του.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης καριέρας του έγραψε 44 πρωτότυπες συνθέσεις ραγκτάιμ, ένα μπαλέτο και δύο όπερες. Ο Τζόπλιν θεωρούσε το ραγκτάιμ (ένας συνδυασμός αφροαμερικάνικων και ευρωπαϊκών μουσικών στοιχείων, με κυρίαρχο όργανο το πιάνο) κλάδο της κλασικής μουσικής.

Σίμο Χέιχε, φημισμένος φιλανδός ελεύθερος σκοπευτής, γνωστός και με το παρατσούκλι «λευκός θάνατος», ήρωας του ρωσοφινλανδικού πολέμου του 1939. (Γεν. 17/12/1905)
Εντ Ρόμπερτς, αμερικανός μηχανικός, επιχειρηματίας και γιατρός, που σχεδίασε το 1975 τον πρώτο εμπορικά επιτυχημένο προσωπικό υπολογιστή Altair 8800, ο οποίος αποτέλεσε ουσιαστικά τον προπομπό των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (PC), ενώ υπήρξε και ο πρώτος πελάτης της νεοσύστατης τότε Microsoft των Μπιλ Γκέιτς και Πολ Άλεν. (Γεν. 13/9/1941)

Γεβγένι Γεφτουσένκο
1932 – 2017

Ρώσος ποιητής, που αναδείχθηκε τα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης και με τους στίχους του εξέφρασε τη γενιά της αποσταλινοποίησης.

Ο Γεβγένι Γκάνγκνους γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1932 στην πόλη Ζίμα της Σιβηρίας. Ο πατέρας του Αλεξάντρ Γκάνγκνους ήταν γεωλόγος, όπως και η μητέρα του Ζινάιντα Γεφτουσένκο, το επίθετό της οποίας υιοθέτησε ο ποιητής μετά τον χωρισμό των γονέων του. Και οι δύο παππούδες του, ο ένας στρατηγός του Κόκκινου Στρατού και ο άλλος μαθηματικός, έπεσαν θύματα της σταλινικής τρομοκρατίας.

Ο ποιητής πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Μόσχα και στη γενέτειρά του, όπου οι γονείς του συμμετείχαν σε γεωλογικές έρευνες. Μετά το 1944 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα μαζί με τη μητέρα του, η οποία, χωρισμένη από τον άντρα της, κέρδιζε δύσκολα το ψωμί της, στην αρχή ως τραγουδίστρια και κατόπιν ως υπάλληλος.

Στα 15 του χρόνια αποβλήθηκε από το σχολείο για ανυπακοή κι έπιασε δουλειά σε αποστολές γεωλογικών ερευνών στη Σιβηρία και στην Κεντρικής Ασίας. Μετά την επιστροφή του στη Μόσχα, άρχισε να δημοσιεύει από το 1949 ποιήματα, που είχαν ως θέμα διάφορα επίκαιρα περιστατικά. Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Οι ερευνητές του μέλλοντος» (1952), του άνοιξε τις πόρτες της Ένωσης Συγγραφέων και του Ινστιτούτου Φιλολογίας, στο οποίο σπούδασε για δύο χρόνια.

Επηρεασμένος από τον Μαγιακόφσκι, αντλεί τα θέματά του από την επικαιρότητα και τοποθετείται αυτός ο ίδιος κεντρικός ήρωας του έργου του, έτσι που η λυρική ποίησή του γίνεται κατά κάποιο τρόπο πολιτική στράτευση. Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του, τον ανέδειξε κήρυκα και ήρωα μιας γενιάς με κριτική διάθεση, απέναντι στο σταλινικό παρελθόν.

Οι στίχοι του, που αρχικά απαγγέλλονταν μπροστά σε πυκνό ακροατήριο κατήγγελλαν εν ονόματι των επαναστατικών ιδεωδών την υποκρισία της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Δεν δίστασε να προβάλει καυτά προβλήματα που δίχαζαν την κοινή γνώμη, όπως τα κατάλοιπα του σταλινισμού και τον αντισημιτισμό.

Τόλμησε να διακηρύξει τις αντιρρήσεις του στην «Πρόωρη Αυτοβιογραφία» του που έγραψε σε γαλλική γλώσσα το 1963 και την απηύθυνε στο κοινό τής Δύσης, το οποίο τον θεώρησε ως έναν από τους ηγέτες του φιλελεύθερου κινήματος στη Σοβιετική Ένωση. Εξ αυτού του λόγου, ο ποιητής δέχτηκε δριμύτατη κριτική από τις επίσημες αρχές και αναγκάστηκε να κάνει την αυτοκριτική. Κατόπιν έγινε υμνητής του καθεστώτος και προνομιούχος καλλιτέχνης της ΕΣΣΔ, έως τα χρόνια της πτώσης της.

Υποστήριξε τις μεταρρυθμίσεις του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και το 1989 εκλέχθηκε βουλευτής. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, τάχθηκε κριτικά στο πλευρό του Μπόρις Γέλτσιν και μοίραζε το χρόνο του μεταξύ Μόσχας και ΗΠΑ, διδάσκοντας ποίηση σε διάφορα πανεπιστήμια.

Στην προσωπική του ζωή ήταν από τους πιο γνωστούς γυναικοκατακτητές της Μόσχας. Νυμφεύτηκε τέσσερις φορές και απέκτησε πέντε αγόρια.

Ο Γεβγένι Γεφτουσένκο πέθανε την 1η Απριλίου 2017 στην Τάλσα της πολιτείας Οκλαχόμα των ΗΠΑ, σε ηλικία 84 ετών.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου