Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 25 Μάρ 2018
Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018Σαν Σήμερα... Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Γιορτάζουν:  Εθνεγερσία, Ευάγγελος, Ευαγγελία.

Επέτειοι:  
Διεθνής Ημέρα Αλληλεγγύης για τους Κρατούμενους και Αγνοούμενους Υπαλλήλους του ΟΗΕ
Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα της Δουλείας και του Διατλαντικού Δουλεμπορίου
Διεθνής Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού
Ημέρα Ανάγνωσης Έργων του Τόλκιν

 

Σαν Σήμερα...

25η Μαρτίου και Εθνική Επέτειος

φωτό: Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη (1851)

Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.

Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).

Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.

Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.

Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες.

Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.

Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα. Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία.

Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας.

Γεγονότα

 


μ.Χ.

Ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου

Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική εορτή της χώρας μας στις 15 Μαρτίου 1838, με διάταγμα του βασιλιά Όθωνα, που εκτελούσε παράλληλα και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού εκείνη την περίοδο. Η πρόταση του Γραμματέα της Επικρατείας (Υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Παιδείας, Γεωργίου Γλαράκη (ηγετικού στελέχους του κόμματος των Ναπαίων ή Ρωσικού Κόμματος), έγινε αμέσως δεκτή από τον Όθωνα, που την είδε και ως μία ευκαιρία να αυξήσει τη δημοτικότητά του.

Στο βασιλικό διάταγμα αναφέρεται μεταξύ άλλων:

...Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου είναι λαμπρά και καθ’ αυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του περί της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν εθνικής εορτής.

Ο πρώτος εορτασμός της εθνικής επετείου έγινε λίγες ημέρες αργότερα, σύμφωνα με το πρόγραμμα που κυκλοφόρησε στις 18 Μαρτίου. Οι 21 κανονιοβολισμοί το σούρουπο της παραμονής ήταν το προανάκρουσμα. Με την ανατολή του ήλιου ρίφθηκαν εκ νέου 21 κανονιοβολισμοί, ενώ μία μπάντα, που γυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας, υπενθύμιζε στους κατοίκους της πρωτεύουσας τη μεγάλη ημέρα.

Στις 8 το πρωί, στρατιωτικά τμήματα παρατάχθηκαν στους δρόμους μεταξύ των Ανακτόρων (σημερινό Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, επί της πλατείας Κλαυθμώνος) και της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης (επί της οδού Αιόλου), όπου θα τελούνταν η επίσημη δοξολογία. Μία ώρα αργότερα, ο Όθωνας και η Αμαλία, ντυμένοι με παραδοσιακές ενδυμασίες, έφθασαν με άμαξα στον καθεδρικό ναό της Αθήνας, επευφημούμενοι από το πλήθος, που είχε συρρεύσει από κάθε γωνιά της Αττικής. Στη δοξολογία παρέστησαν οι αρχές της πόλης, εκπρόσωποι των συντεχνιών και μέλη του διπλωματικού σώματος. Το τέλος της δοξολογίας σήμαναν 21 κανονιοβολισμοί και οι βασιλείς υπό τις συνεχείς επευφημίες του πλήθους πήραν το δρόμο της επιστροφής για το παλάτι.

Το ραντεβού του κόσμου δόθηκε στην Πλατεία του Παλατιού, όπου ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα τρόπαιο και γύρω του στήθηκε ένα τρικούβερτο γλέντι μέχρι πρωίας, όπως έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής.

Την παράσταση έκλεψε μία ηλικιωμένη κυρία, ονόματι Λέκκα, η οποία θέλησε να σύρει πρώτη το χορό «Σταματήσατε, παιδιά μου, εις εμέ ανήκει ν’ αρχίσω τον χορό, διότι εις αυτό το έδαφος πρόσφερα δύω ανδρείους αδελφούς και τον μοναχόν υιό μου». Της επετράπη να σύρει το χορό, παρότι γυναίκα, «και με δάκρυα στα όμματα συνεχόρευε και συναγάλλετο με τους Έλληνας» (προφανώς ήταν Αρβανίτισσα). Η εικόνα αυτή έκανε μεγάλη εντύπωση στην παρευρισκόμενη γερμανίδα Γιούλια φον Νόρντενπφλιχτ (κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας), η οποία δεν δίστασε να την παρομοιάσει με αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Όλη την ημέρα η Αθήνα ήταν ένα πανηγύρι, σύμφωνα με τον Τύπο. Το βράδυ φωταγωγήθηκαν με φανούς η Ακρόπολη, τα δημόσια κτίρια, αλλά και πολλά σπίτια. Μεγάλη εντύπωση στους Αθηναίους έκανε ο σχηματισμός ενός μεγάλου φωτεινού σταυρού σε μια πλευρά του Λυκαβηττού.

Τελούνται στην Αθήνα τα εγκαίνια του μεγαλύτερου νοσοκομείου των Βαλκανίων, του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» (γνωστού σήμερα ως «Ευαγγελισμός»), παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’, της βασίλισσας Όλγας, σύσσωμης της Βουλής, των Αρχών των Αθηνών και πλήθους κόσμου. Ο πρώτος ασθενής θα εισαχθεί στις 13 Απριλίου.

Το Αναγκαστικό Δάνειο του 1922

Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.

Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.

Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.

Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».

Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.

Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.

Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.

Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.

Ανήμερα της εθνικής επετείου ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη ο αθλητικός σύλλογος Άρης, από διαφωνούντα μέλη του Ηρακλή.
Γίνονται από την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακοπούλου τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, στην πλατεία μπροστά στα παλιά Ανάκτορα της σημερινής Βουλής.
Υπογράφεται στη Ρώμη η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΟΚ), νυν Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
  Παλαιών Πατρών Γερμανός, κατά κόσμον Γεώργιος Κόζης, ο μητροπολίτης που ύψωσε το λάβαρο της Ελληνικής Επανάστασης. (Θαν. 30/5/1826)

Παλαιών Πατρών Γερμανός
1771 – 1826

Μητροπολίτης της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ‘21. Είναι το πρόσωπο που συμβολίζει κατά παράδοση την επίσημη έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κόζης ή Κόζιας ή Γκόζιας ή Κοντζιάς ή Γκοζάς ή Κοτζάς ή Γκοζιόπουλος (υπάρχει ασυμφωνία για την ακριβή αναγραφή του επιθέτου του) γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας στις 25 Μαρτίου 1771, την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο πατέρας του Ιωάννης (συχνά υπέγραφε ως Ιωάννης Δημητρίου) ήταν χρυσοχόος και η μητέρα του Κανέλλα Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου ασχολείτο με τα του οίκου, αφού είχε να αναθρέψει και πέντε παιδιά (δύο αγόρια και τρία κορίτσια).

Αρχικά φοίτησε στην ονομαστή σχολή της ιδιαίτερης πατρίδας του με δάσκαλο τον Αγάπιο Παπαντωνόπουλο και κατόπιν στο Άργος με δάσκαλο τον συμπατριώτη του Αγάπιο Λεονάρδο. Και οι δυο τους ήταν ονομαστοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβος εκτίμησε τις ικανότητές του νεαρού Γεωργίου και αφού τον προσέλαβε πρώτα ως γραμματέα του, στη συνέχεια τον χειροτόνησε διάκονο με το όνομα Γερμανός.

Στις αρχές του 1797 μετέβη στη Σμύρνη κι έγινε διάκονος του συμπατριώτη του μητροπολίτη Γρηγορίου, του μετέπειτα εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Όταν ο Γρηγόριος έγινε Πατριάρχης τον Μάιο του 1797, τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ.

Τον Μάρτιο του 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Παλαιών Πατρών (ως Νέαι Πάτραι λογιζόταν το Πατρατζίκι, σημερινή Υπάτη) και τον Μάιο του ίδιου χρόνου γύρισε στην Πελοπόννησο, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Στα προεπαναστατικά χρόνια ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την παιδεία της πατρίδας του και κυρίως για τη σχολή της Δημητσάνας.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα (Αντώνιος Πρωτόπαππας το πραγματικό του όνομα), καταγόμενο από τη γειτονική Στεμνίτσα, και από τότε αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Με τη σειρά του, ο Γερμανός μύησε στη Φιλική Εταιρεία αρκετούς μητροπολίτες, κληρικούς και οπλαρχηγούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του διατηρούσε στενές σχέσεις με τους επίσης Φιλικούς Ιωάννη Βλασόπουλο και Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, που εκπροσωπούσαν τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή, ο πρώτος ως πρόξενος στην Πάτρα και ο δεύτερος ως γραμματέας του.

Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26-30 Ιανουαρίου 1821) για την έναρξη της επανάστασης, ο Γερμανός διατύπωσε επιφυλάξεις για τη δυνατότητα άμεσης επαναστατικής δράσης και ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα, που επιδίωκε την άμεση έναρξη του αγώνα. Μάλιστα, σε μία σπάνια έκρηξη οργής, τον αποκάλεσε «επιπόλαιον και εξωλέστατον». Από τα «Απομνημονεύματά» του προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων, είχε προτείνει «να αποσταλώσιν άνθρωποι εις την Ρωσσίαν και εις άλλα μέρη, δια να πληροφορηθώσιν αν τω όντι η Ρωσσία έχη απόφασιν τοιαύτην περί τής ελευθερίας των Ελλήνων, και ποία η διάθεσις των άλλων δυνάμεων της Ευρώπης και ούτως οδηγηθέντες (οι Έλληνες) να επιχειρισθώσι το πράγμα ασφαλέστερον και τακτικώτερον».

Στα μέσα Μαρτίου βρισκόταν στα Νεζερά (ονομασία ορεινών χωριών, που βρίσκονται στις πλαγιές του Ερύμανθου και στους νότιους πρόποδες του Παναχαϊκού), όταν έλαβε γράμμα από τον Νικόλαο Λόντο και τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο να σπεύσει στην Πάτρα, επειδή «κινδυνεύει όλη η πόλις», από τους Τούρκους. Στις 22 Μαρτίου 1821 βρέθηκε στην Πάτρα, όπου στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών. Ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία του φρουρίου των Πατρών, όπου είχαν κλειστεί οι Τούρκοι, ο Γερμανός απηύθυνε έγγραφο προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν στην πόλη, στο οποίο, αφού τόνιζε ότι «απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν’ αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν», ζητούσε «την εύνοιαν και την προστασίαν» του κράτους τους.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1821, βρέθηκε στη Ζαράκοβα (σημερινό Μαίναλο Αρκαδίας), όπου προσπάθησε να συμφιλιώσει τους προκρίτους με τον Δημήτριο Υψηλάντη, όταν δημιουργήθηκε κρίση στις σχέσεις τους εξαιτίας διαφωνιών για την πολιτική οργάνωση του Αγώνα. Έλαβε ενεργό μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822) και με εντολή της έφυγε για την Ιταλία στις 26 Οκτωβρίου 1822 με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, με σκοπό του να επιτύχουν την ηθική και υλική συνδρομή του Πάπα στην ελληνική υπόθεση.

Στην Ιταλία έμεινε ως τον Ιούνιο του 1824, δεν μπόρεσε όμως να συναντήσει τον Πάπα, διότι από την Αγκώνα (Ανκόνα), όπου είχε φθάσει, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του στη Ρώμη, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Επισκέφθηκε, πάντως, σημαντικές πόλεις της Ιταλίας, όπως τη Βολωνία (Μπολόνια) και τη Φαέντσα, όπου συναντήθηκε με επιφανείς Έλληνες της διασποράς για τους σκοπούς της Επανάστασης, ενώ κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη δανείου.

Αποκαρδιωμένος από την αποτυχία των επαφών του στην Ιταλία, επέστρεψε στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο του 1824, σε μία περίοδο που οι εμφύλιες συγκρούσεις βρίσκονταν στην οξύτερη φάση τους και διαγραφόταν η απειλή ένοπλης σύγκρουσης. Με γράμμα του προς τον πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Γεώργιο Κουντουριώτη προσπάθησε και πάλι να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις, παρά την απογοήτευσή του για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και την πικρία του για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί από τον Γιάννη Γκούρα. Tο 1826, όμως, εκλέχθηκε μέλος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο και διηύθυνε ως πρόεδρος τις εργασίες της (6-16 Απριλίου), που διαλύθηκαν πρόωρα, λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου.

Ο Γερμανός, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, απεδήμησεν εις Κύριον στις 30 Μαΐου 1826, στο Ναύπλιο, ύστερα από ολιγοήμερη λοιμώδη ασθένεια. Τα «Απομνημονεύματα», που κατέλιπε, πολύτιμα για τα πρώτα χρόνια του Αγώνα, αναφέρονται στα γεγονότα ως το τέλος του 1822 και διακρίνονται για τη νηφαλιότητα του συντάκτη τους, που σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις τον εγκαταλείπει.

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και η ιστορία του

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ένα ταφικό μνημείο για τους αφανείς πεσόντες των πολεμικών αγώνων του έθνους. Βρίσκεται κάτω από την κεντρική είσοδο του κτιρίου της Βουλής των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και φυλάσσεται τιμητικά επί εικοσιτετραώρου βάσεως από τους άνδρες της Προεδρικής Φρουράς.

Η ιδέα ενός μνημείου για τους νεκρούς των πολέμων, που δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρισθούν, ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Χαρίτωνα.

Στα νεώτερα χρόνια μνημείο για τους άταφους πεσόντες της Επανάστασης του ‘21 αποφάσισε να ιδρύσει πρώτη φορά στην Ελλάδα ο δήμος Ερμούπολης Σύρου στις 16 Ιανουαρίου 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1880 σε σχέδια του γλύπτη Γεωργίου Βιτάλη. Το Μνημείο του Άταφου Αγωνιστή βρίσκεται στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

Η σκέψη για την ίδρυση μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη οφείλεται στους Γάλλους και πραγματοποιήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το παράδειγμα της Γαλλίας μιμήθηκαν κι άλλες χώρες.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων, η Ελλάδα αποφάσισε στις αρχές του 1926 την ανέγερση εθνικού μνημείου του «Αγνώστου Στρατιώτου» στην Αθήνα και συγκεκριμένα «εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η πρωτοβουλία ανήκε στον υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκαλο και η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1926 κι έφερε την υπογραφή του υφυπουργού Στρατιωτικών. Κωνσταντίνου Νίδερ. Τον διαγωνισμό κέρδισε στις 9 Οκτωβρίου ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ο οποίος υπέβαλε τη μελέτη του με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ με την επίβλεψη του Λαζαρίδη, έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής εορτής, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εκπροσώπησε ο αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ενώ παρέστησαν εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και ΗΠΑ), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο

Στο τέλος της τελετής, στην οποία συνέρρευσε πλήθος κόσμου, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Το βράδυ τελέστηκε στρατιωτική λαμπαδηφορία, με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών.

Την τιμητική φρούρηση του μνημείου ανέλαβε ο ευζωνικός λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας», ο οποίος μετονομάστηκε σε «Φρουρά του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου», όνομα το οποίο διατήρησε έως τη μεταπολίτευση του 1935. Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’, ο λόχος μετονομάστηκε σε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά την πολιτική αλλαγή («Μεταπολίτευση») του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά».

Το ταφικό μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μνημειακές κλίμακες, που συνδέουν το χώρο του μνημείου με την πρόσοψη των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινής Βουλής), ενώ στον τοίχο που έχει δημιουργηθεί πίσω από τον τάφο υπάρχει ανάγλυφη παράσταση γυμνού οπλίτη με κράνος και ασπίδα, σε ύπτια στάση. Αριστερά και δεξιά τής παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλέους «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

Στον τοίχο που περιβάλλει και από τις τρεις πλευρές το μνημείο είναι στερεωμένες κατά διαστήματα ορειχάλκινες ασπίδες, ενώ στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα κατά ενότητες τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και φονικότερες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού. Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

Μαρία Δεσύλλα - Καποδίστρια, ελληνίδα πολιτικός, η πρώτη γυναίκα εκλεγμένη δήμαρχος στην Ελλάδα. (Θαν. 15/8/1980)
Έλτον Τζον, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ρέτζιναλντ Κένεθ Ντουάιτ, βρετανός τραγουδοποιός.

Θάνατοι

 


μ.Χ.

Τσοπανάκος
1789 – 1825

Τσοπανάκος ήταν το προσωνύμιο του ποιητή Παναγιώτη Κάλλα, που διακρίθηκε με τους εμψυχωτικούς στίχους του κατά την διάρκεια των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Οι λόγιοι της εποχής του τού απέδωσαν τους χαρακτηρισμούς «Ομηρίδιον» λόγω και του μικρού του ύψους και «Τυρταίος της Επανάστασης».

Ο Παναγιώτης Κάλλας γεννήθηκε το 1789 στην Δημητσάνα της Αρκαδίας και ήταν πολύ κοντός, σχεδόν νάνος και καμπούρης. «Το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παππαδόπουλος.

Από μικρός απέκτησε την ευχέρεια στην στιχουργία, σκαρώνοντας σατιρικούς στίχους με τους οποίους ειρωνευόταν τα κακώς κείμενα της πατρίδας του. Καθόταν σε μια γωνιά της Δημητσάνας και τους απήγγειλε μεγαλοφώνως. Εξ αυτού του λόγοι, οι συμπολίτες του τού «κόλλησαν» το παρατσούκλι Τσοπανάκος, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κάλλας, παρακολούθησε μόνο για δύο χρόνια μαθήματα στο Ελληνικό Σχολείο της Δημητσάνας, λόγω προβλημάτων υγείας. Ήταν όμως φιλομαθής και όταν ένιωθε καλά, επέστρεφε στα θρανία.

Με την έκρηξη της Επανάστασης άλλαξε τις χορδές της λύρας του και αντί σατιρικών επιγραμμάτων συνέθετε θούρια που προέτρεπαν τους Έλληνες στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας και υμνούσε τα κατορθώματα του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη του Κανάρη και των άλλων ηρώων της Επανάστασης.

Απ’ όλους τους Τουρκομάχους θαύμαζε και αγαπούσε τον Νικηταρά, και πρώτα σ’ αυτόν διάβαζε τα νέα του ποιήματά. Μια μέρα ο Νικηταράς σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του Τσοπανάκου στην Επανάσταση, τού απέστειλε ως δώρο ένα λάφυρο από την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια το καλοκαίρι του 1822. Ήταν ένα όμορφο άλογο χωρίς ουρά, που θα τού χρησίμευε για να περιέρχεται τα στρατόπεδα έφιππος και να εξάπτει με τους στίχους του το φρόνημα των μαχητών.

Ο Τσοπανάκος, που ήταν πάμπτωχος και μόλις που κατόρθωνε να θρέψει τον εαυτό του, ξαναβρήκε τον σατιρικό του οίστρο και ευχαρίστησε τον Νικηταρά με τους παρακάτω στίχους:

Το δώρο σου Νικηταρά
είν’ άλογο χωρίς ουρά
Ή μου στέλνεις και κριθάρι
ή σου στέλνω το τομάρι.

Ο Νικηταράς τού έστειλε το κριθάρι που ζητούσε και η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέλαβε να τόν συντηρεί. Ο θάνατος του Τσοπανάκου το 1825 ήταν αρκετά πεζός. Καθ’ οδόν προς την Δημητσάνα συνάντησε μια κορομηλιά και αποφάσισε να χορτάσει την πείνα του. Στάθηκε καβάλα στο άλογο κάτω από το δέντρο και άρχισε να καταβροχθίζει λαίμαργα τους καρπούς του. «Αφού η φύσις τον εστέρησε το σώμα, του έδωκε μεν πνεύμα πολύ, αλλά κοιλίαν μικρήν και αδύνατον και δια τούτο μη δυνάμενος να χωνεύση τα κορόμηλα απέθανεν» γράφει ο Φωτάκος στους «Βίους Πελοποννησίων Ανδρών».

Τα πατριώτικά του ποιήματα εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του το 1838 από τον Νικόλαο Παππαδόπουλο με τίτλο «Άσματα Πολεμιστήρια του υπέρ της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Αγώνος». Τα σατιρικά του όμως επιγράμματα χάθηκαν και μόνο κάποια από αυτά διασώθηκαν από στόμα σε στόμα.

Κλοντ Ντεμπισί
1862 – 1918

Ο Γάλλος συνθέτης Κλοντ Ντεμπισί άνοιξε νέους δρόμους στην μουσική, πάνω στους οποίους βάδισαν πολλοί μεταγενέστεροι συνθέτες (Βέμπερν, Μεσιάν, Μπουλέζ κ.α). Ανέπτυξε ένα εξαιρετικά πρωτότυπο σύστημα αρμονίας και μουσικής δομής, εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο τα ιδανικά στα οποία προσέβλεπαν οι ιμπρεσιονιστές και συμβολιστές ζωγράφοι και συγγραφείς της εποχής του. Εξ αυτού του λόγου, οι μουσικολόγοι τόν εντάσσουν στο κίνημα του μουσικού ιμπρεσιονισμού, αν και ο ίδιος απέρριπτε αυτή την προσέγγιση.

Με τον Ντεμπισί τελειώνει ο ο μουσικός ρομαντισμός του 19ου αιώνα και αρχίζει η σύγχρονη μουσική του 20ου αιώνα. Κορυφαία έργα του θεωρούνται το «Φεγγαρόφωτο» («Clair de Lune») από την «Σουίτα Μπεργκαμάσκ» («Suite bergamasque», 1890-1905), το «Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου («Prélude à l'après-midi d'un faune», 1894), η όπερα «Πελλέας και Μελισάνθη» («Pelléas et Mélisande», 1902) και «Η Θάλασσα» («La mer», 1905).

Ο Ασίλ-Κλοντ (Αχιλλέας - Κλαύδιος) Ντεμπισί γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1862, σένα φτωχικό προάστιο του Παρισιού, το Σεν-Ζερμέν-Αν-Λε και ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά του καταστηματάρχη ειδών κεραμικής Μανιέλ-Ασίλ Ντεμπισί και της μοδίστρας Βικτορίν Μανουρί.

Ήδη από τα εννιά του χρόνια έδειξε το χάρισμά του ως πιανίστας με δασκάλα μια αριστοκράτισσα, ονόματι Μαρί Μοτέ ντε λα Φλερβίλ, που ισχυριζόταν ότι ήταν μαθήτρια του Σοπέν. Το 1873, έγινε δεκτός στο Ωδείο τού Παρισιού, όπου φοίτησε για 11 χρόνια. Μελέτησε πιάνο και σύνθεση και το 1884, χρονιά της αποφοίτησής του, κέρδισε μια σπουδαία διάκριση, το Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης με την καντάτα «Ο άσωτος υιός» («L'enfant prodigue»).

Κατά την διάρκεια των σπουδών του βρέθηκε αναπάντεχα υπό την προστασία της πάμπλουτης Ρωσίδας Ναντέζντα φον Μεκ (γνωστή από τις χορηγίες της στον Τσαϊκόφσκι), η οποία τόν προσέλαβε για να παίζει ντουέτο με την ίδια και τα παιδιά της. Μαζί της ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, επισκέφθηκε το Μπαϊρόιτ, γοητεύτηκε από το έργο του Βάγκνερ και κατά την σύντομη παραμονή του στην Ρωσία γνώρισε την μουσική των συνθετών Μουσόργκσκι και Μποροντίν, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν. Κατά την ίδια περίοδο ερωτεύθηκε στο Παρίσι την τραγουδίστρια Μαρί- Μπλανς Βανιέ, την όμορφη νεαρή σύζυγο ενός αρχιτέκτονα, η οποία ενέπνευσε πολλά από τα πρώιμα έργα του.

Η βράβευσή του με το Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης, του έδωσε το δικαίωμα μιας τρίχρονης παραμονής στην περίφημη Βίλα των Μεδίκων στη Ρώμη, όπου απερίσπαστος θα μπορούσε να συνθέτει. Θεωρώντας τη ζωή σ’ αυτό το μεγαλοπρεπές παλάτι βαρετή, δραπέτευσε ύστερα από δύο χρόνια και επέστρεψε στην αγκαλιά της Βανιέ στο Παρίσι.

Το 1889, αποτέλεσε έτος - σταθμό στην μουσική διαδρομή του συνθέτη. Η διεθνής έκθεση των Παρισίων του έδωσε την ευκαιρία να έλθει σε επαφή με την εξωτική μουσική της Άπω Ανατολής και ιδιαίτερα με την μουσική γκαμελάν της Ινδονησίας. Τότε πήρε την απόφαση να απομακρυνθεί από την επιρροή του Βάγκνερ και να χαράξει τον δικό του δρόμο. «Ο Βάγκνερ», είχε πει, «ήταν μία υπέροχη δύση που λαθεμένα θεωρήθηκε ανατολή».

Ύστερα από μια σχετικά μποέμικη ζωή, κατά την διάρκεια της οποίας γνώρισε και συναναστράφηκε με σπουδαία ονόματα της παρισινής καλλιτεχνικής ζωής (Μαλαρμέ, Σατί, Σοσόν, Ροντέν, Λουίς, Μετερλίνκ κ.α), έφτασεη στιγμή της δικής του καλλιτεχνικής αναγνώρισης. Το 1894 παρουσίασε το συμφωνικό ποίημα «Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου», ένα έργο πρωτοποριακό για την εποχή του. Το επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε την όπερα «Πελλέας και Μελισσάνθη», που δημιούργησε αίσθηση, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1902. Ο ίδιος ο Ντεμπισί και ο λιμπρετίστας του Μορίς Μετερλίνκ δήλωσαν πως το δημιούργημά τους ήταν «στοιχειωμένο» από την τρομακτική ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Η πτώση του Οίκου των Άσερ» .

Ο αντίκτυπος των δύο αυτών έργων ήταν μεγάλος και ανέδειξε τον Ντεμπισί ως τον σημαντικότερο Γάλλο συνθέτη των αρχών του 20ού αιώνα. Υπήρξαν όμως και μεγάλες αντιδράσεις από μερίδα κριτικών, που δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν την προωθημένη μουσική του γλώσσα για εκείνη την εποχή. Δημιουργήθηκε τότε ο όρος «Ντεμπισισμός» με θετικό αλλά και αρνητικό πρόσημο.

Το 1899, ύστερα από μια σειρά θυελλωδών ειδυλλίων, ο συνθέτης παντρεύτηκε το μοντέλο Λιλί Τεξιέ, αφού απείλησε να αυτοκτονήσει αν η αγαπημένη του δεν ενέδιδε στην πρότασή του. O γάμος του κατέρρευσε το 1904, όταν γνώρισε την τραγουδίστρια Έμα Μπαρντάκ, σύζυγο πλούσιου τραπεζίτη, την οποία ερωτεύτηκε σφοδρά. Μόλις το έμαθε η Τεξιέ έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά τελικά επέζησε. Το σκάνδαλο ήταν μεγάλο για το Παρίσι εκείνης της εποχής και με δεδομένη την εγκυμοσύνη της Μπαρντάκ, το «παράνομο» ζευγάρι αναζήτησε καταφύγιο στην Αγγλία.

Το 1905, ο Ντεμπισί παρουσίασε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του, το συμφωνικό ποίημα «Η Θάλασσα», εμπνευσμένο από τις ιδέες του Γάλλου ζωγράφου Κλοντ Μονέ. Τον ίδιο χρόνο γεννήθηκε η κόρη του Κλοντ-Εμά, την οποία νομιμοποίησε αργότερα, όταν παντρεύτηκε την Μπαρντάκ. Για την κόρη του, που τήν φώναζε χαϊδευτικά Σουσού έγραψε την σουίτα για πιάνο «Παιδική γωνιά» («Children’s Corner», 1908).

Το 1909, ο Κλοντ Ντεμπισί διαγνώστηκε με καρκίνο στο έντερο και οι πρωτοποριακές για την εποχή εγχειρίσεις στις οποίες υποβλήθηκε απλώς του παρέτειναν την ζωή για μερικά χρόνια. Πέθανε στο στο σπίτι του στο Παρίσι, στις 25 Μαρτίου 1918, την ώρα που η γαλλική πρωτεύουσα βομβαρδιζόταν από το γερμανικό πυροβολικό, κατά την διάρκεια του Α ‘ Παγκοσμίου Πολέμου. Κηδεύτηκε σε ένα έρημο Παρίσι και δεν του αποδόθηκαν οι τιμές που του άρμοζαν.

Σπυρίδων Φιλίσκος Σαμάρας
1861 – 1917

Διακεκριμένος έλληνας μουσουργός, γεννηθείς στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου του 1861.

Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο συντοπίτης του συνθέτης Σπύρος Ξύνδας, από τους γενάρχες της επτανησιακής σχολής. Ακολούθησαν σπουδές στην Αθήνα, στην Ιταλία και τη Γαλλία, με καθηγητές τους σπουδαίους συνθέτες Μασνέ και Ντελίμπ.

Η επιτυχία για τον Σαμάρα έρχεται αρκετά νωρίς, καθώς γίνεται ο πρώτος έλληνας συνθέτης με διεθνή καριέρα. Το 1886 ανεβάζει στο Μιλάνο την όπερα «Φλόρα Μιράμπιλις» και αποθεώνεται από κοινό και κριτικούς, οι οποίοι τον κατατάσσουν μεταξύ των κορυφαίων συνθετών της όπερας.

Στην Ελλάδα η «Flora Mirabilis» παίχθηκε στην Κέρκυρα το 1889 και στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, με θριαμβευτική επιτυχία.

Ακολουθούν τα μελοδράματα «Μάρτυς», «Λιονέλα», «Μετζέ», «Η δαμασθείσα μαινάς», «Δεσποινίς Ντε Μπελ Ιλ», «Ιστορία Έρωτος» και η τρίπρακτη «Ρέα» το 1908, για πολλούς η κορυφαία στιγμή του.

Το συνθετικό έργο του Σπύρου Σαμάρα, εκτός από τις όπερες, περιλαμβάνει οπερέτες και κλασσικά τραγούδια. Μουσικά ανήκει στο κίνημα του βερισμού, που ήκμασε στην Ιταλία στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου.

Στο σύγχρονο κοινό είναι γνωστός για τη μελοποίηση του ποιήματος του Κωστή Παλαμά «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο», που εκτελέσθηκε στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 από Ορχήστρα και Χορωδία 400 ατόμων. Από το 1958 είναι ο επίσημος ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων και ακούγεται στις τελετές έναρξης και λήξης.

Ο Σπύρος Σαμάρας έφυγε από τη ζωή ανήμερα της εθνικής μας επετείου, στις 25 Μαρτίου του 1917, σε ηλικία 56 ετών.

Δισκογραφία

  • «Ρέα» (LYRA), τρίπρακτη όπερα με την Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Σόφιας, υπό τη διεύθυνση του Βύρωνος Φιδετζή.
  • «Ολυμπιακός Ύμνος» (ΜΟΤΙVO), με την Χορωδία Τυπάλδου και το συγκρότημα μουσικής δωματίου «Νικόλαος Μάντζαρος».
Σπύρος Σαμάρης ή Σαμαράς ή Σαμάρας, κερκυραίος μουσουργός, που μελοποίησε τον «Ολυμπιακό Ύμνο» σε ποίηση Κωστή Παλαμά. (Γεν. 17/11/1861)
Αντόνιο Ταμπούκι, ιταλός συγγραφέας. (Γεν. 23/9/1943)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου