Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 02 Απρ 2018
Σαν Σήμερα... Δευτέρα 2 Απριλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Δευτέρα 2 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Δευτέρα 2 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Δευτέρα 2 Απριλίου 2018Σαν Σήμερα... Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

 

 
Ανατολή Ήλιου: 07:06 – Δύση Ήλιου: 19:50

Σαν Σήμερα...

Ο Πόλεμος των Φόκλαντς

φωτο: Η βύθιση της βρετανικής φρεγάτας «Αντιλόπη»

Ο Πόλεμος των Φόκλαντς ξεκίνησε στις 2 Απριλίου 1982 και ολοκληρώθηκε στις 14 Ιουνίου του ίδιου χρόνου. Αντίπαλοι, η Μεγάλη Βρετανία, που κατείχε τα νησιά Φόκλαντς, Νότια Γεωργία και Νότια Σάντουιτς και η Αργεντινή, που τα διεκδικούσε τουλάχιστον από το 1833. Τα Φόκλαντς -Μαλβίνας για τους Αργεντινούς- βρίσκονται στ' ανοιχτά της Αργεντινής και αποτελούν ένα σύμπλεγμα νησιών, με 3.000 κατοίκους και περισσότερους πιγκουΐνους.

Αφορμή για το ξέσπασμα του πολέμου υπήρξε η εμφάνιση 50 αργεντίνων εμπόρων σιδηρομεταλλευμάτων στα νησιά της Νότιας Γεωργίας στις 19 Μαρτίου 1982. Δημιούργησαν μία πρόχειρη εγκατάσταση και ύψωσαν τη σημαία της Αργεντινής, χωρίς να θεωρήσουν τα διαβατήριά τους. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε εχθρική πράξη από τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έξι μέρες αργότερα έστειλε το περιπολικό σκάφος Endurance για να απομακρύνει τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Εμποδίστηκε, όμως, από την κορβέτα Guerrico του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 ο λαός της Αργεντινής βρισκόταν κάτω από την μπότα της Χούντας του στρατηγού Γκαλτιέρι. Το καθεστώς αντιμετώπιζε οξύτατη κοινωνική αναταραχή, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης που συνεχώς χειροτέρευε. Η Χούντα βρήκε τη βολική διέξοδο να φουντώσει το εθνικό συναίσθημα με μία στρατιωτική επιχείρηση στα Φόκλαντς. Αντικειμενικός σκοπός των στρατιωτικών ήταν μία συμβολική κατάληψη των Φόκλαντς, που θα επισήμανε στη διεθνή κοινότητα τα απαράγραπτα δικαιώματά της στα νησιά.

Απόβαση βρετανών κομάντος στη Νότια Γεωργία

Στις 2 Απριλίου 1982 ο στρατηγός Γκαλτιέρι δίνει το πράσινο φως για την εκτέλεση της επιχείρησης. Δύο μέρες αργότερα, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής εισβάλλουν και καταλαμβάνουν τα Φόκλαντς, τα οποία υπερασπίζονταν μια μικρή βρετανική φρουρά υπό τον ταγματάρχη Νόρμαν. Παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό των Βρετανών, που δεν πίστευαν ότι οι Αργεντίνοι θα πραγματοποιούσαν το εγχείρημά τους, η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έδωσε εντολή στους στρατιωτικούς να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα και να ανακαταλάβουν τα νησιά πάση θυσία. Επικεφαλής της βρετανικής αρμάδας τέθηκαν τα αεροπλανοφόρα Αήττητος και Ερμής με τον υποναύαρχο Γούντγουορντ να έχει το γενικό πρόσταγμα.

Το γενικό επιτελείο της Αργεντινής, μετά την αποφασιστική στάση της Βρετανίας, αλλάζει στρατηγική και αντί της συμβολικής κατάληψης επιλέγει τη διατήρηση των νησιών, έπειτα και από λαϊκή απαίτηση. Όμως, η επιχείρηση ήταν άσχημα σχεδιασμένη και η φρουρά στα Φόκλαντς σχετικά μικρή.

Σε διπλωματικό επίπεδο, το Συμβούλιο Ασφαλείας καλεί την Αργεντινή να αποσύρει τις δυνάμεις της από τα Φόκλαντς. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τεράστιο δίλημμα, καθώς και οι δύο εμπόλεμες χώρες είναι σύμμαχοί τους. Το Υπουργικό Συμβούλιο διχάζεται και ο πρόεδρος Ρίγκαν απορεί με την επιμονή τους να υπερασπιστούν «κάτι παγωμένα βράχια εκεί κάτω». Τελικά, οι Αμερικανοί συντάσσονται με τη Μεγάλη Βρετανία, όπως και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ρόλος της Γαλλίας είναι σημαντικός για τους Βρετανούς, καθώς αποτελεί τον κύριο προμηθευτή του στρατιωτικού υλικού της Αργεντινής. Από τη Λατινική Αμερική, οι περισσότερες χώρες εκφράζουν την υποστήριξή τους στην Αργεντινή, με κτυπητή εξαίρεση τη Χιλή του στρατηγού Πινοτσέτ, που έχει συνοριακές διαφορές μαζί της στην Παταγωνία.

HMS Sheffield

Η βρετανική αντεπίθεση ξεκινά στις 25 Απριλίου με την ανακατάληψη της Νότιας Γεωργίας από 75 κομάντος. Την 1η Μαΐου ξεκινά επιχείρηση για την ανακατάληψη των Φόκλαντς με βομβαρδισμό του αεροδρομίου της πρωτεύουσας Στάνλεϊ. Η μάχη μεταφέρεται σε αέρα και θάλασσα. Οι Αργεντινοί χάνουν στις 2 Μαΐου το καταδρομικό Στρατηγός Μπελγκράνο, που βυθίζεται από το υποβρύχιο Conqueror. 323 ναύτες χάνουν τη ζωή τους, που αντιπροσωπεύουν τις μισές απώλειες της Αργεντινής σε έμψυχο δυναμικό. Οι Αργεντινοί απαντούν δύο μέρες αργότερα με τη βύθιση του πολεμικού Sheffield από τους γαλλικούς πυραύλους αέρος - επιφανείας τύπου Εξοσέτ.

Η πολεμική αναμέτρηση φθάνει στο αποκορύφωμά της στις 21 Μαΐου, όταν οι Βρετανοί πραγματοποιούν αμφίβια επιχείρηση για την ανακατάληψη των Φόκλαντς με τη συμμετοχή 4.000 ανδρών, που στην πορεία του χρόνου θα ενισχυθούν με άλλους 5.000. Στις 14 Ιουνίου 1982, οι Βρετανοί εισέρχονται θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα Στάνλεϊ. Η φρουρά των νησιών παραδίδεται και 9.800 Αργεντινοί αιχμαλωτίζονται. Η Γηραιά Αλβιόνα είναι η νικήτρια του πολέμου, έπειτα από 74 μέρες μαχών σε θάλασσα, αέρα και ξηρά.

Οι απώλειες σε έμψυχο δυναμικό δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες για τους δύο αντιπάλους, ώστε ο Πόλεμος των Φόκλαντς να καταγραφεί ως μία από τις μεγάλες συγκρούσεις του 20ου αιώνα. Οι Βρετανοί έχασαν 255 άνδρες και είχαν 746 τραυματίες, ενώ οι Αργεντινοί 649 νεκρούς και 1.068 τραυματίες. 11.313 αργεντίνοι στρατιώτες αιχμαλωτίσθηκαν έναντι ενός μόνο βρετανού. Η επιχείρηση ανακατάληψης των Φόκλαντς στοίχισε στη Μεγάλη Βρετανία 1,6 δισεκατομμύρια λίρες (2,3 δισεκατομμύρια ευρώ), ενώ οι απώλειες σε άψυχο υλικό ανήλθαν σε 6 πλοία, 10 με σοβαρές ζημιές και 34 αεροσκάφη. Το δίδαγμα για τους στρατιωτικούς από τον Πόλεμο των Φόκλαντς ήταν η τρωτότητα των πολεμικών πλοίων από τους πυραύλους, χωρίς συστήματα αυτοπροστασίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, η ήττα των Αργεντινών διόγκωσε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και προκάλεσε την κατάρρευση της Χούντας. Ένα χρόνο μετά, η Δημοκρατία επανήλθε στη χώρα του τάνγκο. Στη Βρετανία, το εθνικό συναίσθημα τονώθηκε και αναβίωσαν τα μεγαλεία του αυτοκρατορικού παρελθόντος. Την κατάσταση εκμεταλλεύτηκε η Μάργκαρετ Θάτσερ, κερδίζοντας άνετα την επανεκλογή της το 1983.

Η Εποχή της Μελισσάνθης

Το έργο

«Η Εποχή της Μελισσάνθης» είναι ο τίτλος ενός κύκλου τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι, μια μουσική αυτοβιογραφία, βασισμένη σε δικά του ποιήματα, που φέρει τον αριθμό 37 στην εργογραφία του συνθέτη.

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε το έργο στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δύο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό μουσικό όργανο το μπουζούκι.

Η «Μελισσάνθη» είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο, με υψηλή ποιητική διάσταση. Στον επίλογο του σημειώματός του, ο Χατζιδάκις αναφέρει: «Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα το χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ’ από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω».

Το θέμα της «Μελισσάνθης» άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται τον Νοέμβριο του 1965, όταν ο Χατζιδάκις γράφει το ποίημα «Μελισσάνθη», που περιλαμβάνεται στην ποιητική του συλλογή «Μυθολογία». Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική και θα τoν απασχολήσει επί μία δεκαετία - περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την «Αμοργό».

«Η Εποχή της Μελισσάνθης» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Απριλίου 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Γ’ Προγράμματος της ΕΡΤ «Πάσχα ’80», με ερμηνευτές τη Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Λέκκα και τον Γιώργο Μιχαλισλή. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε διπλό άλμπουμ από τηLyra, με ερμηνευτές τη Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Λέκκα, τον Γιώργο Μιχαλισλή, τη Χορωδία του Γ’ Προγράμματος υπό τη διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου και την Παιδική Χορωδία «Ροτόντα» Θεσσαλονίκης υπό τον Σωκράτη Τουμπεκτσή.

 

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Ο Μωάμεθ Β’, επικεφαλής 250.000 ανδρών, φτάνει προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης.
Αποφασίζεται στην Ελλάδα η εφαρμογή του οκταώρου τμηματικά, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των διαφόρων εταιριών.
Μαθητές του Γυμνασίου και του Κολεγίου Πάφου, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο και φωνάζοντας το σύνθημα «Ένωσις», έρχονται σε σύγκρουση με ισχυρές αγγλικές δυνάμεις στο Κτήμα.
Η Αργεντινή καταλαμβάνει τις Μαλβίνες Νήσους, που τις θεωρεί δικές της, ενώ τα ίδια νησιά με το όνομα Φόκλαντς ανήκουν στη Μ. Βρετανία. (Πόλεμος των Φόκλαντς)
Βόμβα εκρήγνυνται σε αεροσκάφος της TWA, ενώ πετά πάνω από το Άργος, με αποτέλεσμα τέσσερις επιβάτες να σκοτωθούν και άλλοι πέντε να τραυματιστούν. Τη βόμβα τοποθέτησε η αραβική τρομοκρατική οργάνωση του Αμπού Νιντάλ.
Η Ελλάδα ασκεί βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, κατά την Εαρινή Σύνοδο της Συμμαχίας στο Βουκουρέστι. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ δεν συμφωνούν στην ένταξη της Γεωργίας και της Ουκρανίας.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Καρλομάγνος, αυτοκράτορας των Φράγκων, ένας από τους οραματιστές της Ενωμένης Ευρώπης. (Θαν. 28/1/814)
805
 Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, δανός παραμυθάς. (Θαν. 4/8/1875)

 

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
1805 – 1875

Δανός συγγραφέας και ποιητής, πασίγνωστος σ’ όλο τον κόσμο για τα παραμύθια του. Γιος ενός παπουτσή και μιας πλύστρας, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Hans Christian Andersen) γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1805 στην πόλη Οντένσε. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα 11 του χρόνια και έκανε διάφορες δουλειές για να τα φέρει βόλτα αυτός και η μητέρα του. Το σχολείο ήταν μια πολυτέλεια για τον μικρό Χανς Κρίστιαν.

Το προσωπικό του καταφύγιο, τις όποιες ελεύθερες ώρες είχε, ήταν ένα μικρό κουκλοθέατρο. Έφτιαχνε με τα ίδια του τα χέρια τις κούκλες, τις έντυνε κι έδινε τις δικές του προσωπικές παραστάσεις, με έργα κυρίως του Σαίξπηρ, τα οποία απομνημόνευε με χαρακτηριστική ευκολία.

Η χάρη του αυτή έφτασε στα αυτιά του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 6ου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε προσωπικά για το παράξενο αυτό αγόρι. Τον έστειλε σ’ ένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας, καταβάλλοντας ο ίδιος τα δίδακτρα. Μετά κόπων και βασάνων, ο Χανς Κρίστιαν τελείωσε το Γυμνάσιο σε ηλικία 23 ετών. «Τα χρόνια αυτά ήταν τα πιο πικρά και σκοτεινά της ζωής μου», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. Στη συνέχεια γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Το 1822 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του, που θα περάσει απαρατήρητο. Το 1829 γράφει μια ιστορία φαντασίας με τίτλο «Περίπατος από το κανάλι του Χόλμενς στο ανατολικό σημείο του νησιού Άμαγκερ, που θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Συνεχίζει να γράφει, ποιήματα, θεατρικά έργα, λιμπρέτα για λυρικά έργα, μυθιστορήματα, που γνωρίζουν επιτυχία περισσότερο στη Γερμανία, παρά στην πατρίδα του.

Το 1835 δημοσιεύει τα πρώτα του «Παραμύθια για παιδιά» και μόνο 8 χρόνια αργότερα κερδίζουν την επιδοκιμασία του κόσμου. Θα γράψει συνολικά 168 παραμύθια ως το 1872 με πιο γνωστά, «Τα κόκκινα Παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Το ασχημόπαπο», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», «Το μικρό έλατο», «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Η Τοσοδούλα».

Ενώ τα έργα του Άντερσεν είναι σχεδόν άγνωστα έξω από τη Δανία και τις γειτονικές της χώρες, τα παραμύθια του είναι από τα πιο πολυμεταφρασμένα έργα σ’ όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. Μολονότι βασίζονται σε λαϊκούς θρύλους, τα περισσότερα χαρακτηρίζονται από έναν ηθικό ρεαλισμό, παρά απ’ την ανάγκη εκπλήρωσης μιας επιθυμίας. Οι κακοί δεν είναι δράκοι ή μάγισσες των λαϊκών μυθιστοριών, αλλά εκπρόσωποι ανθρώπινων αδυναμιών, όπως ματαιοδοξίας, σνομπισμού ή εγωιστικής αδιαφορίας. Ορισμένα από τα παραμύθια του αποκαλύπτουν μία αισιόδοξη πίστη στην επικράτηση του καλού και του ωραίου, άλλα είναι βαθιά απαισιόδοξα και έχουν δυσάρεστο τέλος.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν θα διακριθεί και στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. Από το 1833 ως το 1857 πραγματοποιεί 29 ταξίδια σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, γνωρίζεται με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής και καταγράφει τις εμπειρίες του σε σειρά ταξιδιωτικών βιβλίων.

Τα βήματά του θα τον φέρουν ως την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Στο οδοιπορικό του «Το Παζάρι ενός ποιητή», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Εστία» με τον τίτλο «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» περιγράφει λεπτομερώς τη διαμονή στην Αθήνα.

Παρά τις ανησυχίες και τις φοβίες του, δεν δίστασε να ταξιδέψει και να επισκεφτεί το Θησείο, το Φάληρο, τον Κολωνό και την Ακρόπολη, όπου ανέβαινε κάθε μέρα. Με ειδική άμαξα εξόρμησε στα χωριά των Μεσογείων, αλλά και τις πλαγιές της Πεντέλης.

Η προσωπική του ζωή δεν μοιάζει με την εικόνα ενός καλοκάγαθου τζέντλεμαν, που αφιέρωσε τη ζωή του ολοκληρωτικά στη συγγραφή έργων για παιδιά, μα πιο πολύ με την εικόνα ενός φιλόδοξου, τρωτού, ματαιόδοξου, ευαίσθητου και ευφυή άνδρα. Δεν έκανε οικογένεια, αν και πολλές φορές ερωτεύτηκε βαθιά, ιδιαίτερα τη διάσημη σουηδέζα τραγουδίστρια Γιένυ Λιντ.

Την άνοιξη του 1872, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά και στις 4 Αυγούστου του 1875 πέθανε, σε ηλικία 70 ετών.

Μαρία Ζίμπιλα Μέριαν
1647 – 1717

Γερμανίδα φυσιοδίφης και εικονογράφος, το έργο της οποίας στη φυτολογία και την εντομολογία επανεκτιμήθηκε και αναγνωρίσθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα.

Η Μαρία Ζίμπιλα Μέριαν (Maria Sibylla Merian) γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1647 στη Φραγκφούρτη της Γερμανίας. Ο πλούσιος Ελβετός πατέρας της πέθανε όταν ήταν τριών ετών και η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε τον ζωγράφο Γιάκομπ Μάρελ, ο οποίος την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική.

Από μικρή άρχισε να παρατηρεί τα έντομα, να συλλέγει κάμπιες και να μελετά τη ζωή τους. «Όταν ήμουν νέα, συνήθιζα να αφιερώνω τον χρόνο μου στην παρατήρηση των εντόμων. Αρχικά ξεκίνησα από τους μεταξοσκώληκες στη γενέτειρά μου, Φρανκφούρτη. Πολύ σύντομα παρατήρησα πως αυτές οι κάμπιες εξελίσσονταν σε πανέμορφες πεταλούδες. Αυτό με οδήγησε να συλλέγω όλες τις κάμπιες που μπορούσα να βρω, έτσι ώστε να μπορέσω να δω πώς γινόταν αυτή η αλλαγή», αναφέρει στο βιβλίο της Η Μεταμόρφωση των Εντόμων του Σουρινάμ. Σε ηλικία 13 ετών άρχισε να δημιουργεί τις πρώτες ζωγραφιές εντόμων και φυτών.

Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε τον βοηθό του πατριού της, Γιόχαν Αντρέας Γκραφ και εγκαταστάθηκε στη Νυρεμβέργη, γενέτειρα του συζύγου της. Για τα προς το ζην άρχισε να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής σε κόρες πλούσιων κατοίκων της πόλης. Οι μεγάλοι και εντυπωσιακοί κήποι των επαύλεών τους της κέντριζαν το ενδιαφέρον και συχνά χανόταν στην απεραντοσύνη τους, μελετώντας και εικονογραφώντας φυτά και έντομα.

Ιδιαίτερα την απασχόλησε η μελέτη της ζωής της κάμπιας και της πεταλούδας. Οι παρατηρήσεις της συνεισέφεραν στην επιβεβαίωση των θεωριών του Ιταλού γιατρού και φυσιοδίφη Φραντσέσκο Ρέντι (1626-1697) για τη γέννηση των εντόμων από ωοτοκία και όχι με αυτόματη γέννηση, όπως ήταν η κυρίαρχη θέση της Εκκλησίας και της επιστήμης, υπό την επίδραση των θεωριών του Αριστοτέλη.

Μετά τον θάνατο του πατριού της το 1681 επέστρεψε με την οικογένειά της στη Φρανκφούρτη για να διευθετήσει την περιουσία του και το 1685, αφού εγκατέλειψε τον σύζυγό της, μετακόμισε με τις δύο κόρες και τη μητέρα της στην Ολλανδία. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Κορνέλις φαν Σομελσντάικ, κυβερνήτη της Ολλανδικής Γουιάνας (νυν Σουρινάμ), και άρχισε να μελετά τη χλωρίδα και την πανίδα της Λατινικής Αμερικής.

Το 1692 η μεγάλη κόρη της παντρεύτηκε έναν έμπορο και μετακόμισε στο Σουρινάμ. Επτά χρόνια αργότερα, η Μέριαν με χορηγία του Δήμου του Άμστερνταμ μετέβη με τη μικρή της κόρη στο Σούριναμ για να μελετήσει τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής, ενώ δεν δίστασε να κατακρίνει τους Ολλανδούς αποίκους για την απάνθρωπη συμπεριφορά τους απέναντι στους ιθαγενείς κατοίκους.

Το 1701 προσβλήθηκε από ελονοσία και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στην Ολλανδία. Πούλησε τα δείγματα φυτών και εντόμων που είχε συλλέξει και δημοσίευσε ένα βιβλίο με γκραβούρες σχετικά με τη ζωή της στο Σουρινάμ. Το 1715 υπέστη μερική παραλυσία, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού και σταδιακά άρχισε να περιορίζει τις δραστηριότητές της.

Η Μαρία Ζίμπιλα Μέριαν πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 1717, σε ηλικία 69 ετών.

Σχετικά...

  • Μεγάλος θαυμαστής του έργου της Μέριαν υπήρξε ο τσάρος της Ρωσίας Μέγας Πέτρος (1672-1725), ο οποίος αγόρασε πολλά έργα της, τα οποία σήμερα φυλάσσονται στην Αγία Πετρούπολη.
  • Το χαρτονόμισμα των 500 μάρκων, το τελευταίο πριν από την υιοθέτηση του ευρώ από τη Γερμανία, εικόνιζε τη Μέριαν.
  • Το γραμματόσημο των 0.40 μάρκων, που εκδόθηκε το 1987, έφερε τη μορφή της.
  • Πολλά σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Γερμανία φέρουν το όνομά της.
  • Το 2005 καθελκύστηκε το γερμανικό ερευνητικό σκάφος με το όνομα Maria S. Merian.

 

 Δημήτρης Μητροπάνος, έλληνας τραγουδιστής. (Θαν. 17/4/2012)

Δημήτρης Μητροπάνος
1948 – 2012

Σπουδαία φωνή του ελληνικού πενταγράμμου, με σημαντική διαδρομή στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στην Αγία Mονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα -από την οποία καταγόταν η μητέρα του- στις 2 Απριλίου του 1948. Μετά την τρίτη γυμνασίου, το 1964, κατεβαίνει στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην οδό Aχαρνών. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο άρχισε να δουλεύει σαν τραγουδιστής.

Στην ίδια ηλικία, έπειτα από παρότρυνση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον οποίο γνώρισε σε μία συγκέντρωση της εταιρίας του θείου του, στην οποία τραγούδησε, επισκέφτηκε την Κολούμπια. Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος του γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα οποίο θα δουλέψει στα Ξημερώματα.

Το 1967, ο Μητροπάνος ηχογραφεί τον πρώτο του 45άρη δίσκο, με το τραγούδι Θεσσαλονίκη. Είχε προηγηθεί η ηχογράφηση του τραγουδιού Χαμένη Πασχαλιά, το οποίο όμως λογοκρίθηκε από τη Χούντα και δεν κυκλοφόρησε ποτέ.

Στην πορεία που χάραξε στο δρόμο του λαϊκού έντεχνου, το 1972 είναι ένας σημαντικός σταθμός: ο συνθέτης Δήμος Μούτσης και ο ποιητής-στιχουργός Μάνος Ελευθερίου κυκλοφορούν τον Άγιο Φεβρουάριο, με ερμηνευτές τον Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα, σηματοδοτώντας ένα σταθμό στην ελληνική μουσική.

Τον Ιούλιο του 1999, ο Μητροπάνος και ο Μούτσης θα ξαναβρεθούν επί σκηνής στο Ηρώδειο με την Δήμητρα Γαλάνη και την σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου για δυο μουσικές βραδιές στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Οι συναυλίες αυτές ηχογραφούνται ζωντανά και κυκλοφορούν σε διπλό CD δύο μήνες αργότερα. Ακολουθούν Ο Δρόμος για τα Κύθηρα του Γιώργου Κατσαρού και Τα συναξάρια του Γιώργου Χατζηνάσιου, έργα υψηλής ποιότητας αλλά και μεγάλης απήχησης στην ελληνική κοινωνία.

Στη μακρόχρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαϊκού, αλλά και του έντεχνου τραγουδιού. Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Απόστολος Καλδάρας, Τάκης Μουσαφίρης (Εμείς οι δυο κ.ά.), Χρήστος Νικολόπουλος (Πάρε Αποφάσεις σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου), Γιάννης Σπανός (Ο Μητροπάνος τραγουδάει Σπανό) ήταν οι συνθέτες με τους οποίους συνδέθηκε επαγγελματικά, χτίζοντας μια καριέρα συνυφασμένη με την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του '80.

Η πολύ σημαντική συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο με τον δίσκο Στου Αιώνα την Παράγκα, σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη, αποτελεί στροφή του ερμηνευτή σε ακόμα πιο "έντεχνες" διαδρομές, διατηρώντας και πάλι την ταυτότητα του λαϊκού.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2009 έδωσε την πρώτη του προσωπική συναυλία στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μ’ ένα πρόγραμμα – αναδρομή στα 40 χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας. Μία ιστορική συναυλία, που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε διπλό δίσκο απο τη Minos – Emi με τίτλο «Τα τραγούδια της ζωής μου». Η τελευταία του δισκογραφική δουλειά κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2011 με τίτλο «Εδώ είμαστε», σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος έφυγε από τη ζωή στις 17 Απριλίου του 2012, σε ηλικία 64 ετών.

 

 

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Σάμιουελ Μορς, αμερικανός εφευρέτης και ζωγράφος, δημιουργός του τηλέγραφου και των σημάτων Μορς. (Γεν. 27/4/1791)
Ζορζ Πομπιντού, γάλλος τραπεζίτης και πολιτικός, που διετέλεσε και πρόεδρος της Γαλλίας (1969-1974). (Γεν. 5/7/1911)
Μανώλης Αγγελόπουλος, έλληνας λαϊκός τραγουδιστής. (Γεν. 8/4/1939)

Ελληνοτσιγγάνος βάρδος του λαϊκού τραγουδιού· ο μόνος τραγουδιστής που αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία του Στέλιου Καζαντζίδη τη δεκαετία του '60. Μέχρι και σήμερα παραμένει ίνδαλμα για τους ομοφύλους του.

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1939 σ’ ένα τσαντίρι στον Άγιο Αθανάσιο Δράμας, όπου ζούσε εκείνη την περίοδο η οικογένειά του, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω. Ο πατέρας του, Ηλίας Αγγελόπουλος, ήταν πλανόδιος μικροπωλητής και πέθανε όταν ο Μανώλης ήταν 13 ετών. Έτσι, το νεαρό τσιγγανόπουλο βγήκε νωρίς στη βιοπάλη. Δούλεψε λουστράκος, γυρολόγος, σιδεράς και πωλητής χαλιών, πάντα με το τραγούδι στα χείλη.

Με την προτροπή του εξαδέλφου του Ανέστου Αθανασίου, που έπαιζε μπουζούκι στην ορχήστρα του Στέλιου Καζαντζίδη και την ενθάρρυνση του λαϊκού συνθέτη Θεόδωρου Δερβενιώτη, που ενθουσιάστηκε με την ποιότητα της φωνής του, αποφάσισε στα 17 του να ασχοληθεί επαγγελματικά με του τραγούδι. Στα τέλη του 1956 άρχισε τις εμφανίσεις σε λαϊκό κέντρο του Χαϊδαρίου, δίπλα στον Στράτο Παγιουμτζή και τη Σωτηρία Μπέλλου. Την ίδια περίοδο ηχογράφησε το πρώτο του δισκάκι με το τραγούδι του Τόλη Εσδρά «Τρέξε στα τσαντίρια μάνα», που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Στις αρχές του 1958 ήλθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία, που του άνοιξε τον δρόμο προς την κορυφή. Ήταν το ινδοπρεπές τραγούδι του Στράτου Ατταλίδη «Μαγκάλα», που ξεπέρασε σε πωλήσεις τις 100.000 κομμάτια και αποτέλεσε το αντίπαλο δέος της «Μαντουμπάλας» του Στέλιου Καζαντζίδη. 

Στα 33 χρόνια της πορείας του στο λαϊκό τραγούδι ερμήνευσε μεγάλες επιτυχίες, που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τον κόσμο: «Τα μαύρα μάτια σου» (Αγγελόπουλος/Μπιζάνη), «Όσο αξίζεις εσύ» (Καλδάρας), «Φαρίντα» (Τσιτσάνης), «Μαγκάλα» (Ατταλίδης/Βασιλειάδης), «Φεγγάρι χλωμό» (Μπιθικώτσης/Γκούτης), «Έφυγε κι ακόμα πάει» (Πετσάς), «Μη με ξεχνάς» (Δερβενιώτης/Βίρβος), «Τσιγγάνας Γάλα» (Καμπουρίδης/Σπυρόπουλος), «Ρίχ’τε στο γυαλί φαρμάκι» (Καλδάρας/Παπαγιαννοπούλου), «Μουσταφάς» (Δερβενιώτης/Βίρβος), «Η μάνα η Γκρέκα» (Μηλιός/Μαλκώτσης), και «Όταν χορεύεις μάτια μου» (Χρ. Νικολόπουλος/Χαψιάδης).

Στο ενεργητικό του είχε δεκάδες εμφανίσεις σε κινηματογραφικές ταινίες και επιθεωρήσεις, ενώ πραγματοποίησε πολλές συναυλίες στο εξωτερικό, όπου υπήρχαν Έλληνες μετανάστες: Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία, Δυτική Γερμανία και Βέλγιο. Στις 19 και 20 Ιουνίου του 1983 ήρθε η καταξίωση με τις δύο συναυλίες του στο Θέατρο του Λυκαβηττού, όπου δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Δεν έλειψαν και τα επικριτικά σχόλια από μερίδα του δημοσιογραφικού και πνευματικού κόσμου, που τον χαρακτήρισαν «τουρκόγυφτο» και «τσιφτετελιστή», αλλά και για τη μετάδοση της συναυλίας του από την ΕΡΤ.

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος πέθανε στις 2 Απριλίου σε νοσοκομείο του Λονδίνου, μία εβδομάδα προτού συμπληρώσει τα πενήντα του χρόνια, εξαιτίας επιπλοκών από εγχείριση καρδιάς (τριπλό μπάι-πας), στην οποία είχε υποβληθεί στις 14 Ιανουαρίου. Ήταν νυμφευμένος με την τραγουδίστρια Κωνσταντίνα, ενώ από τον πρώτο του γάμο με την επίσης τραγουδίστρια Αννούλα Βασιλείου είχε αποκτήσει τρία παιδιά, τη Μαρία (βαφτισιμιά του Στέλιου Καζαντζίδη), τον Ηλία και τον Στάθη Αγγελόπουλο, γνωστό λαϊκό τραγουδιστή.

Η κηδεία του έγινε στις 6 Απριλίου στην εκκλησία της Αγίας Ελεούσας στην Αγία Βαρβάρα και παραβρέθηκαν χιλιάδες κόσμου, ανάμεσά τους εκπρόσωποι της κυβέρνησης (Ευάγγελος Γιαννόπουλος και Κίμων Κουλούρης) και πολλοί συνάδελφοί του, για να πουν το τελευταίο αντίο στον «βασιλιά των τσιγγάνων». Πάνω στον τάφο του στο Γ' Νεκροταφείο της Αθήνας τον αποχαιρέτισαν μουσικά, σύμφωνα με δική του επιθυμία, ο Λευτέρης Ζέρβας (βιολί) και ο Βασίλης Σαλέας (κλαρίνο).

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου