Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 20 Απρ 2018
Παρασκευή 20 Απριλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 20 Απριλίου 2018Παρασκευή 20 Απριλίου 2018Παρασκευή 20 Απριλίου 2018Παρασκευή 20 Απριλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:40 – Δύση Ήλιου: 20:06

Σαν Σήμερα...

 Η Σφαγή του Λάντλοου. Η Εθνική Φρουρά της Πολιτείας του Κολοράντο ανοίγει πυρ κατά απεργών ανθρακωρύχων στην πόλη Λάντλοου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 16 άνθρωποι, ανάμεσά τους και ο ελληνικής καταγωγής συνδικαλιστής Λούης Τίκας.
φωτο:Τα ερείπια της κατασκήνωσης Λάντλοου

Η σφαγή του Λάντλοου

Η επονομασθείσα Σφαγή του Λάντλοου υπήρξε μία από τις αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ. Έλαβε χώρα στις 20 Απριλίου του 1914 στην πόλη Λάντλοου του Κολοράντο και ήταν το αποκορύφωμα της εργατικής καταπίεσης των 12.000 ανθρακωρύχων της περιοχής.

Η εργατική αναταραχή τα χρόνια που προηγήθηκαν του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έλαβε αξιοσημείωτες διαστάσεις στις Δυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ. Όταν ένας συνδικαλιστής σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1913, οι εργαζόμενοι των ορυχείων CFI, που ανήκαν στην οικογένεια Ροκφέλερ, κατέβηκαν σε απεργία. Εκκένωσαν τους καταυλισμούς της επιχείρησης, όπου έμεναν, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τους χαμηλούς μισθούς και τις άθλιες συνθήκες εργασίας. Ο δείκτης θνησιμότητας για τους εργαζομένους της επιχείρησης ήταν διπλάσιος από τον εθνικό μέσο όρο.

Η απεργία προκάλεσε την άγρια αντίδραση της οικογένειας Ροκφέλερ. Προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ «Μπάλντουιν-Φελτς», προκειμένου να τρομοκρατήσει τους απεργούς και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία. Το Πρακτορείο είχε σπουδαία φήμη σ' όλη την Αμερική για την αποτελεσματικότητά του στην καταστολή απεργιών. Προμήθευσε την εργοδοσία με οπλισμένους φρουρούς, ελεύθερους σκοπευτές, πράκτορες, επαγγελματίες προβοκάτορες, ακόμη μ' ένα τεθωρακισμένο όχημα με πολυβόλο.

Οι επιθέσεις των ανθρώπων της εργοδοσίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις κατασκηνώσεις, που εν τω μεταξύ είχαν στήσει οι απεργοί. Στις 17 Οκτωβρίου 1913 ένας απεργός σκοτώθηκε και δύο παιδιά τραυματίσθηκαν από τους πολυβολισμούς του τεθωρακισμένου οχήματος. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με τους απεργούς να μην υποχωρούν. Στις 28 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Απέστειλε την Εθνοφρουρά στο Λάντλοου για να επιβάλει την τάξη και να διαλύσει την απεργία.

Η Εθνοφρουρά συνέχισε να κατατρομοκρατεί τους απεργούς, το ηθικό των οποίων χαλυβδωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Ύστερα από τρεις μήνες στασιμότητας, ο κυβερνήτης Άμονς αποφάσισε να αποσύρει την Εθνοφρουρά, μη αντέχοντας το κόστος διατήρησής της επί μακρόν στο πεδίο της μάχης. Τότε οι Ροκφέλερ προσφέρθηκαν να επανδρώσουν με δικό τους προσωπικό την Εθνοφρουρά.

Η κηδεία των θυμάτων

Στις 10 Μαρτίου 1914 ένας απεργοσπάστης βρέθηκε νεκρός στις γραμμές του τρένου κοντά στον καταυλισμό των απεργών. Ηταν η αφορμή για τις δυνάμεις καταστολής να ξεκαθαρίσουν μια και καλή την κατάσταση.

Η Εθνοφρουρά με τη νέα της σύνθεση αποφάσισε να ισοπεδώσει τις τεντουπόλεις, αν και ήταν σε χώρο ιδιοκτησίας των ανθρακωρύχων. Επελέγη η κατασκήνωση Λάντλοου, 30 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Τρίνινταντ. Το πρωί της 20ης Απριλίου οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ, την ώρα που η ελληνική κοινότητα των ανθρακωρύχων γιόρταζε το Πάσχα με τον πατροπαράδοτο τρόπο.

Οι απεργοί ανταπέδωσαν το πυρ και η μάχη διήρκεσε επί ώρες. Ο ελληνικής καταγωγής συνδικαλιστής Λούης Τίκας, επικεφαλής της κατασκήνωσης, ζήτησε αργά το απόγευμα εκεχειρία από την Εθνοφρουρά. Ο επικεφαλής της, υπολοχαγός Λίντερφελντ, χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου τον Τίκα και τον έριξε στο έδαφος. Τρεις σφαίρες από όπλα εθνοφρουρών βρήκαν στην πλάτη τον πεσμένο συνδικαλιστή και τον αποτελείωσαν, σε ηλικία 30 ετών. Οι εθνοφρουροί επέδραμαν στη συνέχεια στην κατασκήνωση του Λάντλοου και την παρέδωσαν στις φλόγες. 17 άνθρωποι από την πλευρά των ανθρακωρύχων σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα, που έμεινε στην ιστορία ως «Η σφαγή του Λάντλοου».

Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα απ' άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. Οπλισμένοι εργάτες από παρακείμενα ανθρακωρυχεία κινήθηκαν εναντίον της εθνοφρουράς του Κολοράντο, πολλοί άνδρες της οποίας αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Ομάδες απεργών δυναμίτισαν ανθρακωρυχεία και κατέλαβαν πόλεις του Κολοράντο. Στο Κογκρέσο, ο σοσιαλιστής βουλευτής του Ουισκόνσιν Βίκτωρ Μπέργκερ ζήτησε απ' τους εργαζομένους να πάρουν τα όπλα για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους.

Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Έπειτα από 10 μέρες συγκρούσεων, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, ζήτησε την συνδρομή του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Ο ομοσπονδιακός στρατός που εστάλη στην περιοχή αφόπλισε τους απεργούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα ανθρακωρυχεία χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Μάλιστα, η εργοδοσία προχώρησε σε εκτεταμένες απολύσεις, αντικαθιστώντας τους απεργούς με μη συνδικαλισμένους εργάτες. Από την Εθνοφρουρά κανείς δεν διώχθηκε για τις επιθέσεις στους απεργούς και τις οικογένειές τους, που στοίχισαν τη ζωή σε 66 ανθρώπους, ηλικίας από 2,5 έως 45 ετών.

Σχετική Βιβλιογραφία

  • Ζήση Παπανικόλα: «Αμοιρολόϊτος: Ο Λουίς Τίκας και η Σφαγή του Λάντλοου» (Εκδόσεις ΚΑΤΑΡΤΙ)

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Κυκλοφορεί το βιβλίο του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ», που θεωρείται το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Υπογράφεται στο Βοτονόσι Μετσόβου το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού ανάμεσα στον υποστράτηγο Τσολάκογλου, διοικητή του ΤΣΔΜ (Τομέας Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) και τον ταξίαρχο Ντίτριχ των γερμανικών δυνάμεων εισβολής.
Ο 36χρονος κύπριος δρομέας Στέλιος Κυριακίδης κερδίζει τον 50ο Μαραθώνιο της Βοστώνης με χρόνο ρεκόρ 2:29.27, που θα παραμείνει έως το τέλος της δεκαετίας του 1960.
Όνειρο μένει για την ΑΕΚ η συμμετοχή της στον τελικό του Κυπέλλου UEFA, καθώς η Γιουβέντους επικρατεί 1-0 στη Νέα Φιλαδέλφεια (85’ Μπέτεγκα, από σέντρα του Καούζιο) και παίρνει το «εισιτήριο». Διαιτητής του αγώνα είναι ο Ούγγρος Κάρολι Παλοτάι.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στη διάρκεια συγκέντρωσης στο Περιστέρι, αναφωνεί το περίφημο «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα».

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
 Μίμης Φωτόπουλος, έλληνας ηθοποιός. (Θαν. 29/10/1986)

Μίμης Φωτόπουλος
1913 – 1986

Βιογραφία

Μίμης Φωτόπουλος

Μίμης Φωτόπουλος

Ο μεγάλος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Μίμης (Δημήτρης) Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, καθώς έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα. Ξεκίνησε να σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά την παράτησε στο δεύτερο έτος. Η καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (τότε Βασιλικού Θεάτρου).

Πρεμιέρα στη θεατρική του καριέρα έκανε στο 1932, σε ηλικία 19 ετών, στην παράσταση «Λοκαντιέρα», με το θίασο Κουνελάκη. Δύο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την πρώτη του περιοδεία, με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ. Λίγο πριν από τον πόλεμο του '40 έκανε ένα σύντομο πέρασμα απ' το χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες.

Στη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις του ΕΑΜ. Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά, συνελήφθη από τις βρετανικές μονάδες και εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, από όπου επέστρεψε τον Μάρτη του 1945.

Κατά τη διάρκεια της λαμπρής καριέρας του, ο Μίμης Φωτόπουλος συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους και γνωστούς συναδέλφους του. Σημαντικότερες συμμετοχές του ήταν στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ με τον πρωτοεμφανιζόμενο θίασο του Κάρολου Κουν, στις «Αγριόπαπιες» του Ίψεν στο Θέατρο Τέχνης, στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύκτας» του Σαίξπηρ στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου. Το 1952 δημιούργησε τον δικό του θίασο, με τον οποίο περιόδευσε στην Κύπρο, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στη Γερμανία, ακόμα και στην Αμερική.

Από το 1960 ασχολήθηκε με επιτυχία και με τη σκηνοθεσία. Για τελευταία φορά εμφανίστηκε στο θέατρο το 1984, μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο». Ξεχώρισε για το εντελώς προσωπικό λαϊκό ύφος και τους έξυπνους και πάντα εύστοχους αυτοσχεδιασμούς του.

Όπως όλοι οι μεγάλοι ηθοποιοί της γενιάς του, ο Μίμης Φωτόπουλος έκανε λαμπρή καριέρα και στον ελληνικό κινηματογράφο. Πρώτη του ταινία ήταν η «Μαντάμ Σουσού» το 1948. Συνολικά έλαβε μέρος σε 101 ταινίες, σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο: «Προπαντός ψυχραιμία» (1951) και «Μια νταντά και τέζα όλοι» (1971). Μεγάλος επιτυχίες θεωρούνται οι ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Το Σωφεράκι» (1953), «Η Ωραία των Αθηνών» (1954), «Κάλπικη λίρα» (1955), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), «Ο Πατούχας» (1972) κ.ά. Εκτός από τη μεγάλη οθόνη, εμφανίστηκε και στη μικρή, στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 το 1984.

Εκτός από σπουδαίος ηθοποιός, ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν και λογοτέχνης. Έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές [ «Μπουλούκια» (1940), «Ημιτόνια» (1960), «Σκληρά τριολέτα» (1961) και «Ο θάνατος των ημερών» (1976) ], τρία αυτοβιογραφικά [ «25 χρόνια θέατρο» (1958), «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα - Όμηρος των Εγγλέζων» (1965) ] και δύο θεατρικά έργα [ «Ένα κορίτσι στο παράθυρο» (1966) και «Πελοπίδας ο καλός πολίτης» (1976) ].

Την περίοδο της Δικτατορίας ασχολήθηκε, επίσης, με τη ζωγραφική. Είχε μείνει μόνος με τις δύο κόρες του, αφού η γυναίκα του, Μαργαρίτα Τσάλα, είχε εξοριστεί στη Γυάρο. Τότε ήταν που άρχισε με γραμματόσημα να φτιάχνει πίνακες, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολλάζ. Συνολικά έκανε δέκα εκθέσεις των έργων του και πούλησε πάνω από εκατό πίνακες.

Ο Μίμης Φωτόπουλος υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του κινητού θεάτρου «Άρμα Θέσπιδος», μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου, ενώ παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α' και το Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας.

Πέθανε ξαφνικά, από ανακοπή καρδιάς, στις 29 Οκτωβρίου του 1986.

Τάσος Λειβαδίτης, έλληνας ποιητής. (Θαν. 30/10/1988)

 Αλέξανδρος Ωνάσης, γιος του έλληνα μεγιστάνα Αριστοτέλη Ωνάση. (Θαν. 23/1/1973)

Αλέξανδρος Ωνάσης
1948 – 1973

Μοναχογιός και διάδοχος του μεγιστάνα Αριστοτέλη Ωνάση. Ο θάνατός του σε αεροπορικό δυστύχημα, σε ηλικία 25 ετών, εξύφανε πάμπολλες ιστορίες συνωμοσίας.

Ο Αλέξανδρος Ωνάσης γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 20 Απριλίου 1948 από τον γάμο του έλληνα κροίσου με την πρώτη του γυναίκα Αθηνά (Τίνα) Λιβανού. Από τον ίδιο γάμο γεννήθηκε δύο χρόνια αργότερα η Χριστίνα Ωνάση. Πέρασε ξένοιαστα παιδικά χρόνια, αν και οι σχέσεις του με τον πολυάσχολο και διάσημο πατέρα του δεν ήταν πάντα οι καλύτερες δυνατές. Αγαπούσε πολύ τη μητέρα και δεν είδε με καλό μάτι τον χωρισμό των γονιών του και τον γάμο του πατέρα του με τη Ζακλίν Μπουβιέ - Κένεντι.

Πάθος του, η ταχύτητα και τα ακριβά σπορ αυτοκίνητα και μεγάλος του έρωτας η κατά 16 χρόνια μεγαλύτερή του Φιόνα Κάμπελ - Τίσεν, μοντέλο από τη Νέα Ζηλανδία και πασίγνωστη κοσμική των ευρωπαϊκών σαλονιών. Ο πατέρας του ποτέ δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση και προσπάθησε με κάθε μέσο να τη διαλύσει. Ο Αρίστος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Αλέξανδρο και από μικρό τον έπαιρνε συχνά μαζί του στις δουλειές για να τον «ψήσει» και να τον βάλει από νωρίς στις επιχειρήσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Αλέξανδρος είχε αναλάβει τη γενική διεύθυνση της Ολυμπιακής Αεροπορίας.

Η μοιραία μέρα για τον νεαρό Ωνάση υπήρξε η Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 1973. Το αεροπλάνο που πιλοτάριζε, ένα αμφίβιο «Πιάτζιο 136», κατέπεσε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, δευτερόλεπτα μετά την απογείωσή του. Ο Αλέξανδρος τραυματίστηκε βαριά και οι δύο συνεπιβάτες του ελαφρότερα. Διακομίστηκε στο ΚΑΤ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 το απόγευμα της 23ης Ιανουαρίου, λόγω βαρειών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Ήταν μόλις 25 ετών.

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης μόλις έμαθε το θλιβερό μαντάτο στη Νέα Υόρκη κατέρρευσε και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο αγαπημένος του γιος και διάδοχός του ήταν νεκρός. Από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι το δυστύχημα δεν ήταν τυχαίο και ότι γιος του ήταν θύμα εγκληματικής ενέργειας. Οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν αργότερα, όταν και τα τρία πορίσματα που εκδόθηκαν για το δυστύχημα συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι προκλήθηκε από την ανάποδη τοποθέτηση των πηδαλίων κλίσεως, με αποτέλεσμα το αεροπλάνο να μην υπακούει στις εντολές του πιλότου. Ο Ωνάσης επικήρυξε τους δολοφόνους του γιου του, όπως υποστήριζε, με 1.000.000 δολάρια, επικήρυξη που ισχύει μέχρι σήμερα.

Αμέσως φούντωσε και η συνωμοσιολογία. Ως «δολοφόνοι» του Αλέξανδρου Ωνάση έχουν υποδειχθεί κατά καιρούς η CIA, ο Σταύρος Νιάρχος, το καθεστώς των Συνταγματαρχών, ακόμη και οι εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή. Για το δυστύχημα κατηγορήθηκαν επτά μηχανικοί της Ολυμπιακής, που αθωώθηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1977, με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ο Αλέξανδρος Ωνάσης τάφηκε στον Σκορπιό και δύο χρόνια αργότερα τον ακολούθησε ο πατέρας του, που δεν συνήλθε ποτέ μετά το θάνατο του γιου του. Στη μνήμη του μοναχογιού του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης συνέστησε το ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης» με έδρα το Βαντούζ του Λιχτενστάιν και κεντρικά γραφεία στην Αθήνα. Από τα κέρδη της οικονομικής αυτοκρατορίας Ωνάση, το ίδρυμα χορηγεί υποτροφίες και χρηματοδοτεί διάφορα έργα κοινωφελούς χαρακτήρα.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Τόμας Γκόρντον, σωτσέζος στρατιωτικός και φιλέλληνας. (Γεν. 1788)
Μανώλης Τριανταφυλλίδης, έλληνας γλωσσολόγος, γνωστός από τη Γραμματική της Δημοτικής Γλώσσας. (Γεν. 1883)
 Νίκος Ρίζος, έλληνας κωμικός ηθοποιός. (Γεν. 30/9/1924)

Νίκος Ρίζος
1924 – 1999

Βιογραφία

Νίκος Ρίζος

Νίκος Ρίζος

Ο μεγάλος κωμικός Νίκος Ρίζος γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1924 στην Άρτα. Πρωτοεμφανίστηκε στην επιθεώρηση του Αλέκου Σακελλάριου «Άνθρωποι, άνθρωποι» το 1948, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», μαζί με τη Σπεράντζα Βρανά στο νούμερο «Το τραμ το τελευταίο».

Στα χρόνια που ακολούθησαν συμμετείχε σε διάφορους θιάσους και το 1959 δημιούργησε δικό του, μαζί με τους Γιάννη Γκιωνάκη και Τάκη Μηλιάδη, με τους οποίους συμπρωταγωνίστησε στις επιθεωρήσεις των Δημήτρη Βασιλειάδη και Ναπολέοντα Ελευθερίου «Ομόνοια πλατς-πλουτς» και «Μαντουμπάλα».

Με τους ίδιους συνθιασάρχες και τις αδελφές Καλουτά έπαιξε στο θέατρο «Κυβέλης» στις επιθεωρήσεις «Καινούργια Αθήνα», «Άνθρωποι του ’60» και στη μουσική κωμωδία του Στέφανου Φωτιάδη «Ζητείται τεμπέλης». Το καλοκαίρι του 1960 συνεργάστηκε με τους Βασίλη Αυλωνίτη, Γιάννη Γκιωνάκη, Τάκη Μηλιάδη και Ρένα Βλαχοπούλου, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», στο έργο του Γ. Γιαννακόπουλου «Κάθε καρυδιάς καρύδι».

Το 1961 δημιουργήθηκε η θιασαρχική τριάδα «Βασίλης Αυλωνίτης - Γεωργία Βασιλειάδου - Νίκος Ρίζος», που διατηρήθηκε, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, έως το 1965, παρουσιάζοντας διάφορες κωμωδίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία για τους μετανάστες. Το 1986 μετέτρεψε τον κινηματογράφο «Άστορ» της οδού Σταδίου σε θέατρο, το οποίο λειτούργησε υπό την καλλιτεχνική διεύθυνσή του έως το 1990. Από το ’90 και μετά άρχισε να συνεργάζεται και πάλι με άλλους θιάσους.

Ο Νίκος Ρίζος έκανε και πολλές κινηματογραφικές ταινίες, που φτάνουν τις 300. Ξεχωρίζουν: «Η Αγνή του λιμανιού» (1952) και «Το σοφεράκι» (1953) του Γιώργου Τζαβέλλα, «Χαρούμενο ξεκίνημα» (1954) και «Τζο, ο τρομερός» (1955) του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο θησαυρός του μακαρίτη» (1959) του Νίκου Τσιφόρου, «Η κόμισσα της φάμπρικας» (1969) του Ντίμη Δαδήρα, «Ο αισιόδοξος» (1973) του Κώστα Καραγιάννη, «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» (1969), «Ο γίγας της Κυψέλης» (1968), «Συμμορία εραστών» (1972) του Βαγγέλη Σερντάρη κ.ά.

Στη μικρή οθόνη πρωταγωνίστησε μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη στη σειρά «Ο δρόμος» του Κώστα Λυχναρά, σε σενάριο Κώστα Πρετεντέρη, καθώς και στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη «Η αίθουσα του θρόνου», στο MEGA.

Πέθανε στις 20 Απριλίου του 1999, σε ηλικία 75 χρόνων.

 

Γιάννης Βόγλης
1937 – 2016

Βιογραφία

Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, από τους σπουδαιότερους της γενιάς του.

Ο Ιωάννης Γκόγκλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1937 στην Αθήνα. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη και πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1961 στην παράσταση του έργου του Μπέρτολντ Μπρεχτ «Η άνοδος του Αρτούρο Ούι» το 1961, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.

Συνεργάστηκε με σπουδαίους έλληνες ηθοποιούς, όπως η Έλλη Λαμπέτη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης και ο Μάνος Κατράκης, ενώ υπήρξε βασικό στέλεχος του θιάσου «Προσκήνιο» του Αλέξη Σολομού. Συνεργάστηκε, επίσης, με το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΒΘΕ).

Τη δεκαετία του ‘80 ίδρυσε τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Ανατολή», όπου παρουσίασε σημαντικές παραγωγές, όπως τον «Καπετάν Μιχάλη» και τον «Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, το πολυθέαμα «Ελλάδα - Ρίτσος, Μακρυά Πορεία» και τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου. Η θεατρική του διαδρομή τερματίστηκε το 2011, όταν ολοκληρώθηκε η θητεία του ως επικεφαλής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.

Στη μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1960 στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Ερόικα», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη. Έγινε ευρύτερα γνωστός από το βουκολικό δράμα του Βασίλη Γεωργιάδη «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1966) και την αισθηματική ταινία του ίδιου σκηνοθέτη «Κορίτσια στον ήλιο» (1969), στο ρόλο ενός βοσκού, που ερωτεύεται μια αγγλίδα τουρίστρια. Χαρακτηριστική είναι η ατάκα του «Στάσου, μύγδαλα!», που τον ακολουθούσε έκτοτε.

Πλούσια ήταν και η παρουσία στην τηλεόραση. Ξεκίνησε το 1978 με το σήριαλ του Γιώργου Σκαλενάκη «Έρωτας και Επανάσταση», που αναφερόταν στα χρόνια του ‘21 και τους έρωτες της Σοφίας Ρέντη (Ηλέκτρα Παπαναστασίου) με τους ήρωες της επανάστασης, Γιάννη Νοταρά (Νίκος Γαλανός) και Δημήτρη Καλλέργη (Γιάννης Βόγλης) και ολοκληρώθηκε το 2010 με το κυπριακής παραγωγής σήριαλ «Σε φόντο κόκκινο».

Ο Γιάννης Βόγλης πέθανε στις 20 Απριλίου 2016, σε ηλικία 78 ετών. Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου