Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 17 Απρ 2018
Τρίτη 17 Απριλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 17 Απριλίου 2018Τρίτη 17 Απριλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:44 – Δύση Ήλιου: 20:04

Σαν Σήμερα...

 

 Κωνσταντίνος Καβάφης, έλληνας ποιητής. (γεν. κατά το νέο ημερολόγιο: 29 Απριλίου 1863) (Θαν. 29/4/1933)

Κωνσταντίνος Καβάφης
1863 – 1933


Ποιητής της ελληνικής διασποράς, με παγκόσμια ακτινοβολία.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 17 Απριλίου 1863 (29 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο). Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου βαμβακιού Πέτρου-Ιωάννου Καβάφη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του είχε ζήσει στην Αγγλία και ήταν κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου.

Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη γενέτειρά του, στην αριστοκρατική οδό Σερίφ, μέσα σ’ ένα πλούσιο περιβάλλον με Γάλλο παιδαγωγό και Αγγλίδα τροφό. Με τον θάνατο του πατέρα του το 1870 αρχίζει η παρακμή της οικογένειάς του. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του Χαρίκλεια Καβάφη (το γένος Φωτιάδη) υποχρεώνεται να φύγει από την Αλεξάνδρεια και να μετακομίσει με τα παιδιά της, πρώτα στο Λονδίνο και μετά στο Λίβερπουλ.

Στα έξι χρόνια της διαμονής του στην Αγγλία ο νεαρός Κωνσταντίνος θα μάθει σε βάθος την Αγγλική γλώσσα και θα καλλιεργήσει την έμφυτη ροπή του προς τα Γράμματα. Το 1878 η οικογένειά του αντιμετωπίζει εκ νέου οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της Κρίσης του 1873 και επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Ο δεκαπενταετής Κωνσταντίνος μελετά κατ’ οίκον και το 1881 συνεχίζει τις σπουδές του στο εμπορικό λύκειο Ο Ερμής, που ιδρύεται εκείνη τη χρονιά από τον Κωνσταντίνο Παπαζή.

Τον επόμενο χρόνο, η οικογένειά του θα μετακομίσει εκ νέου, αυτή τη φορά στην Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας των εθνικιστικών ταραχών στην Αίγυπτο, που καθιστά επισφαλή τη θέση των Ευρωπαίων. Ο αγγλικός στόλος βομβαρδίζει την Αλεξάνδρεια και η οικία Καβάφη γίνεται παρανάλωμα του πυρός. Η οικογένειά του θα φιλοξενηθεί επί τριετία από τον παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη.

Την περίοδο της παραμονής του στην Πόλη εκδηλώνονται οι πρώτες συστηματικές προσπάθειές του στην ποίηση. Η ατμόσφαιρα και το τοπίο της φαίνεται να τον εμπνέουν και αυτό διαπιστώνεται στα ποιήματά του Ο Βεϊζαδές προς την ερωμένη του (1884), Dünya Güzeli (1884), Νιχώρι (1885) και το πρώτο του πεζό Μια νυξ στο Καλντέρι (1884).

Πάντως, το πρώτο κείμενο που σώζεται στο αρχείο του γράφτηκε το 1882. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο σε αγγλική γλώσσα, με τον τίτλο Constantipoliad-En Epic (Κωνσταντινοπουλιάς - Ένα έπος), στο οποίο περιγράφονται οι προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειας από την Αλεξάνδρεια, το πολεμικό κλίμα των ημερών εκείνων και το ταξίδι ως την Κωνσταντινούπολη.

Τον Οκτώβριο του 1885 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη μητέρα του και τα δυο αδέλφια του, Αλέξανδρο και Παύλο, αφού πήραν αποζημίωση για τις καταστροφές του 1882. Μία από τις πρώτες αποφάσεις του είναι να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα. Αρχίζει να εργάζεται πρώτα ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 προσλαμβάνεται αρχικά ως άμισθος γραμματέας στην Υπηρεσία Αρδεύσεων και από το 1892 ως έμμισθος υπάλληλος, θέση στην οποία θα παραμείνει έως το 1922, φθάνοντας στον βαθμό του υποτμηματάρχη.

Το 1891 θεωρείται σημαντική χρονιά για τον Καβάφη. Εκδίδει το πρώτο αξιόλογο ποίημά του (Κτίσται) και δημοσιεύει μερικά από τα σπουδαιότερα πεζά κείμενά του (Ολίγα περί στιχουργίας, Ο Σακεσπήρος περί της ζωής, Ο καθηγητής Βλάκη περί της νεοελληνικής και δύο κείμενα για τα Ελγίνεια).

Από το 1893 έως το τέλος του αιώνα γράφει μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του, όπως τα: Κεριά (1893), Τείχη (1896), Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1899). Το 1896 συνεργάζεται με την εφημερίδα Phere d’ Alexandrie. O δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεώργιος Τσοκόπουλος τον χαρακτηρίζει «Σκεπτικιστής, φιλοσοφικός, μελαγχολικός, με ειρωνική πικρία». Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο.

Το 1899 φεύγει από τη ζωή η μητέρα του Χαρίκλεια, την οποία υπεραγαπούσε. Είχαν προηγηθεί οι θάνατοι του παιδικού του φίλου Μικέ Ράλλη (1889), του αδελφού του Πέτρου-Ιωάννη (1891) και του παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη (1896).

To 1902 ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αθήνα, όπου γνωρίζεται με τους ομοτέχνους του Γρηγόριο Ξενόπουλο και Ιωάννη Πολέμη. Σε μια επιστολή του αναφέρει ότι στην Αθήνα αισθανόταν, όπως ένας πιστός που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται και πάλι την Αθήνα, ενώ στις 30 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο Ξενόπουλος γράφει στο περιοδικό Παναθήναια το ιστορικό άρθρο Ένας Ποιητής, που αποτελεί την πρώτη εγκωμιαστική παρουσίαση του καβαφικού έργου στο ελλαδικό κοινό. Το 1904 θα γράψει ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματά του, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Το 1905 επισκέπτεται για τρίτη φορά την Αθήνα για την κηδεία του αδελφού του Αλέξανδρου.

Τον Δεκέμβριο του 1907 εγκαθίσταται στο σπίτι της οδού Λέψιους 10, όπου και θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του, δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα του έργου του. Η φήμη του διαρκώς εξαπλώνεται και στο διαμέρισμά του τον επισκέπτονται προσωπικότητες της λογοτεχνίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως ο φουτουριστής Τομάσο Μαρινέτι, ο Αντρέ Μαλρό, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης και η Μυρτιώτισσσα.

Το 1911 θα γράψει το περίφημο ποίημά του Ιθάκη. Το 1914 γνωρίζεται με τον σπουδαίο Άγγλο μυθιστοριογράφο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ και συνδέεται μαζί του με φιλία. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Φόρστερ θα συστήσει τον Καβάφη στο αγγλικό κοινό.

Το 1917 γνωρίζεται με τον Αλέκο Σεγκόπουλο, κατ’ άλλους νόθο γιο του, κατ’ άλλους ερωτικό του σύντροφο, πάντως μετέπειτα γενικό κληρονόμο του. Τον Απρίλιο του 1922 παραιτείται από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί στο ποιητικό του έργο. «Επιτέλους απελευθερώθηκα από αυτό το μισητό πράγμα», γράφει κάπου. Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο τελευταίος εν ζωή αδελφός του, ο Τζον Καβάφης, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος θαυμαστής και μεταφραστής του έργου του.

Το 1926 η κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος, διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται, υποστηρίζοντας ότι «το παράσημο μού το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, γι’ αυτό και το κρατώ». Το 1930 αρχίζει να υποφέρει από τον λάρυγγά του. Οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο. Ο Καβάφης δεν μπορεί να μιλήσει και το 1932 υποβάλλεται σε τραχειοτομία στην Αθήνα.

Το 1933 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, με την υγεία του διαρκώς να χειροτερεύει. Στις αρχές Απριλίου μεταφέρεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο και στις 2 το πρωί της 29ης Απριλίου ο ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 70 ετών.

Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη

Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

 

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
1927 – 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez) ήταν κολομβιανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και σεναριογράφος. Από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα και ίσως ο σπουδαιότερος συγγραφέας της ισπανόφωνης λογοτεχνίας μετά τον Θερβάντες. Από τους κριτικούς εντάσσεται στο λογοτεχνικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού. Το 1982 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το αριστούργημά του «Εκατό χρόνια μοναξιάς».

Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1927 στην πόλη Αρακατάκα της Κολομβίας. Ήταν γιος του φαρμακοποιού Γκαμπριέλ Γκαρσία και της Λουίζα Μάρκες, κόρης στρατιωτικού. Ο μικρός Γκάμπο, όπως ήταν το χαϊδευτικό του, μεγάλωσε με τον παππού του, τον συνταγματάρχη Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες και τη γιαγιά του Τρανκιλίνα έως τα δέκα του χρόνια, ακούγοντας τις ιστορίες της γιαγιάς του για φαντάσματα και τις ατέλειωτες διηγήσεις του παππού του για τους εμφύλιους πολέμους, ιστορίες που αποτελούν το υλικό των μετέπειτα μυθιστορημάτων του.

Τον πατέρα του τον γνώρισε για πρώτη φορά στα επτά του χρόνια, επειδή ο παππούς δεν τον ήθελε για γαμπρό του, και δεν μπόρεσε ποτέ να κερδίσει μία θέση στην καρδιά του. Αυτή τη θέση την είχε καταλάβει για πάντα ο παππούς Νικολάς. «Ο παππούς ήταν η πιο σημαντική μορφή στη ζωή μου. Από τότε που πέθανε δεν μου έχει συμβεί τίποτε το ενδιαφέρον και ως και σήμερα οι χαρές της ζωής μένουν ανολοκλήρωτες απλώς και μόνο επειδή δεν τις ξέρει ο παππούς» είπε σε μία συνέντευξή του ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που αποτύπωσε την κωμικοτραγική ιστορία των σχέσεων του πατέρα του με τον παππού του στο μυθιστόρημα «Ο Έρωτας στα χρόνια στα χρόνια της χολέρας» (1985).

Ο μικρός Γκάμπο έμαθε να διαβάζει στα οκτώ του χρόνια κι επειδή εκείνη την εποχή η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ο ίδιος τα κατάφερνε εξαιρετικά στο σχέδιο, κέρδισε τα πρώτα του χρήματα στα 11 χρόνια του, ζωγραφίζοντας επιγραφές για τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος. Το 1947 τελείωσε το σχολείο κι έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά για να σπουδάσει νομικά. Τον επόμενο χρόνο, η Κολομβία ήταν ένα καζάνι που βράζει και οι πολιτικές ταραχές τον ανάγκασαν να μετακομίσει στο Πανεπιστήμιο της Καρθαγένης.

Παράλληλα, άρχισε να γράφει και τις πρώτες ιστορίες του. Χρειαζόταν, όμως, να εξασφαλίσει και την επιβίωσή του κι έτσι συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1954 εγκαταστάθηκε στην Μπογκοτά, όπου κέρδισε βραβείο για το έργο του «Μια μέρα μετά το Σάββατο», και δημοσίευσε τα «Ανεμοσκορπίσματα». Το 1955 η εφημερίδα του τον έστειλε στην Ευρώπη, αλλά έκλεισε αμέσως με απόφαση της κολομβιανής κυβέρνησης, και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια στην Ευρώπη, όπου είδε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Το 1958 παντρεύτηκε τη φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο, με την οποία απέκτησε δύο γιους. Με την αρχή της κουβανέζικης επανάστασης, το 1959, που χαιρετίστηκε θερμά από τη λατινοαμερικάνικη διανόηση, έφυγε για να εργαστεί στην Αβάνα κι επέστρεψε ξανά στην Κολομβία το 1961, όπου δημοσίευσε το μυθιστόρημά του «Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει». Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο Μεξικό, όπου θα περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, και εργάζεται ως δημοσιογράφος και σεναριογράφος.

Το 1965 αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Εκατό χρόνια μοναξιά», που θα κυκλοφορήσει το 1967 και θα του χαρίσει την παγκόσμια αναγνώριση. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί το χρονικό ενός φανταστικού χωριού, του Μακόντο, χτισμένου στις όχθες ενός ποταμού, κάπου στα βόρεια παράλια της Κολομβίας. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες διηγείται με χιούμορ, γλαφυρότητα και χειμαρρώδη πρόζα την καθημερινή ζωή αυτής της θαυμαστής χώρας των αντιθέσεων και περιγράφει επεισόδια και καταστάσεις βγαλμένες από την καυτή πραγματικότητα της Κολομβίας. Η παράθεση φανταστικών στοιχείων, που εντάσσονται σε μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα για να μας δώσουν μία βαθύτερη αντίληψη της πραγματικότητας, του χάρισαν τον χαρακτηρισμό του «πατριάρχη του μαγικού ρεαλισμού».

Στους 14 μήνες που χρειάστηκαν για να ολοκληρώσει τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» η οικογένεια Μάρκες πέρασε στιγμές απόλυτης ένδειας, βγάζοντας στο σφυρί σχεδόν τα πάντα, ακόμη και το πιστολάκι για τα μαλλιά. Άξιζε τον κόπο, θα λέγαμε, καθώς μέσα σε μία νύχτα άλλαξε τη ζωή του συγγραφέα και της οικογένειάς του. Από τη στιγμή της έκδοσής του γνώρισε κριτική αποδοχή και μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι πωλήσεις του βιβλίου έχουν ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια αντίτυπα μέχρι σήμερα.

Με τα επόμενα έργα του, οι αναγνώστες του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αυξήθηκαν κατακόρυφα, καθιστώντας τον έναν από τους πιο πολυδιαβασμένους λογοτέχνες του κόσμου. Το 1972 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Η απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της σατανικής γιαγιάς της» στο ύφος του «Εκατό χρόνια μοναξιά», το 1975 «Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη», το μπαρόκ πορτρέτο ενός Νοτιοαμεριανού δικτάτορα, που οδηγείται στην αγιάτρευτη μοναξιά από την άσκηση της απόλυτης εξουσίας και το 1982 «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου», που το εμπνεύστηκε από την πραγματική ιστορία ενός εγκλήματος. Την ίδια χρονιά τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σ' έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής.

Το 1999 διαγνώστηκε με καρκίνο στους λεμφαδένες. Στη διάρκεια της θεραπείας του πήρε την απόφαση να συντάξει την αυτοβιογραφία του, η οποία κυκλοφόρησε το 2002 με τίτλο «Ζω για να τη διηγούμαι». Δύο χρόνια αργότερα εξέδωσε το τελευταίο του έργο, τη νουβέλα «Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», με ήρωα ένα ενενηντάχρονο δημοσιογράφο, που ερωτεύεται ανήμερα των γενεθλίων του μία νεαρή παρθένα, η οποία εκπορνεύεται για να συντηρήσει τη φτωχή οικογένεια της. Από εκείνη τη χρονιά οι εμφανίσεις του αραιώνουν σημαντικά. Το 2012 ο αδελφός του Χάιμε αποκαλύπτει ότι ο Γκάμπο πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πέθανε στις 17 Απριλίου του 2014, στην Πόλη του Μεξικού, σε ηλικία 87 ετών.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1897: Ο Ελληνικός Στρατός σημειώνει στο Βελεστίνο τη μοναδική νίκη του κατά τον ατιμωτικό ελληνοτουρκικό πόλεμο. Των ελληνικών δυνάμεων ηγείται ο ταξίαρχος Σμολένσκης.

1964: Οι πρώτοι έλληνες στρατιώτες της μεραρχίας που προορίζεται να ενισχύσει την άμυνα της Κύπρου φτάνουν μυστικά στη Μεγαλόνησο.

1999: Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» επιτίθεται με ρουκέτα εναντίον της οικίας του γερμανού πρέσβη στο Χαλάνδρι και για πρώτη φορά αφήνει ίχνη, μία τραγιάσκα και σταγόνες αίματος.

Με τρίτη κατά σειρά εγκύκλιό της, η Εκκλησία της Ελλάδος καταδικάζει το έθιμο του καψίματος του Ιούδα.
Ο Ντάφι Ντακ κάνει το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο.
Δολοφονείται ο ηγέτης της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΚΑ συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός από τον ταγματάρχη του ΕΛΑΣ Θύμιο Ζούλα.
Οι Rolling Stones στην Αθήνα. Δίνουν συναυλία στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, η οποία έχει άδοξο τέλος.
Ο Παναθηναϊκός ηττάται από τον Άγιαξ με 3-0 στο ΟΑΚΑ και αποκλείεται από τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Στον πρώτο αγώνα (3 Απριλίου) είχε νικήσει τον μεγάλο του αντίπαλο στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ με 1-0, σταματώντας ένα σερί 189 αήττητων αγώνων του αντιπάλου του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

Ευάγγελος Αβέρωφ - Τοσίτσας, έλληνας πολιτικός και συγγραφέας. (Θαν. 2/1/1990)

Τάκης Βαρβιτσιώτης
1916 – 2011

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης ήταν πολυβραβευμένος έλληνας ποιητής, με διεθνή αναγνώριση. Στα 70 και πλέον χρόνια της ενασχόλησής του με την ποίηση, συγκέντρωσε ίσως τις περισσότερε διακρίσεις που έχουν δοθεί σε έλληνα ποιητή. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λυρικούς ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης τον είχε χαρακτηρίσει «Ευρωπαίο ποιητή μιας σπάνιας ευαισθησίας και βαθύ γνώστη της λυρικής τέχνης, που αξίζει τον έπαινο, όχι μόνο της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά και των καλλιεργημένων ανθρώπων όλου του κόσμου».

Γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1916 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος. Την πρώτη του ποιητική εμφάνιση την έκανε σε ηλικία είκοσι ετών, στο πρωτοποριακό περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», με την εκδοτική ομάδα του οποίου συνδέθηκε στενά. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην ποίηση με πάθος και συνέπεια.

Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Φύλλα Καπνού». Συνολικά, το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει 22 ποιητικές συλλογές. Διακρίθηκε και ως δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Μετέφρασε κυρίως γάλλους, ισπανούς και λατινοαμερικάνους ποιητές, μεταξύ των οποίων οι Μποντλέρ, Λόρκα, Απολινέρ, Μαλαρμέ, Νερούδα και Ελάρ.

Για τους νεότερους ομοτέχνους του, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης αποτελούσε σημείο αναφοράς. Υπήρξε ο τελευταίος επιζών ποιητής της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης και της λογοτεχνικής συντροφιάς του φαρμακείου του Ν. Γ. Πεντζίκη, συνεργάτης των θρυλικών περιοδικών, «Κοχλίας» και «Μορφές».

Η ποίησή του είναι λυρική, ενορατική, μυστικιστική, στα βήματα του νεοσυμβολισμού, με επιρροές και από τους υπερρεαλιστές ποιητές Πολ Ελάρ και Πιερ Ρεβερντί. «Η ποίησή του εκμηδενίζει τις υλικές αντιστάσεις και το βάρος των πραγμάτων, ώστε να προβάλουν με την ονειρική τους υπόσταση και να δείξουν την όψη του κόσμου πιο ωραία. Έτσι, η ζωή κοιταγμένη απ’ το πρίσμα της τέχνης, αποβάλλει τη σκληρότητά της, συμφιλιώνει τις αντιθέσεις της και ξαναγυρίζει σε μια κατάσταση παιδικής αθωότητας, όπου τα πράγματα είναι ακόμα “κρύσταλλα των ονείρων” και “τραγουδούν” μέσα σε μυθικούς καθρέφτες», επισημαίνει ο μελετητής του έργου του Κώστας Στεργιόπουλος.

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης υπήρξε από τους πιο πολυμεταφρασμένους και πολυβραβευμένους έλληνες ποιητές. Είχε τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1959), το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1985), το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών (1977), το Βραβείο Ουράνη (1987), το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Θεσσαλονίκης (1959), το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1992), το Χρυσό Μετάλλιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου (1987).

«Είναι καιρός να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η ποίηση –όπως και η τέχνη γενικότερα– είναι ένας σταυρός μαρτυρίου, που τον σηκώνουν μοναχά άνθρωποι σημαδεμένοι από τη μοίρα, μία νόσος εκ γενετής. Με δύο λόγια δημοκρατία, σοσιαλισμός, χριστιανισμός είναι το τρίπτυχο που αντιπροσωπεύει και συμπυκνώνει την πνευματική μου υπόσταση», έλεγε σε συνέντευξή του, με αφορμή την απονομή του βαλκανικού βραβείου ποίησης «Αίμος» το 2006.

Ήταν μέλος της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών και επισκέφθηκε ως επίσημος προσκεκλημένος τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διάβασε ποιήματά του κι έδωσε διαλέξεις σε διάφορα πανεπιστήμια (Χάρβαρντ, Πρίνστον, Γέιλ, κ.α.). Επίσης, επισκέφθηκε με πρόσκληση του Υπουργείου Πολιτισμού τη Ρουμανία και την Ισπανία. Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, σε φεστιβάλ και άλλες διεθνείς συναντήσεις ως εκπρόσωπος της Ελλάδας.

Τιμήθηκε με το Παγκόσμιο Βραβείο Μυστικιστικής Ποίησης «Φερνάντο Ριέλο» στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Νέα Υόρκη, 1988), με το παράσημο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας (1989) και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης (1994) με το αιτιολογικό ότι «είναι εκπρόσωπος εκείνης της πλειάδας των ελλήνων ποιητών που έχει συμβάλει μ' έναν τρόπο ζωτικό και απρόοπτο στην παγκόσμια λογοτεχνία της εποχής μας, και το πλούσιο ποιητικό έργο του αποτελεί μια κορυφαία στιγμή της σύγχρονης ελληνικής λυρικής ποίησης, βρίσκοντας αναγνώριση και έξω από την πατρίδα του».

Το Μάρτιο του 1995 εκλέγεται μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας «Μιχαήλ Εμινέσκου» που εδρεύει στη Ρουμανία, στις 23 Νοεμβρίου 1995 του απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρυσό μετάλλιο τιμής για τη μεγάλη συμβολή του στα ευρωπαϊκά γράμματα, ύστερα από πρόταση της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, και στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους τού απονέμεται από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.

Στις 15 Μαρτίου 1997 του απονέμεται εκ μέρους του Ιταλικού Κράτους στη Ραγκούλα της Σικελίας, και σε επίσημη τελετή που έγινε στο κυβερνείο της πόλης αυτής, το Διεθνές Βραβείο «Ίμπλα: μία γέφυρα για την Ευρώπη». Τον Οκτώβριο του 1997 το Αριστείο της Τάξεως Γραμμάτων και Τεχνών από το Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού και στις 10 Ιουνίου 1998 το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Στις 3 Δεκεμβρίου 1998 εκλέχθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 9 Αυγούστου 1999.

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 2011, σε ηλικία 95 ετών.

Σάκης Καράγιωργας, έλληνας πανεπιστημιακός και αντιστασιακός. (Θαν. 17/8/1985)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Βενιαμίν Φραγκλίνος, αμερικανός πολιτικός και εφευρέτης. (Γεν. 6/1/1706)
Γιάννης Λάτσης, έλληνας εφοπλιστής. (Γεν. 14/9/1910)
Δημήτρης Μητροπάνος, έλληνας τραγουδιστής. (Γεν. 2/4/1948)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου