Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 10 Απρ 2018
Τρίτη 10 Απριλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 10 Απριλίου 2018Τρίτη 10 Απριλίου 2018Τρίτη 10 Απριλίου 2018Τρίτη 10 Απριλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:54 – Δύση Ήλιου: 19:57

 

Σαν Σήμερα...

 

Γεγονότα

 


μ.Χ.

Η δεύτερη πολιορκία και η έξοδος του Μεσολογγίου

Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.

Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου, και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.

Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.

Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου - 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θ. Βρυζάκη

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.

Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι' αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι.

Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Η θυσία του Καψάλη, πίνακας του Θ. Βρυζάκη

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.

Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.

Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. Πολλά έργα, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα, απαθανάτισαν τη θυσία των Μεσολογγιτών. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την ημιτελή ποιητική του σύνθεση «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», με τους γνωστούς στίχους από το Σχεδίασμα Β':

 

E. de Lunsac

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε' στα μάτια η μάνα μνέει'
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σέχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»

Αμέσως μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Κιουταχής με τον στρατό του κατευθύνθηκε προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Αττικής. Ο Ιμπραήμ επανήλθε στην Πελοπόννησο για να εξαλείψει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης σε Μάνη και Αργολίδα.

Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαΐου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις» και η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε ως επέτειος της εξόδου.

Οι Τούρκοι απαγχονίζουν στην Κωνσταντινούπολη τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, σε αντίποινα για την Ελληνική Επανάσταση.

Γρηγόριος Ε’
1745 – 1821

Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και μάρτυρας του Γένους.

Ο Γεώργιος Αγγελόπουλος, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε το 1745 στη Δημητσάνα Αρκαδίας από φτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο της πατρίδας του και στη συνέχεια μαθήτευσε για δύο χρόνια στην Αθήνα, κοντά στον ιεροκήρυκα Κωνσταντίνο Βόδα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη, όπου ζούσε ο θείος του Μελέτιος και σπούδασε για πέντε χρόνια στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Ακολουθώντας την κλίση του προς τον μοναχικό βίο, αποσύρθηκε στη μονή του Αγίου Διονυσίου στις Στροφάδες νήσους, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος. Ακολούθως, φοίτησε στην περίφημη Πατμιάδα Σχολή, με καθηγητές τον Δανιήλ Κεραμέα και τον Βασίλειο Κουταληνό. 

Ο μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, εκτιμώντας τη φιλοσοφική και θεολογική του συγκρότηση, τον χειροτόνησε διάκονο και αργότερα πρεσβύτερο. Μετά την εκλογή του Προκόπιου ως Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης στις 14 Οκτωβρίου του 1785. Διακρίθηκε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό του έργο, δημιούργησε όμως αρκετές αντιπάθειες με τη δράση του. Την Πρωτομαγιά του 1797 εκλέχθηκε ομοφώνως Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διαδεχόμενος τον θανόντα πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄, αλλά τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να παραιτηθεί, εξαιτίας των πιέσεων από τις Οθωμανικές αρχές και της ρήξης με μερίδα ιεραρχών του Πατριαρχείου. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά, κατέληξε στο Άγιο Όρος, όπου μόνασε.

Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Καλλίνικου Ε΄, ανέλαβε για δεύτερη φορά τον Οικουμενικό θρόνο στις 24 Σεπτεμβρίου του 1806, αλλά στις 10 Ιουλίου του 1808 παραιτήθηκε εκ νέου, μετά από απαίτηση του επικεφαλής των γενιτσάρων Μουσταφά Μπαϊρακτάρ, ο οποίος είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου. Μετά τη νέα παραίτησή του, ο Γρηγόριος μόνασε για σχεδόν 10 χρόνια στο Άγιο Όρος. Περί τα μέσα του 1818 τον επισκέφθηκε ο Κοζανίτης οπλαρχηγός Ιωάννης Φαρμάκης, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, που είχε ως σκοπό την προετοιμασία της εξέγερσης των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Οθωμανικού ζυγού. Σύμφωνα με τον Φαρμάκη, ο Γρηγόριος «έδειξεν ευθύς ζωηρώτατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της. Του συνέστησε, όμως, «να προσέξουν πολύ οι εταίροι μήπως βλάψουν αντί να ωφελήσουν την Ελλάδα».

Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε'

Πάντως, αρνήθηκε να ενταχθεί στη Φιλική Εταιρεία, επειδή ως κληρικός δεν μπορούσε να δώσει τον όρκο του φιλικού. Ο ίδιος ήταν επιφυλακτικός έως αρνητικός στην έναρξη της Επανάστασης. Όταν σε μία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επανάστασης, ο Γρηγόριος απάντησε: «Κι εγώ ως κεφαλή του Έθνους και υμείς ως Σύνοδος φείλομεν να αποθάνωμεν δια την κοινήν σωτηρίαν· ο θάνατος ημών θα δώση δικαίωμα εις την Χριστιανοσύνην να υπερασπίση το Έθνος εναντίον του τυράννου. Αλλ' αν υπάγωμεν μεις να θαρρύνωμεν την Επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον Σουλτάνον αποφασίσαντα να εξολοθρεύση όλον το Έθνος».

Ο Γρηγόριος με το συγγραφικό του έργο και την εν γένει πολιτεία του αντιτάχθηκε στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με πολλούς διανοούμενους της εποχής του, όπως ο Κοραής και ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας». Πίστευε ότι με τα ιδεολογικά ρεύματα και τον αντιχριστιανισμό, που πήγαζαν από τη Γαλλική Επανάσταση, απειλείτο η ρωμέικη παράδοση. Αντίθετα, επιδίωκε έναν διαφωτισμό, που θα βασίζεται στην ελληνορθόδοξη παράδοση, όπως αυτή καθορίστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1818 κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο. Η τρίτη πατριαρχία του συνδέθηκε με κρισιμότατες στιγμές του Ελληνισμού και μέχρι σήμερα διχάζουν του ιστορικούς κάποιες από τις αποφάσεις του αυτής της περιόδου. Γρήγορα κατέστη ύποπτος στην Υψηλή Πύλη, μετά την έκρηξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία (23 Φεβρουαρίου 1821). Στις 23 Μαρτίου, κατόπιν πιέσεων του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, αφόρισε τους επαναστάτες, χωρίς να πτοήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που δεν φαίνεται να έδωσε σημασία στον αφορισμό. Σε μία επιστολή του προς τους Σουλιώτες, έγραψε: «Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά [...] Εσείς, όμως, να τα θεωρείτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου...». Πάντως, φαίνεται να προκάλεσε ένα μούδιασμα στους επαναστάτες της Πελοποννήσου. Ο Κολοκοτρώνης έγραψε στα απομνήμονεύματά του: «Αυτός (ο πατριάρχης) έκανεν ό,τι του έλεγεν ο Σουλτάνος».

Το κλίμα για τον Γρηγόριο βάρυνε περισσότερο, όταν έφθασαν οι πρώτες πληροφορίες για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Οι Οθωμανικές αρχές αποφάσισαν την εξόντωσή του, με την ελπίδα ότι αυτή θα επιδρούσε αρνητικά στο ηθικό των εξεγερμένων Ρωμιών και θα ανέκοπτε την επαναστατική ορμή τους. Έτσι, στις 10 το πρωί της 10ης Απριλίου του 1821, ανήμερα της εορτής του Πάσχα, ο μέγας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης, Σταυράκης Αριστάρχης, μετέβη στο Πατριαρχείο και ανέγνωσε ενώπιον μελών της Ιεράς Συνόδου το σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο Γρηγόριος επαύετο από το αξίωμά του «ως  ανάξιος γενόμενος του πατριαρχικού θρόνου, αγνώμων προς την Υψηλήν Πύλην και άπιστος». 

Αμέσως μετά, ο Γρηγόριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μποσταντζίμπαση, όπου υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια. Γύρω στις 3 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ο Γρηγόριος επέστρεψε φρουρούμενος στο Φανάρι, ενώ κατά τη διαδρομή ομάδες του μουσουλμανικού και εβραϊκού υποκόσμου της Πόλης τον χλεύαζαν και τον προπηλάκιζαν. Στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου είχε στηθεί η αγχόνη. Ο δήμιος, αφού του αφαίρεσε το εγκόλπιο, το ράσο, το κομπολόι και ό,τι πολύτιμο βρήκε πάνω του, τοποθέτησε τον βρόχο στον λαιμό του. Λίγες στιγμές αργότερα, το σώμα του Γρηγορίου αιωρείτο στο κενό. Ο Πατριάρχης είχε παραδώσει το πνεύμα, σε ηλικία 76 ετών.

Τότε, οι παριστάμενοι Μουσουλμάνοι και Εβραίοι άρχισαν να λιθοβολούν το αιωρούμενο λείψανο, μπροστά από το οποίο πέρασαν όχι μόνο ο μέγας βεζίρης, αλλά και ο ίδιος ο Σουλτάνος, ο οποίος διέταξε να παραμείνει στη θέση αυτή για τρεις ημέρες και να φέρει πάνω του το φιρμάνι της καταδίκης. Στις 13 Απριλίου κάποιοι Εβραίοι αγόρασαν το λείψανο αντί 800 γροσίων και αφού το έσυραν από τους κεντρικούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης το έριξαν στη θάλασσα, αφού το έδεσαν με ένα μεγάλο λιθάρι, για να βουλιάξει. Όμως, το σχοινί κόπηκε και το λείψανο επέπλεε για τρεις μέρες στον Κεράτιο κόλπο, ώσπου έγινε αντιληπτό από τον Κεφαλλονίτη καπετάνιο του ρωσικού πλοίου «Άγιος Νικόλαος» Μαρίνο Σκλάβο, ο οποίος το ανέσυρε από τη θάλασσα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και τάφηκε με μεγάλες τιμές στις 16 Ιουνίου του 1821.

Στις 25 Απριλίου του 1871, το λείψανο του Γρηγορίου Ε΄ μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εναποτέθηκε στη Μητρόπολη. Στις 8 Απριλίου του 1921, ο Γρηγόριος Ε΄ ανακηρύχθηκε Άγιος και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Απριλίου

Σχετικά

  • Ειδική αναφορά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε΄ κάνει ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, στο μακροσκελές ποίημά του Ύμνος εις την Ελευθερίαν (στρ. 132-138).
  • Στις 25 Μαρτίου του 1872 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της τελετής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απήγγειλε το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου...».
  • Ο μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος (1891-1961) είναι ο πρώτος ιστορικός που αρνήθηκε τον τίτλο του Εθνομάρτυρα στον Γρηγόριο Ε΄, στο επιδραστικό για την ελληνική ιστοριογραφία βιβλίο του «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1924).

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Μετά από πολιορκία του κάστρου των Σαλώνων (Άμφισσας) από τον Γκούρα και τον Πανουργιά, οι Τούρκοι που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό αναγκάζονται να παραδοθούν. Το γεγονός αυτό είναι καθοριστικό για την εξέλιξη της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα, καθώς πρόκειται για την πρώτη κατάληψη κάστρου από τους επαναστατημένους Έλληνες.
Σημειώνεται η πρώτη ληστεία τρένου στην Ελλάδα. Τέσσερις άγνωστοι νεαροί, μεταμφιεσμένοι με περούκες και ψεύτικα γένια, εισβάλλουν στην αμαξοστοιχία Αθηνών - Θεσσαλονίκης, που είναι σταθμευμένη στον Δοξαρά της Λάρισας και ληστεύουν τους επιβάτες της πρώτης θέσης. Μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται ο σερραίος Υπουργός Υγείας, Δημήτριος Πάζης και ο γενικός διοικητής Μακεδονίας, Ιωάννης Βαλαλάς. Η λεία των ληστών ανέρχεται σε 200.000 δραχμές. Οι αρχές υποψιάζονται την τοπική συμμορία των Παγιούλα - Παπαγεωργίου.
Μετά τη συνθηκολόγηση με τη Γερμανία, παραδίδονται τα οχυρά Παλιουριώνες και Ρούπελ. Ο γερμανός συνταγματάρχης που προσέρχεται για την παραλαβή του Οχυρού Παλιουριώνες στο ανατολικό Μπέλες προσφωνεί τον Διοικητή του Οχυρού και συγχαίρει τη φρουρά του, εκφράζοντας τον θαυμασμό του για την ηρωική αντίσταση.
Η Τουρκία θέτει επισήμως θέμα υφαλοκρηπίδας.
Ο Παναθηναϊκός ηττάται με 4-0 στο «Άνφιλντ» από τη Λίβερπουλ, στον πρώτο ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (νυν Τσάμπιονς Λιγκ).

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Τζόζεφ Πούλιτζερ, ουγγροαμερικανός δημοσιογράφος και εκδότης, ο άνθρωπος που έδωσε τον ορισμό της «κίτρινης δημοσιογραφίας», αλλά και δημιούργησε τα έγκυρα δημοσιογραφικά βραβεία που φέρουν το όνομά του. (Θαν. 29/10/1911)
 Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, γνωστότερος ως Λένιν, ρώσος επαναστάτης και θεωρητικός του κομμουνισμού, ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης και ιδρυτής της Σοβιετικής Ένωσης. (Θαν. 21/1/1924)

Βλαντίμιρ Λένιν
1870 – 1924

Ρώσος πολιτικός, ο εμπνευστής και ο ηγέτης της «Οκτωβριανής Επανάστασης» του 1917. Θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους πολιτικούς ηγέτες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρξε ο δημιουργός και ο πρώτος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και ο ιδρυτής της Γ’ Διεθνούς (γνωστή και ως Κόμιντερν), η οποία συσπείρωνε τα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούσαν τις πολιτικές υποθήκες του. Το συγγραφικό του έργο ξεπερνά τους 55 τόμους και τον κατατάσσει στις σημαντικότερες προσωπικότητες της πολιτικής επιστήμης.

Ο Βλαντίμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1870 στο Σιμπίρσκ (νυν Ουλιάνοφσκ), μία πόλη 893 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μιας πολύ δεμένης και ευτυχισμένης οικογένειας, με γονείς υψηλής παιδείας και καλλιέργειας. Ο πατέρας του ήταν σχολικός επιθεωρητής και η μητέρα του κόρη γιατρού.

Ο νεαρός Βλαδίμηρος ήταν πολύ καλός μαθητής και τίποτε δεν προμήνυε ότι θα γινόταν επαναστάτης, εκτός ίσως από το ότι δήλωνε άθεος. Όλα τα παιδιά της οικογένειας Ουλιάνοφ στράφηκαν στο επαναστατικό κίνημα, όπως και άλλα μέλη της ρωσικής ιντελιγκέντσιας, από την οποία το τσαρικό σύστημα στερούσε δικαιώματα και ελευθερίες.

Δύο γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή του νεαρού παιδιού: η απειλή απόλυσης του πατέρα του, λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του, και η εκτέλεση του μεγαλύτερου αδερφού του, επειδή ανήκε σε επαναστατική οργάνωση που συνωμοτούσε κατά του τσάρου. Αίφνης, στην ηλικία των 17 ετών, ο Λένιν έγινε ο επικεφαλής της οικογένειάς του, η οποία έφερε πλέον το στίγμα ότι είχε αναθρέψει έναν «εγκληματία κατά του κράτους».

Το φθινόπωρο του 1887 άρχισε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, αλλά τρεις μήνες μετά αποβλήθηκε από τη σχολή για επαναστατική δράση και εξαναγκάστηκε από την τσαρική αστυνομία να ζήσει για δύο χρόνια υπό περιορισμό στην κατοικία του παππού του στο χωριό Κακούσκινο. Σε αυτό το διάστημα, ο Λένιν ήρθε σε επαφή με τους εξόριστους επαναστάτες και διάβασε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ.

Με τα πολλά, το κράτος πείστηκε να τον αφήσει να τελειώσει τις σπουδές του και να του επιτρέψει να δικηγορήσει στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα, όμως, εξορίστηκε για τρία χρόνια στη Σιβηρία, λόγω της επαναστατικής δραστηριότητάς του. Εκεί πήρε το επαναστατικό ψευδώνυμο «Λένιν» (από την ονομασία του ποταμού Λένα) και νυμφεύθηκε τη συναγωνίστριά του Ναντέζντα Κρούπσκαγια (1869-1939).

Μετά τη λήξη της εξορίας του το 1900 κατέφυγε στο Μόναχο, όπου εξέδιδε μαζί με άλλους το περιοδικό «Ίσκρα» («Σπίθα»). Ήρθε σε ρήξη με όσους πίστευαν ότι ο μαρξισμός δεν ήταν εφαρμόσιμος στην αγροτική Ρωσία, επειδή δεν υπήρχε προλεταριάτο, δηλαδή βιομηχανική εργατική τάξη, και με όσους θεωρούσαν ότι έπρεπε πρώτα να γίνει μία επανάσταση της μπουρζουαζίας (αστικής τάξης) και να ακολουθήσει η επανάσταση του προλεταριάτου.

Ο Λένιν υποστήριζε ότι η κατάσταση ήταν ώριμη για την εκδήλωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, διότι στη Ρωσία υπάρχει καπιταλισμός, συνεπώς υπάρχει και η ρωσική εργατική τάξη, που είναι η κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα «κόμμα ενός νέου τύπου», το οποίο πρέπει να είναι οργανωμένο γύρω από ένα πυρήνα πεπειραμένων επαγγελματιών επαναστατών και να διέπεται από τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» και την απόλυτη κομματική πειθαρχία. «Δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θα αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία» διατυμπάνιζε.

Όταν το 1898 ιδρύθηκε το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (μετέπειτα Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης), η πλευρά του Λένιν αποκαλέστηκε «μπολσεβίκοι» (δηλαδή, πλειοψηφούντες) και η άλλη «μενσεβίκοι» (μειοψηφούντες). Σύμφωνα με τα λόγια ενός μενσεβίκου, «δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος τόσο απορροφημένος από την επανάσταση 24 ώρες το 24ωρο, που δεν σκεφτόταν άλλο από την επανάσταση και που ακόμη και στον ύπνο τον ονειρευόταν την επανάσταση».

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, ο Λένιν προέτρεψε τους σοσιαλιστές να «μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο», λέγοντάς τους ότι ο εχθρός δεν ήταν ο εργάτης στο απέναντι χαράκωμα, αλλά οι καπιταλιστές συμπατριώτες τους. Τελικά, τον Μάρτιο του 1917 ο αποκαμωμένος από τον πόλεμο ρωσικός λαός ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β’. Την εξουσία ανέλαβε μία προσωρινή κυβέρνηση, αποτελούμενη από φιλελεύθερους και σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς. Ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία ένα μήνα αργότερα, χαρακτήρισε «ιμπεριαλιστική» τη νέα κυβέρνηση και απαίτησε να παραδώσει την εξουσία στα Σοβιέτ, τα συμβούλια εκπροσώπων των εργατών, στρατιωτών και αγροτών.

Οι ιδέες του περί επιβολής μιας «δικτατορίας του προλεταριάτου» είχαν όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Στις 26 Οκτωβρίου 1917 οι στρατιώτες, που είχαν συνταχθεί με τους Μπολσεβίκους του Λένιν, καταλαμβάνουν τα χειμερινά ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης και ανατρέπουν την προσωρινή κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Αλεξάντρ Κερένσκι (1881-1970). Η εξουσία περνά στα Σοβιέτ και ο Λένιν εκλέγεται πρόεδρος της επαναστατικής κυβέρνησης.

Ως ηγέτης, πλέον, της Ρωσίας, ο Λένιν αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες από τον αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Κόκκινων (κομμουνιστών) και Λευκών (φιλοτσαρικών), που διάρκεσε σχεδόν τρία χρόνια και την απόπειρα δολοφονίας του από τη Φάνι Καπλάν το 1918 ως την κατεστραμμένη οικονομία της αχανούς χώρας του. Κατόρθωσε, όμως, να τις ξεπεράσει, χάρη στις αναμφισβήτητες πολιτικές του ικανότητες. Για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του, όμως, κατέφευγε σε σκληρά μέτρα και στην καταδίωξη κάθε αντιφρονούντος.

Το 1921 άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι σκληρές μέθοδοι του «πολεμικού κομμουνισμού» δεν μπορούν να διατηρηθούν μετά την αποκατάσταση της ειρήνης. Χωρίς την εισροή κεφαλαίων δεν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση του εκβιομηχανισμού της χώρας κι επομένως η θεμελίωση του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να επανέλθει ένας τύπος καπιταλιστικής οικονομίας σε ορισμένους τομείς και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εισηγήθηκε τον Μάρτιο του 1921, είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη σοβιετική οικονομία.

Το 1922 ο Στάλιν ανέλαβε γενικός γραμματέας του κόμματος κι επιδόθηκε στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Ο Λένιν προσπάθησε να ανακόψει αυτές τις τάσεις, αλλά αρρώστησε βαριά. Στην πολιτική «διαθήκη του», όπως αποκαλείται το κείμενο που υπαγόρευσε στη γραμματέα του στα τέλη του 1923 ή στις αρχές του 1924, εξέφρασε το φόβο του για τη σταθερότητα του κόμματος υπό την ηγεσία ισχυρών, αλλά ολότελα διαφορετικών προσωπικοτήτων, όπως ήταν ο Στάλιν και ο Τρότσκι.

Το πρωί της 21ης Ιανουαρίου 1924 υπέστη ένα ακόμα εγκεφαλικό επεισόδιο και ο ασθενικός οργανισμός του δεν άντεξε. Πέθανε το ίδιο βράδυ στο Γκόρκι, κοντά στη Μόσχα, σε ηλικία 53 ετών.

Χωρίς αμφιβολία, ο Λένιν υπήρξε μέγας οργανωτής και τακτικιστής, βαθύς γνώστης της μηχανορραφίας και της δημαγωγίας. Άκαμπτος, επίμονος, αλλά και προσαρμοστικός στις κρίσιμες στιγμές. Η στάση του απέναντι στη θεωρία του Μαρξ υπήρξε ωφελιμιστική και οπουρτουνιστική. Γνήσιο τέκνο του Μακιαβέλι, προείχε γι’ αυτόν η επιτυχία του σκοπού, και η επιλογή των μέσων τον άφηνε αδιάφορο και ασυγκίνητο. Όσο, όμως, στην πολιτική του ζωή ήταν αδίστακτος και αμοραλιστής, τόσον στην ιδιωτική του ζωή υπήρξε μετριόφρων, λιτός, και στις προσωπικές του σχέσεις συνετός.

 

Σάμουελ Χάνεμαν
1755 – 1843

Γερμανός γιατρός, δημιουργός του θεραπευτικού συστήματος εναλλακτικής ιατρικής, που το ονόμασε Ομοιοπαθητική.

Ο Κρίστιαν Φρίντριχ Σάμουελ Χάνεμαν (Christian Friedrich Samuel Hahnemann), γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1755 στο Μάισεν της Σαξωνίας, πόλη κοντά στη Δρέσδη. Γιος ενός ζωγράφου πορσελάνης, άρχισε τις σπουδές του στην ιατρική αντιμετωπίζοντας σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αναγκάστηκε να εργαστεί ως μεταφραστής. Ήταν πολύγλωσσος, αφού γνώριζε Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Λατινικά, Ελληνικά, Αραβικά, Συροχαλδαϊκά και Εβραϊκά.

Αποφοιτώντας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν το 1779, άρχισε να ασκεί την ιατρική και λίγο αργότερα νυμφεύθηκε. Ωστόσο, οι κύριες πηγές εισοδημάτων του παρέμειναν οι μεταφράσεις και η πώληση ορισμένων επιτυχημένων δικών του χημικών παρασκευασμάτων, αφού δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει πελατεία ως γιατρός. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε εγκαταλείψει συνειδητά την ιατρική, επειδή αμφέβαλλε για την καταλληλότητα των φαρμάκων που υπήρχαν τότε, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώνεται από το συγγραφικό του έργο εκείνης της εποχής, στο οποίο περιλαμβανόταν μία μελέτη για τη σύφιλη (1789).

Το 1790, ενώ μετέφραζε το έργο τού Γουίλιαμ Κάλεν «Μαθήματα φαρμακολογίας» («Lectures on the materia medica», 1789), παρατήρησε ότι οι επιδράσεις της κινίνης στον υγιή οργανισμό ήταν παρόμοιες με τα συμπτώματα των νόσων, οι οποίες θεραπεύονταν με το φάρμακο αυτό. Η παρατήρηση αυτή τον οδήγησε στη διατύπωση της αρχής «similia similibus curantur» («τα όμοια θεραπεύονται με τα όμοια»), την οποία παρουσίασε για πρώτη φορά σε δημοσίευμα το 1796.

Στο βασικό έργο του «Όργανο της ορθολογικής θεραπευτικής τέχνης» («Organon der rationellen Heilkunst, 1810), ανέπτυξε με βάση την αρχή αυτή ένα ολόκληρο θεραπευτικό σύστημα, το οποίο ονόμασε «Ομοιοπαθητική», από τις ελληνικές λέξεις «όμοιος» και «πάθος» («Homöopathie» στα γερμανικά). Το βιβλίο αυτό περιέχει 294 αφορισμούς, μέσα από τους οποίους αναπτύσσει τις βασικές αρχές του ιατρικού του συστήματος.

Μερικά από τα ουσιώδη σημεία της ομοιοπαθητικής που συμπληρώνουν το νόμο των ομοίων είναι:

  • Δεν υπάρχουν ασθένειες, αλλά μόνο ασθενείς. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να αποσκοπεί στην ίαση του ατόμου μάλλον παρά της νόσου. Η εξατομίκευση είναι μία σημαντική ιδέα που εισήγαγε ο Χάνεμαν και η οποία διαφοροποιεί την ομοιοπαθητική από την επίσημη ιατρική.
  • Το φάρμακο που ενδείκνυται πρέπει να ταιριάζει με όλα τα επί μέρους συμπτώματα του ασθενούς και όχι μόνο με τη νόσο.
  • Η αναγκαία ποσότητα του φαρμάκου που χρειάζεται για να επιτευχθεί μία θεραπεία είναι απειροελάχιστη, εφόσον έχει βρεθεί το σωστό φάρμακο.
  • Τα συμπτώματα της νόσου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της θεραπείας, εξαφανίζονται με την αντίστροφη φορά της εμφάνισής τους.

Ακολούθησε το εξάτομο έργο «Καθαρή Ιατρική Ύλη» («Materia Medica Pura», 1811 και 1827), που αποτελούσε έναν κατάλογο ομοιοπαθητικών φαρμάκων με τις επιδράσεις τής χρήσης τους σε υγιή άτομα.

Αντιμετωπίζοντας την εχθρότητα των φαρμακοποιών, ο Σάμουελ Χάνεμαν αναγκάστηκε, το 1821, να εγκαταλείψει τη Λειψία, όπου ζούσε από το 1789. Στη συνέχεια έζησε στο Κέτεν κι ύστερα από 14 χρόνια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου άσκησε με μεγάλη επιτυχία την ιατρική, έως τον θάνατό του, που επισυνέβη στις 2 Ιουλίου 1843.

Παύλος Φύσσας, έλληνας μουσικός της ραπ, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Killah P., που δολοφονήθηκε από μέλος της Χρυσής Αυγής. (Θαν. 18/9/2013)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
 Εμιλιάνο Ζαπάτα, μεξικανός επαναστάτης. (Γεν. 8/8/1879)

Εμιλιάνο Ζαπάτα
1879 – 1919

Ηγέτης της Μεξικανικής Επανάστασης, προστάτης των φτωχών αγροτών της πατρίδας του. Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα (Emiliano Zapata) γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1879 στο χωριό Ανενκουίλκο. Γόνος ευκατάστατου κτηνοτρόφου, έμεινε ορφανός στα 16 του χρόνια και εργάστηκε ως εκπαιδευτής αλόγων.

Την εποχή εκείνη, τη χώρα κυβερνούσε ο στρατηγός Πορφίριο Ντίας, η δικτατορία του οποίου σήμανε μια εποχή εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων, ενώ το 85% της γης ανήκε στο 2% του πληθυσμού. Ο Ζαπάτα ανέπτυξε από νωρίς αντιπολιτευτική δράση και το 1909 εξελέγη πρόεδρος μιας τοπικής ομάδας για τη διεκδίκηση της καλλιεργήσιμης γης, που είχε κατασχεθεί προς όφελος των μεγαλογαιοκτημόνων. Εξαιτίας της δράση του, κλήθηκε στο στρατό, όπου υπηρέτησε για επτά μήνες.

Το Νοέμβριο του 1910, η εξαθλίωση των αγροτών οδήγησε σε μία εξέγερση υπό τον Μαδέρο. Ο Ζαπάτα τάχθηκε στο πλευρό του, πήρε τα όπλα και με σύνθημα «γη κι ελευθερία» ηγήθηκε των επαναστατημένων αγροτών, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερα εδάφη.

Όταν αντιλήφθηκε ότι το αίτημα για μεταρρυθμίσεις είχε εγκαταλειφθεί από τον Μαδέρο, κατάρτισε το δικό του αγροτικό πρόγραμμα, γνωστό ως Σχέδιο Αγιάλα. Με αυτό απαιτούσε την κατάσχεση της γης απ’ όλους τους ξένους και του 1/3 των εδαφών των φεουδαρχών, καθώς και την επιστροφή των εδαφών που είχαν κατασχεθεί από τους ντόπιους. Σύμφωνα με το Σχέδιο Αγιάλα, όλες οι κατασχεθείσες εκτάσεις θα αποτελούσαν κοινοκτημοσύνη των ινδιάνικων κοινοτήτων.

Στο πλευρό του συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι αγρότες, ενώ οι απόψεις του υποστηρίχτηκαν και από πολλούς διανοούμενους, που συνέδεσαν τις θεωρίες του με αυτές του Καρλ Μαρξ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Μαδέρο, το Φεβρουάριο του 1913, ο Ζαπάτα ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Πάντσο Βίλα στο βορρά και συνέχισε τον αγώνα του, ακόμα κι όταν έπεσε η δικτατορία του Ντίας. Μαζί κατέλαβαν τρεις φορές την πόλη του Μεξικού, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Στις 10 Απριλίου του 1919 ο Ζαπάτα έπεσε θύμα ενέδρας. Εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τις κυβερνητικές δυνάμεις, κατά τη συνάντησή του με έναν στρατηγό που υποτίθεται ότι ήθελε να προσχωρήσει στην επανάσταση.

Για τους εχθρούς του, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα υπήρξε ένας ακραίος μηδενιστής και οι ενέργειές του είχαν ως μοναδικό σκοπό τη ληστεία. Για τους αυτόχθονες λαούς, υπήρξε σωτήρας και ήρωας της επανάστασης. Έγινε θρύλος ενώ ζούσε ακόμη. Αναρίθμητες ιστορίες και τραγούδια γι’ αυτόν λέγονται ακόμη και σήμερα, ενώ ο τάφος είναι ένα από τα πιο σεβάσμια μνημεία για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού.

Νίνο Ρότα, ιταλός συνθέτης, που «έντυνε» μουσικά τις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι. (Γεν. 3/12/1911)

πηγη: www.sansimera.gr

 

     
    © Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου