Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 13 Οκτ 2018
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:30 – Δύση Ήλιου: 18:51
  • Διεθνής Ημέρα Μείωσης των Φυσικών Καταστροφών
  • Ευρωπαϊκή Ημέρα Δωρεάς Οργάνων Σώματος και Μεταμοσχεύσεων
  • Ημέρα της ΔΕΗ
  • Παγκόσμια Ημέρα Θρόμβωσης
  • Παγκόσμια Ημέρα Ξενώνων και Παρηγορητικής Φροντίδας
  • Γιορτάζουν:  Αγαθονίκη, Φλωρέντιος, Φλωρεντία

Σαν Σήμερα...

 

Διεθνής Ημέρα Μείωσης των Φυσικών Καταστροφών

Η Διεθνής Ημέρα Μείωσης των Φυσικών Καταστροφών καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1989 και εορτάζεται κάθε χρόνο στις 13 Οκτωβρίου, με το σκεπτικό ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατον να κυριαρχήσει στις δυνάμεις της φύσης, είναι όμως δυνατόν να μειώσει τις καταστροφικές τους συνέπειες.

Οι φτωχές και αναπτυσσόμενες χώρες υφίστανται τις μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και δυσβάστακτες ζημιές, εξαιτίας της έλλειψης υποδομών, αλλά και τεχνογνωσίας για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών (σεισμοί, πλημμύρες, τσουνάμι, κατολισθήσεις και ξηρασία).

 

Γεγονότα

μ.Χ.
 
Με εντολή του γάλλου βασιλιά Φιλίππου του Ωραίου, συλλαμβάνονται ο Μέγας Διδάσκαλος και χιλιάδες μέλη του Τάγματος των Ναϊτών. Υποβάλλονται σε βασανιστήρια και «ομολογούν» ότι είναι αιρετικοί, ενώ λίγους μήνες αργότερα θα καούν στην πυρά. Είναι Παρασκευή και 13 και από τότε αυτή η μέρα θεωρείται ότι φέρνει γρουσουζιά.
 
1873

Γεώργιος Καφαντάρης
1873 – 1946

Ευρυτάνας πολιτικός του φιλελεύθερου χώρου, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 6 Φεβρουαρίου έως τις 12 Μαρτίου 1924.

 

Ο Γεώργιος Καφαντάρης γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1873 στη Φραγκίστα της Ευρυτανίας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Καφαντάρη, που διετέλεσε Δήμαρχος Αγραίων Ευρυτανίας επί 36 συνεχή χρόνια (1876-1912). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία αρχικά στο Μεσολόγγι και κατόπιν στην Αθήνα. Τις ελεύθερες ώρες του ασχολείτο με τη μελέτη της οικονομίας και μάθαινε ξένες γλώσσες.

Στην πολιτική αναμίχθηκε για πρώτη φορά το 1902 και τρία χρόνια αργότερα εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας με το κόμμα του Δημητρίου Ράλλη. Αν και συντηρητικών αρχών, αντιτάχθηκε στη Βουλή στην προσπάθεια του κράτους να επέμβει στο γλωσσικό ζήτημα με σκοπό τον περιορισμό της χρήσης της δημοτικής.

Μετά το κίνημα στο Γουδή (15 Αυγούστου 1909) και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (6 Οκτωβρίου 1910), συμπαρατάχθηκε με τα παλαιά κόμματα και δεν έλαβε μέρος στις εκλογές που διενεργήθηκαν μετά τη διάλυση της Α’ Αναθεωρητικής Βουλής (28 Νοεμβρίου 1910). Ήταν, μάλιστα, ο συντάκτης της προκήρυξης, που απευθύνθηκε στο λαό και τον καλούσε σε αποχής.

Ο Γ. Καφαντάρης κατά την έξοδό του από τη Βουλή

Η εξέλιξη, όμως, των πολιτικών πραγμάτων της χώρας τον έπεισε ότι έπρεπε να προσχωρήσει στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο έπραξε το 1911. Του ανατέθηκε τότε η θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, την οποία διατήρησε για ένα χρόνο. Το 1912 εκλέχθηκε βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και στις αγορεύσεις του στη Βουλή επέδειξε τη βαθιά γνώση του σχετικά με τα οικονομικά ζητήματα της χώρας. Ήταν ο γενικός εισηγητής του προϋπολογισμού του κράτους επί σειρά ετών και υποστήριξε τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος.

Μετά τις εκλογές της 31 Μαίου 1915, ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και όταν εξερράγη το «Κίνημα της Εθνικής Άμυνας» (1916), ακολούθησε τον Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη. Στην αποκληθείσα «Βουλή των Λαζάρων», που συγκλήθηκε μετά την επάνοδο στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου (Ιούνιος 1917), υποστήριξε στη Βουλή την ανάγκη εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Καθ’ όλη την περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» ανήκε στην κατηγορία των αδιαλλάκτων αντιπάλων του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Στις 9 Ιανουαρίου 1919 ανέλαβε το Υπουργείο Γεωργίας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και εισηγήθηκε τον νόμο 2052 της 29ης Φεβρουαρίου 1920, βάσει του οποίου αποκαταστάθηκαν οι ακτήμονες καλλιεργητές. Στις 28 Απριλίου του ίδιου χρόνου διαφώνησε με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε. Αντέδρασε στη διεξαγωγή των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και προεξόφλησε την απώλειά τους για τον Βενιζέλο, όπως και συνέβη.

Μετά την επανάσταση του 1922 έγινε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Κόμματος των Φιλελευθέρων και στην ουσία αρχηγός του. Αντιτάχθηκε στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική, καθώς και στη βίαιη μεταβολή του πολιτεύματος, προτείνοντας τη διενέργεια ελεύθερου δημοψηφίσματος.

Στην κυβέρνηση Βενιζέλου, που σχηματίστηκε μετά τον τερματισμό της επαναστατικής περιόδου και τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και πέτυχε την ψήφιση νόμων περί χορηγήσεως αμνηστίας και χάριτος, καθώς και επανέκδοσης και αποζημίωσης των εφημερίδων, την έκδοση των οποίων είχε απαγορεύσει η επανάσταση.

Αλ. Παπαναστασίου - Γ. Καφαντάρης - Ελ. Βενιζέλος

Όταν μετά από λίγο παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, ο Γεώργιος Καφαντάρης κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση στις 6 Φεβρουαρίου 1924. Έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 26 Φεβρουαρίου, αλλά στις 12 Μαρτίου 1924 παραιτήθηκε. Η παραίτησή του οφείλεται στην έλλειψη κατανόησης και συμφωνίας για το πολιτειακό και στη γενικότερη αδυναμία να ελεγχθεί το στράτευμα. Αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησής του υπήρξαν οι πρωτοβουλίες των συνταγματαρχών Βουτσινά και Λάγγουρα - με τη συνεργασία του στρατηγού Τσερούλη και την καθοδήγηση του Πάγκαλου - να πιέσουν την κυβέρνηση να ανακηρύξει αμέσως το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατία. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Γεώργιος Καφαντάρης ίδρυσε δικό του κόμμα, το Κόμμα των Προοδευτικών Φιλελευθέρων, και υποστήριξε τις μετέπειτα κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, για να επιτευχθεί έτσι η επάνοδος του στρατού στον κύριο προορισμό του και να παύσει να αναμιγνύεται στην πολιτική.

Υπήρξε πολέμιος της δικτατορίας του στρατηγού Παγκάλου και γι’ αυτό το λόγο εξορίστηκε. Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου και τη διενέργεια εκλογών από τον Γεώργιο Κονδύλη (7 Νοεμβρίου 1926), μετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση, που σχηματίστηκε υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ως Υπουργός Οικονομικών και παρέμεινε στις μετέπειτα κυβερνήσεις ευρέως και στενού συνασπισμού μέχρι την ανάληψη της κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (4 Ιουλίου 1928). Επί της υπουργίας του υπήρξε ο πρωταγωνιστής της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της δραχμής και την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Πέτυχε, ακόμη, την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και τον διακανονισμό των χρεών της Ελλάδας.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 κατήλθε ως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών Φιλελευθερων και πέτυχε να καταλάβει τρεις έδρες. Κατά την τετραετία 1928-1932 άσκησε οξεία πολεμική κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου από τα έδρανα της αντιπολίτευσης. Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 κατήλθε και πάλι ως αρχηγός του ίδιου κόμματος και πέτυχε να καταλάβει 15 έδρες. Στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (16 Ιανουάριου 1933) με τη σύμπραξη όλων των βενιζελογενών κομμάτων, ο Καφαντάρης ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο διατήρησε έως τις 5 Μαρτίου 1933, οπότε παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος και των συνεργαζόμενων με αυτό κομμάτων.

Ο Γ. Παπανδρέου, ο Αλ. Παπαναστασίου, ο Ελ. Βενιζέλος και ο Γ. Καφαντάρης.

Μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 συνελήφθη ως υποστηρικτής του. Οδηγήθηκε σε δίκη ενώπιον έκτακτου στρατοδικείου, αλλά αθωώθηκε. Μετά την πολιτειακή μεταβολή της 10ης Οκτωβρίου 1935 και την επάνοδο της βασιλείας αγωνίστηκε υπέρ της δημοκρατίας, αλλά μετά το δημοψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1935 αναγνώρισε το νέο πολίτευμα και πολιτεύθηκε εντός των πλαισίων του. Συμμετείχε στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, συμπράττοντας με τους Αλέξανδρο Παπαναστασίου και Γεώργιο Παπανδρέου στο ψηφοδέλτιο του «Δημοκρατικού Συνασπισμού», που απέσπασε 7 έδρες. Ο ίδιος εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας για τελευταία φορά.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά εξορίστηκε στη Ζάκυνθο, λόγω της ανένδοτης εμμονής του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944) παρέμεινε στην Αθήνα, δεν αναμίχθηκε στην αντίσταση, αλλά εργάστηκε για τη μελλοντική εγκαθίδρυση του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Μετά την απελευθέρωση καταπολέμησε όλες τις σχηματισθείσες βραχύβιες κυβερνήσεις. Στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη ανέλαβε την αντιπροεδρία (22 Νοεμβρίου 1945), παραιτήθηκε όμως στις 11 Φεβρουαρίου 1946, λόγω διαφωνίας του ως προς τον τρόπο διενέργειας των εκλογών της 31 Μαρτίου, τις οποίες χαρακτήρισε εκ προοιμίου ανελεύθερες και νόθες, και δεν έλαβε μέρος σε αυτές. Αντιτάχθηκε, επίσης, στην εσπευσμένη διενέργεια του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για το πολιτειακό και πρότεινε την αναβολή του για να διεξαχθεί σε ηρεμότερη ατμόσφαιρα.

Οι δηλώσεις αυτές υπήρξαν η τελευταία πολιτική πράξη του Ευρυτάνα πολιτικού. Αργά το βράδυ της 28ης Αυγούστου 1946 πέθανε ξαφνικά από βρογχίτιδα στο σπίτι του στη Φιλοθέη, σε ηλικία 73 ετών. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρί Παπαλεξοπούλου, κόρη του ναυάρχου Δημητρίου Παπαλεξόπουλου. 

Ο Γεώργιος Καφαντάρης ήταν πολιτικός με προσωπικές αρχές και πεποιθήσεις, αυστηρός, άτεγκτος και άκαμπτος. Διακρινόταν για το θυμόσοφο πνεύμα του, αλλά και τη ρητορική του ρωμαλεότητα.

Εγγονή του Γεωργίου Καφαντάρη είναι η γνωστή ηθοποιός Λίλα Καφαντάρη, που διατέλεσε βουλευτίνα του ΚΚΕ και συγγενής του η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ Χαρά Καφαντάρη.

 
 
 
Ιδρύεται το πρώτο Σοβιέτ των εργατών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, στο οποίο εκλέγεται πρόεδρος ο Λέων Τρότσκι. Στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται τα Σοβιέτ (τα εργατικά συμβούλια), που πρόβαλλαν ως αιτήματα το 8ωρο και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Λέων Τρότσκι
1879 – 1940

Ουκρανός επαναστάτης, ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, διετέλεσε κομισάριος Εξωτερικών και Πολέμου και θεωρήθηκε διάδοχος του Λένιν στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης. Ηττήθηκε, όμως, στη μάχη της διαδοχής από τον Στάλιν, εξορίστηκε και δολοφονήθηκε. Οι οπαδοί του διαμόρφωσαν το πολιτικό ρεύμα του Τροτσκισμού, στο πλαίσιο του Μαρξισμού - Λενινισμού.

 

Ο Λιεφ Νταβίντοβιτς Μπρόνσταϊν (Lev Davidovich Bronshtein), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου (7 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) του 1879 στο χωριό Γιανόφκα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (νυν Μπερεσλάφκα Ουκρανίας). Ο εβραϊκού θρησκεύματος πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής, ενώ η μητέρα του Άννα ανήκε στη μεσοαστική τάξη και ήταν μορφωμένη.

Σε ηλικία οκτώ ετών, στάλθηκε από τους γονείς του σε σχολείο της Οδησσού, όπου έζησε τα επόμενα οκτώ χρόνια στο σπίτι του ανιψιού της μητέρας του, ενός φιλελεύθερου διανοούμενου. Το νεαρό αγόρι διακρίθηκε για την ευφυΐα του και τον χαρισματικό τρόπο με τον οποίο χειριζόταν τον γραπτό και προφορικό λόγο.

Όταν πήγε στο Νικολάγεφ το 1896 για να ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του, ήλθε σε επαφή με μία παράνομη σοσιαλιστική οργάνωση και μυήθηκε στο Μαρξισμό. Αφού φοίτησε για λίγο στο πανεπιστήμιο της Οδησσού, το 1897 επέστρεψε στο Νικολάγεφ για να συμβάλει στην οργάνωση της παράνομης «Ένωσης Νοτιο-Ρώσων Εργατών».

Τον Ιανουάριο του 1898 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Σιβηρία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σιβηρία, εντάχθηκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας και παντρεύτηκε τη συνεργάτριά του Αλεξάνδρα Σοκολόφσκαγια, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

Το 1902 δραπέτευσε από τη Σιβηρία, χρησιμοποιώντας ένα πλαστό διαβατήριο με το όνομα Λέων Τρότσκι (Leon Trotsky), με το οποίο είναι γνωστός μέχρι τις μέρες μας. Για τα επόμενα 15 χρόνια έζησε στο εξωτερικό με μικρά διαλείμματα επιστροφής στην πατρίδα. Τον Ιούλιο του 1903, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, κατά τη διάρκεια του δευτέρου συνεδρίου του στις Βρυξέλλες και το Λονδίνο, διασπάστηκε σε «μπολσεβίκους» («πλειοψηφούντες») με επικεφαλής τον Λένιν και «μενσεβίκους» («μειοψηφούντες»), στους οποίους εντάχθηκε και ο Τρότσκι.

Οι «μενσεβίκοι» πρέσβευαν μία δημοκρατική προσέγγιση του σοσιαλισμού και ο Τρότσκι εναντιωνόταν στον Λένιν, απορρίπτοντας τις δικτατορικές μεθόδους του και τις οργανωτικές εκείνες αντιλήψεις που απέβλεπαν μόνο στην άμεση έναρξη της επανάστασης. Λίγο νωρίτερα, ο Τρότσκι είχε γνωρίσει και παντρευτεί στο Παρίσι τη δεύτερη σύζυγό του, τη ρωσίδα επαναστάτρια Ναταλία Σέντοβα, με την οποία απέκτησε δύο γιους.

Μόλις ξέσπασαν οι επαναστατικές ταραχές του 1905, ο Τρότσκι επέστρεψε στη Ρωσία και οργάνωσε τα Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Μετά τη συντριβή του κινήματος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του συνέγραψε το μείζον έργο του «Αποτελέσματα και Προοπτικές», στο οποίο διατύπωσε τη θεωρία του για τη διαρκή επανάσταση. Επρόκειτο για μία προσπάθεια να προσαρμόσει τη μαρξιστική θεωρία στη ρωσική πραγματικότητα, δηλαδή στις συνθήκες μιας υπανάπτυκτης χώρας, που βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό.

Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι μία αστική επανάσταση στη Ρωσία θα οδηγούσε σε μία διαρκή επανάσταση ή αλλεπάλληλες επαναστάσεις, κατά τις οποίες το προλεταριάτο θα έβρισκε την ευκαιρία να καταλάβει την εξουσία στα αστικά κέντρα. Αν και η Ρωσία ήταν μία κυρίως αγροτική χώρα, αυτή η κυριαρχία στα αστικά της κέντρα δεν θα ήταν προσωρινή, επειδή η επανάσταση στη Ρωσία θα είχε ως επακόλουθο μία παρόμοια κατάσταση διαρκούς επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ρωσική εξέγερση θα αποτελούσε παράδειγμα για τους προλετάριους της Δύσης, ώστε να εξεγερθούν, και θα οδηγούσε έτσι στην εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα υποστήριζαν τους επαναστάτες στη Ρωσία.

Το 1907, αφού εκτοπίστηκε για δεύτερη φορά στη Σιβηρία, κατάφερε και πάλι να διαφύγει στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βιέννη , όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και το 1912-1913 παρακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους ως πολεμικός ανταποκριτής. Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου συντάχθηκε με την πλειοψηφία των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών, που καταδίκαζαν τον πόλεμο και αρνούνταν να υποστηρίξουν τις πολεμικές προσπάθειες του τσάρου.

Μετά την έκρηξη της Φεβρουαριανής Επανάστασης του 1917 επέστρεψε στη Ρωσία και παρά τις διαφωνίες του με τον Λένιν, εντάχθηκε στους «Μπολσεβίκους» κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης τον ίδιο χρόνο και την ανάληψη της εξουσίας από τους κομουνιστές. Το πρώτο πόστο που ανέλαβε ήταν αυτό του κομισάριου επί των Εξωτερικών και διαπραγματεύτηκε την έξοδο της Ρωσίας από τον πόλεμο και τη σύναψη ειρήνης με τη Γερμανία το 1918 («Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ»).

Κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου (1917-1922) διετέλεσε κομισάριος του Πολέμου και δημιούργησε τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος συνετέλεσε στη συντριβή των «Λευκών» αντεπαναστατών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη στερέωση του νέου καθεστώτος. Ο Τρότσκι απέκτησε αίγλη και προβαλλόταν ως διάδοχος του Λένιν, όμως η πνευματική του ανωτερότητα και υπεροψία, καθώς και η εβραϊκή του καταγωγή λειτούργησαν εναντίον του. Έχοντας λιγοστούς φίλους στο μηχανισμό του κόμματος, έγινε εύκολη λεία για τον μηχανορράφο και πανούργο Στάλιν, ο οποίος μετά τον πρόωρο θάνατο του Λένιν (21 Ιανουαρίου 1924) ανέλαβε τα ηνία της Σοβιετικής Ένωσης.

Το Νοέμβριο του 1927, ο Τρότσκι εκδιώχθηκε από το κομουνιστικό κόμμα, τον Ιανουάριο του 1928 εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία και τον Ιανουάριο του 1929 κρίθηκε ανεπιθύμητος στη Σοβιετική Ένωση κι εξορίστηκε. Αφού περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες (Τουρκία, Γαλλία, Νορβηγία), το 1936 εγκαταστάθηκε στο Μεξικό, συνεχίζοντας τον πολιτικό αγώνα του κατά του σταλινικού καθεστώτος, που το θεωρούσε μία γραφειοκρατική διαστροφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στις 20 Αυγούστου 1940 ένας ισπανός κομουνιστής ονόματι Ραμόν Μερκαντέρ, εκτελώντας πιθανώς εντολές του Στάλιν, τον τραυμάτισε σοβαρά μ’ ένα τσεκούρι αλπινιστή. Την επομένη, 21 Αυγούστου 1940, ο Λέων Τρότσκι άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 60 ετών.

 
 
 
 
 
Το Θαύμα του Ήλιου στη Φατίμα της Πορτογαλίας. 70.000 άνθρωποι υποστηρίζουν ότι είδαν τον ήλιο να «χορεύει», αλλάζοντας χρώματα που πλημμύρισαν τον ουρανό. Το θαύμα αποδίδεται στην Παναγία.
 
Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας κηρύσσει την Άγκυρα πρωτεύουσα της χώρας, αντί της Κωνσταντινούπολης.
 
Η Αλίκη Διπλαράκου έρχεται δεύτερη στο διαγωνισμό ομορφιάς «Μις Υφήλιος» που διεξάγεται στο Ρίο Ντε Ζανέιρο.

Αλίκη Διπλαράκου
1912 – 2002

Καλλονή του μεσοπολέμου και η πρώτη Ελληνίδα που αναδείχθηκε «Μις Ευρώπη». Με καταγωγή από τη Μάνη, γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1912 στην Αθήνα. Ήταν μία από τις τρεις κόρες του δικηγόρου Γεωργίου Διπλαράκου και της Έλενας Νικολέση. Το πραγματικό επίθετο του πατέρα της ήταν Βαβούλης, αλλά για οικογενειακούς λόγους υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας του.

 

Η Αλίκη Διπλαράκου μάλλον κατά τύχη βρέθηκε υποψήφια στα καλλιστεία του 1930, που εκείνα τα δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα τύγχαναν μεγάλης επισημότητας και τα διοργάνωνε η Ένωση Συντακτών. Ένα χειμωνιάτικο κυριακάτικο απόγευμα του Γενάρη κι ενώ παρακολουθούσε με την οικογένειά της τον διαγωνισμό στο θέατρο «Ολύμπια», άκουσε ξαφνικά το όνομά της από ένα μέλος της κριτικής επιτροπής, που την κάλεσε στη σκηνή για να διαγωνισθεί. Κάποιος γνωστός της την είχε δηλώσει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει.

Όπως δήλωσε αργότερα στους Τάιμς του Λονδίνου, όταν προσπάθησε να αρνηθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αλέξανδρος Ζαΐμης, που παρευρισκόταν στην εκδήλωση, της είπε ότι η συμμετοχή της στον διαγωνισμό ήταν εθνική υπόθεση. Η δεκαοκτάχρονη Αλίκη κέρδισε τον τίτλο της «Μις Ελλάς», αν και είχε ισχυρό ανταγωνισμό από τη θεσσαλονικιά Ρωξάνη Στεργίου, που κατέλαβε τη δεύτερη θέση. Η βασίλισσα της ομορφιάς ήταν καστανή, μεγαλομάτα, με χείλη λεπτά και καλογραμμένα, ύψος 1,68 και αδύνατη για τα μέτρα της εποχής.

Να πως περιγράφει την εμφάνισή της η «Βραδυνή» της 14ης Ιανουαρίου 1930: «...φοράει ένα γαλάζιο πενουάρ με μια γουνίτσα λευκή στο λαιμό που κυματίζει αρμονικά, σύμφωνα με τις κινήσεις του φειδίσιου κορμού, που όλο μαζί είναι ένα ποίημα. Ηγεμονικό παράστημα, χάρις και αρμονία κινήσεων, βάδισμα μεγαλοπρεπές, ελαφρότης νεράιδας. Τα δυο υπογάλανα μάτια της σπινθηροβολούν ασυνήθιστα, δείχνουν ένα πάθος ακαθόριστο, μια μελαγχολική διάθεση, που είναι αποτέλεσμα υπερβολικής αισθηματικότητας.(...) Κι έπειτα τα λεπτότατα χείλη που υπομειδιούν διαρκώς, με μια ανείπωτη γλυκύτητα.(...) Λαιμός χυτός, χέρια λεπτά, μπράτσα τορνευτά, που λεπταίνουν όσο ανεβαίνουν και απολήγουν σε λεπτότατα δάκτυλα, όπως μια μελωδία που σβήνει. Και το φινάλε, τα μακριά υπόξανθα μαλλιά, που κυματίζουν πάνω στους ώμους».

Στις 6 Φεβρουαρίου 1930 η Αλίκη Διπλαράκου εκπροσώπησε τη χώρα μας στον διαγωνισμό ομορφιάς «Μις Ευρώπη», που έγινε στο Παρίσι. Επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά, αναδείχθηκε η ομορφότερη γυναίκα της Ευρώπης για το 1930.

Η «Καθημερινή» της επομένης ανάγει τη νίκη της σε εθνικό θρίαμβο: «…Ολόκληρος η ελληνική παροικία των Παρισίων πανηγυρίζει από της χθες τον ωραίον θρίαμβον της ελληνικής καλλονής. Η εκλογή της ελληνίδος υποψηφίας ως «Μις Ευρώπη» αποτελεί το θέμα όλων των συζητήσεων, ιδίως μεταξύ των καλλιτεχνικών κύκλων, οι οποίοι αποδίδουν εις την θριαμβευτικήν νίκην της «Μις Ευρώπη» την σημασίαν αισθητικού γεγονότος, συμβολίζοντος την επάνοδον της συγχρόνου τέχνης εις τα αιώνια και άφθαστα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής παραδόσεως. Γενικώς τονίζεται ότι η χθεσινή νίκη της ωραίας Ελληνίδας αποτελεί δια την Ελλάδα, την ωραιοτέραν διαφήμισιν και πανηγυρικήν αναγνώρισιν της ελληνικής ευγενίας και συγχρόνως την λαπροτέραν εισαγωγήν εις τας προσεχείς εορτάς της Εθνικής εκατονταερτηρίδος...»

Και συνεχίζει το άρθρο, που δεν φείδεται υπερθετικών χαρακτηρισμών για την ωραία Αλίκη: «…Η Αλίκη είναι ο τέλειος τύπος μιας θρυλικής θεάς. Η κορμοστασιά της είναι συγχρόνως αθλητική και χαρίεσσα. Είναι υψηλή με μακράν καστανήν κόμη, με καθαρόν μελαχροινόν χρώμα, με μάτια καστανόμαυρα… Αναμφισβήτως η εκλεγείσα «Μις Ευρώπη» είνε ο κλασικός Ελληνικός τύπος, και η νίκη της, της οποίας ήτο αξία, της επιδαψίλευσε τα ομόθυμα χειροκροτήματα και της ελλανοδίκου επιτροπής και όλων των παρισταμένων… Η νικήσασα εις τα Ευρωπαϊκά καλλιστεία Ελληνίς συνενώνει τας λαμπράς και σοβαράς εκείνας ωραιότητας αι οποίαι την κάμνουν ένα ζωντανόν άγαλμα ελθόν θα έλεγέ τις εις τον κόσμον δια να αναστήση τον αιώνα του Φειδίου… Η δις Διπλαράκου συνδυάζει μόρφωσιν, ευφυϊαν και ωραιότητα, προ πάντων θεσπεσίαν ωραιότητα».

Η επιτυχία της πανηγυρίστηκε δεόντως και στην Αθήνα. Χιλιάδες κόσμου συνωστίσθηκαν στην οδό Ερμού στις 9 Ιουνίου για να την επευφημήσουν και να τη θαυμάσουν από κοντά. Επόμενος σταθμός για την ωραία Αλίκη το Ρίο Ντε Ζανέιρο, όπου έλαβε μέρος στις 13 Οκτωβρίου 1930 στον διαγωνισμό για την ανάδειξη της «Μις Υφήλιος». Τα πήγε πολύ καλά και αναδείχθηκε δεύτερη μετά τη «Μις Βραζιλία» Γιολάντα Περέιρα, που κατέκτησε τον τίτλο της ομορφότερης γυναίκας του κόσμου. Στη συνέχεια, αφού δοκίμασε την τύχη της για λίγο στο θέατρο, περιόδευσε στις ΗΠΑ, όπου έδωσε διαλέξεις για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι οι όμορφες δεν είναι έξυπνες. Μιλούσε, άλλωστε, με ευφράδεια Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Τη δεκαετία του '30 έγινε και πάλι πρωτοσέλιδο, όταν ντυμένη άνδρας παραβίασε το άβατο του Αγίου Όρους για να γνωρίσει την απαγορευμένη για τις γυναίκες Αθωνική Πολιτεία.

Η Αλίκη Διπλαράκου καλοπαντρεύτηκε δύο φορές. Την πρώτη φορά στις 31 Οκτωβρίου 1932 με τον γάλλο αεροπόρο και επιχειρηματία Πολ - Λουίς Βεγιέρ, με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί, τον Πολ Ανίκ (1933-1998). Ο δεύτερος γάμος της έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 1945 με τον άγγλο σερ Τζον Ράσελ, απόγονο του 6ου Δούκα του Μπέντφορντ. Η ελληνίδα καλλονή, που έλαβε τον τίτλο της Λαίδης, απέκτησε μαζί του δύο παιδιά, την Τζορτζιάνα - Αλεξάνδρα (1947) και τον Αλεξάντερ Τσαρλς Τόμας (1950).

Η Αλίκη Διπλαράκου έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου 2002.

 
 
 
 
 
 
 
Ένα αεροπλάνο, στο οποίο επιβαίνει μία ομάδα ράγκμπι της Ουρουγουάης, συντρίβεται στις Άνδεις. Αρκετοί από τους επιβάτες θα εντοπιστούν σώοι 72 ημέρες αργότερα και θα ομολογήσουν ότι κατέφυγαν στον κανιβαλισμό προκειμένου να επιβιώσουν. Η απίστευτη ιστορία τους θα μεταφερθεί δύο φορές στη μεγάλη οθόνη.

Η αεροπορική τραγωδία των Άνδεων

Στις 13 Οκτωβρίου 1972, 16 από τους 40 επιβάτες μιας πτήσης τσάρτερ επέζησαν ύστερα από αεροπορικό δυστύχημα. Παρέμειναν 72 μέρες καθηλωμένοι σε συνθήκες πολικού ψύχους στις Άνδεις, χωρίς να σταματήσουν να ελπίζουν κι επιδιδόμενοι σε κανιβαλισμό για να επιβιώσουν. Για τους επιζήσαντες ήταν ένας εφιάλτης, παρότι ο κόσμος αποκάλεσε αργότερα την περιπέτειά τους «Το Θαύμα των Άνδεων».

 

Στις 12 Οκτωβρίου 1972, ένα δικινητήριο ελικοφόρο αεροσκάφος τύπου Fairchild Hiller FH-227D της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης, με πενταμελές πλήρωμα και 40 επιβαίνοντες, απογειώθηκε από το Μοντεβιδέο με προορισμό το Σαντιάγο της Χιλής. Μετέφερε την ομάδα ράγκμπι Old Christians Club, που θα έδινε φιλικό αγώνα στην πρωτεύουσα της Χιλής, αλλά και συγγενείς, φίλους και γνωστούς των παικτών.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο καιρός επιδεινώθηκε κι έτσι ο έμπειρος κυβερνήτης του αεροπλάνου, σμήναρχος Χούλιο Σέζαρ Φεράδας, επέλεξε να προσγειωθεί στην πόλη της Αργεντινής Μεντόσα, στους πρόποδες των Άνδεων, όπου οι επιβάτες και το πλήρωμα διανυκτέρευσαν. Την επομένη, οι καιρικές συνθήκες δεν είχαν βελτιωθεί, αλλά ο πιλότος ενέδωσε στις πιέσεις των επιβατών και αποφάσισε να απογειωθεί για το Σαντιάγο, αφού πήρε το πράσινο φως από τον πύργο ελέγχου.

Στη διαδρομή το αεροσκάφος αντιμετώπισε έντονες αναταράξεις, τις οποίες οι 40 επιβάτες αντιμετώπισαν με χαμόγελα και χωρίς φόβο. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν 19 ή 20 ετών και για πολλούς ήταν το πρώτο τους ταξίδι με αεροπλάνο.

Ωστόσο, πάνω από τη Χιλή το αεροπλάνο αντιμετώπισε πρόβλημα, έχασε ύψος, προσέκρουσε σε μία κορυφή των Άνδεων, έχασε τμήμα της ουράς του και συνετρίβη στο χιόνι. Δώδεκα από τους επιβαίνοντες σκοτώθηκαν ακαριαία, ενώ πέντε ακόμα υπέκυψαν στα τραύματά τους την πρώτη νύχτα.

Οι 28 διασωθέντες, καταπονημένοι και τραυματισμένοι κάποιοι από αυτούς, άρχισαν να δίνουν τον αγώνα της επιβίωσης μέσα στις άγριες πολικές συνθήκες των Άνδεων. Βρίσκονταν σε υψόμετρο 3.600 μ., χωρίς τροφή, με περιορισμένο οξυγόνο και χωρίς νέα για την τύχη τους, καθώς τα σωστικά συνεργεία είχαν χάσει τα ίχνη τους. Η τροφή τους από εδώ και στο εξής θα ήταν τα πτώματα των συνεπιβατών τους.

Στις 21 Οκτωβρίου ένας από τους διασωθέντες πέθανε και στις 29 Οκτωβρίου μία χιονοστιβάδα αποτελείωσε άλλους οκτώ. Μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου ακόμη τρεις είχαν χάσει τη ζωή τους.

Στις 12 Δεκεμβρίου, δύο από τους επιζήσαντες, ο Νάντο Παράδο και ο Ρομπέρτο Κανέσα, αποφάσισαν να ξεκινήσουν μία απέλπιδα πορεία προς το άγνωστο. Μετά από δεκαήμερη πεζοπορία, για καλή τους τύχη βρέθηκε στο δρόμο τους ένας ορεσίβιος μεταφορέας, ονόματι Σέρχιο Καταλάν, ο οποίος τους περιέθαλψε και ειδοποίησε τις αρχές, οι οποίες είχαν διακόψει τις έρευνες. Μέχρι 23 Δεκεμβρίου 1972 και οι υπόλοιποι 14 διασωθέντες του αεροπορικού δυστυχήματος είχαν μεταφερθεί σώοι και ασφαλείς στο Μοντεβιδέο.

Το αεροπορικό δυστύχημα των Άνδεων και η οδύσσεια των διασωθέντων ενέπνευσε τη συγγραφή βιβλίων, ταινιών μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, ακόμη και μιούζικαλ.

 

Γεννήσεις

μ.Χ.

 
Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, το γένος Ρόμπερτς, η επονομαζόμενη και «σιδηρά κυρία», η οποία διατέλεσε πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας από το 1979 έως το 1990. (Θαν. 8/4/2013)
 
 
Πολ Σάιμον, αμερικανός τραγουδοποιός, μέλος αρχικά του ντουέτου «Σάιμον και Γκαρφάνκελ», ο οποίος στη συνέχεια ακολούθησε επιτυχημένη σόλο καριέρα.
 
1931

Ρεμόν Κοπά
1931 – 2017

Κορυφαίος γάλλος ποδοσφαιριστής, πολωνικής καταγωγής, από της θρυλικές μορφές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Αγωνιζόταν στη θέση του επιθετικού μέσου και οι Ισπανοί τού είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Μικρός Ναπολέων», επειδή ήταν μικρόσωμος (1,69 μ.) και με ταχύτατη αντίληψη του παιγνιδιού.

 

Ο Ρέιμοντ Κοπασέφσκι, όπως ήταν πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1931 στην κωμόπολη Νοέ λε Μιν της Βόρειας Γαλλίας, από γονείς πολωνικής καταγωγής, που είχαν μεταναστεύσει στη Γαλλία από τη Γερμανία, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στα 14 του άρχισε να δουλεύει στα ανθρακωρυχεία της περιοχής, όπως ο πατέρας του και ο παππούς του. Σ’ ένα δυστύχημα έχασε ένα από τα δάχτυλα των χεριών του, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεδιπλώνει το ποδοσφαιρικό του ταλέντο στην τοπική ομάδα.

Στα δεκαοκτώ του χρόνια έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στην Ανζέρ και στα είκοσί του πρωτόπαιζε στη Ρενς (γνωστή στην Ελλάδα ως Ρεμς), όπου ξεχώρισε για την ακαταμάχητη ντρίμπλα του και την ταχύτατη αντίληψη του παιχνιδιού.

Κέρδισε δύο φορές το πρωτάθλημα Γαλλίας με τη Ρενς (1953, 1955) και αγωνίστηκε με την ομάδα του στον πρώτο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης (νυν Τσάμπιονς Λιγκ), το 1956, κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης (4-3 υπέρ των Μαδριλένων).

Αμέσως μετά μετεγγράφηκε στη Ρεάλ, με την οποία κατέκτησε τρία συνεχόμενα κύπελλα πρωταθλητριών (1957, 1958, 1959). Το 1959 επανήλθε στη Ρενς, στην οποία αγωνίστηκε έως το 1967, οπότε κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Με τη Ρενς κατέκτησε δύο ακόμη πρωταθλήματα Γαλλίας, το 1960 και το 1962. Συνολικά, έπαιξε σε 541 παιγνίδια και σημείωσε 121 γκολ.

Στην Εθνική Γαλλίας αγωνίστηκε 45 φορές και σημείωσε 18 γκολ. Το 1958 οδήγησε τους «τρικολόρ» στην κατάκτηση της τρίτης θέσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας.

Μετά το τέλος της ποδοσφαιρική του καριέρας, ίδρυσε τη δική του επιχείρηση αθλητικών ειδών και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κορσική μαζί με τη σύζυγό του Κριστίν, αδελφή συμπαίκτη του στην Ανζέρ.

Ο Ρεμόν Κοπά, πέθανε στις 3 Μαρτίου 2017, στην πόλη Ανζέρ, σε ηλικία 85 ετών.

 
 
 
Αντώνης Καφετζόπουλος, έλληνας ηθοποιός.

 

 

Θάνατοι

μ.Χ.

 
Ζοζέφ Αρτίρ Κοντ Ντε Γκομπινό, γάλλος διπλωμάτης, θεωρητικός του ρατσισμού και της λευκής υπεροχής μέσα από το βιβλίο του «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρωπίνων φυλών» (1855). (Γεν. 14/7/1816)
 
 
Παύλος Μελάς, στρατιωτικός, από τους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα. (Γεν. 29/3/1870)

Παύλος Μελάς
1870 – 1904

Έλληνας αξιωματικός του Στρατού, πρωτομάρτυρας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.

 

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία, όπου ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς (1833-1897) δραστηριοποιούταν ως έμπορος. Το 1886 εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού στις 8 Αυγούστου του 1891. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη (1872-1973), κόρη του τραπεζίτη και πολιτικού Στέφανου Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον στρατιωτικό Μιχαήλ Μελά (1894-1950) και τη χημικό Ζωή Μελά - Ιωαννίδη (1898-1996).

Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής οργάνωσης, που είχε ως σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων με κάθε θυσία, και έπαιξε αρνητικό ρόλο στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Με την έκρηξη του πολέμου μάχεται στα μέτωπα της Θεσσαλίας, ως διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας. Είναι αισιόδοξος για την έκβασή του, ώστε γράφει στους γονείς του: «...Αν ο θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. ΄Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια...». Δέκα μέρες αργότερα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τον απογοητεύει και τον αηδιάζει. «Οι ηλίθιοι που φωνάζουν εναντίον του (εννοεί τον διάδοχο Κωνσταντίνο) έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου, ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός...» γράφει εκ νέου στους γονείς του.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του Στέφανος Δραγούμης, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα ΠΓΔΜ).

Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.

Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του: «...Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν». Και από τη Λάρισα συμπλήρωνε με νέο γράμμα προς την σύζυγό του, ωσάν να προαισθανόταν το τέλος του: «...Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου...».

Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρά του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω του ακέραιου και αγνού χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και του γνωστού ονόματος της οικογένειάς του, που είχε μεγάλους δεσμούς με τη Μακεδονία και την κοινωνία των Αθηνών. Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

Σχετικά

  • Τη θυσία του Παύλου Μελά ύμνησε ο Κωστής Παλαμάς («Παύλος Μελάς») και η λαϊκή μούσα.
  • Αναφορές στον Παύλο Μελά περιέχονται στο κλασικό παιδικό μυθιστόρημα της Πηνελόπη Δέλτα «Ο Μάγκας».
  • Το χωριό Στάτιστα, όπου «έπεσε» ο Παύλος Μελάς φέρει σήμερα το όνομά του.
  • Ο Δήμος Παύλου Μελά, προέκυψε από τη συνένωση των Δήμων Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας, στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλλικράτης».
 
 
 
 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

 
 
 
 
 
Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος), έλληνας χαράκτης. (Γεν. 1914)

 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου