Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 08 Οκτ 2018
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:26 – Δύση Ήλιου: 18:59
  • Γιορτάζουν:  Πελαγία, Πελάγιος

Σαν Σήμερα...

 

Ο τριεθνής στόλος υπό τους ναυάρχους Ερρίκο Δεριγνύ, Εδουάρδο Κόδριγκτον και Λογγίνο Χέυδεν κατατροπώνει τον τουρκοαιγυπτιακό του Ιμπραήμ έξω από το Ναβαρίνο και ανοίγει το δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία. (Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου)

Ερρίκος Δεριγνύ
1782 – 1835

Γάλλος ναύαρχος και πολιτικός. Συμμετείχε ως αρχηγός της γαλλικής μοίρας στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827), που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανεξαρτησία της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Ερρίκος Δανιήλ Γωτιέρος, κόμης Δεριγνύ, όπως είναι η καθιερωμένη γραφή στα ελληνικά του ονόματος Marie Henri Daniel Gauthier, Comte de Rigny (Μαρί Ανρί Γκοτιέ, Κοντ ντε Ρινί) γεννήθηκε στην Τουλ της Λορένης στις 2 Φεβρουαρίου 1782. Σε ηλικία 10 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μεγάλωσε με μία θεία του.

Κατατάχθηκε νεώτατος στο Ναυτικό κι έλαβε μέρος στη ναπολεόντεια εκστρατεία της Αιγύπτου (1798-1801). Τοποθετήθηκε κυβερνήτης της κορβέτας «La Triomphante» («Η Θριαμβευτική») στη ναυτική βάση τής Βουλώνης, όταν ο Μέγας Ναπολέων σχεδίαζε απόβαση στη Βρετανία. Διακρίθηκε ως διοικητής μονάδων πεζοναυτών της Αυτοκρατορικής Φρουράς στην Πρωσία και την Πολωνία (1806-1807), καθώς και στην Ισπανία (1808), όπου διετέλεσε υπασπιστής του στρατάρχη Μπεσιέρ κι έλαβε μέρος στις νικηφόρες μάχες της Μεντίνα ντελ Ρίο Σέκο (14 Ιουλίου 1808) και της Σομοσιέρα (30 Νοεμβρίου 1808).

Μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων προβιβάστηκε σε πλοίαρχο (1816), χάρη στην προστασία του θείου του βαρώνου Λουί, υπουργού των Οικονομικών κατά τη δεύτερη Παλινόρθωση των Βουρβόνων, και τοποθετήθηκε κυβερνήτης της φρεγάτας «Μήδεια», που υπαγόταν στη Μοίρα της Ανατολής, δηλαδή στη γαλλική ναυτική μοίρα του Αιγαίου. Έφθασε στη Μήλο στις 2 Μαΐου 1822 και στις 27 Ιανουαρίου 1823 ανέλαβε από τον πλοίαρχο ντε Βιέλα τη διοίκηση της μοίρας.

Η στάση του κατά τη διάρκεια του Αγώνα υπήρξε φιλική προς τους Έλληνες, εφόσον δεν θίγονταν τα γαλλικά συμφέροντα στην περιοχή. Στις 6 Ιουνίου 1823 συναντήθηκε στα ανοιχτά της Λέσβου με τον Χοσρέφ πασά, ο οποίος είχε εξέλθει από τον Βόσπορο για να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Ο Τούρκος ναύαρχος βολιδοσκόπησε τον Δεριγνύ εάν ήταν διατεθειμένος να διαβιβάσει στην Ύδρα προτάσεις συμβιβασμού, επί τη βάσει της υποταγής των επαναστατών και της παράδοσης των όπλων τους. Ο Δεριγνύ απάντησε ότι δεν δικαιούται ν’ απαιτήσει από τους Έλληνες την παράδοση των όπλων τους και ν’ αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη των συνεπειών.

Αργότερα, ο Δεριγνύ παρέστη μάρτυρας της πυρπόλησης 40 χωριών της Καρύστου από τον Χοσρέφ πασά και όπως έγραψε σε αναφορά του προς την κυβέρνηση της χώρας του διέσωσε πολλούς Έλληνες, που προσπαθούσαν να διαφύγουν με μικρά πλοιάρια. Στις 16 Ιουλίου 1827 παρακολούθησε από τον κόλπο του Φαλήρου τη μάχη του Χαϊδαρίου και μεσολάβησε για την απελευθέρωση Ελλήνων αιχμαλώτων, καθώς και για τη συνομολόγηση συνθήκης μεταξύ της πολιορκημένης στην Ακρόπολη ελληνικής φρουράς και του Κιουταχή.

Στην ελληνική ιστορική μνήμη παραμένει κυρίως για τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827), στην οποία έλαβε μέρος επιβαίνοντας στη φρεγάτα «Μήδεια» ως επικεφαλής της γαλλικής μοίρας. Ύστερα από σύντομο διάστημα, ο αρχιπλοίαρχος πλέον Δεριγνύ παρέδωσε τη διοίκηση της Μοίρας της Ανατολής στον ομοιόβαθμό του Κλοντ ντε Ροσαμέλ και ανακλήθηκε στη Γαλλία.

Το 1829 ως υποναύαρχος, τοποθετήθηκε ναυτικός διοικητής Τουλώνας κι έλαβε τον τίτλο του κόμη. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών (1831-1834) επί Φιλίππου Λουδοβίκου, υπουργός Εξωτερικών (1834-1835) και για μικρό χρονικό διάστημα πρεσβευτής στη Νεάπολη (Νάπολι). Παράλληλα, ήταν βουλευτής στις περιφέρειες Μοζέλα και Καλαί.

Ο Ερρίκος Δεριγνύ πέθανε στις 6 Νοεμβρίου 1835, σε ηλικία 53 ετών.

Οδούς προς τιμήν του ναυάρχου Δεριγνύ συναντάμε στην Αθήνα, στο Περιστέρι Αττικής, στα Νέα Λιόσια Αττικής, στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας, στις Νέες Παγασές Βόλου και το Βασιλικό Ευβοίας.

Έντουαρντ Κόντριγκτον
1770 – 1851

Άγγλος ναύαρχος, το όνομα του οποίου συνδέθηκε με μία από τις αποφασιστικότερες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης, τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Ο Έντουαρντ Κόντριγκτον (Edward Codrigton) - Εδουάρδος Κόδριγκτων το εξελληνισμένο όνομά του- γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 27 Απριλίου 1770. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων. Σε ηλικία 13 χρονών κατατάχθηκε στο αγγλικό πολεμικό ναυτικό και γρήγορα ξεχώρισε για τις ικανότητές του. Στα 25 του ανέλαβε κυβερνήτης του πολεμικού Babet και στη συνέχεια της φρεγάτας Druid. Ως κυβερνήτης του πλοίου Ωρίων έλαβε μέρος στην περίφημη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ (21 Οκτωβρίου 1805) εναντίον του γαλλοϊσπανικού στόλου και αργότερα με τον βαθμό του υποναυάρχου στις επιχειρήσεις των Άγγλων εναντίον των ΗΠΑ (1812-1815).

Τον Δεκέμβριο του 1826 ως αντιναύαρχος ανέλαβε τη διοίκηση του αγγλικού στόλου της Μεσογείου και βρισκόταν στις ελληνικές θάλασσες, όταν η Αγγλία η Ρωσία και η Γαλλία αποφάσισαν να παρέμβουν για τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο, σε εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου (24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου 1827), η οποία προέβλεπε την ίδρυση ελληνικού κράτους υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Ο Κόδριγκτον με τους αρχηγούς του γαλλικού και του ρωσικού στόλου, Δεριγνί και Χέυδεν έλαβαν εντολή να επιβάλουν την απόφαση αυτή των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Την αρχηγία του ενωμένου στόλου ανέλαβε ως αρχαιότερος ο Κόδριγκτον.

Γραμματόσημο έκδοσης του 1927, για τα 100 χρόνια από τη ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Οι παρασπονδίες του Ιμπραήμ και απρόβλεπτα γεγονότα οδήγησαν στην αποφασιστική για την ανεξαρτησία της Ελλάδας Ναυμαχία του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827), κατά την οποία καταστράφηκε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος. Η νίκη του συμμαχικού στόλου προκάλεσε ανακούφιση και ενθουσιασμό στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ο Κόδριγκτον, όμως, κατηγορήθηκε και επιτιμήθηκε, επειδή είχε υπερβεί τις εντολές του Αγγλικού Ναυαρχείου. Ο Βρετανός πρωθυπουργός δούκας του Ουέλινγκτον χαρακτήρισε τη ναυμαχία «ατυχές και απαίσιο γεγονός», ενώ μερίδα πολιτικών υποστήριξε ότι ο Κόδριγκτον έπρεπε να παραπεμφθεί στο ναυτοδικείο για ανυπακοή, επειδή δεν είχε εντολή να δράσει. Εντούτοις, στον ίδιο δόθηκε η εντολή να πάει στην Αλεξάνδρεια για τις τελικές διαπραγματεύσεις με τον Μοχάμετ Άλι και πέτυχε συμφωνία για την αποχώρηση των στρατευμάτων του γιου Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο στις 6 Αυγούστου 1828.

Έχοντας περιπέσει σε δυσμένεια, ανακλήθηκε στην Αγγλία και ανέλαβε τη διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων. Το ίδιο διάστημα αναλώθηκε σε προσπάθειες υπεράσπισης του εαυτού του από τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται στα «Απομνημονεύματά του», που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του το 1873. Το 1832 αναμίχθηκε στην πολιτική και εξελέγη βουλευτής στην περιφέρεια του Ντέβονπορτ. Μετά την άνοδο του Γουλιέλμου Δ' στον αγγλικό θρόνο έπαυσε η εναντίον του δυσμένεια και στις 10 Ιανουαρίου 1837 προήχθη σε ναύαρχο. Το 1839 παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχηγία του στόλου στο Πόρτσμουθ, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1842.

Ο Κόδριγκτον από τον γάμο του με την Τζέιν Χολ είχε αποκτήσει τρεις γιους, οι οποίοι σταδιοδρόμησαν ο ένας στο στρατό και οι άλλοι δυο στο πολεμικό ναυτικό. Ο συνονόματος μικρότερος γιος του έχασε τη ζωή του στ' ανοιχτά της Ύδρας το 1821, όταν το μικρό ιστιοφόρο στο οποίο επέβαινε έπεσε σε καταιγίδα.

Ο σερ Έντουαρντ Κόντριγκτον πέθανε στο Λονδίνο στις 28 Απριλίου 1851, σε ηλικία 81 ετών.

Στο κέντρο της Αθήνας υπάρχει δρόμος αφιερωμένος στον Έντουαρντ Κόντριγκτον (Οδός Κοδριγκτώνος), όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Λογγίνος Χέυδεν
1772 – 1850

Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής, γνωστός στη χώρας μας από τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου ως αρχηγός της ρωσικής ναυτικής μοίρας.

Ο Λογγίνος Χέυδεν - Λόντεβαϊκ Σίχισμουντ Βίνσεντ Χούσταφ φαν Χέιντεν (Lodewijk Sigismund Vincent Gustaaf van Heiden) στα ολλανδικά και Λόγκιν Πετρόβιτς Γκίντεν (Ло́гин Петро́вич Ге́йден) στα ρώσικα - γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1772 στο Ζαντλάρεν της Βόρειας Ολλανδίας από οικογένεια ευγενών. Νεώτατος κατατάχθηκε στο ολλανδικό ναυτικό και διακρίθηκε στη δίωξη της πειρατείας στη Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό.

Το 1795, όταν κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων ο γαλλικός στρατός εισέβαλε στην Ολλανδία, επέστρεψε στη χώρα του και αγωνίστηκε στο πλευρό του γενικού κυβερνήτη της Ολλανδικής Δημοκρατίας, Γουλιέλμου Ε', τον οποίο βοήθησε να καταφύγει στην Αγγλία. Μετά την επιστροφή του, ο Χέυδεν φυλακίστηκε ως αντιδραστικός από τις γαλλικές αρχές, κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και κατέφυγε στη Ρωσία, όπου το 1810 πολιτογραφήθηκε Ρώσος.

Έλαβε μέρος στους πολέμους εναντίον του Ναπολέοντα και το 1817 ο τσάρος Αλέξανδρος Α' τον προήγαγε σε ναύαρχο. Μετά τη συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827, με την οποία οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ζητούσαν άμεση ανακωχή μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των επαναστατημένων Ελλήνων ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη διαπραγματεύσεων, ναυτικές μοίρες των χωρών αυτών διατάχθηκαν να πλεύσουν στις ελληνικές θάλασσες για να επιτηρήσουν την εφαρμογή των όρων της συνθήκης.

Ο Χέυδεν έφυγε με τη ναυαρχίδα «Αζόφ» από το λιμάνι της Κρονστάνδης με άλλα επτά πολεμικά πλοία κι έφτασε στις αρχές Οκτωβρίου στο Ναυαρίνο, όπου βρίσκονταν οι Κόδριγκτον και Δεριγνύ, επικεφαλής των ναυτικών μοιρών της Αγγλίας και της Γαλλίας. Οι τρεις ναύαρχοι, μετά τις παρασπονδίες του Iμπραήμ και την παρελκυστική τακτική του, επισήμαναν με διακοίνωσή τους τις συνέπειες των ενεργειών του και αποφάσισαν να δράσουν, υποχρεώνοντάς τον να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις των χωρών τους. Ο Χέυδεν έπεισε τους άλλους ναυάρχους να πλεύσουν στο λιμάνι του Ναβαρίνου και στη ναυμαχία που ακολούθησε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατατροπώθηκε (8 Οκτωβρίου 1827), ανοίγοντας το δρόμο για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Ο Χέυδεν παρέμεινε στην Ελλάδα και μετά την άφιξη του Καποδίστρια, με τον οποίο συνεργάστηκε και τον βοήθησε στην προσπάθειά του για την καταστολή της πειρατείας στο Αιγαίο. Στη Ρωσία, όπου επέστρεψε το 1831, διορίστηκε υπασπιστής του τσάρου Νικολάου Α'. Τον επόμενο χρόνο επισκέφθηκε για τελευταία φορά τη γενέθλια χώρα του Ολλανδία, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον βασιλιά Γουλιέλμο Α'.

Ο Λογγίνος Χέυδεν πέθανε στο Ρεβάλ (νυν Ταλίν Εσθονίας) στις 5 Οκτωβρίου 1850, σε ηλικία 78 ετών.

Σχετικά

  • Οδούς προς τιμήν του ναυάρχου Χέυδεν συναντάμε στην Αθήνα, στο Περιστέρι Αττικής, στα Νέα Λιόσια Αττικής, στην Ηλιούπολη Αττικής, στον Πειραιά, στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας, στις Νέες Παγασές Βόλου και το Βασιλικό Ευβοίας.

Γεγονότα


μ.Χ.

Ελληνικές ναυτικές δυνάμεις κάνουν απόβαση στο Μούδρο της Λήμνου, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Θα απελευθερώσουν το νησί την επόμενη μέρα.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος, σε μία προσπάθεια φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος του, διορίζει πρωθυπουργό τον Σπύρο Μαρκεζίνη. Η κυβέρνησή του θα καταρρεύσει στις 25 Νοεμβρίου, οκτώ μέρες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Ο Μπομπ Μάρλεϊ καταρρέει στη σκηνή και μεταφέρεται σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο. Ο άνθρωπος που έκανε γνωστή τη ρέγγε μουσική σ’ όλο τον κόσμο, θα πεθάνει επτά μήνες αργότερα.
Τίθεται ο θεμέλιος λίθος του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου στη Λεωφόρο Συγγρού.

Ανδρέας Συγγρός
1830 – 1899

Ανδρέας Συγγρός (πίνακας του Γεωργίου Ιακωβίδη)

Ανδρέας Συγγρός (πίνακας του Γεωργίου Ιακωβίδη)

Έλληνας επιχειρηματίας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Από τις σημαίνουσες προσωπικότητες του ελληνισμού τον 19ο αιώνα. Εθεωρείτο ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του, μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α'.

Ο Ανδρέας Τσιγγρός, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (Συγγρός είναι εξευγενισμένη μορφή του, που υιοθέτησε αργότερα) γεννήθηκε στη συνοικία Σταυροδρόμι (Πέρα) της Κωνσταντινούπολης στις 12 Οκτωβρίου του 1830 και ήταν γιος του Χιώτη γιατρού Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής Νομικού. Φοίτησε στην περίφημη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη στην Άνδρο και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ερμούπολη της Σύρου το 1845. Ο πατέρας του επιθυμούσε να τον καμαρώσει γιατρό, αλλά ο νεαρός Συγγρός είχε ακαταμάχητη έφεση για το επιχειρείν.

Αμέσως μετά την αποφοίτησή του άρχισε να εργάζεται ως μαθητευόμενος στο κατάστημα του Χιώτη εμπόρου Θεόδωρου Ροδοκανάκη στην Ερμούπολη και μέσα στον ίδιο χρόνο συνέχισε ως βοηθός λογιστή στο κατάστημα του φίλου του πατέρα του Νικολάου Δαμιανού στην Κωνσταντινούπολη. Ταχύτατα ανέβηκε τα σκαλιά της ιεραρχίας και το 1849 έγινε διευθυντικό στέλεχος της νεοσύστατης εταιρείας Βούρος, Δαμιανός και Σία, η οποία πραγματοποιούσε εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων προς και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και αργότερα συνεταίρος με τα πρώην αφεντικά του.

Το 1863 άρχισε να ασχολείται με τραπεζιτικές εργασίες και γρήγορα σχημάτισε μία αξιοσέβαστη περιουσία. Τον ίδιο χρόνο δάνεισε το ελληνικό κράτος με 6.000.000 δραχμές. Συνεταιρίστηκε με τον τραπεζίτη Γεώργιο Κορωνιό στην ετερόρρυθμη εταιρεία Συγγρός, Κορωνιός και Σία και το 1867 αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στην Αθήνα.

Το 1871 παραλίγο να χρεοκοπήσει, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που προκλήθηκε από τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1870-1871 και την κατακόρυφη πτώση των τουρκικών χρεογράφων. Με μια σειρά ριψοκίνδυνων χρηματιστηριακών ελιγμών διέσωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του και μαζί με τους Γεώργιο Κορωνιό, Στέφανο Σκουλούδη και Αντώνιο Βλαστό, ίδρυσε την Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Το 1872 επέστρεψε στην Αθήνα και μαζί με τον Ιωάννη Σκαλτσούνη ίδρυσε τη Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ενώ τον επόμενο χρόνο αγόρασε το κτήμα των Ρου-Σερπιέρη στο Λαύριο και ίδρυσε την Ελληνική Λαυρίου. Για να αντιμετωπισθεί η δαπάνη της εξαγοράς της γαλλοϊταλικής μεταλλευτικής εταιρείας προχώρησε σε μετοχοποίησή της. Η διακύμανση της μετοχής ήταν τέτοια, που οδήγησε σε πτώχευση πολλούς επενδυτές που είχαν εμπιστευθεί τις οικονομίες τους στον Συγγρό. Ήταν το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε χρηματιστήριο στη χώρα μας και οι συναλλαγές γίνονταν στο καφενείο Η Ωραία Ελλάς στην Ομόνοια.

Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος (1881), ο Συγγρός μαζί με άλλους κεφαλαιούχους ίδρυσε την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, η οποία έδρευε στον Βόλο και είχε το εκδοτικό προνόμιο για τις Νέες Χώρες. Η δραστηριότητά της δεν κράτησε για πολύ, καθώς έπαθε μεγάλες καταστροφές κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 και δύο χρόνια αργότερα συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Πιστός στη ρήση του «Άμα μυρισθώ επικερδή επιχείρησιν δεν αντέχω», συμμετείχε σε πλήθος επιχειρηματικών σχημάτων, όπως ο σιδηρόδρομος Αθηνών - Λαυρίου, η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, η ίδρυση της Πανελληνίου Ατμοπλοΐας, η αποξήρανση της Στυμφαλίας, και η Εταιρεία σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς. Οι τράπεζές του συμμετείχαν στη σύναψη των δανείων του ελληνικού κράτους και λέγεται ότι συνέβαλε στη χρεωκοπία της Ελλάδας το 1893, προκειμένου να αποκτήσει την Εθνική Τράπεζα.

Ο Ανδρέας Συγγρός άφησε εποχή για το φιλανθρωπικό του έργο και αναδείχθηκε σε μέγα εθνικό ευεργέτη. Έχει υπολογισθεί ότι οι δωρεές του ξεπερνούσαν τα 5.000.000 δραχμές, ποσό κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη, που τον φέρνει στην πρώτη θέση των Εθνικών Ευεργετών. Για τη φιλανθρωπική του δράση είχε τιμηθεί με τα ανώτατα μετάλλια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας. Ανάμεσα στα έργα που χρηματοδότησε και στις δωρεές του εν ζωή και αιτία θανάτου ξεχωρίζουν:

  • Το λεγόμενο «Κτήμα Συγγρού» μεταξύ Αμαρουσίου και Κηφισιάς.
  • Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Παθήσεων «Ανδρέας Συγγρός» στην Αθήνα.
  • Μία πτέρυγα του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα.
  • Το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών στην Πλατεία Κοτζιά (έχει κατεδαφιστεί).
  • Οι Φυλακές Συγγρού στην Αθήνα (εκεί που βρίσκονται σήμερα οι εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου) .
  • Τα αρχαιολογικά Μουσεία Δελφών και Ολυμπίας.
  • Το Μέγαρο Συγγρού (Πρόκειται για την οικία του στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όπου σήμερα στεγάζεται η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών).
  • Η χρηματοδότηση του εκσυγχρονισμού της οδού Φαλήρου (νυν Λεωφόρος Συγγρού).

Θαυμαστής του Χαρίλαου Τρικούπη, συμπορεύτηκε μαζί του πολιτικά. Εξελέγη βουλευτής Σύρου (1885-1886, 1892-1895), Αττικοβοιωτίας (1890-1892) και Αττικής (1899). Παρά τις προτάσεις που του έγιναν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, αρνήθηκε να αναλάβει υπουργικό αξίωμα. Το 1887 εκλέχτηκε δήμαρχος Αθηναίων, αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, επειδή δεν ήταν γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους.

Ο Ανδρέας Συγγρός πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 13ης Φεβρουαρίου του 1899 από καρδιακό επεισόδιο. Την επομένη έγινε η κηδεία του στην Αθήνα και ήταν «πάνδημος, εκτάκτως πολυτελής και πρωτοφανής δια την Ελλάδα», όπως ανέφερε ο Τύπος της εποχής. Στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο τον συνόδευσαν ο Βασιλιάς, σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, το διπλωματικό σώμα και χιλιάδες κόσμου. «Τοσούτον πλήθος ουδέποτε συνώδευσε νεκρόν εν τη νεωτέρα Ελλάδι, αλλά και ουδέποτε η νεωτέρα Ελλάς έσχε τόσω μέγαν νεκρόν να κηδεύση, διότι ‘οι τοιούτοι άνδρες’ όπως προσφυέστατα είπε κάποιος συγγραφεύς δεν είνε απλά άτομα, αλλά “αποτελούν ανθρωπότητας εν σμικρώ”!» έγραψε μια εφημερίδα την επαύριο της κηδείας του. Σε ένδειξη πένθους, τα σχολεία παρέμειναν κλειστά επί τριήμερο, ενώ ματαιώθηκαν οι εκδηλώσεις της Αποκριάς.

Το φιλανθρωπικό έργο του Συγγρού συνέχισε η χήρα του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842-1921), με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Το 1908 εκδόθηκαν τα «Απομνημονεύματα» σε τρεις τόμους, με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.

Η πληθωρική προσωπικότητα του Ανδρέα Συγγρού διχάζει τους ιστορικούς. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης γράφει: «Ήτο προικισμένος με τα προσόντα του μεγάλου επιχειρηματίου. Ήτο κυνικός εις τας διαπιστώσεις του, αλλά πάντοτε μέσα στα πράγματα. Και μόνον η επιγραμματική φράσις, με την οποίαν έκρινε τον Τρικούπην, όταν εκήρυξε την πτώχευσιν, αρκεί δια να χαρακτηρίση τον τρόπον του σκέπτεσθαι του ανδρός. Ηρκέσθη να είπη τότε λακωνικότατα, ότι και η πτώχευσις εχει την τέχνην της. Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό «μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη», ενώ ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον εθνικό ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται για πρώτη φορά σε Πορτογάλο, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Χουάν Περόν, δικτάτορας της Αργεντινής. (Θαν. 1/7/1974)

Χουάν Περόν
1895 – 1974

Χουάν Ντομίνγκο Περόν

Χουάν Ντομίνγκο Περόν

Ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν (Juan Domingo Perón) ήταν αργεντινός στρατιωτικός και χαρισματικός πολιτικός, ιδρυτής και αρχηγός του πολιτικού κινήματος που έμεινε στην ιστορία ως Περονισμός.

Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του 1895 στην πόλη Λόμπος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες. Σε ηλικία 16 ετών μπήκε στη στρατιωτική σχολή και μετά την αποφοίτησή του αναρριχήθηκε γρήγορα στην ιεραρχία. Στα τέλη της δεκαετίας του '30 υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη και γνώρισε από κοντά την ιδεολογία και τις πρακτικές του φασισμού.

Το 1941 επέστρεψε στην Αργεντινή και δύο χρόνια αργότερα, ως συνταγματάρχης, ήταν μεταξύ των ηγετών στρατιωτικού πραξικοπήματος, που ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση του Ραμόν Καστίγιο. Κατέχοντας σημαντικές θέσεις στο νέο στρατιωτικό καθεστώς, ο Χουάν Περόν στήριξε την εργατική τάξη και προώθησε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή στις λαϊκές μάζες της Αργεντινής. Όταν στις αρχές Οκτωβρίου του 1945 απομακρύνθηκε από τις θέσεις του μετά από πραξικόπημα στρατιωτικών και πολιτικών, που ζητούσαν επάνοδο στη συνταγματική ομαλότητα, και φυλακίστηκε, η στήριξη του κόσμου, σε συνδυασμό με τις οργανωμένες προσπάθειες της δυναμικής ερωμένης του Εύας Ντουάρτε, συνέβαλαν αποφασιστικά στην αποφυλάκισή του.

Εκείνη τη νύχτα της 17ης Οκτωβρίου από τον εξώστη του προεδρικού μεγάρου απευθύνθηκε σε συγκέντρωση 300.000 οπαδών του και ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Αργεντινής. Λίγες ημέρες αργότερα νυμφεύτηκε την Εύα Ντουάρτε, η οποία θα παίξει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Αργεντινής μέχρι τον θάνατό της το 1952.

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1946, ο Χουάν Περόν εξελέγη πρόεδρος της Αργεντινής με το 54,4% των ψήφων, μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας κατά της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης. Αμέσως ξεκίνησε ένα ευρύ πρόγραμμα εκβιομηχάνισης και κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, με στόχο να παράσχει μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη στην εργατική τάξη. Κρατικοποίησε τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας δημόσια έργα.

Παράλληλα, αύξησε σημαντικά το εισόδημα των εργατών με γενναίες αυξήσεις στα ημερομίσθια και πρόσθετες κοινωνικές παροχές. Τα κεφάλαια για τις πολιτικές του προέρχονταν από το ξένο συνάλλαγμα που είχε συγκεντρωθεί από τις μεγάλες εξαγωγές της χώρας κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Περόν στηριζόταν πολύ στον στρατό, που τον κρατούσε υπό τον έλεγχό του και για να επιτύχει την πολιτική του δεν δίσταζε να καταστέλλει βίαια κάθε αντίδραση και να περιορίζει τις συνταγματικές ελευθερίες. Σύντομα, η διακυβέρνηση του Περόν δεν διέφερε σε τίποτα από μια δικτατορία.

Ο Χουάν Περόν υιοθέτησε έντονη αντιαμερικανική και αντιβρετανική στάση, κηρύττοντας τα πλεονεκτήματα της δικής του «τρίτης θέσης» μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, τόσο στις εσωτερικές, όσο και στις εξωτερικές υποθέσεις. Τη διατύπωσε στο ομιχλώδες δόγμα του «Χουστισιαλίσμο» («Justicialismo»), που στηριζόταν σε τρεις πυλώνες: κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία. Ο Περόν επεξέτεινε την επιρροή της Αργεντινής σε πολλά κράτη της Λατινικής Αμερικής κι επιδίωξε να εδραιώσει την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία του στη Νότια Αμερική.

Στις 11 Νοεμβρίου του 1951 κέρδισε εκ νέου τις εκλογές με το εντυπωσιακό 64% των ψήφων. Μεγάλο μερίδιο της νίκης το οφείλει στην Εβίτα, η οποία κινητοποίησε τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας, που ψήφισε για πρώτη φορά.

Όμως, αμέσως μετά, άρχισαν να πληθαίνουν οι εναντίον του φωνές διαμαρτυρίας, εξαιτίας των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1955 ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα από αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού που εμφορούνταν από δημοκρατικές ιδέες και εξέφραζαν την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για τον υψηλό πληθωρισμό, τη διαφθορά, τη δημαγωγία και την καταπίεση.

Ο Χουάν Περόν διέφυγε στην Παραγουάη και το 1960 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Ιζαμπέλ Μαρτίνες, μία πρώην χορεύτρια, την οποία είχε γνωρίσει το 1956. Η δημοφιλής δεύτερη σύζυγός του, Εβίτα Ντουάρτε, είχε χάσει τη μάχη με τον καρκίνο το 1952, όπως και η πρώτη σύζυγός του Αουρέλια Τισόν το 1938.

Το Νοέμβριο του 1972 επέστρεψε για λίγο στην Αργεντινή μετά από πρόσκληση της χούντας του στρατηγού Λανούσε, που είχε εκφράσει την πρόθεση να οδηγήσει τη χώρα στη δημοκρατική ομαλότητα. Στις εκλογές του Μαρτίου του 1973 οι Περονιστές κέρδισαν τις εκλογές και τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο Περόν επέστρεψε οριστικά στην Αργεντινή. Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1973 εξελέγη πρόεδρος της χώρας, με αντιπρόεδρο τη γυναίκα του Ιζαμπέλ. Όμως, τον Ιούνιο του 1974 προσβλήθηκε από πνευμονία και την 1η Ιουλίου άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 79 ετών. Τον διαδέχθηκε στην Προεδρία της Αργεντινής η σύζυγός του Ιζαμπέλ, η οποία τελικά ανετράπη από τους στρατιωτικούς στις 24 Μαρτίου του 1976.

Ο Χουάν Περόν μπορεί να μην άλλαξε επαναστατικά τη δομή της Αργεντινής, αλλά οπωσδήποτε την αναμόρφωσε σημαντικά. Ο Περονισμός είναι το πολιτικό κίνημα που παρά τα έντονα λαϊκίστικα στοιχεία του και τις αδιαμφισβήτητες αυταρχικές πτυχές του, ενσωμάτωσε μεγάλες λαϊκές μάζες στην πολιτική ζωή της Αργεντινής.

Κώστας Ταχτσής, έλληνας ποιητής και συγγραφέας. («Το Τρίτο Στεφάνι») (Θαν. 25/8/1988)

Ματ Ντέιμον, αμερικανός ηθοποιός.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Ιερόνιμους Βολφ, γερμανός φιλόλογος, ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη Βυζάντιο για να χαρακτηρίσει το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος. Θεωρείται ο θεμελιωτής των Βυζαντινών Σπουδών. (Γεν. 13/8/1516)
  Κωνσταντίνος Τσάτσος, έλληνας φιλόσοφος και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. (Γεν. 1/7/1899)

Κωνσταντίνος Τσάτσος
1899 – 1987

Διπλωμάτης, πανεπιστημιακός, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος και πολιτικός. Κορυφαία προσωπικότητα της νεοελληνικής ζωής του 20ου αιώνα, που διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1975 έως το 1980.

Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 1899 και ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Δημήτρη Τσάτσου και της Θεοδώρας Ευστρατιάδου, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί στην Τεργέστη. Την εγκύκλια μόρφωση έλαβε στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Μακρή, το Β' Γυμνάσιο Νεάπολης και το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ στη συνέχεια σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Παράλληλα με τις σπουδές του ασχολήθηκε με τα έργα των κλασσικών ελλήνων και λατίνων συγγραφέων, καθώς και με τη νεοελληνική λογοτεχνία και την ποίηση. Δημοσίευσε δύο τόμους ποιημάτων και θεατρικών έργων με το ψευδώνυμο Ύβος Δελφός.

Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε δικηγόρος Αθηνών και από το 1918 έως το 1920 ο πολύγλωσσος Τσάτσος τοποθετήθηκε στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.

Ακολούθησαν η στρατιωτική θητεία (1920-1923) και οι μεταπτυχιακές σπουδές (1924-1928) στην κοινωνική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία του δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Τα τέσσερα χρόνια της φοίτησής του στο ονομαστό Πανεπιστήμιο στάθηκαν αποφασιστικός σταθμός στην κατοπινή εξέλιξη της κοσμοθεωρίας του και γενικά της σκέψης του. Είχε την ευτυχία να έχει για δασκάλους τον Ρίκερτ, τον αναγνωρισμένο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας των αξιών, τον Γιάσπερς, τον θεμελιωτή του νεώτερου υπαρξισμού, τον Ράντμπρουχ, κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας του δικαίου, και τον Γκούντολφ, τον μεγαλύτερο γερμανό ιστορικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του και το 1929 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής με θέμα της διδακτορικής του διατριβής «Η Νομική ως τεχνική και επιστήμη», ενώ υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του περιοδικού - οργάνου της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας Επιστημών», μαζί με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, σε μια προσπάθεια να αντιπαρατεθούν στον ανερχόμενο τότε και στη χώρα μας ιστορικο-υλιστικό μαρξισμό, που εκπροσωπούσε ο Δημήτρης Γληνός.

Το 1930 εξελέγη υφηγητής και το 1932 έκτακτος καθηγητής στη Νομική Αθηνών, στην έδρα της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και εκτοπίσθηκε στη Σκύρο. Επί Κατοχής απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την απελευθέρωση και το 1945 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βούλγαρη, καθώς και το Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Το 1946 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο και πολιτεύθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Χρημάτισε Υπουργός Εθνικής Παιδείας στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1949), καθώς και Υφυπουργός Συντονισμού στην Κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου (1951).

Το 1956 προσχώρησε στο νεοϊδρυθέν κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), με το οποίο εξελέγη βουλευτής επανειλημμένως. Υπηρέτησε ως Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως (1956-1958) και Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στην Κυβέρνηση Καραμανλή (1961, 1963), καθώς και Υπουργός Δικαιοσύνης στη Κυβέρνηση Κανελλόπουλου (1967).

Μετά τη μεταπολίτευση, ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1974 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και διετέλεσε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που διαμόρφωσε το ισχύον Σύνταγμα.

Στις 20 Ιουνίου 1975, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από τη Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 210 ψήφους επί 295 παρόντων βουλευτών. Παρέμεινε στο ύψιστο πολιτειακό αξίωμα έως το Μάιο του 1980, οπότε τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δημοσίευσε πλήθος επιστημονικών μελετών, νομικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, καθώς και λογοτεχνικών έργων. Το 1974 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Ευθύνη». Το 1961 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας διετέλεσε Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη, επίσης, ξένος εταίρος στις Ακαδημίες Γαλλίας, Ρουμανίας και Μαρόκου, καθώς και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, Τέχνης και Γραμμάτων. Το 1980 του απονεμήθηκε το μέγα ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη.

Το 1930 νυμφεύθηκε την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδελφή του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, με την οποία απέκτησε δύο κόρες: τη Δέσποινα Μυλωνά και τη χορογράφο Ντόρα Τσάτσου - Συμεωνίδη.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από την επάρατο νόσο, πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.

Ενδεικτική Εργογραφία

Αυτοβιογραφικά

  • Λογοδοσία μιας ζωής (2000)

Λογοτεχνικά

  • Η τριλογία της ψυχής μου (1923)
  • Ποιήματα (1924)
  • Δύο Δράματα (1924)
  • Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου (1973)
  • Ένας διάλογος για την ποίηση (1975)

Φιλολογικά

  • Παλαμάς (1936)
  • Οι μεγάλοι ρήτορες και η ιστορία τους (1968)
  • Κικέρων (1968)
  • Δημοσθένης (1971)

Φιλοσοφικά

  • Δοκίμια αισθητικής και παιδείας (1960)
  • Αισθητικά δοκίμια (1961)
  • Διάλογοι σε μοναστήρι (1974)
  • Αισθητικά μελετήματα (1977)
  • Θεωρία της Τέχνης (1978)
  • Η ζωή σε απόσταση (1985)
  • Ο σύγχρονος κόσμος (1987)
  • Πριν από το ξεκίνημα (1988)

Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας

  • Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου (1932)
  • Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935)
  • Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941)
  • Ελληνική πορεία (1952)
  • Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου (1960)
  • Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962)
  • Αφορισμοί και διαλογισμοί (1965-69)
  • Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965)
  • Η Ελλάς και η Ευρώπη (1978)
  • Δημοκρατία και Ευρώπη (1982)

Θεολογικά

  • Αγάπη (για τη χριστιανική αγάπη) (1950)

Πολιτικές βιογραφίες

  • Ελευθέριος Βενιζέλος (1986)
  • Ο άγνωστος Καραμανλής (1986)

Μεταφράσεις

  • Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων (1980)
  • Οράτιος, Βιργίλιος, Προπέρτιος, Κάτουλος. (1981)
Μοιρασ

Βίλι Μπραντ, καγκελάριος της Γερμανίας κατά το διάστημα 1969 - 1974 και «αρχιτέκτονας» της πολιτικής της ύφεσης (Ostpolitik) -το άνοιγμα δηλαδή της Δύσης στην τότε κομμουνιστική Ανατολή- κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Βραβεύτηκε με Νόμπελ Ειρήνης το 1971. (Γεν. 18/12/1913)

Βίλι Μπραντ
1913 – 1992

Βίλι Μπραντ

Βίλι Μπραντ

Ο αποκαλούμενος «καγκελάριος της ειρήνης» γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1913 στο Λίμπεκ της Γερμανίας ως Χέρμπερτ Ερνστ Καρλ Φραμ. Άλλαξε το όνομά του σε Βίλι Μπραντ (Willy Brandt) το 1933, όταν καταδιωκόμενος από τους Ναζί αναγκάστηκε να διαφύγει στη Νορβηγία.

Για τα επόμενα 15 χρόνια δραστηριοποιήθηκε κατά του ναζισμού, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος και ταξιδεύοντας σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με νορβηγικό διαβατήριο, αφού το 1938 η κυβέρνηση της Γερμανίας τού αφαίρεσε τη γερμανική υπηκοότητα.

Η πολιτική καριέρα του Βίλι Μπραντ ξεκίνησε το 1948 με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Το 1957 εξελέγη δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου και το 1964 πρόεδρος του κόμματός του. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος στην κυβέρνηση συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών - Χριστιανοδημοκρατών το 1966, ενώ το 1969 εξελέγη καγκελάριος με τη συνεργασία των «Ελεύθερων Δημοκρατών».

Επί διακυβερνήσεώς του και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου «θεμελίωσε» την πολιτική της ύφεσης (Ostpolitik), το άνοιγμα, δηλαδή, της Δύσης στην τότε κομμουνιστική Ανατολή.

Το 1973 ξέσπασε το «σκάνδαλο Γκιγιόμ», όταν οι μυστικές υπηρεσίες αποκάλυψαν ότι ένας από τους γραμματείς του Μπραντ, ο Γκίντερ Γκιγιόμ, ήταν κατάσκοπος της Ανατολικής Γερμανίας. Ένα χρόνο αργότερα, ο Γκιγιόμ συνελήφθη και ο Βίλι Μπραντ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη, παραιτήθηκε από καγκελάριος.

Για τις προσπάθειές του ανάπτυξης κλίματος αλληλοκατανόηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, το 1971 η Νορβηγική Ακαδημία του απένειμε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Ο Βίλι Μπραντ πέθανε σε ηλικία 78 ετών, στις 8 Οκτωβρίου του 1992, τρία χρόνια μετά την κατεδάφιση του Τείχους του Βερολίνου.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου