Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 27 Σεπ 2018
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:16 – Δύση Ήλιου: 19:15
  • Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού
  • Παγκόσμια Ναυτική Ημέρα
  • Γιορτάζουν:  Αρίσταρχος, Ζήνων, Καλλίστρατος, Καλλιστράτη

Σαν Σήμερα...

1831
Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. (Γεν. 11/2/1776)

Ιωάννης Καποδίστριας
1776 – 1831

Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ίδρυσε εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776 την περίοδο της Ενετοκρατίας. Ο πατέρας του Αντώνιος - Μαρία καταγόταν από οικογένεια ευγενών, καθώς ένας από τους πρόγονούς του είχε λάβει τον τίτλο του Κόμη από τον Δούκα της Σαβοΐας Κάρολο Εμμανουήλ τον Β'. Ο τίτλος εισήχθη στη «Χρυσή Βίβλο» (Libro d' Oro) των ευγενών της Κέρκυρας το 1679 και έλκει την καταγωγή του από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής, το σημερινό Κόπερ της Σλοβενίας. Η οικογένεια της μητέρας του Διαμαντίνας (Αδαμαντίας) Γονέμη, ήταν επίσης εγγεγραμμένη στη «Χρυσή Βίβλο» από το 1606.

Ο νεαρός Ιωάννης σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Παταβίας (Πάντοβα) της Ιταλίας. Το 1797 εγκαταστάθηκε στη γενέτειρά του Κέρκυρα και άσκησε το επάγγελμα του ιατρού - χειρούργου. Δύο χρόνια αργότερα, όταν η Ρωσία και η Τουρκία κατέλαβαν για λίγο τα Επτάνησα, του ανατέθηκε η διοίκηση του στρατιωτικού νοσοκομείου.

Το 1801 τα Επτάνησα αυτονομούνται και ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται ένας από τους δύο διοικητές της Ιονίου Πολιτείας, σε ηλικία 25 ετών. Χάρη στην πολιτική του οξυδέρκεια και πειθώ απέτρεψε την εξέγερση της Κεφαλλονιάς, που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στη συνοχή του νεότευκτης πολιτείας. Έδειξε ευαισθησία και προσοχή στις ανησυχίες των Επτανησίων και πήρε πρωτοβουλίες για τη αναθεώρηση επί το δημοκρατικότερο του επτανησιακού συντάγματος, που είχαν επιβάλει Ρώσοι και Τούρκοι υπό τον τίτλο «Βυζαντινό Σύνταγμα».

Αποτέλεσμα των προσπαθειών του Καποδίστρια ήταν η ψήφιση ενός πιο φιλελεύθερου και δημοκρατικού συντάγματος το 1803. Οι μεγάλες δυνάμεις θορυβήθηκαν κι έστειλαν τον Γεώργιο Μοτσενίγο, προκειμένου να τον επιπλήξει. Όταν, όμως, ο εκπρόσωπός τους συναντήθηκε μαζί του, εντυπωσιάστηκε από την πολιτική και ηθική συγκρότηση του ανδρός. Ο Καποδίστριας διορίστηκε ομόφωνα από τη Γερουσία της Ιονίου Πολιτείας, Γραμματέας της Επικρατείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναδιοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση.

Τον Μάρτιο του 1807 εστάλη στη Λευκάδα, την οποία απειλούσε με κατάληψη ο Αλή Πασάς. Αναδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, αποτρέποντας την απειλή. Εκεί γνωρίστηκε με τους οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Ανδρούτσο και Μπότσαρη, που αργότερα θα πρωτοστατούσαν στην Επανάσταση του '21.

Τον Ιανουάριο 1809 ο Καποδίστριας εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, κατόπιν προσκλήσεως του Τσάρου Αλέξανδρου Α'. Το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας.

Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε τις βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822. Ο Καποδίστριας, όμως, δεν ξέχασε τη γενέτειρά του και τα Επτάνησα, που είχαν περάσει κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1819 μετέβη στο Λονδίνο και προσπάθησε ματαίως να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να μετριάσει το αυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει στα Ιόνια Νησιά.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το αξίωμά του, καθώς είχε διαφωνήσει ανοιχτά με τον τσάρο Αλέξανδρο, που καταδίκαζε κάθε επαναστατική κίνηση στην Ευρώπη, πιστός στις αποφάσεις της Ιεράς Συμμαχίας. Το 1822 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχαιρε υπόληψης για την προσφορά του στη δημιουργία της Ελβετικής Ομοσπονδίας, λαμβάνοντας τον τίτλο του επίτιμου πολίτη. Παρέμεινε εκεί έως το 1827, βοηθώντας ποικιλοτρόπως το επαναστατημένο έθνος.

Στις 30 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, σε μία περίοδο που η Επανάσταση καρκινοβατούσε. Έπειτα από επίπονες διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εξασφάλιση της απαραίτητης υποστήριξης για το ελληνικό κράτος, έφτασε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, γενόμενος δεκτός με ζητωκραυγές και ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον λαό. Δύο ημέρες αργότερα μετέβη στην Αίγινα, η οποία είχε κριθεί καταλληλοτέρα από το Ναύπλιο ως προσωρινή έδρα της Κυβέρνησης.

Η πρώτη επαφή του με την ηπειρωτική Ελλάδα υπήρξε αποκαρδιωτική, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στο πολιτικό σκηνικό. Οι αντιπαλότητες που είχαν προκύψει μεταξύ των φατριών κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν είχαν κοπάσει, ενώ η χώρα είχε καταστραφεί και η οικονομία της τελούσε υπό πτώχευση.

Ο Καποδίστριας εκλήθη να κυβερνήσει με βάση το Δημοκρατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, αλλά ως οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας πίστευε ότι τα Συντάγματα και τα Κοινοβουλευτικά Σώματα ήσαν πρόωρα για το ασύστατο ακόμα κράτος. Πρέσβευε εις την αρχή του ενός ανδρός, έστω και υπό προθεσμία. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 πέτυχε ψήφισμα της Βουλής περί αναστολής του Συντάγματος. Έτσι, κατέστη η μοναδική πηγή εξουσίας, συνεπικουρούμενος από το Πανελλήνιον, ένα συμβουλευτικό σώμα αποτελούμενο από 27 μέλη. Στη σύγκληση μιας νέας Εθνοσυνέλευσης στο άμεσο μέλλον παραπεμπόταν η ψήφιση του νέου Συντάγματος. Ο Καποδίστριας εγκαινίασε την περίοδο της απολυταρχίας, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το Σύνταγμα του 1843.

Λιθογραφία του 1827

Ο νέος Κυβερνήτης έθεσε ως στόχο να βάλει τέλος στις εμφύλιες διαμάχες και επιδόθηκε αμέσως στο έργο της δημιουργίας Κράτους εκ του μηδενός, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη δραστηριότητα. Ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα με τη βοήθεια του φίλου του ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, η οποία δεν ευδοκίμησε για πολύ. Ρύθμισε το νομισματικό σύστημα, καθότι ακόμη κυκλοφορούσαν τουρκικά και ξένα νομίσματα εντός της επικράτειας. Στις 28 Ιουλίου 1828 καθιέρωσε ως εθνική νομισματική μονάδα τον Φοίνικα και ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο. Στις 24 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου οργάνωσε και την πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία.

Ερχόμενος στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας βρήκε την Ελλάδα χωρίς δικαστική οργάνωση. Γνωρίζοντας ότι η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί θεμέλιο για τη δημιουργία μιας ευνομούμενης πολιτείας, ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τη δημιουργία δικαστηρίων και τη στελέχωσή τους με το κατάλληλο προσωπικό. Οργάνωσε, ακόμη, τη διοίκηση του κράτους και ίδρυσε Στατιστική Υπηρεσία, η οποία διενήργησε την πρώτη απογραφή.

Αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση, πετυχαίνοντας αφενός να καταπολεμήσει το κατεστημένο των οπλαρχηγών και αφετέρου να παρεμποδίσει την Οθωμανική προέλαση, όπως έδειξε η Μάχη της Πέτρας, όπου ο ελληνικός στρατός εμφανίσθηκε πειθαρχημένος και συγκροτημένος στην τελευταία μάχη του Αγώνα. Ο Καποδίστριας αντιμετώπισε επιτυχώς την πειρατεία, αναθέτοντας στον ναύαρχο Μιαούλη την καταστολή της. Εφάρμοσε την πρακτική της απομόνωσης (καραντίνας) των κοινοτήτων που πλήττονταν από τις επιδημίες του τύφου, της ελονοσίας και άλλων μολυσματικών ασθενειών. Προσπάθησε να ανοικοδομήσει το κατεστραμμένο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, ιδρύοντας πολλά αλληλοδιδακτικά σχολεία, καθώς και το Ορφανοτροφείο της Αίγινας.

Ο Καποδίστριας ενδιαφέρθηκε αποφασιστικά για τη γεωργία, που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής οικονομίας. Εισήγαγε πρώτος την καλλιέργεια της πατάτας, με ένα τρόπο που έδειχνε τη βαθειά του γνώση για τον ψυχισμό του Έλληνα εκείνης της εποχής. Διέταξε, λοιπόν, να αποθέσουν ένα φορτίο με πατάτες στο λιμάνι του Ναυπλίου και προέτρεψε τον καθένα να πάρει όσες θέλει. Συνάντησε, όμως, την παγερή αδιαφορία των πρωτευουσιάνων. Στη συνέχεια τοποθέτησε φρουρούς στο φορτίο και αμέσως σχεδόν στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν ψίθυροι ότι για να φυλάσσεται το φορτίο κάτι το πολύτιμο θα περιέχει. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στο λιμάνι και λοξοκοίταζαν τις πατάτες. Άρχισαν σιγά-σιγά να τις κλέβουν κάτω από τη μύτη των φρουρών και στο τέλος έκαναν όλες φτερά. Δεν γνώριζαν, όμως, ότι ο Καποδίστριας είχε διατάξει τους φρουρούς να κάνουν τα στραβά μάτια. Με αυτή την ευφυή κίνηση, η πατάτα έγινε τότε μέρος της καθημερινής διατροφής του Έλληνα.

Οι πολιτικές κινήσεις του Καποδίστρια προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια, τόσο των οπαδών του συνταγματικού πολιτεύματος, όσο και των προκρίτων και των ναυτικών. Η αίγλη που τον περιέβαλε άρχισε να διαλύεται. Η αδυναμία ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση διεξαγωγής των εκλογών, έδωσαν την αφορμή για το σχηματισμό ισχυρής αντιπολίτευσης κατά του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας κατηγορήθηκε ακόμη ότι αγνόησε τη μακρά κοινοτική παράδοση της χώρας και θέλησε να μεταφυτεύσει από την αλλοδαπή θεσμούς, μη προσιδιάζοντες στην τότε πραγματικότητα.

Η πρώτη δυναμική αντιπολιτευτική ενέργεια ήλθε με τα στασιαστικά κινήματα της Ύδρας το 1829, που επιδίωκαν την ανατροπή του Καποδίστρια. Ζήτησαν από τον Μιαούλη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου, πριν προλάβει ο διοικητής του Κανάρης να έλθει εναντίον της Ύδρας. Ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον ναύαρχο Ρίκορντ να επιτεθεί κατά των στασιαστών. Πράγματι, ο ρώσος ναύαρχος απέκλεισε το ναύσταθμο και προ του κινδύνου να συλληφθεί ο Μιαούλης ανατίναξε τη φρεγάτα Ελλάς και την κορβέτα Ύδρα (τα δύο πιο αξιόπλοα πλοία του ελληνικού στόλου) και διέφυγε στην Ύδρα. Η αντίδραση κατά του Κυβερνήτη διογκωνόταν. Οι Μανιάτες αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους προς την κεντρική εξουσία και στασίασαν με τη σειρά τους.

Μοιραία στάθηκε η αντιπαλότητα του Καποδίστρια με τους Μαυρομιχάληδες, την ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης. Ο Καποδίστριας συν το χρόνω γινόταν όλο και πιο ευερέθιστος και δύσπιστος έναντι όλων. Δεν είχε την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, με συνέπεια την αδικαιολόγητη όξυνση των προσωπικών παθών. Σε αυτή την κατάσταση θα πρέπει να αποδοθεί και ο σκληρός τρόπος συμπεριφοράς του κατά του γηραιού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Καποδίστριας διέταξε τη σύλληψή του και τον εγκλεισμό του στη φυλακή. Τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον υιό του Γεώργιο τους κρατούσε στο Ναύπλιο, όπου είχε μεταφερθεί η πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό εξέθρεψε το μίσος και την ανάγκη εκδίκηση από την πλευρά των Μαυρομιχαλαίων.

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια

Στις 5:35 το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δέχθηκε δολοφονική επίθεση από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου μετέβαινε για να εκκλησιασθεί και έπεσε νεκρός. Ο μόνος που τον συνόδευε ήταν ο μονόχειρας σωματοφύλακάς του, ονόματι Κοκκώνης.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης εφονεύθη επί τόπου από τους προστρέξαντες, οι οποίοι κυριολεκτικώς τον λυντσάρισαν. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ζήτησε προστασία στη Γαλλική Πρεσβεία. Κατόπιν επιμόνου απαιτήσεως του συγκεντρωμένου πλήθους, που απείλησε ότι θα κάψει την πρεσβεία, ο αντιπρεσβευτής βαρόνος Ρουάν τον παρέδωσε στις αρχές. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης καταδικάσθηκε σε θάνατο από στρατοδικείο και εθανατώθη δια τυφεκισμού το πρωί της 10ης Οκτωβρίου 1831.

Στη θέση του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε για μικρό διάστημα ο αδερφός του Αυγουστίνος. Η χώρα είχε βυθιστεί στο χάος και την αναρχία και οι Προστάτιδες Δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν βασιλεία, φοβούμενες την επικράτηση ενός φιλελεύθερου κινήματος.

Η ελληνική πολιτεία τίμησε τον Κυβερνήτη, δίνοντας το όνομά του σε δημόσιους χώρους και ιδρύματα, όπως στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο επίσημος τίτλος του οποίου είναι Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακόμη, ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών της ελληνικής έκδοσης του ευρώ, ενώ το σχέδιο διοικητικής αναδιοργάνωσης της χώρας που εισηγήθηκε η κυβέρνηση Σημίτη έλαβε το όνομά του («Πρόγραμμα Ι. Καποδίστριας»).

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Ο «ξεπεσμός» του Καποδίστρια

Μια μέρα, γινόταν λόγος στη ρωσική αυλή για τον Ιωάννη Καποδίστρια, που είχε αφήσει την υψηλή του θέση στην κυβέρνηση της μεγάλης αυτής χώρας και είχε πάει για να γίνει κυβερνήτης της μόλις απελευθερωθείσας μικρής πατρίδας του.
Ένας, λοιπόν, είπε:
- Είναι κρίμα ότι βρίσκεται τώρα επί κεφαλής ενός τόσο μικρού κράτους.
Τότε ό τσάρος Νικόλαος Α’ παρατήρησε:
- Νομίζω, ότι το έργο ενός μεγάλου πολιτικού είναι πολύ πιο δύσκολο όταν κυβερνά ένα μικρό κράτος απ' ότι αν κυβερνούσε ένα κράτος μεγάλο. Ο Καποδίστριας, να ‘στε βέβαιοι, ότι με τη μετάβασή του στην Ελλάδα προήχθη, δεν ξέπεσε.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1669
Οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τον Χάνδακα (Ηράκλειο), έπειτα από πολιορκία 21 ετών και ολοκληρώνουν την κατάληψη της Κρήτης.
1822
Ο γάλλος αιγυπτιολόγος Ζαν Φρανσουά Σαμπολιόν ανακαλύπτει το «κλειδί» των ιερογλυφικών, αποκωδικοποιώντας τη Στήλη της Ροζέττης.
1905
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν διατυπώνει, σε ηλικία 26 ετών, την ειδική θεωρία της σχετικότητας και την περίφημη εξίσωσή του Ε=mc2, σε άρθρο του στο γερμανικό περιοδικό «Χρονικά της Φυσικής».

Άλμπερτ Αϊνστάιν
1879 – 1955

Γερμανός φυσικός, τιμημένος με βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1921. Υπήρξε μία από τις πιο δημιουργικές διάνοιες στην ιστορία της ανθρωπότητας και άνοιξε νέους δρόμους στην επιστήμη.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein) γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1879 στο Ουλμ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας από εβραίους γονείς: τον επιχειρηματία Χέρμαν Αϊνστάιν (1847-1902) και την Παουλίνε Κοχ (1858-1920), μία αξιόλογη πιανίστρια, που έστρεψε από νωρίς τον γιο της στην κλασική μουσική. Σε ηλικία 5 ετών, ο μικρός Αλβέρτος ξεκίνησε μαθήματα βιολιού και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν αποχωριζόταν το αγαπημένο του όργανο.

Τίποτε δεν φανέρωνε την ιδιοφυία του όταν ήταν μικρός. Αντίθετα, οι γονείς του είχαν αρχίσει να πείθονται ότι ο καρπός της ένωσής τους ήταν ένα καθυστερημένο αγόρι. Πώς αλλιώς να εξηγούσαν το ότι άρχισε να μιλά σε ηλικία 3 ετών;

Ο Αλβέρτος μεγάλωσε στο Μόναχο. Άτακτο παιδί στο σχολείο. Και στα μαθήματα επιεικώς μέτριος. Όχι από τεμπελιά. Από «άποψη». Έλεγε και ξανάλεγε ότι το σχολείο δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ένα στρατιωτικό καψόνι για ανεγκέφαλους». Έτσι, προτιμούσε να μελετά στο σπίτι. Τι άλλαξε την εικόνα των γονιών του (και μαζί την εικόνα της ανθρωπότητας για το Σύμπαν); Δύο πατρικά δώρα: μία πυξίδα κι ένα βιβλίο γεωμετρίας.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν το 1893 (14 ετών)

Ώρες ατελείωτες ο πεντάχρονος Αλβέρτος παρατηρεί τον «μπούσουλα» που του χάρισε ο πατέρας του. Το ερώτημα που τριβελίζει το ανήσυχο παιδικό μυαλό είναι πώς και γιατί μία βελόνα μπορεί να δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση. Λίγα χρόνια αργότερα, μάλιστα, δίνει ο ίδιος την ερμηνεία: «Δεν μπορεί, μία μυστηριώδης δύναμη που υπάρχει στο χώρο την οδηγεί». Όσο για το βιβλίο της γεωμετρίας, ήταν δώρο γενεθλίων, την ημέρα που ο Αλβέρτος συμπλήρωνε τα 12 χρόνια του. Εντυπωσιάστηκε από το πώς «μαγικές», μη προφανείς, προτάσεις μπορούν να αποδειχθούν με τη λογική και με απλά αξιώματα. Από τότε αγαπημένα του βιβλία έγιναν τα συγγράμματα γεωμετρίας και οι εκλαϊκευμένες επιστημονικές εκδόσεις.

Συμβιβαζόμενος με τις επιταγές του εκπαιδευτικού συστήματος, φοίτησε στο γυμνάσιο του Αράου της Ελβετίας και σπούδασε φυσική στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Εκεί, το 1901, στα 22 του χρόνια, νυμφεύθηκε τη σερβικής καταγωγής συμφοιτήτριά του Μίλεβα Μάριτς (1875 - 1948). Όπως φάνηκε αργότερα, τους ένωσε μάλλον ο έρωτας για τη φυσική, παρά κάποιο τρελό ερωτικό πάθος. «Οι θεωρίες μας» έλεγε (με έμφαση στον πληθυντικό) όταν αναφερόταν στα επιστημονικά ευρήματά του.

Η Μίλεβα ήταν η ισχυρή γυναίκα πίσω από τον ισχυρό άνδρα. Το επιστημονικό alter ego του, με το οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον πολιτικό μηχανικό Χανς Άλμπερτ Αϊνστάιν (1904-1973) και τον Έντουαρντ Αϊνστάιν (1910-1965), αλλά και τη μελαγχολία που γεννά ένας αποτυχημένος γάμος. Ούτε η επιστημονική μούσα του, όμως, ήταν ευτυχισμένη. Οι καταθλιπτικές κρίσεις της Μίλεβα διαδέχονταν η μία την άλλη (απ’ ό,τι έλεγαν, τα ψυχολογικά προβλήματα ήταν «κληρονομιά» από τη μητέρα της).

Το 1902, ο Αϊνστάιν προσελήφθη «με τα χίλια βάσανα» στο ομοσπονδιακό γραφείο ευρεσιτεχνιών. Ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Η θέση - κλειδί για να μελετήσει πάμπολλους φακέλους με διπλώματα ευρεσιτεχνίας διαφόρων επιστημόνων και η αφορμή για να ξεκινήσει την έρευνά του. Το 1905 δημοσιεύει στο επιστημονικό περιοδικό «Χρονικά της Φυσικής» το επαναστατικής φύσης άρθρο του για την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, που συγκλονίζει την επιστημονική κοινότητα. Η κεντρική ιδέα της θεωρίας ήταν ότι, αν για όλα τα συστήματα αναφοράς η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή και αν όλοι οι φυσικοί νόμοι είναι ίδιοι, τότε τόσο ο χρόνος, όσο και η κίνηση, εξαρτώνται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο μετρούνται (η τιμή τους δηλαδή σχετίζεται προς τον εκάστοτε παρατηρητή).

Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύει ένα νέο άρθρο, σύμφωνα με το οποίο αν ένα σώμα χάσει ένα ποσό ενέργειας με μορφή ακτινοβολίας, η μάζα του μειώνεται κατά ποσό E/c2 (c = ταχύτητα του φωτός). Το 1907 παρουσιάζει τη διάσημη εξίσωσή του E = mc2, (όπου E = Ενέργεια, m = μάζα και c = ταχύτητα του φωτός), η οποία ήταν καθοριστική για την παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας και την κατασκευή της ατομικής βόμβας, στην οποία ωστόσο δεν συμμετείχε.

Το 1909 διορίζεται έκτακτος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης κι ένα χρόνο μετά καθηγητής της θεωρητικής φυσικής στο γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας, θέση την οποία κράτησε ως το 1912. Ύστερα από τις πιέσεις και την επιμονή διαπρεπών επιστημόνων της εποχής, δέχθηκε να διδάξει στο Ινστιτούτο του Αυτοκράτορα Γουλιέλμου στο Βερολίνο και να γίνει μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Το Βερολίνο ήταν πλέον η έδρα του. Εκεί χώρισε (το 1914) κι εκεί νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά (το 1919), όχι κάποια συνάδελφό του, αλλά την εξαδέλφη του Έλσα Λέβενταλ (1876-1936).

Το 1916 δημοσιεύει τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, που είναι μία διευρυμένη εκδοχή της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας. Σύμφωνα με τη νέα θεωρία, η ύλη προκαλεί καμπύλωση του χώρου. Η βαρύτητα δεν είναι δύναμη, αλλά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα κινούμενα σώματα ακολουθούν τη συντομότερη οδό μέσα στον καμπυλωμένο χώρο.

Λέγεται ότι στη διαμόρφωση των μαθηματικών σχέσεων αυτής της θεωρίας μεγάλη ήταν η συμβολή του σπουδαίου έλληνα μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (1873-1950), με τον οποίο διατηρούσε φιλία. Ο Αϊνστάιν, όπως και ο ίδιος παραδεχόταν, δεν είχε πολύ καλές σχέσεις με τα θεωρητικά μαθηματικά. Ίσως γι’ αυτό φρόντιζε να δημιουργεί φιλίες με σπουδαίους μαθηματικούς (Καραθεοδωρή, Μινκόφσκι, Μπλούμενταλ, Χίλμπερτ).

Ο Αϊνστάιν είναι τώρα ένας καταξιωμένος επιστήμονας, που ανοίγει νέους δρόμους στην επιστήμη. Στις 10 Δεκεμβρίου 1921 η Βασιλική Ακαδημία της Σουηδίας του απονέμει το Νομπέλ Φυσικής για τις εργασίες του στο φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, με τις οποίες απέδειξε ότι το φως συμπεριφέρεται ταυτόχρονα ως ένας κυματισμός και μία ροή σωματιδίων, ανοίγοντας το δρόμο κυρίως στην έρευνα σχετικά με τα ραντάρ.

O Αϊνστάιν με τη σύζυγό του Έλσα

Στην ιδιωτική ζωή του, όμως, για άλλη μία φορά δυστυχεί. Ο γάμος με την εξαδέλφη του χαρίζει τη γαλήνη της συμβατικότητας και όχι τον έρωτα. «Είμαι άτυχος με τις γυναίκες» εξομολογείται σ’ ένα φίλο του. Η Έλσα είναι περισσότερο φίλη. Και δεν έχει και τόσο καλή γνώμη γι’ αυτόν: «Η καημένη η Μίλεβα έπεφτε σε μελαγχολία, επειδή ο Αλβέρτος είναι από αυτούς τους εγωκεντρικούς επιστήμονες που κοιτάζουν μόνο τη δουλειά τους και τις γυναίκες τις έχουν για υπηρέτριες».

Ο Αϊνστάιν αρχίζει να ταξιδεύει διαρκώς, από την Αμερική ως την Άπω Ανατολή κι εξηγεί με πάθος τις θεωρίες του. Οι ναζιστές, που έχουν καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία από τις αρχές του 1933, τον θεωρούν απειλή, όχι μόνο για τις εβραϊκές ρίζες του, αλλά και για το κοφτερό του μυαλό. Τον καθαιρούν απ’ όλες τις θέσεις που κατέχει και του δημεύουν την περιουσία. Ο Αϊνστάιν αναγκάζεται να εγκαταλείψει για πάντα τη Γερμανία. Με ενδιάμεσους σταθμούς τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Μεγάλη Βρετανία, θα εγκατασταθεί τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες (Οκτώβριος 1933), όπου θα γίνει δεκτός με τιμές και θα διοριστεί διευθυντής στο Ινστιτούτο Προκεχωρημένων Σπουδών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον.

Τον Αύγουστο του 1939, με επιστολή του προειδοποιεί τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ για τον κίνδυνο κατασκευής ατομικής βόμβας από τους Γερμανούς, που, όπως επισημαίνει, θα έχει ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα. Τον παροτρύνει, ωστόσο, να χρηματοδοτήσει την έρευνα για την κατασκευή ατομικής βόμβας. Τελειώνοντας την επιστολή του γράφει: «Όταν θα είναι έτοιμη η δοκιμή της πρώτης ατομικής βόμβας να καλέσετε σ’ ένα ερημονήσι του Ειρηνικού εκπροσώπους της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, των συμμάχων, καθώς και ουδέτερους παρατηρητές. Ρίξτε τότε τη βόμβα στο ερημονήσι μπροστά σ’ όλους αυτούς. Είμαι σίγουρος ότι όταν ο εχθρός πληροφορηθεί τα αποτελέσματα, θα συνθηκολογήσει χωρίς άλλο. Κι έτσι θα αποφύγουμε το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και θα έχουμε και τα χέρια μας καθαρά όταν θα γίνει ειρήνη».

Μετά το τραγικό αποτέλεσμα της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι (6 και 9 Αυγούστου 1945), είπε στη γραμματέα του: «Καλύτερα να έκοβα τα χέρια μου, παρά να έστελνα εκείνο το γράμμα στον Ρούζβελτ». Από τότε, εκτός από το ερευνητικό του έργο, προσηλώθηκε στην υπεράσπιση της παγκόσμιας ειρήνης. Στις 11 Απριλίου 1955 υπέγραψε με τον Μπέρτραντ Ράσελ τη γνωστή δήλωση, με την οποία καλούσε τις κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων να βρουν ειρηνικό τρόπο για την επίλυση των διαφορών τους.

Οι φιλειρηνικές θέσεις του έστρεψαν εναντίον του τη διαβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι, ο οποίος τον χαρακτήρισε κομουνιστή και πράκτορα των Σοβιετικών. Το 1965 διαπιστώθηκε ότι ο φάκελλος που είχε ανοίξει γι’ αυτόν το FBI περιείχε 1280 σελίδες.

Ο Αϊνστάιν δεν απαρνήθηκε ποτέ την εβραϊκή καταγωγή του. Έδρασε όσο μπορούσε για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και όταν ο πρωθυπουργός του νεοσύστατου κράτους Νταβίντ Μπεν Γκουριόν του πρότεινε το 1952 να αναλάβει την προεδρία του, αυτός αρνήθηκε, προβάλλοντας τα επιχειρήματα ότι ήταν αρκετά ηλικιωμένος και ότι είχε περιορισμένες πολιτικές ικανότητες.

Το 1948 διαγνώστηκε με ανεύρυσμα αορτής και η εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε δεν έλυσε το πρόβλημα. Η υγεία του έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη. Όταν το ανεύρυσμα παρουσιάστηκε και πάλι αρνήθηκε νέα χειρουργική επέμβαση, δηλώντας ότι προτιμούσε να φύγει από τη ζωή όταν έλθει η ώρα του. Αυτό συνέβη στις 18 Απριλίου 1955, στο νοσοκομείο του Πρίνστον.

Γνώμες για τον Αϊνστάιν

Αν η θεωρία αυτή (σχετικότητα) επιβεβαιωθεί, όπως περιμένω, θα κάνει τον δημιουργό της «Κοπέρνικο» του 20ου αιώνα.

Μαξ Πλάνκ

Από τις καινοτομίες και τη βαθύτητα των ιδεών που εισήγαγε στη Φυσική και από τη βαθιά αντανάκλαση που είχαν οι ιδέες αυτές σε κάθε κατεύθυνση της σύγχρονης επιστήμης, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν αξίζει να θεωρηθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά πνεύματα όλων των αιώνων.

Λουί ντε Μπρολί

Ο Αϊνστάιν δεν ανατάραξε μόνο τη μοντέρνα Φυσική. Ήταν επίσης, μετά τον Νεύτωνα και τον Καρτέσιο, ο άνθρωπος που απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο την ισχύ του ανθρώπινου πνεύματος.

Άντρέ Μορουά

Το να ζει κανένας κοντά του είναι για μένα σαν να ζει δίπλα σε μια δύναμη που δεν μπορεί να καταστραφεί ή να μειωθεί, μια δύναμη που, κατά περίεργη σύμπτωση, εκφράζεται με το όνομά του: Ein Stein (άιν στάιν = μία πέτρα, στα Γερμανικά).

Ντ. Μαριάνοφ, σύζυγος της εγγονής του

1941
Ιδρύεται στην Αθήνα το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), έπειτα από συμφωνία των αντιπροσώπων του ΚΚΕ (Λευτέρης Αποστόλου), του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος (Χρήστος Χωμενίδης), της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (Ηλίας Τσιριμώκος) και του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας (Απόστολος Βογιατζής).

Ηλίας Τσιριμώκος
1907 – 1968

Έλληνας νομικός και πολιτικός· εκ των ιδρυτών του ΕΑΜ, αλλά και πρωθυπουργός της δεύτερης κυβέρνησης των «Αποστατών» το καλοκαίρι του 1965. Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος της Βουλής για λίγες ημέρες στα τέλη του 1963 και στις αρχές του 1964. Υπήρξε σημαντικός παράγοντας του σοσιαλιστικού δημοκρατικού κινήματος της χώρας μέχρι την «Αποστασία».

Ο Ηλίας Τσιριμώκος γεννήθηκε στη Λαμία το 1907 και προερχόταν από οικογένεια με παράδοση στην πολιτική. Ήταν γιος του Ιωάννη Τσιριμώκου (1861-1934), που διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής (1911- 1912, 1928-1930) και επανειλημμένα υπουργός με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, και εγγονός του Δημητρίου Τσιριμώκου (1828 -1890), βουλευτή Φθιώτιδας και αντιπροέδρου της Βουλής. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οικονομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι. Από το 1931 άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, πρώτα στη Λαμία και κατόπιν στην Αθήνα.

Πολύ γρήγορα αναμίχθηκε στην πολιτική κι εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 στην περιφέρεια Φθιωτοφωκίδος. Στις σύντομης διάρκειας εργασίες της βουλευτικής αυτής περιόδου ορίστηκε εισηγητής των διατάξεων για τις ατομικές ελευθερίες στην επιτροπή αναθεώρησης του συντάγματος.

Αντιτάχθηκε στο δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και υπήρξε από τους πρώτους που δραστηριοποιήθηκαν για την οργάνωση της εθνικής αντίστασης εναντίον των γερμανών κατακτητών. Το 1941 ίδρυσε την πολιτική ομάδα «Ένωσις Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), η οποία μαζί με το ΚΚΕ, το ΣΚΕ (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας) και το ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας) δημιούργησαν το ΕΑΜ στις 27 Σεπτεμβρίου 1941.

Το 1943, ο Τσιριμώκος, εκπροσωπώντας το ΕΑΜ, πήρε μέρος σε αντιπροσωπεία που μετέβη στο Κάιρο για διαβουλεύσεις με την εξόριστη κυ­βέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού για το σχηματισμό κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και γραμματέας Δικαιοσύνης της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστής και ως «Κυβέρνησης του Βουνού», από τον Μάρτιο έως τις 2 Σεπτεμβρίου 1944, οπότε ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου (2 Σεπτεμβρίου - 18 Οκτωβρίου και 23 Οκτωβρίου - 2 Δεκεμβρίου 1944).

Ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ, μαζί με τους Γιώργη Σιάντο και Δημήτρη Παρτσαλίδη, υπέγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945), σε μία προσπάθεια τερματισμού της εμφύλιας σύγκρουσης. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το ΕΑΜ και μαζί με τον συνταγματολόγο Αλέξανδρο Σβώλο ίδρυσαν νέο πολιτικό φορέα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ), του οποίου διετέλεσε γενικός γραμματέας (1945-1953) και με τον οποίο εξελέγη βουλευτής Αθηνών στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950. Μετά τη διάλυση του ΣΚ-ΕΛΔ, ο Τσιριμώκος προσχώρησε στη Φιλελευθέρα Δημοκρατικήν Ένωσιν (ΦΔΕ) του Σοφοκλή Βενιζέλου και στη συνέχεια στο Δημοκρατικόν Κόμμα Εργαζόμενου Λαού. Στις παραμονές των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958 αποχώρησε από το κόμμα και συνεργάστηκε με την ΕΔΑ, με την οποία εξελέγη βουλευτής Αθηνών. Τον ίδιο χρόνο ίδρυσε τη Δημοκρατικήν Ένωσιν, ως πρόεδρος της οποίας συμμετέσχε στην ίδρυση της Ενώσεως Κέντρου (1961).

Με την Ε.Κ. εξελέγη βουλευτής στις εκλογές των ετών 1961, 1963 και 1964. Διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής (17 Δεκεμβρίου 1963 - 8 Ιανουαρίου 1964) με την υποστήριξη της ΕΚ και της ΕΔΑ και τον Ιανουάριο του 1965 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Μετά την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία (15 Ιουλίου 1965), ο Τσιριμώκος, ενώ αρχικά τάχθηκε στο πλευρό του «Γέρου τής Δημοκρατίας» και δεν έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση των λεγόμενων «Αποστατών» υπό τον Γεώργιο Αθανασιάδη - Νόβα, λίγες μέρες αργότερα αποχώρησε από την ΕΚ και προς γενική έκπληξη αποδέχθηκε εντολή για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης (Δεύτερη Κυβέρνηση των «Αποστατών», 20 Αυγούστου - 17 Σεπτεμβρίου 1965), η οποία όμως είχε την ίδια τύχη με την πρώτη, αφού δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Στην τρίτη κυβέρνηση των «Αποστατών» υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου και υπουργού Εξωτερικών. Στις 11 Απριλίου 1966 υπέβαλε την παραίτησή του, διαφωνώντας με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στο Κυπριακό και ειδικότερα με την υποστήριξη προς τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, στην ανώτατη διοίκηση του οποίου αποφασίστηκε να υπαχθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Στη συνέχεια επανίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, σκοπεύοντας να λάβει με το κόμμα αυτό μέρος στις επικείμενες εκλογές του Μαΐου του 1967, πράγμα που δεν κατέστη δυνατό, λόγω της επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπήρξε εκδότης της παράνομης σοσιαλιστικής εφημερίδας «Μάχη», της οποίας παρέμεινε διευθυντής και πολιτικός συντάκτης και μετά την Απελευθέρωση (1941-1952). Διετέλεσε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Σοσιαλιστικής Επιθεώρησης» και από το 1959 εκδότης, διευθυντής και πολιτικός συντάκτης της μηνιαίας επιθεώρησης «Πολιτική». Μετά την 15η Ιουλίου 1965 επανεξέδωσε τη «Μάχη» ως προσωπικό του όργανο. Συνέγραψε, επίσης, αρκετά πολιτικά δοκίμια:«Έλεγχος του αστικού ιδεαλισμού» (1934), «Αντιφασιστικά» (1945), «Μνήμη» (σκιαγραφία Ιωάννη Τσιριμώκου, 1953), «Η δημοκρατία στην Ελλάδα» (1955), «Λόγος προς τους νέους για την Δημοκρατία, τις αρρώστιες και τις ελπίδες της» (1962), «Αλέξανδρος Σβώλος (η δική μας αλήθεια, 1962)» κ.ά.

Ο Ηλίας Τσιριμώκος πέθανε στις 13 Ιουλίου 1968 στην Αθήνα, σε ηλικία 61 ετών. Κόρη του είναι η Τζούλια Τσιριμώκου - Πιμπλή, που διετέλεσε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας (1977-1981) και εγγονή του η Άννα Παπαδημητρίου - Τσάτσου, πρώην αναπληρώτρια περιφερειάρχης Αττικής και νυν περιφερειακή σύμβουλος Αττικής με τον συνδυασμό του Γιάννη Σγουρού.

1989
Η Βουλή αποφασίζει υπέρ της παραπομπής στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση Κοσκωτά τους: Ανδρέα Παπανδρέου (166 υπέρ, 121 κατά, 7 λευκά), Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα (238 υπέρ, 36 κατά), Παναγιώτη Ρουμελιώτη (170 υπέρ, 118 κατά), Γιώργο Πέτσο (219 υπέρ, 45 κατά) και Δημήτρη Τσοβόλα (168 υπέρ, 121 κατά).

«Βρώμικο ’89» ή «Κάθαρση»

Λ. Κύρκος, Κ. Μητσοτάκης, Χ. Σαρτζετάκης, Χ. Φλωράκης

Λ. Κύρκος, Κ. Μητσοτάκης, Χ. Σαρτζετάκης, Χ. Φλωράκης

Διαλέγετε και παίρνετε... Για τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ η τριετία 1989 - 1992 έμεινε στην ιστορία ως «Βρώμικο '89», καθώς θεωρούν σκευωρία την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου Συνασπισμού να διερευνήσουν και να αποδώσουν ευθύνες για τα σκάνδαλα της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Αντίθετα, για τους νεοδημοκράτες ήταν μια προσπάθεια με αγνά κίνητρα για την κάθαρση της πολιτικής ζωής από τα δεινά που είχε σωρεύσει η οκταετής κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ (1981 - 1989). Ως συνήθως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.

Από τα μέσα του 1988 η χώρα βρισκόταν στον αστερισμό του σκανδάλου Κοσκωτά, του νεαρού τραπεζίτη, που ήλθε από το πουθενά για να δημιουργήσει μια μικρή αυτοκρατορία στον τραπεζικό και εκδοτικό χώρο. Εναντίον του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για κατάχρηση δισεκατομμυρίων δραχμών (19 Οκτωβρίου 1988) και όλοι περίμεναν την έκδοσή του στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ, όπου είχε διαφύγει και συλληφθεί.

Τον χορό της κριτικής κατά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ έσερνε ο συμπολιτευόμενος Τύπος (Ελευθεροτυπία, Έθνος, Τα Νέα, Το Βήμα), που έκανε λόγο ακόμη και για δωροδοκία του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου από τον Κοσκωτά («Πάμπερς»). Βασικός στόχος της αντιπολίτευσης και του Τύπου ήταν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Δικαιοσύνης, Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, που κατηγορείτο ότι εμπόδιζε τον έλεγχο της Τράπεζας Κρήτης. Αντιδράσεις υπήρξαν και στο κυβερνητικό στρατόπεδο, με κορυφαία στελέχη (Γ. Παπανδρέου, Κ. Σημίτης) να ζητούν δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Μέσα σε αυτή την όζουσα ατμόσφαιρα έγιναν οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989. Η ΝΔ, παρότι επικράτησε του ΠΑΣΟΚ με πέντε ποσοστιαίες μονάδες (44,25% έναντι 39,15%), δεν κατόρθωσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, λόγω του εκλογικού συστήματος, που είχε κόψει και ράψει στα μέτρα του το ΠΑΣΟΚ. Μητσοτάκης, Φλωράκης και Κύρκος αποφάσισαν την 1η Ιουλίου 1989 τη δημιουργία μιας φιλελευθερο-κομμουνιστικής κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού, η οποία δημιούργησε αίσθηση και συζητήθηκε παγκοσμίως. Το νέο κυβερνητικό σχήμα υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη θα ήταν βραχύβιο και θα είχε διπλό στόχο: τη δρομολόγηση των διαδικασιών της κάθαρσης και την προετοιμασία αδιάβλητων εκλογών βάσει του ισχύοντος εκλογικού νόμου.

Ανδρέας Παπανδρέου

Το εναρκτήριο λάκτισμα της λεγόμενης «κάθαρσης» δόθηκε στις 7 Ιουλίου 1989, όταν 144 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν πρόταση κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων πέντε υπουργών του ΠΑΣΟΚ, για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, παραβλέποντας τη σύσταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι «οι πρωθυπουργοί πηγαίνουν στα σπίτια τους». Την πρόταση των βουλευτών της ΝΔ δεν υπέγραψαν, αλλά την υποστήριξαν στη Βουλή, οι βουλευτές του Συνασπισμού. Στις 18 Ιουλίου η ολομέλεια του κοινοβουλίου αποφάσισε την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δωδεκαμελή προανακριτική επιτροπή, για να διερευνηθούν οι ευθύνες τους στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Στη σχετική ψηφοφορία 171 βουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 121 κατά, 1 παρών, ενώ βρέθηκαν και 3 άκυροι ψήφοι.

Στις 23 Αυγούστου η Βουλή ασχολήθηκε με το σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού και παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο (Υπουργοδικείο) τον πρώην υπουργό Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ Νίκο Αθανασόπουλο. Η υπόθεση αφορούσε την πώληση από την κρατική εταιρεία ITCO σε χώρα της ΕΟΚ γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού, το οποίο είχε χαρακτηριστεί ως ελληνικό, προκειμένου να εισπραχτούν οι κοινοτικές επιδοτήσεις. Η Κομισιόν ανακάλυψε την κομπίνα και παρέπεμψε τη χώρα μας στο Ευρωδικαστήριο, ζητώντας επιστροφές ύψους 400 εκατομμυρίων δραχμών.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1989 η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Ο τέως πρωθυπουργός κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση στην παγίδευση και παραβίαση των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας. Για την παραπομπή του, ψήφισαν 173 βουλευτές της ΝΔ και του Συνασπισμού με μυστική ψηφοφορία, ενώ οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ είχαν αποχωρήσει από την αίθουσα. Η παραπομπή του στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αποφασίστηκε με 169 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 2 λευκά. Μαζί του παραπέμφθηκαν ο πρώην αρχηγός της ΕΥΠ Κώστας Τσίμας και ο πρώην διοικητής του ΟΤΕ Θεοφάνης Τόμπρας.

Γιώργος Πέτσος

Το «κυρίως πιάτο» των παραπομπών σερβιρίστηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1988, όταν η Βουλή αποφάσισε να παραπέμψει εκ νέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, αυτή τη φορά, τον Ανδρέα Παπανδρέου μαζί τους υπουργούς της κυβέρνησής του Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα, Γεώργιο Πέτσο, Παναγιώτη Ρουμελιώτη και Δημήτρη Τσοβόλα, μία μέρα μετά τη δολοφονία από τη 17Ν του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Παύλου Μπακογιάννη. Μέρος του τύπου επιχείρησε να συνδέσει την τρομοκρατική οργάνωση με το ΠΑΣΟΚ, προκαλώντας τις οξύτατες αντιδράσεις των στελεχών του κινήματος.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία και το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας για τη συμμετοχή του στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, 166 βουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής και 121 κατά, ενώ για τα αδικήματα της παθητικής δωροδοκίας ψήφισαν 165 υπέρ και 121 κατά. Από την ψηφοφορία απουσίασε ο ίδιος, ο Γιώργος Σουφλιάς, ο Απόστολος Ανδρεουλάκος, ο Αχμέτ Σαδίκ και ο δολοφονηθείς Παύλος Μπακογιάννης, η θέση του οποίου δεν είχε αναπληρωθεί. Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του στη Βουλή, ο Ανδρέας Παπανδρέου αποδέχθηκε την πολιτική του ευθύνη για το σκάνδαλο Κοσκωτά, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έφερε ποινικές ευθύνες, χαρακτηρίζοντας τις παραπομπές ως πολιτική δίωξη, με στόχο την πολιτική εξόντωση του ιδίου και του ΠΑΣΟΚ.

Από τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης παραπέμφθηκε για παράβαση του άρθρου 2 του Ν.Δ. 802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης. Τελικώς, όμως, δεν δικάστηκε, λόγω μη άρσης της ασυλίας του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Δημήτρης Τσοβόλας παραπέμφθηκε για απιστία περί την υπηρεσία, ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας για παράβαση του άρθρου 2 του Ν.Δ. 802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης, για υπόθαλψη εγκληματία, για παθητική δωροδοκία και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια και ο Γεώργιος Πέτσος για απιστία περί την υπηρεσία και δωροληψία.

Γιώργος Κοσκωτάς

Η συγκυβέρνηση ΝΔ - Συνασπισμού έλαβε τέλος στις 7 Οκτωβρίου, αφού ολοκλήρωσε το έργο των παραπομπών. Προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 5 Νοεμβρίου 1989, αλλά και πάλι δεν προέκυψε αυτοδύναμη κυβέρνηση (ΝΔ 46,2%, ΠΑΣΟΚ 40,7%). Μετά τις αποτυχημένες διερευνητικές εντολές σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό την υπέργηρο οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα. Έκπληκτος ο κόσμος πληροφορήθηκε ότι ο «αρχάγγελος της κάθαρσης» Μητσοτάκης συνεργάζεται με τον «κλέφτη» Παπανδρέου.

Η αξιοπιστία των πολιτικών δέχεται ισχυρό πλήγμα, ενώ αποδεικνύεται ότι η κάθαρση ήταν απλά ένα πολιτικό εύρημα, με στόχο την αξιοποίηση των λαθών και των σκανδάλων του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να επιτευχθεί η απομάκρυνσή του από την εξουσία. Το κυβερνητικό σχήμα υπονόμευσε εξ αρχής ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, προκειμένου να στηρίξει τη θέση του ότι τα σχήματα συνεργασίας ήταν αναποτελεσματικά και ότι απαιτείτο η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας. Η οικουμενική κατέρρευσε, όταν απέτυχε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για τις 8 Απριλίου 1990.

Η Νέα Δημοκρατία και πάλι δεν κατέκτησε την αυτοδυναμία, αν και συγκέντρωσε το 46,88% των ψήφων. Χρειάστηκε η προσχώρηση του μοναδικού βουλευτή της ΔΗΑΝΑ Θεόδωρου Κατσίκη για να σχηματιστεί ο μαγικός αριθμός 151, που έδινε την αυτοδυναμία στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Η πρώτη υπόθεση που ήχθη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, που συνεδρίασε για τρίτη φορά στα ελληνικά δικαστικά χρονικά, ήταν για το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών Νίκος Αθανασόπουλος καταδικάσθηκε στις 11 Αυγούστου 1990 σε φυλάκιση τριών ετών και έξι μηνών για ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήση πλαστού εγγράφου και απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου - κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας.

Στις 11 Μαρτίου 1991 άνοιξε η αυλαία για τη μεγάλη δίκη του σκανδάλου Κοσκωτά, χωρίς την παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος αρνήθηκε να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία και του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, που εκείνη την περίοδο ήταν ευρωβουλευτής και η Ευρωβουλή δεν συναίνεσε στην άρση της ασυλίας. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν μόνο ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, ο Γεώργιος Πέτσος και ο Δημήτρης Τσοβόλας. Το Ειδικό Δικαστήριο (Υπουργοδικείο), που συνεδρίασε στο κτίριο του Αρείου Πάγου, αποτελείτο από 13 αρεοπαγίτες και προέδρους εφετών υπό την προεδρία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλη Κόκκινου. Ρόλο εισαγγελέα έπαιζαν τρεις βουλευτές (Νίκος Κωνσταντόπουλος, Νίκος Κατσαρός και Κώστας Κωνσταντινίδης). Η δίκη μπήκε σε κάθε σπίτι, καθώς μεταδόθηκε απευθείας από την ΕΡΤ και για πρώτη φορά οι Έλληνες είδαν τους ανώτερους δικαστές με την επίσημη στολή τους (τήβεννο, καπελάκι και άσπρο γουνάκι για τον πρόεδρο).

Ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου

Η πορεία της δίκης επιφύλασσε μια απροσδόκητη εξέλιξη, καθώς τον Απρίλιο του 1991 πέθανε, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, ο οποίος κατά πολλούς ήταν ο άνθρωπος - κλειδί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Η δίκη έχασε το ενδιαφέρον της, αφού οι μάρτυρες που κατέθεσαν κατά του Ανδρέα Παπανδρέου θεωρήθηκαν αναξιόπιστοι από το δικαστήριο, καθώς περιέπεσαν σε αντιφάσεις και δεν προσκόμισαν κάποιο στοιχείο ικανό για την καταδίκη του. Υπέρ του πρώην πρωθυπουργού ήταν και οι καταθέσεις των μεγαλοεκδοτών, που τόνισαν τις πολιτικές του ευθύνες. Άλλωστε, το πολιτικό κλίμα είχε αλλάξει, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να έχει ανοίξει μεγάλα μέτωπα με την κοινωνία και το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν και πάλι στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων.

Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1992. Με ψήφους 7 προς 6, ο Ανδρέας Παπανδρέου κηρύχθηκε αθώος, ενώ στον Δημήτρη Τσοβόλα επεβλήθη ποινή φυλάκισης δυόμιση ετών και τριετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και στον Γεώργιο Πέτσο φυλάκιση 10 μηνών και διετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για μια απλή πολεοδομική παράβαση.

Η δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο λειτούργησε υπέρ του ΠΑΣΟΚ. Ενίσχυσε τη συνοχή του, που είχε αρχίσει να κλονίζεται μετά την οκταετή παραμονή του στην εξουσία και το επανέφερε θριαμβευτικά στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1993, βοηθούσης και της κρίσης ταυτότητας του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας με τη διαμάχη Μητσοτακικών και Καραμανλικών. Το άλλο στρατόπεδο της «κάθαρσης», αφού δεν μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει κέρδη από την κρίση στο ΠΑΣΟΚ, διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη (ΚΚΕ και ΣΥΝ). Σε αυτό συνετέλεσε και η διάλυση του κομμουνιστικού στρατοπέδου και η κρίση ταυτότητας του χώρου.

Στις 15 Μαΐου 1992 με απόφαση της Βουλής ανεστάλη η δίωξη κατά του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Στη σχετική ψηφοφορία, από την οποία απουσίαζαν το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, 117 βουλευτές ψήφισαν υπέρ της αναστολής, 24 κατά και 3 δήλωσαν «παρών». Η αυλαία του «Βρώμικου '89» ή της «Κάθαρσης» έπεσε και τυπικά στις 17 Ιανουαρίου 1994, όταν η Βουλή συγκατατέθηκε στην άρση των εννόμων συνεπειών της καταδίκης του Νίκου Αθανασόπουλου για την υπόθεση του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού. Νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 26 Νοεμβρίου 1993, η Βουλή με απόφασή της είχε συγκατατεθεί στην απονομή χάριτος και την άρση των έννομων συνεπειών της καταδίκης του Δημήτρη Τσοβόλα.

2008
Η Μαντόνα δίνει συναυλία στο ΟΑΚΑ, παρουσία 75.637 θεατών.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1844
Νικόλαος Ζορμπάς, έλληνας στρατιωτικός, επικεφαλής του κινήματος στου Γουδή το 1909. (Θαν. 12/6/1920)

Νικόλαος Ζορμπάς
1844 – 1920

Έλληνας αξιωματικός του πυροβολικού, επικεφαλής του Στρατιωτικού Συνδέσμου, που πραγματοποίησε το κίνημα στου Γουδή στις 15 Αυγούστου 1909.

Ο Νικόλαος Ζορμπάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου του 1844, από πατέρα στρατιωτικό που καταγόταν από την περιοχή της Μαγνησίας. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία και στο Βέλγιο σε θέματα πυροβολικού.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες, διετέλεσε για μια επταετία προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών (1882-1885 και 1887-1891) επί κυβερνήσεων του Χαρίλαου Τρικούπη και δίδαξε πυροβολική στη Σχολή Ευελπίδων. Ως διοικητής μοίρας πυροβολικού έλαβε μέρος στον σύντομο συνοριακό πόλεμο με την Τουρκία στην περιοχή της Θεσσαλίας (9-12 Μαΐου 1886).

Το 1892 αναμίχθηκε στην πολιτική και έθεσε υποψηφιότητα ως ανεξάρτητος βουλευτής της επαρχίας Βόλου στις εκλογές της 15ης Απριλίου, όταν δεν έγινε δεκτός στον συνδυασμό του Χαρίλαου Τρικούπη, που τόσο εκτιμούσε και είχε υπηρετήσει κατά το παρελθόν. Δεν κατόρθωσε να εκλεγεί και παρέμεινε στο στρατό, όπου τοποθετήθηκε ως υποδιοικητής συντάγματος πυροβολικού και επιτελής στο Γ' Σώμα Στρατού.

Πήρε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ως διοικητής του 3ου Συντάγματος Πυροβολικού και ταυτόχρονα αρχηγός πυροβολικού της 1ης Μεραρχίας, φέροντας τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Φαίνεται ότι δεν δικαίωσε τις προσδοκίες των ανωτέρων του και δέχθηκε αυστηρή κριτική για κάποιες ενέργειές του. Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν (1874-1943), που είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές του, γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι ο Ζορμπάς «δεν διατήρησε την ψυχραιμία του, δεν έκαμε τίποτε ανάλογον της φημιζομένης ευφυίας και των γνώσεών του, παρέβη μάλιστα του Γενικού Στρατηγείου τας διαταγάς». Σε άλλο σημείο του βιβλίου του τον χαρακτηρίζει είρωνα και εμπαθή. Από το 1898 έως το 1906 διετέλεσε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και από το 1907 επικεφαλής της Εφορίας Υλικού Πολέμου με τον βαθμό του συνταγματάρχη.

Την άνοιξη του 1909 μία ομάδα κατωτέρων αξιωματικών του στρατού που είχαν συμπήξει μυστική οργάνωση με την ονομασία Στρατιωτικός Σύνδεσμος, του ζήτησαν να αναλάβει την ηγεσία του. Εκτιμούσαν ότι ήταν ο καταλληλότερος, λόγω των διπλωματικών του ικανοτήτων, της ψυχραιμίας που τον διέκρινε, αλλά και των γνώσεων που είχε αποκομίσει όταν υπηρετούσε στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Οι συνωμότες της οργάνωσης σκόπευαν να διεκδικήσουν ακόμη και με δυναμικό τρόπο τα αιτήματά τους, θεσμικά, οικονομικά και ευρύτερα εθνικά. Θα ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την αναδιοργάνωση του στρατού, την απομάκρυνση του Διαδόχου Κωνσταντίνου και των λοιπών βασιλόπαιδων από το στράτευμα, την κατάργηση της «απαισίας συναλλαγής» και την «ανακούφισιν του πενόμενου ελληνικού λαού εκ των επαχθών φόρων».

Ο Ζορμπάς δέχθηκε την ηγεσία του Στρατιωτικού Συνδέσμου, όχι όμως χωρίς δισταγμούς. Γράφει στα Απομνημονεύματά του:

Εγνώριζον κάλλιστα ότι ο στρατός δεν είναι προωρισμένος να επεμβαίνει εις τα της πολιτείας δι’ οιουδήποτε τρόπου και ότι στρατός προβαίνων εις τοιαύτα διαβήματα καθίσταται λίαν επιζήμιος εις το κράτος. ΄Εβλεπον όμως ότι ο στρατός είχε σχεδόν αποσυντεθή και ότι το κράτος διέτρεχεν μέγιστον κίνδυνον ου μόνον ένεκα των εξωτερικών περιστάσεων, αλλά και εκ της εν γένει εσωτερικής καταστάσεως. Δεν ηγνόουν ότι γενόμενος αρχηγός Στρατιωτικού Συνδέσμου ετιθέμην εκτός νόμου, και ότι εν αποτυχία με ανέμενεν η ατιμία και ο δια τυφεκισμού θάνατος, είχον όμως την πεποίθησιν ότι ανελάμβανον έργον όπερ είχεν τον ιερόν σκοπόν της υπερασπίσεως της εις προφανή κίνδυνον διατελούσης Πατρίδος, ήτοι έργον σύμφωνον προς το στρατιωτικόν όρκον, προς ον κατά τύπους μόνον εφαίνετο ότι αντέκειτο.

Τη νύχτα της 14ης προς τη 15η Αυγούστου 1909 ο Ζορμπάς, επικεφαλής 250 αξιωματικών και περίπου 2.000 οπλιτών, κήρυξε από τους στρατώνες στου Γουδή την Επανάσταση, όπως επικράτησε να ονομάζεται, αν και επρόκειτο περί κλασικού πραξικοπήματος. Το ότι δεν ήταν επανάσταση το αναφέρει ο ίδιος ο Ζορμπάς στα Απομνημονεύματά του:

Το κίνημα του στρατού δεν κατέληξε την 15η Αυγούστου εις λαϊκήν επανάστασιν, αλλά παρέμεινε κατά την ημέραν εκείνην ως ένοπλος στρατιωτική στάσις της φρουράς των Αθηνών, διότι ο λαός δεν ανεμίχθη εις το κίνημα, ουδέ εξεδήλωσε τι υπέρ τούτου, αλλά έμεινεν αδρανών και αμφιβάλλων επί του πρακτέου.

Η Επανάσταση στου Γουδή είχε ως βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα την πτώση της νόμιμης κυβέρνησης του Δημητρίου Ράλλη και την απομάκρυνση του διαδόχου Κωνσταντίνου και των λοιπών βασιλοπαίδων από το στράτευμα. Ο Ζορμπάς, που δεν επιθυμούσε την εγκαθίδρυση δικτατορίας, αλλά και δεν μπορούσε να ανεχθεί τον παλαιοκομματισμό, κάλεσε τον Οκτώβριο του 1909 από την Κρήτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο να ηγηθεί της ανορθωτικής προσπάθειας της χώρας.

Στις 18 Ιανουαρίου 1910 ο Ζορμπάς ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Στέφανου Δραγούμη. Από τη θέση αυτή διέταξε τη διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ενώ σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην αγορά του θωρηκτού Αβέρωφ και την αναδιοργάνωση του στρατού με την έλευση της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής. Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου έτους τον αντικατέστησε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Αποστρατεύτηκε το 1911 με τον βαθμό του υποστρατήγου.

Τον Σεπτέμβριο του 1912, με επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ζήτησε να ανακληθεί στην υπηρεσία ενόψει των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά ο Βενιζέλος με απαντητική επιστολή του αρνήθηκε για τυπικούς λόγους.

Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία Μαθήματα Πυροβολικής (τρεις τόμοι, 1883-1884) και Απομνημονεύματα ή Πληροφορίαι περί των συμβάντων κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως της 15ης Αυγούστου 1909, που γράφτηκε το 1911 και κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, το 1925.

Ο Νικόλαος Ζορμπάς πέθανε στις 12 Ιουνίου 1920 στο Β' Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, σε ηλικία 75 ετών.

1888
Νικολάι Μπουχάριν, ηγετικό στέλεχος των Μπολσεβίκων, που εκτελέστηκε με διαταγή του Στάλιν για αντεπαναστατικές ενέργειες. (Θαν. 15/3/1938)

Ιωσήφ Στάλιν
1879 – 1953

Σοβιετικός κομμουνιστής ηγέτης, που κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή τη Σοβιετική Ένωση από το 1924 έως το 1953. Άσκησε, πιθανώς, την πιο απόλυτη πολιτική εξουσία από κάθε άλλη προσωπικότητα της ιστορίας. Εκβιομηχάνισε την ΕΣΣΔ, κολεκτιβοποίησε δια της βίας τη γεωργία, σταθεροποίησε τη θέση του με πρωτοφανή τρομοκρατία, συνέβαλε στη συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και επέκτεινε τον σοβιετικό έλεγχο σε μία ζώνη που περιλάμβανε κράτη της ανατολικής Ευρώπης. Κύριος αρχιτέκτονας του σοβιετικού ολοκληρωτισμού και ικανός στην οργάνωση, αλλά ανελέητος στην εφαρμογή της, κατάργησε και τα τελευταία ίχνη ατομικής ελευθερίας, ενώ απέτυχε να προαγάγει την ατομική ευημερία. Δημιούργησε ένα ισχυρό στρατιωτικό - βιομηχανικό σύμπλεγμα και οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση στην πυρηνική εποχή. Δικαίως αποκλήθηκε από τους μελετητές «Ιβάν ο Τρομερός του 20ου αιώνα», αν και δεν ήταν Ρώσος.

Γέννηση - Νεανικά Χρόνια

Ο Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1879 (18 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) στο Γκόρι της Γεωργίας, που ήταν τότε αποικία της τσαρικής Ρωσίας. Ήταν γιος ενός φτωχού τσαγκάρη, του Βησαρίωνος Τζουγκασβίλι και της Κετεβάν (Αικατερίνης) Γκελάτζε, μιας θρησκευόμενης γυναίκας που ξενόπλενε για να συμπληρώσει το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Σε ηλικία επτά ετών έπαθε ευλογιά. Επέζησε, αλλά το πρόσωπό του παρέμεινε σημαδεμένο για το υπόλοιπο της ζωής του. Εξ αυτού του γεγονότος γινόταν αντικείμενο περιπαικτικών σχολίων από τους συνομηλίκους του.

Υπήρξε πανέξυπνος και άριστος μαθητής. Με πρωτοβουλία της μητέρας του, η οποία ήθελε να τον δει ιερέα, γράφτηκε το 1888 στην εκκλησιαστική σχολή του Γκόρι, όπου έμαθε τα ρωσικά, τα οποία πάντα μιλούσε με τη χαρακτηριστική γεωργιανή προφορά. Το 1894, σε ηλικία 15 ετών, «βαπτίζεται» στο πνεύμα της ανταρσίας και της αμφισβήτησης για τους ρώσους καταπιεστές και αρχίζει να διαβάζει «απαγορευμένα» βιβλία του Κάρολου Δαρβίνου και του ρώσου στοχαστή και επαναστάτη Νικολάι Τσερνισέφσκι. Τον Μάιο του ιδίου χρόνου αποβάλλεται από την εκκλησιαστική σχολή.

Η άνοδος στην εξουσία

Ο Στάλιν το 1918

Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος τον βρίσκει πλέον μέλος της ηγετικής ομάδας των μπολσεβίκων, έτοιμος να δράσει κατά των αστών που κατέχουν πλέον την εξουσία στη Ρωσία. Βρίσκεται, όμως, ακόμη υπό τη σκιά του Λένιν και του Τρότσκι. Το ίδιο και αμέσως μετά την ανατροπή του Κερένσκι και την κατάληψη της εξουσίας στις 25 Οκτωβρίου 1917. Γίνεται μέλος του υπουργικού συμβουλίου της πρώτης υπό τον Λένιν κομμουνιστικής κυβέρνησης και αρχίζει να νιώθει ο «τρίτος άνθρωπος» της Ρωσίας.

Το 1919 παντρεύεται σε δεύτερο γάμο τη Ναντέζντα Αλιλούγεβα (1901-1932), κόρη του ρώσου επαναστάτη Σεργκέι Αλιλούγεφ, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τον Βασίλι Τζουγκασβίλι (1921-1962) και τη Σβετλάνα Αλιλούγεβα (1926-2011), η οποία θα απασχολήσει αρκετά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όταν το 1967 θα αυτομολήσει στη Δύση και θα λάβει την αμερικανική υπηκοότητα.

Με τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου γίνεται μέλος του πολιτικού γραφείου (politburo) και στις 3 Απριλίου 1922 γενικός γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του κόμματος. Ο Λένιν διαισθανόμενος τις μεθόδους του μαθητή και συνεργάτη του, τον κρίνει ακατάλληλο για διάδοχό του στην ηγεσία του κράτους. Όμως, μετά το θάνατο του (21 Ιανουαρίου 1924), ο Στάλιν καταφέρνει να παραγκωνίσει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους και να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος. Εξόντωσε όλους όσοι τον παρακινούσαν να μετριάσει τη στυγνή δικτατορία του και ανάμεσά τους διάσημους μπολσεβίκους, όπως ο Κίροφ, ο Κάμενεφ, ο Ζινόβιεφ και αργότερα ο Τρότσκι.

Η μονοκρατορία του Στάλιν

Από το 1928 ο Στάλιν κυβερνά την αχανή χώρα ως απόλυτος μονάρχης. Η εποχή της τρομοκρατίας βρίσκεται στο απόγειό της, με την εξαπόλυση τρομερών διώξεων εναντίον υπαρκτών και μη αντιπάλων του καθεστώτος του σ’ όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, κυρίως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930. Η κόρη του Σβετλάνα κατήγγειλε ότι μαζί με τους εκατομμύρια ανθρώπους που έστειλε στο θάνατο, οδήγησε και τη μητέρα της στην αυτοκτονία. Οι διωγμοί έδωσαν τη δυνατότητα στον Στάλιν να καθυποτάξει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης και τη σοβιετική ελίτ στο σύνολό της.

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του, έχοντας υιοθετήσει το δόγμα «σοσιαλισμός σε μία χώρα» (σε αντίθεση με τον διεθνισμό του Τρότσκι), εγκαταλείπει τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) του Λένιν, που είχε εισάγει στοιχεία της ελεύθερης αγοράς στη σοβιετική οικονομία, και προωθεί τη βίαιη εκβιομηχάνιση της χώρας του με θύματα αμέτρητους, εύπορους και μη, χωρικούς, που υπόκεινται σε αρπαγή της παραγωγής και κολεκτιβοποίηση της γης τους. Οι απείθαρχοι συλλαμβάνονται, τουφεκίζονται ή εξορίζονται, ή ακόμη υποχρεώνονται να εργαστούν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης («γκουλάγκ»), ενώ για σφάλματα του συστήματος ανακαλύπτονται εξιλαστήρια θύματα που κατηγορούνται σε δίκες - παρωδίες.

Υπολογίζεται ότι 25 εκατομμύρια νοικοκυριά αναγκάστηκαν να ενταχθούν σε κολεκτίβες ή κρατικά αγροκτήματα μέσα σε λίγα χρόνια. Η κολεκτιβοποίηση της γεωργίας προκάλεσε λιμό τεραστίων διαστάσεων στην Ουκρανία («Χολομοντόρ») και περίπου 10 εκατομμύρια χωρικοί πέθαναν, εξαιτίας της οικονομικής πολιτικής του Στάλιν.

Το μεγαλύτερο από τα επιτεύγματα του Στάλιν ήταν η εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης, που ήταν ακόμη εξαιρετικά καθυστερημένη σε σύγκριση με τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες του κόσμου. Μέσα σε μία δεκαετία (1928-1937) κατάφερε να αυξήσει το σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής της Σοβιετικής Ένωσης σε τέτοιο σημείο, ώστε μόνο το σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής των ΗΠΑ μπορούσε να το ξεπεράσει.

Ο ρόλος του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η αμφιλεγόμενη απόφαση του, στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, να συνάψει σύμφωνο μη επιθέσεως με τη Γερμανία, γνωστό ως Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ (23 Αυγούστου 1939), καυτηριάζεται από πολλούς στη Δύση. Έχοντας εξασφαλίσει, ωστόσο, την πολεμική προετοιμασία της χώρας του, δεν αργεί να ταχθεί υπέρ των συμμάχων και να καταξιωθεί ως ένας από τους βασικούς ηγέτες του αντιφασιστικού στρατοπέδου. Οι επιτυχίες του «Κόκκινου Στρατού» στην αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση και η συμβολή του στον τερματισμό του πολέμου ανεβάζουν κατακόρυφα τη φήμη του. Η διπλωματική του δεινότητα στις συναντήσεις κορυφής των Συμμάχων εντυπωσιάζουν τον βρετανό πρωθυπουργό Γουίνστον Τσόρτσιλ και τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ.

Παγκόσμιος Ηγέτης - Θάνατος

Μεταπολεμικά και με την οριστική κατανομή των σφαιρών επιρροής, ο Στάλιν έχει αυξήσει τους «υπηκόους» του κατά περίπου εκατό εκατομμύρια, με την «κομμουνιστικοποίηση» των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και τον έλεγχό της από τη Μόσχα. Η διαλλακτική στάση απέναντι στους συμμάχους - και ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες - είναι πια παρελθόν. Η χώρα του πλέον είναι μία βιομηχανική και στρατιωτική δύναμη, η δεύτερη ισχυρότερη χώρα μετά τις ΗΠΑ, και αποτελεί υπολογίσιμο αντίπαλο στον αγώνα για παγκόσμια επιρροή («Ψυχρός Πόλεμος»). Το 1949 η Ρωσία του Στάλιν γίνεται η δεύτερη σημαντικότερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο.

Ο Στάλιν γινόταν όλο και πιο καχύποπτος και παρανοϊκός, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τον Ιανουάριο του 1953 διατάσσει τη σύλληψη επιφανών γιατρών του Κρεμλίνου - κυρίως Εβραίων - με την κατηγορία ότι με ιατροφαρμακευτικά μέσα εξόντωναν σοβιετικούς ηγέτες. Ίσως να ήταν το πρόσχημα για ένα ακόμα μεγάλο κύμα τρομοκρατίας, με το οποίο θα ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με τους πολιτικούς του αντιπάλους μέσα στο ΚΚΣΕ.

Τον πρόλαβε, όμως, ο θάνατος, στις 5 Μαρτίου 1953, που προκλήθηκε από εγκεφαλική αιμορραγία. Η σορός του τοποθετήθηκε δίπλα στη σορό του Λένιν, στο Μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας στη Μόσχα. Η προσωπολατρία και το σύστημα που ο ίδιος επινόησε και εγκαθίδρυσε στη χώρα (σταλινισμός) θα αρχίσουν να «ξηλώνονται» αμέσως μετά το θάνατό του από τον διάδοχό του Νικίτα Χρουστσόφ.

1939

Γιάννης Μπανιάς
1939 – 2012

Στέλεχος της ανανεωτικής Αριστεράς, με αντιδικτατορική δράση και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ από το 2007 έως το 2009.

Ο Γιάννης Μπανιάς γεννήθηκε στους Μελισσουργούς της Άρτας (το χωριό και του Δημήτρη Τσοβόλα) στις 27 Σεπτεμβρίου 1939. Στη δεκαετία του ‘50 δραστηριοποιήθηκε στους μαθητικούς αγώνες για το Κυπριακό. Φοιτητής στο Γκρατς της Αυστρίας από το 1957 ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του τοπικού Συλλόγου Ελλήνων Φοιτητών. Την ίδια περίοδο έγινε μέλος του παράνομου ΚΚΕ και του Κ.Κ. Αυστρίας. Για τη δράση του αυτή απελάθηκε στην Ελλάδα, όπου συνέχισε τις σπουδές του στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ.

Τη δεκαετία του ‘60 πήρε ενεργό μέρος στους φοιτητικούς και δημοκρατικούς αγώνες (114 και 15% για την Παιδεία), ως στέλεχος της σπουδάζουσας παράταξης της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, στην οποία εκλέχθηκε γραμματέας.

Το 1968, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, εντάχθηκε στο ευρωκομουνιστικό ΚΚΕ Εσωτερικού, διαλέγοντας πολιτικό στρατόπεδο μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό το 1969, ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση στις γραμμές του Ρήγα Φεραίου (της νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού) και του Πανελλήνιου Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ). Τον ίδιο χρόνο συνελήφθη και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο πολιτικών εξόριστων στο Παρθένι της Λέρου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας μετείχε ενεργά στην Κίνηση των 77, που έχει ως στόχο την ενότητα της Αριστεράς και στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού. Το 1982 εξελέγη στη θέση του γραμματέα του κόμματος. Παράλληλα, ασχολήθηκε με το συνδικαλιστικό κίνημα των Πολιτικών Μηχανικών και το 1974 εξελέγη Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

Το 1987, μετά τη διαφωνία του με τον Λεωνίδα Κύρκο και τη διάσπαση του ΚΚΕ Εσωτερικού, ηγήθηκε του ΚΚΕ Εσωτερικού - Ανανεωτική Αριστερά, που αποτελεί τη συνέχεια της ευρωκομμουνιστικής παράδοσης του ΚΚΕ Εσωτερικού. Το κόμμα συμμετείχε στις εκλογές του 1990, καταγγέλλοντας τη συνεργασία του Συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία.

Το 1991 το ΚΚΕ Εσωτερικού - Α.Α. μετεξελίχθηκε στην Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά (ΑΚΟΑ), σηματοδοτώντας τη μετατροπή του κόμματος σε κινηματική αριστερή πολιτική οργάνωση που διεκδικεί την ανανέωση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, καθώς και τη συνάντησή του με την πολιτική οικολογία. Ο Γιάννης Μπανιάς ανέλαβε επικεφαλής της παράταξης, η οποία από το 2004 αποτελεί συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ.

Στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 εξελέγη βουλευτής ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ. Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής του θητείας ασχολήθηκε με θέματα Άμυνας και Εξωτερικών, ενώ πήρε μέρος σε αποστολές της Βουλής στην Αίγυπτο, τη Γάζα και τη Μολδαβία.

Υπήρξε ενεργό μέλος στο κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης από τις γραμμές του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ και μέλος της Γραμματείας της Πρωτοβουλίας για τη Συσπείρωση της Αριστεράς. Τα τελευταία χρόνια ήταν συντονιστής της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Γιάννης Μπανιάς απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2012, στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Υπήρξε ανιδιοτελής αγωνιστής και συνεπής κομμουνιστής, που δεν πρόδωσε και δεν εξαργύρωσε ποτέ τις ιδέες του.

1946
Νίκος Αναστασιάδης, κύπριος πολιτικός, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 2013.

Θάνατοι

 


μ.Χ.


1905
Καπετάν Κώτας, Μακεδονομάχος που απαγχονίστηκε στο Μοναστήρι από τους Τούρκους. Ο σλαβομακεδόνας Καπετάν Κώττας ενστερνίσθηκε την ελληνική ιδέα και πρωταγωνίστησε στον Μακεδονικό Αγώνα. (Γεν. 1863)

Καπετάν Κώτας
1863 – 1905

Σλαβόφωνος οπλαρχηγός, που πολέμησε για την ελληνική υπόθεση στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κονσταντίν (Κότε) Χρίστωφ, το οποίο αργότερα εξελλήνισε σε Κώστας Χρήστου.

Γεννήθηκε το 1863 στο χωριό Ρούλια της Φλώρινας. Ασχολήθηκε με τη γεωργία, καλλιεργώντας τα λιγοστά κτήματα της πατρικής περιουσίας και ευκαιριακά ως οικοδόμος και τσαγκάρης. Αργότερα άνοιξε ένα χάνι, που ήταν ταυτόχρονα και παντοπωλείο. Παράλληλα, αναμίχθηκε στα κοινά της περιοχής και διετέλεσε μουχτάρης (κοινοτάρχης) στη Ρούλια.

Ανυπότακτο πνεύμα, έτρεφε μεγάλο μίσος για τους τούρκους κατακτητές, γι' αυτό εντάχθηκε στη βουλγαρική «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (VMRO), που διακήρυσσε τον αλυτρωτισμό της με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Η ζωή του πήρε δραματική τροπή το 1898, όταν σκότωσε τον τούρκο μεγαλοτσιφλικά Κασίμ Μπέη, που καταδυνάστευε την περιοχή της Φλώρινας. Πήρε τα όρη και τα βουνά και κατέφυγε στο Βίτσι, όπου σχημάτισε τη δική του ένοπλη ομάδα.

Ο Καπετάν Κώτας γρήγορα αποστασιοποιήθηκε από τη VMRO, καθώς ήλθε σε ρήξη με τα τοπικά στελέχη της Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ. Τον θεωρούσαν πολύ υπερήφανο και ανεξάρτητο και πολλάκις προσπάθησαν να τον εξοντώσουν ως προδότη. Από τη διένεξη αυτή επωφελήθηκε ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός (Καραβαγγέλης), ο οποίος τον προσηλύτισε στην ελληνική ιδέα στις αρχές του 1902.

Ο Γερμανός ανέλαβε να συντηρεί την ομάδα του Κώτα και αυτός να υπερασπίζεται τα χωριά της περιοχής από τους βούλγαρους κομιτατζήδες και τους τούρκους. Παρά τη συμφωνία αυτή, ο Κώτας δεν έγινε ποτέ τυφλό όργανο του μητροπολίτη και πάντα διατηρούσε την ανεξαρτησία του, εκφράζοντας τον ελληνικότητά του με τον δικό του τρόπο.

Στις αρχές του 1904 ο Καπετάν Κώτας ήλθε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τον Παύλο Μελά, τον οποίο συνόδευσε στην πρώτη αποστολή στη Μακεδονία. Στις 9 Ιουνίου 1904, κατόπιν προδοσίας των παλιών του συντρόφων στο VMRO, συνελήφθη από τους Τούρκους και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου (σημερινή Μπίτολα της ΠΓΔΜ). Στις 27 Σεπτεμβρίου 1905, ύστερα από δίκη, εκτελέστηκε με απαγχονισμό, παρά τις προσπάθειες του ελληνικού προξενείου να τον απελευθερώσει με δωροδοκίες. Τελευταίες λέξεις του Καπετάν Κώστα μπροστά στην αγχόνη, «Ζήτω ο Ελληνισμός!» στα βουλγαρικά, καθώς τα ελληνικά του ήταν από φτωχά έως ανύπαρκτα.

Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, το χωριό του Ρούλια ονομάσθηκε στη μνήμη του Κώττας. Το 1960 στήθηκε επιβλητικός ανδριάντας του στην είσοδο της Φλώρινας, έργο του γλύπτη Δημήτριου Καλαμάρα.

1984
Χρόνης Εξαρχάκος, έλληνας κωμικός της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. (Γεν. 1932)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου