Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 25 Σεπ 2018
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:14 – Δύση Ήλιου: 19:18
  • Παγκόσμια Ημέρα Φαρμακοποιού
  • Γιορτάζουν:  Ευφροσύνη

Σαν Σήμερα...

 

1849
Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης. (Γεν. 1782)

Νικήτας Σταματελόπουλος
1782 – 1849

Ήρωας του '21, γνωστός τοις πάσι με το προσωνύμιο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.

Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης και ήταν γιος του κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα και της Σοφίας Καρούτσου, αδελφής της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή, γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σε ηλικία 11 χρονών βγήκε στο κλαρί με την ομάδα του πατέρα του και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του οποίου αργότερα παντρεύτηκε την κόρη Αγγελίνα.

Η ανδρεία και τα σωματικά του προσόντα τον οδήγησαν το 1805 στη ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Εκεί εντάχθηκε στο ρωσικό τάγμα, που πολέμησε τον Ναπολέοντα στην Ιταλία. Αργότερα, επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να υπηρετήσει αυτή τη φορά τους Γάλλους, που είχαν καταλάβει το νησί. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο».

Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.

Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση.

Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνος περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε το 1839 ως αρχηγός συνωμοτικής ομάδας, αλλά στη δίκη του (11 Σεπτεμβρίου 1840), αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων. Εντούτοις, η κράτησή του παρατάθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία του και σχεδόν να τυφλωθεί. Αποφυλακίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά.

Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και έλαβε μία τιμητική σύνταξη, η οποία ήταν ο μόνος πόρος της ζωής του. Το 1847 διορίσθηκε μέλος της Γερουσίας και δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον Ιωάννη Σταματελόπουλο, που ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία υπαγόρευσε στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη.

Η Μάχη του Βαλτετσίου

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι

Από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, που άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης) στις 23 Σεπτεμβρίου 1821. Διεξήχθη στις 12 και 13 Μαΐου του 1821 γύρω από το ορεινό χωριό Βαλτέτσι της Μαντινείας (12 χιλιόμετρα δυτικά της Τριπολιτσάς) και στέφθηκε από τη νίκη των ελληνικών όπλων.

Μετά τη μάχη του Λεβιδίου (14 Απριλίου 1821) και την ήττα των Τούρκων, δημιουργήθηκαν ελληνικά στρατόπεδα στο Βαλτέτσι, το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα, με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, για τον συντονισμό των πολεμικών επιχειρήσεων που απέβλεπαν στην άλωση της Τριπολιτσάς, του σημαντικότερου οθωμανικού στρατιωτικού και διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ήταν εξαρχής το στρατηγικό σχέδιο του «Γέρου του Μωριά», που κατόρθωσε, με δυσκολία είναι αλήθεια, να το επιβάλει και στους λοιπούς οπλαρχηγούς. Ο ίδιος πηγαινοερχόταν καθημερινά στα τρία στρατόπεδα, επιλύοντας κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν και ενθαρρύνοντας τα παλληκάρια. «Εκοιμόμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα στην Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι» γράφει χαρακτηριστικά στα Απομνημονεύματά του.

Η στρατηγική σημασία του Βαλτετσίου και η ενίσχυση του στρατοπέδου αυτού αποτελούσαν απειλή για τους Τούρκους. Στις 25 Απριλίου 1821 ισχυρές δυνάμεις προερχόμενες από το Ναύπλιο επιτέθηκαν κατά των Ελλήνων. Ο τουρκικός αιφνιδιασμός ανάγκασε τους υπερασπιστές του υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να αποσυρθούν, με αποτέλεσμα το χωριό να πυρποληθεί. Ο Κολοκοτρώνης, που είχε υποθέσει ότι οι Τούρκοι θα κατευθύνονταν προς ένα άλλο ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβαινα, έσπευσε στο Βαλτέτσι και ανασυγκρότησε το στρατόπεδο.

Για την αμυντική του θωράκιση κατασκευάστηκαν προμαχώνες (ταμπούρια) στους λόφους γύρω από το χωριό και οχυρώθηκαν η εκκλησία και τα λιγοστά σπίτια του χωριού που είχαν απομείνει από την καταστροφή της 25ης Απριλίου. Τον ανατολικό προμαχώνα, στο Χωματοβούνι, κατέλαβαν ο Κυριακούλης και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τους σκληροτράχηλους Μανιάτες, τον δυτικό ο γηραιός Μητροπέτροβας, ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Παναγιώτης Κεφάλας και άλλοι Μεσσήνιοι, στον βορειοανατολικό προμαχώνα τοποθετήθηκαν τα αδέλφια Ηλίας και Νικήτας Φλέσσας, ο Αθανάσιος Σώρης και άλλοι Γορτύνιοι οπλαρχηγοί, ενώ στην εκκλησία του χωριού ταμπουρώθηκαν οι Μπουραίοι, ο Ηλίας Τσαλαφατίνος και ο Ιωάννης Κατσανός. Αρχηγός του ελληνικού στρατοπέδου ορίστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ταυτόχρονα, στην Επάνω Χρέπα τοποθετήθηκε σκοπιά για να ειδοποιήσει έγκαιρα με καπνούς ποια θα ήταν η κατεύθυνση των εχθρικών στρατευμάτων.

Από τις 6 Μαΐου 1821 ο κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ Πασά, ονόματι Μουσταφ, βρισκόταν στην Τριπολιτσά, προερχόμενος από την Ήπειρο, όπου ο αρχηγός του, διοικητής της Πελοποννήσου, πολεμούσε τον Αλή Πασά, που είχε αυτονομηθεί από τον Σουλτάνο. Εκεί πληροφορήθηκε την ανασύσταση του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι και αποφάσισε να δράσει. Είχε ως στόχο πρώτα να διαλύσει το στρατόπεδο στο Βαλτέτσι και στη συνέχεια να καταστείλει την επανάσταση στη Μεσσηνία και να υποτάξει τη Μάνη. Αμέσως μετά θα επέστρεφε νικητής και τροπαιούχος στην Τριπολιτσά, αναμένοντας δόξα και τιμές από τον Σουλτάνο.

Ο Μουσταφάμπεης συγκρότησε ένα άρτιο εξοπλισμένο στρατιωτικό σώμα από 12.000 άνδρες, του οποίου ηγούντο εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί. Οι ελληνικές δυνάμεις στο Βαλτέτσι δεν ξεπερνούσαν τους 2.300 άνδρες. Είχαν ελλιπή οπλισμό και αμφίβολη μαχητική ικανότητα. Ο κίνδυνος για την επανάσταση, που μετρούσε κοντά στους δύο μήνες, ήταν προφανής. Ο Μουσταφάμπεης καθυστέρησε για λίγες μέρες την έναρξη των επιχειρήσεων, επειδή πίστευε ότι οι υπερασπιστές του Βαλτετσίου από τον τρόμο τους θα παραδίδονταν και δεν θα χρειαζόταν να ρίξει ούτε μία τουφεκιά. Φήμες, όμως, τον ήθελαν να είναι σφόδρα ερωτευμένος με μια όμορφη χανούμισα από το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά και να περνά «καυτές» βραδιές στην Τριπολιτσά.

Τελικά, λίγο πριν από τα χαράματα της 12ης Μαΐου 1821 το πρώτο και κυριότερο σώμα του τουρκικού στρατού με αρχηγό τον τουρκαλβανό Ρουμπή από τα Μπαρδουνοχώρια και αποτελούμενο από τρεις χιλιάδες άνδρες έλαβε κατεύθυνση προς τα βόρεια του Βαλτετσίου, με σκοπό να εμποδίσει την αποστολή βοήθειας από τα στρατόπεδα Πιάνας και Χρυσοβιτσίου. Ακολούθησε ένα δεύτερο σώμα από 2.000 έφιππους και πεζούς που κατευθύνθηκε προς τους Αραχαμίτες, ένα τρίτο που έσπευσε να καταλάβει το Φραγκόβρυσο για να αποκόψει το Βαλτέτσι από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, ένα τέταρτο για να βοηθήσει το πρώτο από το Καλογεροβούνι και το πέμπτο σώμα με 3.000 άνδρες, τα ορειβατικά πυροβόλα και τα πολεμοφόδια.

Από το Χρυσοβίτσι ο Κολοκοτρώνης είδε τα σήματα καπνού από την Επάνω Χρέπα, ότι τουρκικός στρατός κατευθύνεται προς το Βαλτέτσι, και με 800 άνδρες έσπευσε στην περιοχή, έχοντας ειδοποιήσει και τον Δημήτριο Πλαπούτα που βρισκόταν στην Πιάνα. Η μάχη στο Βαλτέτσι, εν τω μεταξύ, είχε ανάψει. Ο Ρουμπή με τους άνδρες του προσπαθούσε να περικυκλώσει και να συντρίψει τους οχυρωμένους στον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Ο Κολοκοτρώνης, όμως, κατόρθωσε να καταλάβει ένα ύψωμα και άρχισε να χτυπά τους Τούρκους. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας κατέφθασε και ο Πλαπούτας, ο οποίος με τη σειρά του επιτέθηκε εναντίον τους. Η κατάσταση σύντομα άλλαξε και οι άνδρες του Ρουμπή ήταν αυτοί, που κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από τους Έλληνες.

Βλέποντας τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι άνδρες του Ρουμπή, ο Μουσταφάμπεης έστειλε δυνάμεις από το Καλογεροβούνι να χτυπήσουν το ταμπούρι των Μανιατών, αλλά χωρίς επιτυχία. Αποτυχημένος ήταν και ο κανονιοβολισμός των ελληνικών θέσεων, αφού οι βόμβες είτε δεν έβρισκαν στόχο, είτε χτυπούσαν τους άνδρες του Ρουμπή. Είχε ήδη βραδιάσει και η μάχη συνεχιζόταν με πείσμα. Ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να δώσει κουράγιο στους ταμπουρωμένους, λέγοντάς τους ότι αναμένοντας ενισχύσεις 10.000 ανδρών υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αργά το βράδυ η μάχη σταμάτησε, με τους δυο αντιπάλους να διατηρούν τις θέσεις του. Τις πρωινές ώρες της 13ης Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης διέσπασε τον τουρκικό κλοιό και ανεφοδίασε τους ταμπουρωμένους με τροφές και πολεμοφόδια. Το ίδιο βράδυ ήλθαν και κάποιες ενισχύσεις από τα Βέρβαινα που δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες, με επικεφαλής τους Πέτρο Βαρβιτσιώτη, Δημήτριο Πουλικάκο, Αντώνη Μαυρομιχάλη, Αναγνώστη Κονδάκη και Παναγιώτη Γιατράκο.

Το πρωί η μάχη συνεχίσθηκε με τη σφοδρότητα της προηγουμένης. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του λαϊκού ποιητή Παναγιώτη Κάλα ή Τσοπανάκου (1789-1825) «… στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι / πέφτει αλύπητο λεπίδι…». Οι απόπειρες των Τούρκων να καταλάβουν τους προμαχώνες αποτύγχαναν η μία μετά την άλλη. Ο Μουσταφάμπεης, βλέποντας ότι οι άνδρες του Ρουμπή εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε δυσχερή θέση και πληροφορούμενος ότι επίκεινται νέες ενισχύσεις των Ελλήνων από τους Νικηταρά και Γιάννη Κολοκοτρώνη, διέταξε υποχώρηση όλων των δυνάμεών του.

Οι Έλληνες αναθάρρησαν, βγήκαν από τα ταμπούρια και πήραν στο κυνήγι τους Τούρκους, οι οποίοι υποχωρούσαν άτακτα. Οι απώλειές τους ανήλθαν σε 514 νεκρούς και 635 τραυματίες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας στην Τριπολιτσά. Οι απώλειες των Ελλήνων ανήλθαν σε μόλις 4 νεκρούς και 17 τραυματίες. Στα χέρια των Ελλήνων έπεσε και μεγάλος αριθμός πολεμικού υλικού, ικανού να εξοπλίσει 4.000 άνδρες.

Η μάχη στο Βαλτέτσι κράτησε σχεδόν 23 ώρες και ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Αγώνα. Αμέσως μετά τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε προς τους νικητές και όπως αναφέρει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του, τους είπε μεταξύ άλλων ότι η ημέρα αυτή πρέπει να καθαγιαστεί με νηστεία όλων και να εορτάζεται η επέτειός της εις «αιώνας αιώνων, έως ου στέκει το έθνος, διότι ήτο η ελευθερία της πατρίδος». Η νίκη στο Βαλτέτσι ενίσχυσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, στοιχεία που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821).

Σχετικά...

Η λαϊκή μούσα τίμησε τη νίκη στο Βαλτέτσι με το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:

Τι έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήπως διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέρασε από τα Τρίκορφα και σύρε στο Βαλτέτσι,
όπου είν' ο τόπος δυνατός και δυνατά ταμπούρια,
εκεί θα βρεις τα αίματα, τα τούρκικα κεφάλια,
Τρία μπαϊράκια κίνησαν από μέσα από τη χώρα,
το ένα πάει στα Τρίκορφα, τ' άλλο στους Αραχαμίτες,
κι αυτός ο Κεχαγιάμπεης πηγαίνει στο Βαλτέτσι.
Ο Κυριακούλης του μιλάει κι ο Μπεζαντές του λέει:
«Πού πας, βρε Κεχαγιάμπεη, τ' Αλή πασά κοπέλι;
Εδώ δεν είναι Κόρινθος, δεν είναι Πέρα Χώρα,
δεν είναι τ' αργίτικα κρασιά, του Μπέλεση τα κριάρια.
Εδώ είν' ορδή Καρύταινας, μανιάτικο ντουφέκι,
Κολοκοτρώνης αρχηγός με το Μαυρομιχάλη».
Αφήστε τα ντουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας
βάλτε τους Τούρκους εμπροστά, σαν πρόβατα, σαν γίδια.

Η Μάχη των Δολιανών

Οι Έλληνες επαναστάτες υπό τον Νικηταρά νικούν τους Οθωμανούς Τούρκους στα Δολιανά της Αρκαδίας στις 18 Μαΐου 1821 και επισφραγίζουν τη μεγάλη νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου). Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά σφίγγει, σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Μετά την ήττα στο Βαλτέτσι, το σχέδιο των Τούρκων για προέλαση στη Μεσσηνία από το δρόμο της Μεγαλόπολης είχε αποτύχει. Έτσι, ο κεχαγιάμπεης του Μοριά Μουσταφάμπεης, υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τον σχεδιασμό του και να εφαρμόσει άλλη τακτική για να αντισταθμίσει την ήττα του.

Το βράδυ της 17ης Μαΐου, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης από 2.000 Τουρκαλβανούς ξεκίνησε από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση νοτιοανατολική, προς το χωριό Ρίζες. Από εκεί, ένα τμήμα κατευθύνθηκε προς τα Δολιανά, με σκοπό να εισβάλει στα Βέρβαινα από νοτιοανατολικά. Δύο άλλα τμήματα βάδισαν προς το Δραγούνι και τα Βέρβαινα. Στόχος των Τούρκων ήταν κυρίως το ελληνικό στρατόπεδο των Βερβαίνων, από τη διάλυση του οποίου υπολόγιζαν ότι θα μπορούσαν να ανοίξουν δρόμο προς το Άργος, τον Μυστρά και τη Μεσσηνία.

Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος), σύμφωνα με το σχέδιο τού Κολοκοτρώνη, είχε περάσει από τα Δολιανά και κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο για να πολιορκήσει τους Τούρκους. Βρισκόταν στον Άγιο Ιωάννη, κοντά στο Άστρος, όταν οι κάτοικοι των Δολιανών τον ειδοποίησαν για τις τουρκικές κινήσεις κι έσπευσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Με τους διακόσιους στρατιώτες του οχυρώθηκε σε τρία πετρόκτιστα σπίτια, ενώ σε άλλα σπίτια και σε καίριες θέσεις οχυρώθηκαν οι άνδρες των τοπικών οπλαρχηγών Μητρομάρα Αθανασίου, Ηλία Κωνσταντόπουλου, Θόδωρου Τερζάκη και Κώστα Καρζή. Ο συνολικός αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τους 600.

Το πρωί της 18ης Μαΐου άρχισε η τουρκική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα και ο Νικηταράς, που για πρώτη φορά ανελάμβανε ηγεσία στρατιωτικού σώματος, κατόρθωσε να αποκρούσει τους Τούρκους και να αχρηστεύσει δύο τουρκικά κανόνια. Παράλληλα, στα γειτονικά Βέρβαινα οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο, το οποίο πρόβαλλε εξαιρετική αντίσταση και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν κατά τις απογευματινές ώρες.

Οι Έλληνες τους κυνήγησαν ως τα Δολιανά, όπου ενώθηκαν με τους άνδρες του Νικηταρά. Ο εχθρός βρέθηκε σε δύσκολη θέση και ο Μουσταφάμπεης εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης τη νύχτα και γύρισε στην Τριπολιτσά. Οι νεκροί ήταν μόνο 50 για τους Τούρκους, αλλά τα λάφυρα που αποκόμισαν οι Έλληνες πολλά. Ο Νικηταράς, εκτός από τη διεύθυνση της μάχης, διακρίθηκε και στις σπαθομαχίες. Για την επιτυχία του αυτή επονομάσθηκε Τουρκοφάγος.

Τα χαρμόσυνα νέα γρήγορα μεταδόθηκαν γρήγορα και στα άλλα πολεμικά μέτωπα, ενισχύοντας το ηθικό των επαναστατημένων Ελλήνων. Αντίθετα, όλες οι ελπίδες των Τούρκων του Μοριά για την καταστολή της επανάστασης στράφηκαν στη βοήθεια από την ανατολική Στερεά Ελλάδα, που σύντομα περίμεναν να φθάσει.

Την επιτυχία των Ελλήνων στα Δολιανά ύμνησε ο λαϊκός ποιητής Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος (? - 1826) με τους παρακάτω στίχους:

Η Μάχη των Δολιανών ή Ο στρατηγός Νικηταράς

Πάλιν άρχισ’ ο πόλεμος,
Και των Τούρκων ο όλεθρος.
Και στα Δολιανά ένας κρότος
Που ερράγησεν ο τόπος.

Ω ήρωα Νικηταρά!
Το αίμα των Τούρκων βοά,
Για να παύσης το σπαθί σου
Την Ελληνικήν ορμή σου.

Μ’ ογδόντα άνδρας κλείσθηκες,
Τούρκους δεν εφοβήθηκες.
Τρεις χιλιάδας δεν τρομάζεις,
Ως τον Λεωνίδα κράζεις.

Πατρίδα να τιμήσωμεν,
Κι όλοι μιαν ώρ’ ας ζήσωμεν,
Ήλθεν ο καιρός της δόξης,
Την εκδίκησιν να δώσης,

Βάνει τους Τούρκους έμπροστά,
Σαν τσοπάνος τα τραγιά,
Τους επήρε δυο πυργέλες
και όλους τους τζεπιχανέδες.

* Τζεπιχανέδες = λάφυρα

 

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1818
Πραγματοποιείται η πρώτη μετάγγιση ανθρώπινου αίματος, στο νοσοκομείο Guy Hospital του Λονδίνου. Μέχρι τούδε γίνονταν μόνο μεταγγίσεις αίματος ζώων.
1833
Με διάταγμα της Αντιβασιλείας αποφασίζεται η διάλυση των μοναστηριών, που έχουν λιγότερους από έξι μοναχούς.
1915
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αρχίζει η τρίτη μάχη της Αρτουά, στην οποία χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά δηλητηριώδη αέρια κατά των Γερμανών.
1926
Ο Χένρι Φορντ ανακοινώνει στο προσωπικό της αυτοκινητοβιομηχανίας του την απόφασή του να καθιερώσει το οκτάωρο και την πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση.
1976
Το συγκρότημα των U2 αποκτά «σάρκα και οστά» στο σπίτι του ντράμερ Λάρι Μάλεν στο Δουβλίνο.
1982
Η Σοφία Σακοράφα πετυχαίνει παγκόσμιο ρεκόρ ακοντισμού στα Χανιά, με βολή στα 74,20 μ. Ο προηγούμενος Έλληνας που κατείχε παγκόσμιο ρεκόρ ήταν το 1970 ο Χρήστος Παπανικολάου στο άλμα επί κοντώ (5,49 μ.).

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1838
Αχιλλέας Παράσχος, έλληνας ποιητής, κορυφαίος εκπρόσωπος της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. (Θαν. 26/1/1895)

1897
Ουίλιαμ Φόκνερ, αμερικανός συγγραφέας, που βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949. («Η βουή και το Πάθος») (Θαν. 6/7/1962)
1903
Μαρκ Ρόθκο, αμερικανός εικαστικός καλλιτέχνης, από τους κορυφαίους εκπροσώπους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στη ζωγραφική. (Θαν. 25/2/1970)

Θάνατοι

 


μ.Χ.

1970
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, γερμανός συγγραφέας. («Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον») (Γεν. 22/6/1898)
2003
Φράνκο Μοντιλιάνι, διαπρεπής ιταλός οικονομολόγος, βραβευμένος με Νόμπελ το 1985. (Γεν. 18/6/1918)

Φράνκο Μοντιλιάνι
1918 – 2003

Ιταλοαμερικανός οικονομολόγος της νεοκεϊνσιανής σχολής, βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας το 1985. Είναι γνωστός για την Υπόθεση του κύκλου ζωής (Life - Cycle Hypothesis) και για το Θεώρημα Μοντιλιάνι-Μέρτον (Modigliani-Merton Theorem»). Υπήρξε καθηγητής του τέως πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου και του νυν διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, όταν οι δυο τους πραγματοποιούσαν μεταπτυχιακές σπουδές στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT).

Ο Φράνκο Μοντιλιάνι (Franco Modigliani) γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1918 στη Ρώμη. Ο πατέρας του Ενρίκο Μοντιλιάνι ήταν παιδίατρος και η μητέρα του Όλγα Φλάσελ εθελόντρια κοινωνική λειτουργός. Η ζωή του άλλαξε δραματικά στα 14 του, όταν ο πατέρας του πέθανε κατά τη διάρκεια εγχείρησης. Ο μέτριος έως τότε μαθητής άρχισε να διαβάζει μανιωδώς και υπερπηδώντας μία τάξη του Λυκείου βρέθηκε στα 17 του φοιτητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης.

Η οικογένειά του πίστευε ότι θα ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, αυτός όμως προτίμησε να σπουδάσει νομικά, τα οποία άνοιγαν πολλές πόρτες στην πατρίδα του. Στο δεύτερο έτος των σπουδών του πήρε μέρος σε ένα φοιτητικό διαγωνισμό οικονομικών και προς μεγάλη του έκπληξη απέσπασε το πρώτο βραβείο. Τότε άρχισε να ενδιαφέρεται για τα οικονομικά, αλλά κάποιοι από τους καθηγητές του τον απέτρεψαν, επειδή μεγάλα ονόματα της οικονομικής σκέψης είχαν εξοβελιστεί από τη διδακτέα ύλη των Πανεπιστημίων, με εντολή του φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι, που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο την Ιταλία. Έτσι, συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και τα βράδια εντρυφούσε στους κλασικούς της οικονομίας, όπως τους είχαν συστήσει οι καθηγητές του.

Το 1939, όντας μεταπτυχιακός φοιτητής, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιταλία, λόγω της αντιφασιστικής του δράσης και της εβραϊκής του καταγωγής. Κατέφυγε στη Γαλλία, έπειτα από πρόσκληση της οικογένειας της φίλης του Σερένα Κάλαμπι, την οποία παντρεύτηκε τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, αλλά τα μαθήματα του φάνηκαν ανιαρά και χωρίς ουσία. Προτίμησε να ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή, την οποία υπέβαλε στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Τον Ιούνιο του 1939 ανακηρύχθηκε διδάκτορας νομικής, σε μια εποχή που τα τύμπανα του πολέμου άρχισαν να ηχούν.

Στα τέλη Αυγούστου 1939 μαζί με την σύζυγό του μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες μόνο μέρες πριν από την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία, που σήμανε την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στη νέα του πατρίδα αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον του για τα οικονομικά, χάρη στην υποτροφία που πήρε για τη Νέα Σχολή Κοινωνικής Έρευνας, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα που έδρευε στη Νέα Υόρκη και δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει εμιγκρέδες ακαδημαϊκούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές από την εμπόλεμη Ευρώπη. Εκεί συνάντησε τον ουκρανοεβραίο καθηγητή Τζέικομπ Μάρσακ (1898-1977), ο οποίος τον μύησε στον κεϋνσιανισμό, που εκείνη την περίοδο αποτελούσε ό,τι το πιο προωθημένο στην οικονομική σκέψη, και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην εργαζόταν τα πρωινά σ' ένα βιβλιοπωλείο, που πουλούσε ευρωπαϊκά βιβλία.

Το 1941 ξεκίνησε το διδακτικό του έργο, πρώτα στο Κολέγιο Θηλέων του Νιου Τζέρσεϊ και στη συνέχεια στο Κολέγιο Μπαρντ, ως λέκτορας οικονομικών και στατιστικής. Το 1944 έλαβε το διδακτορικό του από τη Νέα Σχολή Κοινωνικής Έρευνας και το 1946 απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Το 1948 αποδέχτηκε τη θέση καθηγητή πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ενώ ταυτόχρονα εντάχθηκε στην Επιτροπή Κόουλς για την Οικονομική Έρευνα. Λίγο αργότερα τέθηκε επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος για τις Προσδοκίες και τους κύκλους οικονομικής διακύμανσης στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο πανεπιστήμιο συνεργάστηκε με τον μαθητή του Ρίτσαρντ Μπρούμπεργκ, θέτοντας τα θεμέλια γι’ αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Υπόθεση του Κύκλου Ζωής (Life Cycle Hypothesis), μια θεωρία που υποστηρίζει ότι τα άτομα προγραμματίζουν την καταναλωτική και αποταμιευτική τους συμπεριφορά σε μακροχρόνιο ορίζοντα, ώστε να πετύχουν την καλύτερη δυνατή διαχρονικά κατανομή της κατανάλωσής τους για όσα χρόνια ελπίζουν ότι θα ζήσουν. Παράλληλα, οι δημοσιεύσεις του συνέβαλαν στη θεμελίωση της μετέπειτα θεωρίας των ορθολογικών προσδοκιών.

Το 1960 έγινε καθηγητής στο περίφημο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης, στο οποίο και παρέμεινε έως τη συνταξιοδότησή του το 1985. Σε συνεργασία με τον Αμερικανό οικονομολόγο Μέρτον Μίλερ (1923-2000), διεξήγαγε μια σημαντική έρευνα για τις χρηματοοικονομικές αγορές, καταλήγοντας στο Θεώρημα Μοντιλιάνι-Μίλερ, σύμφωνα με το οποίο η διαπραγματεύσιμη τιμή της μετοχής μιας εταιρείας εξαρτάται πρωταρχικά από τις προσδοκίες των επενδυτών για τα μελλοντικά κέρδη της εταιρείας. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 δύο από τους πιο διακεκριμένους μαθητές του ήταν ο τέως πρωθυπουργός της Ελλάδας Λουκάς Παπαδήμος και ο νυν πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, με τους οποίους συνεργάστηκε σε ερευνητικά προγράμματα.

Το 1985 τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας για τις αναλύσεις του σχετικά με την αποταμίευση και τις χρηματαγορές. Χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010, ο χρηματιστής Νίκολας Ταλέμπ (συγγραφέας του πολύκροτου μπεστ-σέλερ Ο Μαύρος Κύκνος) κατηγόρησε τον Μοντιλιάνι και άλλους νομπελίστες οικονομολόγους των τελευταίων χρόνων ότι με τις λανθασμένες θεωρίες τους για την εκτίμηση και την αποτίμηση των κινδύνων, οι οποίες περιβλήθηκαν με τη σφραγίδα της αυθεντίας, συνέβαλαν στη διεθνή οικονομική κρίση του 2008.

Το 1997 ο Μοντιλιάνι επισκέφθηκε την Αθήνα, έπειτα από πρόσκληση του παλιού του μαθητή και τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Λουκά Παπαδήμου και συμμετείχε σε ημερίδα με θέμα την ανεργία. Πιστός στην κεϊνσιανή θεωρία, είχε τότε αποδώσει το ευρωπαϊκό πρόβλημα της ανεργίας στην ανεπάρκεια της ζήτησης και είχε καταγγείλει τη «μανιακή προσήλωση» της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank) στη νομισματική σταθερότητα.

Ο Φράνκο Μοντιλιάνι πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 2003 στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, σε ηλικία 85 ετών.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου