Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 14 Μάι 2018
Δευτέρα 14 Μαϊου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 14 Μαϊου 2018Δευτέρα 14 Μαϊου 2018Δευτέρα 14 Μαϊου 2018Δευτέρα 14 Μαϊου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:13 – Δύση Ήλιου: 20:29

Σαν Σήμερα...

 Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, έλληνας πολιτικός, που χρημάτισε 6 φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. (Γεν. 10/1/1829)

Επαμεινώνδας Δεληγεώργης

1829 – 1879


Νομικός, δημοσιογράφος και πολιτικός, ο οποίος διατέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 1865 έως το 1878. Διατηρεί ακόμη τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 10 Ιανουαρίου 1829. Ο πατέρας του Μήτρος Δεληγεώργης (1775-1860), με καταγωγή από το Μεσολόγγι, υπήρξε ένας από τους σημαίνοντες αγωνιστές του '21 και διατέλεσε αρχηγός της Χωροφυλακής μετά την απελευθέρωση. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Τρίπολη και το Μεσολόγγι και το 1841 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1850 αναγορεύτηκε αριστούχος διδάκτορας της Νομικής Σχολής.

Ως δικηγόρος διακρινόταν για τον χειμαρρώδη λόγο και την ευγλωττία του, προτερήματα που τον ακολούθησαν και στον κοινοβουλευτικό του βίο. Φιλελεύθερος πολιτικά και με έντονα αντιδυναστική στάση σύντομα έγινε το ίνδαλμα της νεολαίας. Από το 1851 έως τα μέσα του 1852 διετέλεσε αρχισυντάκτης της εφημερίδας Εθνική. Τον Οκτώβριο του 1859 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής της επαρχίας Μεσολογγίου, παρά τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης του Αθανάσιου Μιαούλη υπέρ των βασιλικών υποψηφίων. Οι θαρραλέες αγορεύσεις του στη Βουλή και η μαχητική αρθρογραφία του στο Μέλλον της Πατρίδας, οργάνου της Χρυσής Νεολαίας, η οποία στρεφόταν ευθέως κατά του βασιλιά Όθωνα για τις αντισυνταγματικές παρεμβάσεις του, ανέδειξαν τον Δεληγεώργη αρχηγό της. Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1861 απέτυχε να επανεκλεγεί βουλευτής στην επαρχία Μεσολογγίου, λόγω των αφάνταστων βασιλικών πιέσεων.

Μετά την απόπειρα κατά της ζωής της βασίλισσας Αμαλίας από τον φοιτητή Αριστείδη Δόσιο (6 Σεπτεμβρίου 1861) συνελήφθη με τον αδελφό του Λεωνίδα και μαζί με άλλους ομοϊδεάτες τους εξορίστηκαν στην Κύθνο. Η δυσαρέσκεια κατά του Όθωνα μεγάλωνε και την 1η Φεβρουαρίου 1862 ξέσπασε στασιαστικό στο Ναύπλιο, που έμεινε στην ιστορία ως Ναυπλιακή Επανάσταση. Οι επαναστάτες προσπάθησαν να απελευθερώσουν τον Δεληγεώργη, απέτυχαν όμως και ο τελευταίος μεταφέρθηκε στη Μύκονο.

Μετά την καταστολή της εξέγερσης (8 Απριλίου 1862) ο Δεληγεώργης αμνηστεύθηκε και απελευθερώθηκε. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, όπου συνέχισε τον αγώνα του κατά του Όθωνα. Στις 10 Οκτωβρίου 1862 ξέσπασε νέα εξέγερση κατά του Όθωνα στην Αθήνα, η οποία επικράτησε. Την επαναστατική προκήρυξη, γνωστή ως «Ψήφισμα του Έθνους», που κήρυσσε έκπτωτη τη δυναστεία, συνέταξε ο Δεληγεώργης στο στρατώνα του πυροβολικού στο Μεταξουργείο.

Στην προσωρινή κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την έκπτωση του Όθωνα (12 Οκτωβρίου 1862) ο Δεληγεώργης ανέλαβε το Υπουργείο Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, αλλά παραιτήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1863. Κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του θέσπισε τους διαγωνισμούς για τη λήψη υποτροφιών, καθιέρωσε την οπλασκία και τη γυμναστική στα γυμνάσια και το πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου άλλαξε τον τίτλο από «Οθώνειον» σε «Εθνικόν», και κατάρτισε επιτροπές για την οργάνωση των αρχαιοτήτων και της ανέγερσης σχολικών κτιρίων.

Στις εκλογές του 1862 (24-27 Νοεμβρίου) εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής της επαρχίας Μεσολογγίου και κατά τη διάρκεια της Β' Εθνοσυνέλευσης (1862-1865), που επέλεξε τον νέο βασιλιά της χώρας και ψήφισε νέο σύνταγμα, τήρησε γενικά μετριοπαθή στάση. Εξελέγη πρόεδρος της Β' Εθνοσυνέλευσης στις 13 Απριλίου 1863 και παρέμεινε στο αξίωμα  έως τις 13 Αυγούστου 1863. Τον ίδιο χρόνο ίδρυσε το Εθνικόν Κομιτάτον, μια πολιτική παράταξη που υποστήριζε την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, την οικονομική ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και το στρατό και την πολιτισμική εξάπλωση στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στις εκλογές του 1865 (14-17 Μαΐου) επανεξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου και σχημάτισε δύο βραχύβιες κυβερνήσεις (20 Οκτωβρίου - 3 Νοεμβρίου 1865 και 13 Νοεμβρίου - 28 Νοεμβρίου 1865), οι οποίες δεν ευδοκίμησαν, λόγω της αποδοκιμασίας τους από τη Βουλή. Κατά τη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης του 1866, ως Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Κρητών, παρά την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων και ιδίως της Αγγλίας. Δεν έμεινε, όμως, σταθερός ως το τέλος στην ανένδοτη γραμμή του. Στη συνέχεια τήρησε συμβιβαστική στάση ως προς της συνταγματικές εκτροπές της Αυλής και η νεολαία σταδιακά τον εγκατέλειψε. Στις εκλογές του 1869 (16-19 Μαΐου) το κόμμα του υπέστη πανωλεθρία.

Στις 9 Ιουλίου 1870 έτυχε ψήφου ανοχής από τη Βουλή μετά την παραίτηση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαΐμη και σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία έμεινε στην εξουσία ως τις 3 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, αφού ο βασιλιάς Γεώργιος Α' δεν έκανε δεκτή την πρότασή του για διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών.

Στις 8 Ιουλίου 1872 ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία με εντολή διάλυσης της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών. Στις εκλογές που έγιναν στις 27-30 Ιανουαρίου 1873 έλαβε την πλειοψηφία και παρέμεινε στην εξουσία έως τις 9 Φεβρουαρίου 1874. Στο διάστημα αυτό αναδιοργάνωσε τη διοίκηση, διευκόλυνε την εισροή ξένων κεφαλαίων και τήρησε άκαμπτη στάση έναντι των ξένων στην υπόθεση των μεταλλείων Λαυρίου. Ως προς την εξωτερική πολιτική ακολούθησε φιλειρηνική πολιτική έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σαφώς αντιρωσική και γενικότερα αντισλαβική στάση. Ήταν θερμός υποστηρικτής της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας, γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του οι φοιτητές έθεσαν και πάλι το ζήτημα της ανασύστασης της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας, ενός  ενόπλου σώματος από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιφορτισμένου με αστυνομικά καθήκοντα. Ο Δεληγεώργης απέρριψε το αίτημα, με αποτέλεσμα να προκληθούν ταραχές στην Αθήνα μεταξύ φοιτητών και της Χωροφυλακής.

Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν (23-26 Ιουνίου 1874 και 23 Σεπτεμβρίου 1875) δεν έδωσαν βιώσιμα κυβερνητικά σχήματα και  μέσα στο πλαίσιο αυτό ο Δεληγεώργης κλήθηκε να σχηματίσει δύο ακόμη βραχύβιες κυβερνήσεις (26 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1876 και 26 Φεβρουαρίου - 19 Μαΐου 1877). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πρωθυπουργικής του θητείας ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (11 Απριλίου 1877), κατά τον οποίο τήρησε ουδέτερη στάση. Η πολιτική του αυτή εξερέθισε τον λαό, που λιθοβόλησε την οικία του, καθώς και άλλων ουδετερόφιλών πολιτικών και τον ανάγκασε σε παραίτηση. Ο Δεληγεώργης ευρίσκετο σε πλήρη διάσταση με την κοινή γνώμη, η οποία απαιτούσε έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας.

Λόγω της εκρύθμου καταστάσεως σχηματίσθηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον γηραιό ναύαρχο Κωνσταντίνο Κάναρη (22 Μαΐου 1877), στην οποία ο Δεληγεώργης ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών. Μετά τον θάνατο του Κανάρη στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 τα μέλη της κυβέρνησης ανελάμβαναν εκ περιτροπής την πρωθυπουργία, μέχρι τη διάλυσή της στις 11 Ιανουαρίου 1878.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης πέθανε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 1879, σε ηλικία 50 ετών. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο. Η καρδιά του αρχικά εναποτέθηκε στο Ηρώον του Μεσολογγίου, αλλά μετά το 1912 μεταφέρθηκε στον τάφο του στην Αθήνα. Ήταν νυμφευμένος με την Ξανθή, κόρη του Υδραίου πολιτικού  Λάζαρου Γιουρδή, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά, πέντε κορίτσια και δύο αγόρια.

Ο θάνατός του θεωρήθηκε εθνικό δυστύχημα και εθρηνήθη ειλικρινά και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπήρξε άνδρας φιλελευθέρων αρχών, χρηστός, ενάρετος και ισχυρός πολιτικός, αλλά και σπουδαίος ρήτορας. Στον βραχύ πολιτικό του βίο ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης ανεδείχθη επτά φορές πρωθυπουργός, επτά φορές Υπουργός Εξωτερικών, τέσσερεις φορές Υπουργός Δικαιοσύνης, τρεις φορές Υπουργός Εσωτερικών και από μία φορά Υπουργός Οικονομικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Εν ολίγοις μία από τις σπουδαιότερες πολιτικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα στη χώρα μας.

Μετά τον θάνατό του, ο αδελφός του Λεωνίδας Δεληγεώργης (1839-1928) εξέδωσε τους λόγους του σε ένα τόμο («Λόγοι Πολιτικοί, 1863-1877», 1880) και μέρος του αρχείου του («Πολιτικά Ημερολόγια. Πολιτικαί Σημειώσεις. Πολιτικαί Επιστολαί», 1896).

 

  Αρχίζουν οι Β’ Ολυμπιακοί Αγώνες στο Παρίσι, με τη συμμετοχή 995 αθλητών και για πρώτη φορά αθλητριών, από 28 χώρες, που διαγωνίζονται σε 19 αθλήματα. Θα ολοκληρωθούν στις 28 Οκτωβρίου.

Η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων

Παρίσι 1900


Οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες της σύγχρονης ιστορίας διεξήχθησαν στη γαλλική πρωτεύουσα από τις 14 Μαΐου έως τις 28 Οκτωβρίου. Η μεγάλη διάρκειά τους οφείλεται στη σύνδεσή τους με την 3η Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Η εμπορευματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν γεγονός, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την αναβίωσή τους στην Αθήνα.

Η Ελλάδα επέμεινε στη μόνιμη τέλεση των αγώνων στην Αθήνα, όμως ο ατυχής πόλεμος με την Τουρκία το 1897 και τα συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα (βρισκόμαστε στην εποχή του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν») ήταν μια επαρκής αιτία για τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή να αναθέσει τους αγώνες στην πατρίδα του Βαρώνου Ντε Κουμπερτέν.

Ο γάλλος παράγοντας είχε μεγάλα σχέδια για τους αγώνες και δήλωνε ότι θα ξεπερνούσαν σε λάμψη τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Σκόπευε, μάλιστα, να κτίσει στην καρδιά του Παρισιού ένα πιστό αντίγραφο του αρχαίου σταδίου της Ολυμπίας. Τον προσγείωσε ανώμαλα ο επικεφαλής της Διεθνούς Έκθεσης, Αλφρέντ Πικάρ, που του τόνισε ότι ο αθλητισμός είναι «μια άχρηστη και γελοία δραστηριότητα για να δαπανηθούν τόσα πολλά χρήματα».

Η απόφαση των διοργανωτών να συνδέσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες με την Εμπορική Έκθεση αποδείχθηκε ατυχέστατη. Η οργάνωση ήταν χαοτική, οι αγώνες έχασαν το αθλητικό τους περιεχόμενο και οι θεατές σε πολλές περιπτώσεις αντιμετώπιζαν τους αθλητές ως ακροβάτες τσίρκου. «Είναι θαύμα που οι Ολυμπιακοί Αγώνες επέζησαν μετά από αυτό το φιάσκο» έλεγε αργότερα σε φίλους του ο Βαρώνος Ντε Κουμπερτέν.

Τελετή έναρξης δεν υπήρξε και οι αθλητικές δραστηριότητες ξεκίνησαν στις 20 Μαΐου στο Ποδηλατοδρόμιο της Βενσέν και σε άλλα σημεία των Παρισίων. Ως τις 28 Οκτωβρίου που ολοκληρώθηκαν, πήραν μέρος 997  αθλητές από 29 χώρες (Αργεντινή, Αϊτή, Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Βοημία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Ελλάδα, ΗΠΑ, Περσία (Ιράν), Ινδία, Ισπανία, Ιταλία, Καναδάς Κούβα, Λουξεμβούργο, Μεγάλη Βρετανία , Μεξικό, Νορβηγία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Περού, Ρουμανία, Ρωσία, Σουηδία), που διαγωνίσθηκαν σε 19 αθλήματα (Στίβος, Τοξοβολία, Γυμναστική, Κρίκετ, Κροκέ, Πελότα, Πόλο, Διελκυστίνδα, Ποδηλασία, Ιππασία, Ξιφασκία, Γκολφ, Κωπηλασία, Ποδόσφαιρο, Σκοποβολή, Κολύμβηση, Υδατοσφαίριση, Ράγκμπι, Τένις).

Ανάμεσά τους για πρώτη φορά και 20 γυναίκες, που διαγωνίσθηκαν στο γκολφ και το τένις. Ακριβή στατιστικά στοιχεία για τους αγώνες (μετάλλια, συμμετοχές, εθνικότητες αθλητών κλπ.) δεν κρατήθηκαν, γι' αυτό μέχρι πρόσφατα η ΔΟΕ προέβαινε σε αλλεπάλληλες διορθώσεις.

Εκτός των ανωτέρω επισήμων αθλημάτων έγιναν και πολλά άλλα, που δεν αναγνωρίσθηκαν από τη ΔΟΕ, όπως: Άλμα εις ύψος και μήκος με άλογα, Σκοποβολή κατά περιστεριού, Κολύμβηση μετ' εμποδίων, Αγώνες με αερόστατα, Σκοποβολή με κανόνι, Πέταγμα Χαρταετού, Αγώνες Ναυαγοσωστών, Μηχανοκίνητοι Αγώνες με αυτοκίνητα, ταξί, φορτηγά μοτοσυκλέτες και σκάφη, Αγώνες πυρόσβεσης, Μπίλιες, Αγώνες Ψαρέματος και Τένις χωρίς ρακέτες.

Όπως και στην Αθήνα, μετάλλια απονέμονταν μόνο στους δύο πρώτους. Στον πρώτο αργυρό και στον δεύτερο χάλκινο. Μορφή των αγώνων αναδείχθηκε ο αμερικανός Άλβιν Κρενζλάιν, ο οποίος κατέκτησε 4 αργυρά στον στίβο (60 μ., 110 μ. και 200 μ. μετ' εμποδίων, άλμα εις μήκος) και ο Ρέι Γιούρι με 3 αργυρά (άλμα εις ύψος άνευ φοράς, άλμα εις μήκος άνευ φοράς, άλμα τριπλούν άνευ φοράς), αν και ήταν παράλυτος. Η Γαλλία κυριάρχησε με 24 αργυρά και 33 χάλκινα και ακολούθησαν οι ΗΠΑ (19-15) και η Μεγάλη Βρετανία (13-7).

Η ελληνική αποστολή, σε αντίθεση με τα 49 των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (1896), έμεινε χωρίς μετάλλιο. Ήταν τετραμελής και μετέβη στο Παρίσι με έξοδα των σωματείων Πανελλήνιος και Εθνικός Γ.Σ., στους οποίους ανήκαν οι αθλητές. Ο Παναγιώτης Παρασκευόπουλος ήταν 4ος στη δισκοβολία με 34,04 και 5ος στη σφαιροβολία με 11,52. Στα δύο αυτά αγωνίσματα πήρε μέρος και ο Σωτήριος Βερσής, που αποκλείστηκε στα προκριματικά. Στην ξιφασκία, ο Τηλέμαχος Καράκαλος και ο Ιωάννης Γεωργιάδης ακυρώθηκαν, λόγω αντικανονικών χτυπημάτων. Ο αρχηγός της ελληνικής αποστολής Αλέξανδρος Μερκάτης (“αθάνατος” από το 1897 έως το 1925) αγωνίσθηκε στο γκολφ με τα γαλλικά χρώματα, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών στην Ελλάδα.

Αξιοσημείωτα των Αγώνων

  • 500 φίλαθλοι παρακολούθησαν τον τελικό του ποδοσφαιρικού τουρνουά μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας 4-0.
  • Αντίθετα, μόνο ένα εισιτήριο κόπηκε στα αγωνίσματα του κροκέ. Το αγόρασε ένας φανατικός φίλος του αγωνίσματος από την Αγγλία.
  • Η βρετανίδα τενίστρια Σαρλότ Κούπερ ήταν η πρώτη γυναίκα Ολυμπιονίκης.
  • Το αγώνισμα του άλματος επί κοντώ έγινε τέσσερις φορές, καθώς τις δύο πρώτες ορίσθηκε Κυριακή και οι αμερικανοί αθλητές ζήτησαν την αναβολή του για να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
  • Τα αθλήματα κρίκετ, πελότα, και κροκέ εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά και τελευταία φορά στους Ολυμπιακούς των Παρισίων.
  • Η δισκοβολία έγινε σε δάσος και πολλές φορές ο δίσκος σκάλωνε στα κλαδιά των δέντρων.
  • Ο νικητής του Μαραθωνίου Μισέλ Τεατό ήταν ο μόνος αθλητής που έτρεξε με σορτσάκι, ενώ όλοι οι υπόλοιποι αγωνίσθηκαν με μακριά παντελόνια. Χρόνια αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν Λουξεμβούργιος, αλλά το μετάλλιο παρέμεινε στη Γαλλία, με απόφαση της ΔΟΕ.
  • Η ομάδα υδατοσφαίρισης των ΗΠΑ δεν ταξίδεψε στο Παρίσι, επειδή θεώρησε ότι οι κανονισμοί του αθλήματος στην Ευρώπη ήταν για κυρίες!

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Ο άγγλος γιατρός Έντουαρντ Τζένερ παρουσιάζει το πρώτο εμβόλιο κατά της ευλογιάς.

Ιδρύεται η Τράπεζα της Ελλάδας. Πρώτος διοικητής αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Διομήδης.
Ο Ντιουκ Έλινγκτον και η μπάντα του ηχογραφούν το περίφημο «Caravan».
Η Τσεχοσλοβακία, η Ανατολική Γερμανία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Σοβιετική Ένωση, η Αλβανία και η Βουλγαρία δημιουργούν το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ως αντίπαλο δέος του ΝΑΤΟ.
Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας, υπό την καθοδήγηση του Αλεξάντερ Ντούπτσεκ, ανακοινώνει μέτρα φιλελευθεροποίησης του κομμουνιστικού καθεστώτος. Είναι η αρχή της «Άνοιξης της Πράγας».

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Ρόμπερτ Όουεν, ουαλός επιχειρηματίας και κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που εντάσσεται στην ομάδα των ουτοπικών σοσιαλιστών. (Θαν. 17/11/1858)
Κέιτ Μπλάνσετ, αυστραλοαμερικανίδα ηθοποιός.
Μαρκ Ζάκερμπεργκ, αμερικανός επιχειρηματίας, ο άνθρωπος που δημιούργησε το Facebook.

Θάνατοι

 


μ.Χ.

 Ρίλεϊ Κινγκ, αμερικανός θρύλος του μπλουζ, γνωστότερος ως Μπι Μπι Κινγκ (B.B. King). (Γεν. 16/9/1925)

Μπι Μπι Κινγκ
1925 – 2015

Αμερικανός τραγουδoποιός και κιθαρίστας, ο «βασιλιάς του μπλουζ», όπως αποκλήθηκε. Το περιοδικό Rolling Stone τον κατέταξε στην 6η θέση στον κατάλογο με τους 100 μεγαλύτερους κιθαριστές όλων των εποχών.

O Ρίλεϊ Κινγκ (Riley B. King), όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Μπι Μπι Κινγκ (B.B. King), γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1925 στη βαμβακοφυτεία Μπερκλέρ, κοντά στην πόλη Ίτα Μπένα της πολιτείας του Μισισιπή. Έζησε και μεγάλωσε με τη γιαγιά του στο Δέλτα του Μισισιπή, γαλουχημένος από την εκκλησιαστική μουσική των μαύρων (γκόσπελ και σπιρίτσουαλ).

Στα 12 χρόνια του αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και στα 18 του άρχισε να δουλεύει ως οδηγός τρακτέρ, ενώ στις ελεύθερες ώρες του έπαιζε κιθάρα σε κλαμπ της περιοχής. Στο Μέμφις του Τενεσί, όπου μετακόμισε, δούλεψε για κάμποσο καιρό ως ντισκ-τζόκεϊ, αρχικά με το όνομα Beal Streat Blues Boy, το οποίο αργότερα περιόρισε σε Blues Boy και τελικά σε Β.Β.

Το 1949 ηχογράφησε ένα 45άρι με το τραγούδι «Three Ο’ Clock in the Morning», που ήταν η απαρχή μιας μεγάλης καριέρας, η οποία κράτησε περισσότερα από 60 χρόνια. Τη δεκαετία του ‘50 αναδείχθηκε σ’ ένα από τα πιο σημαντικά ονόματα της R&B μουσικής, με σπουδαία τραγούδια, όπως τα: «You Know I Love You», «Woke Up This Morning», «Please Love Me», «When My Heart Beats like a Hammer», «Whole Lotta Love, «You Upset Me Baby», «Every Day I Have the Blues», «Sneakin Around», «Ten Long Years, Bad Luck», «Sweet Little Angel», «On My Word of Honor» και «Please Accept My Love».

Η φήμη του απογειώθηκε το 1969, όταν άνοιγε τις συναυλίες των Rolling Stones. Η επιτυχία τον ακολούθησε και τη δεκαετία του ‘70, ενώ από το 1951 έως και το 1985 εμφανίστηκε 74 φορές στον πίνακα επιτυχιών του Billboard για την R&B. Τις επόμενες δεκαετίες  ηχογραφούσε ολοένα και λιγότερα νέα τραγούδια, καθώς είχε επιλέξει να αφιερωθεί σε εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες και κυρίως στις συναυλίες. Το 1988 συνεργάστηκε με τους U2 στο άλμπουμ «Rattle and Hum» με το σινγκλ «When Love Comes To Town». Το 1997 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Deuces Wild» με τη συμμετοχή πλειάδας σπουδαίων ονομάτων της σύγχρονης μουσικής (Βαν Μόρισον, Έρικ Κλάπτον, Μπόνι Ράιτ, Rolling Stones, Dr. John, Τζο Κόκερ, Τρέισι Τσάπμαν κ.ά.) και τον επόμενο χρόνο το βραβευμένο με Γκράμι και ιδιαίτερα επιτυχημένο  εμπορικά «Blues On The Bayou», φόρο τιμής στον τραγουδιστή και σαξοφωνίστα Λούις Τζόρνταν. Το 2000 συνεργάστηκε με τον κιθαρίστα Έρικ Κλάπτον στην ηχογράφηση του «Riding With the King».

Ο Μπι Μπι Κινγκ υπήρξε ένας ζωντανός θρύλος των μπλουζ, μουσικός ιδιαίτερα επιδραστικός, που έχτισε γέφυρες ανάμεσα στους bar - band ήχους του ‘50, τη σοφιστικέ σχολή του Λος Άντζελες (Τι - Μπόουν Γουόκερ) και το υβριδικό περιβάλλον του Μέμφις, απ’ όπου ξεκίνησε και ο ίδιος την καριέρα του. Οι κύριες επιρροές του υπήρξαν οι μουσικοί του country-blues (Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον) και οι κιθαριστές της τζαζ (Τζάνγκο Ράινχαρτ, Τσάρλι Κρίστιαν).

Τόσο το δραματουργικά φορτισμένο τραγούδι του (που αντλούσε στοιχεία από πολύ διαφορετικά στιλ, όπως αυτά του Γουόκερ και του Ρόι Μπράουν, όσο και η εκλεκτική του ερμηνεία στην κιθάρα (με ρίζες και πάλι στον Γουόκερ, αλλά και τον Λόνι Τζόνσον), ουσιαστικά δημιούργησαν μία δική του παράδοση στο χώρο του μπλουζ.

Η χαρακτηριστική κιθάρα του μάρκας «Γκίμπσον», που ο Κινγκ έπαιζε από αμνημονεύτων χρόνων (η γνωστή Λουσίλ), η επιβλητική σκηνική του παρουσία, το βαρύτονο γρύλισμα της φωνής του, έχουν αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της επιρροής τους σε αναρίθμητους κιθαριστές του ροκ (Έρικ Κλάπτον, Μάικ Μπλούμφιλντ, Ντέιβιντ Γκίλμορ, αλλά και σε νεότερους μπλουζίστες, όπως ο Μπάντι Γκάι.

Η ιδιαίτερη τεχνοτροπία του παντρεύει τα παραδοσιακά μπλουζ, την τζαζ, το σουίνγκ και την ποπ του κύριου ρεύματος, σ’ ένα μοναδικό ήχο, ο οποίος στηρίζεται πότε στα φωνητικά του και πότε στη «Λουσίλ», χωρίς όμως ποτέ να τραγουδά και να παίζει κιθάρα ταυτόχρονα, σύμφωνα και με τα δικά του λόγια: «Όποτε τραγουδώ, παίζω κιθάρα στο μυαλό μου και από τη στιγμή που σταματώ να τραγουδώ με το στόμα, αρχίζω να τραγουδώ παίζοντας τη Λουσίλ».

Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε δύο φορές, με τη Μάρθα Λι Ντέντον (1946-1952) και τη Σου Κάρολ Χολ (1958- 1966). Οι αποτυχίες και των δύο γάμων του οφείλονται εν πολλοίς στην εξαντλητική καλλιτεχνική δραστηριότητά του, καθώς μόνο οι συναυλιακές του υποχρεώσεις ξεπερνούσαν τις 200 ετησίως. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1956 εμφανίστηκε επί σκηνής 342 φορές. Έχει αναφερθεί ότι απέκτησε 15 παιδιά και 50 εγγόνια.

Ο Μπι Μπι Κινγκ πέθανε στις 14 Μαΐου 2015 στο Λας Βέγκας, σε ηλικία 89 ετών. Έπασχε από διαβήτη τύπου Β και το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας.

Ρίτα Χέιγουορθ
1918 – 1987

Η αμερικανίδα ηθοποιός Ρίτα Χέιγουορθ

Η αμερικανίδα ηθοποιός Ρίτα Χέιγουορθ

Η Ρίτα Χέιγουορθ υπήρξε ένα από τα πιο λαμπρά αστέρια που ανέδειξε το Χόλιγουντ. Εκτυφλωτικής ομορφιάς, μεσουράνησε στη μεγάλη οθόνη τη δεκαετία του 1940 και μέσα σε 20 χρόνια (1937-1958) πρόλαβε να παντρευτεί πέντε φορές. Η «Θεά του Έρωτα», όπως την αποκαλούσαν, ήταν το αναμφισβήτητο «πιν-απ γκερλ» της εποχής της και η «ντάρλινγκ» των αμερικανών στρατιωτών, που πολεμούσαν στα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κόρη του ισπανού χορευτή Εντουάρντο Κανσίνο, γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1918 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Η Μαργαρίτα Κάρμεν Κανσίνο, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα της και ως χορεύτρια εμφανίστηκε σε αρκετές ταινίες, αρχίζοντας από το 1934.

Με τη συμβουλή όμως του πρώτου της συζύγου, του Έντουαρντ Τζάντσον, που ήταν και ο μάνατζέρ της, άλλαξε το όνομά της (υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας της), έβαψε τα μαλλιά της πυρόξανθα και φιλοτέχνησε μια εξεζητημένη, όσο και εκρηκτική εικόνα, στις ταινίες «Μόνο οι άγγελοι έχουν φτερά» («Only Angels Have Wings», 1939), «Ο πειρασμός» («Strawberry Blonde», 1941) και «Αίμα και άμμος» (Blood and Sand, 1941).

Τα μιούζικαλ «Ποτέ δεν θα πλουτίσεις» («You’ll Never Get Rich», 1941), «Στον ίλιγγο του χορού» («You W ere Never Lovelier», 1942), και τα δύο με παρτενέρ τον Φρεντ Αστέρ, και ιδίως το «Σαν τα παραμύθια» («Cover Girl», 1944) με τον παρτενέρ τον Τζιν Κέλι, εκτόξευσαν τη φήμη της Ρίτα Χέιγουορθ και την ανέδειξαν σε πραγματική σταρ. Έγινε ο κρυφός πόθος των ανδρών και το πρότυπο ομορφιάς για τις γυναίκες.

Η Ρίτα Χέιγουορθ ως Τζίλντα

Ο ερωτισμός της έφθασε στο απόγειό του με την «Τζίλντα» («Gilda», 1946), ένα από τα κορυφαία φιλμ-νουάρ, σε σκηνοθεσία του Τσαρλς Βίντορ. Η ταινία οφείλει τη διαχρονική φήμη της στην παρουσία της Χέιγουορθ, που υποδύεται μια «μοιραία γυναίκα» που παίζει με τα συναισθήματα δύο φίλων: του συζύγου της και του πρώην εραστή της. Κλασική έχει μείνει η σκηνή όπου η Χέιγουορθ τραγουδά (με τη φωνή της Ανίτα Έλις) τα «Amado Mio» και «Put the Blame on Mame» και η οποία αντιμετώπισε προβλήματα με τη λογοκρισία.

Μετά την «Τζίλντα» η καριέρα της Ρίτα Χέιγουορθ δεν θα είναι η ίδια, όπως πριν. To 1948 θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία «Η κυρία από τη Σαγκάη» («The Lady from Shanghai, 1948). Τη σκηνοθέτησε ο δεύτερος άντρας της, ο διάσημος Όρσον Γουέλς, ο οποίος τη μεταμόρφωσε κυριολεκτικά και ίσως εκεί να οφείλεται η παταγώδης αποτυχία της ταινίας. Έντονες προσωπικότητες και οι δύο, γρήγορα θα χωρίσουν τους δρόμους τους, έχοντας αποκτήσει ένα κορίτσι.

Τη δεκαετία του 1950 θα παντρευτεί τρεις ακόμα φορές: με τον πρίγκηπα Αλί Χαν (θα αποκτήσει ένα κορίτσι), με τον ηθοποιό Ντικ Χέιμς και τον κινηματογραφικό παραγωγό Τζέιμς Χιλ. Την ίδια περίοδο, η καλλιτεχνική της πορεία συνέχισε να είναι καθοδική. Η Columbia, με την οποία βρισκόταν στα μαχαίρια, είχε ανακαλύψει και προωθούσε μια νέα σταρ, την ξανθιά Κιμ Νόβακ. Κάποιοι κριτικοί απέδωσαν την πτώση της στην έλλειψη υποκριτικού ταλέντου. Μόνο η εκτυφλωτική ομορφιά και το σεξ-απίλ δεν φθάνουν, υποστήριζαν.

Πάντως, από τις ταινίες της αυτής της περιόδου ξεχωρίζουν: «Μια νύχτα στο Τρινιντάντ» (Affair in Trinidad, 1952), «Σαλώμη » («Salome», 1953), «Η βροχή» («Miss Sadie Thompson», 1953) και «Ο φιλαράκος μου »(«Pal Joey», 1957). Το 1972 έκανε την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνισή στην ταινία «Η οργή του Θεού» («The Wrath of God»).

Το 1980 η Ρίτα Χέιγουορθ προσβλήθηκε από τη νόσο Αλτσχάιμερ, τα σημάδια της οποίας είχαν φανεί χρόνια νωρίτερα. Στις 14 Μαΐου 1987, η ντίβα της μεγάλης οθόνης θα αναχωρήσει για το αιώνιο ταξίδι, σε ηλικία 68 ετών. Η αποκάλυψη της πάθησής της και η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, βοήθησαν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης και στην αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα της νόσου.

 Φρανκ Σινάτρα, αμερικανός τραγουδιστής και ηθοποιός. (Γεν. 12/12/1915)

Φρανκ Σινάτρα
1915 – 1998

Αμερικανός τραγουδιστής και ηθοποιός, με μακρόχρονη και επιτυχημένη καριέρα στον κόσμο του θεάματος και ακροάματος, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια δίσκους. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος αμερικανός τραγουδιστής του 20ου αιώνα. Για τους θαυμαστές του εξακολουθεί να παραμένει η «Φωνή». Μεγάλες του επιτυχίες τα τραγούδια: «Strangers in the Night», «My Way», «That's Life», «Fly Me to the Moon» και «Theme From New York New York».

Ο Φράνσις Άλμπερτ «Φρανκ» Σινάτρα (Francis Albert "Frank" Sinatra), γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1915 στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσι. Ίσως το πιο «σημαδιακό» γεγονός στη ζωή του ήταν η ίδια του η γέννηση: καθώς έβγαινε από την κοιλιά της μητέρας του, όχι μόνο κόπηκε ο λοβός του αριστερού του αφτιού, αλλά και ο λαιμός του τραυματίσθηκε επικίνδυνα από τη λαβίδα του γιατρού. Όλοι νόμιζαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό - ευτυχώς επενέβη έγκαιρα η γιαγιά του: τον έβαλε κάτω από κρύο νερό και η ζωή επέστρεψε αμέσως.

Ήταν μοναχογιός του σικελού μποξέρ και πυροσβέστη Αντονίνο Μαρτίνο Σινάτρα, και της επίσης ιταλίδας νοσοκόμας Ναταλίνα Γκαραβέντα, που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Όλη η οικογένεια κακομάθαινε τον μικρό Φρανκ με ακριβά δώρα και ρούχα. Εκείνος, όμως, ήταν «αλητάκι» και μάλιστα για ένα διάστημα έδρασε ως αρχηγός μιας συμμορίας μικροκλεφτών.

Τραγουδιστής αποφάσισε να γίνει όταν το 1933 άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τον Μπιγκ Κρόσμπι. Μετά τη διάκρισή του σε μία ραδιοφωνική εκπομπή ταλέντων, ο νεαρός με τα ρουφηγμένα μάγουλα και τα έντονα ζυγωματικά έπιασε δουλειά σ' ένα μικρό κλαμπ του Νου Τζέρσι, όπου προσέλκυσε την προσοχή του τρομπετίστα και μπαντ-λίντερ Χάρι Τζέιμς. Λίγο αργότερα, το 1940, εντάχθηκε στην μπάντα του Τόμι Ντόρσεϊ και σύντομα η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται.

Οι προσεγμένοι στίχοι των τραγουδιών του, ερωτικοί, όμως λιγότερο αφελείς από το συνηθισμένο, και ο τρόπος με τον οποίο τόνιζε ή «έπνιγε» τις λέξεις, διέφεραν από οτιδήποτε είχε ακούσει ως τότε η αμερικανική νεολαία. Τα μέρη όπου εμφανιζόταν γέμιζαν από κοπέλες στα πρόθυρα της λιποθυμίας και γύρω από το πρόσωπό του δημιουργήθηκε μια υστερία που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα μετέπειτα φαινόμενα του Έλβις Πρίσλεϊ και των Beatles. Σ' αυτό συνέβαλε και η εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη, ερμηνεύοντας τις μπαλάντες του σε μιούζικαλ. Είχε κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1941 στην ταινία «Las Vegas Nights».

Οι θαυμαστές του τού έδωσαν το παρατσούκλι που θα ζήλευε κάθε αοιδός: Η Φωνή. Όμως, ένα βράδυ του 1952 στο μοδάτο κλαμπ Copacabana της Νέας Υόρκης η διάσημη φωνή σίγησε, καθώς οι φωνητικές χορδές του είχαν ματώσει. Η δισκογραφική εταιρεία του έκανε ότι δεν τον ήξερε και όλοι τον ξέγραψαν.

Το 1953 ικέτεψε την Columbia να του δώσει ένα ρόλο στην ταινία «Από εδώ ως την αιωνιότητα», με προσβλητικά χαμηλή αμοιβή. Εξαργύρωσε την απόφασή του αυτή με το Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου κι επανήλθε δριμύτερος. Η φωνή του ήταν πλέον πιο ώριμη, τα τραγούδια του απέπνεαν την εμπειρία του άντρα που πέρασε πολλά και νίκησε τις κακοτοπιές.

Ο «Φράνκι» έγινε ο σούπερ-σταρ της μουσικής βιομηχανίας και του κινηματογράφου, ένας από τους πλουσιότερους τραγουδιστές του αιώνα. Του άρεσε πολύ να δουλεύει με τους φίλους του, να γυρίζουν μαζί ταινίες και μετά να πηγαίνουν στα καλύτερα πάρτι ως το πρωί. Έτσι, δημιουργήθηκε στις αρχές του 1960 το περίφημο «Rat Pack», η ιστορική ανδροπαρέα του Σινάτρα και των Ντιν Μάρτιν, Σάμι-Ντέιβις Τζούνιορ, Πίτερ Λόφορντ και Τζόι Μπίσοπ.

Το 1971 δήλωσε ότι αποσύρεται, δεν κατάφερε όμως να κρατηθεί μακριά από το μικρόφωνο περισσότερο από δύο χρόνια. Τη δεκαετία του 1990 συνέπραξε με διάφορους αστέρες του σύγχρονου μουσικού στερεώματος, όπως ο Μπόνο των U2 και συνέχισε να τραγουδά ως τον Φεβρουάριο του 1995, οπότε άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η «φωνή» σίγησε για πάντα στις 14 Μαΐου του 1998, στο Λος Άντζελες.

Ο Φρανκ Σινάτρα έζησε έντονη ζωή. Είχε όποια γυναίκα επιθυμούσε και παντρεύτηκε τέσσερις φορές: τη Νάνσι Μπαρμπάτο (1939-1951), την Άβα Γκάρντνερ (1951-1957), τη Μία Φάροου (1966-1968) και την Μπάρμπαρα Μαρξ (1976-1998), πρώην σύζυγο του Ζέπο Μαρξ. Με την πρώτη σύζυγο απέκτησε και τα τρία παιδιά του, την γνωστή τραγουδίστρια Νάνσι Σινάτρα (γ. 1940), τον τραγουδοποιό και μαέστρο Φρανκ Σινάτρα τζούνιορ (γ.1944) και τη θεατρική και κινηματογραφική παραγωγό Τίνα Σινάτρα (γ.1948).

Υπήρξε στενός φίλος και υποστηρικτής του Τζον Φ. Κένεντι και του Ρόναλντ Ρίγκαν. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι είχε διασυνδέσεις με την ιταλική Μαφία και αρκετά από τα ονόματα των συνεργατών του περιέχονταν σε «ύποπτους» φακέλους του FBI. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχασε την άδεια του καζίνου του στο Λας Βέγκας. Η πόλη, όμως, αναγνώρισε την προσφορά του, δίνοντας το 2001 το όνομά του σε μία κεντρική λεωφόρο της.

Ο «γαλανομάτης» ήταν έξοχος ως τραγουδιστής της ερωτικής μπαλάντας, χάρη στις ιδιότυπες παύσεις του και τους λεπτούς συγκινησιακούς τόνους της βαρύτονης φωνής του. Η ερμηνεία του έφτανε στα ύψη, όταν τραγουδούσε για μοναξιά, ανεκπλήρωτους έρωτες και κατεστραμμένα όνειρα. Χειριζόταν το μικρόφωνο με άνεση και στεκόταν στη σκηνή χαλαρός και όχι σαν να 'χε καταπιεί μπαστούνι, όπως πολλοί τραγουδιστές της εποχές του.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου