Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 30 Μάι 2018
Τετάρτη 30 Μαϊου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τετάρτη 30 Μαϊου 2018Τετάρτη 30 Μαϊου 2018Τετάρτη 30 Μαϊου 2018Τετάρτη 30 Μαϊου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:03 – Δύση Ήλιου: 20:41

Σαν Σήμερα...

Μανώλης Γλέζος


Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, με διαδρομή στα κοινά που ξεκινά από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και φθάνει μέχρι το σήμερα. Τη νύχτα της 30ης προς 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα, κερδίζοντας τον παγκόσμιο θαυμασμό. Ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, διώχθηκε επανειλημμένα για την πολιτική του δραστηριότητα και παρέμεινε κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του.

Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με τη ντοπολαλιά της περιοχής) της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου 1922. Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).

Μαθητής γυμνασίου δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά. Μόλις ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940 ζήτησε να καταταχτεί ως εθελοντής, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν του επετράπη. Εργάστηκε, όμως, εθελοντικά στο Υπουργείο Οικονομικών (Γ' Ταμείο Εισπράξεων Αθηνών).

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής (1941-1944) ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις και διώξεις. Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Στις 24 Μαρτίου 1942 συνελήφθη μαζί με τον Απόστολο Σάντα από τα γερμανικά στρατεύματα και φυλακίστηκε ένα μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση βαρυτάτης μορφής. Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε ως υπάλληλος στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (1941-1943) και τον Δήμο Αθηναίων (1943-1945).

Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης ως συντάκτης και από τις 10 Αυγούστου 1947 έως το κλείσιμό της ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής. Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου. Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948. Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 21 Μαρτίου 1949 για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος. Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, αν και φυλακισμένος, εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Τότε κήρυξε απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγέντων βουλευτών της ΕΔΑ που ήταν εξορία και φυλακή. Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, όταν έφεραν από την εξορία τους επτά εξόριστους βουλευτές. Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της. Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Η Αυγή». Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε. Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινή γνώμης. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.

Ο Λεωνίδας Κύρκος (αριστερά) και ο Μανώλης Γλέζος με χειροπέδες στο Στρατοδικείο.

Αμέσως μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971. Συνολικά, ο Μανωλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και έξι μήνες. Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του. Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.

Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».

Επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το ίδιο κόμμα εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014, για να κάνει γνωστό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα.

Λάκης Σάντας
1922 – 2011

Εμβληματική μορφή της Εθνικής Αντίστασης. Μαζί με τον φίλο του Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30ής Μαΐου 1941, στην πρώτη αντιστασιακή ενέργεια των υπόδουλων Ελλήνων.

Ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας, με καταγωγή από τη Λευκάδα, γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1922 στη Πάτρα, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημόσιος υπάλληλος. Το 1934 η οικογένεια Σάντα εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου ο Λάκης Σάντας θα ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές το 1940. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία θα αποφοιτήσει μετά την Κατοχή.

Τη νύχτα της 30ής Μαΐου 1941 κατεβάζει, μαζί με το φίλο του Μανόλη Γλέζο, τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης. Το 1942, κυνηγημένος από τους Γερμανούς, εντάσσεται στο ΕΑΜ και στη συνέχεια στην ΕΠΟΝ. Με τον ΕΛΑΣ θα πάρει μέρος σε αρκετές μάχες εναντίον των κατακτητών στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και θα τραυματισθεί το 1944.

Μετά την απελευθέρωση θα κυνηγηθεί για τα αριστερά του φρονήματα από το επίσημο κράτος. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία και τον επόμενο χρόνο, ενώ υπηρετεί τη θητεία του στο Ναυτικό, φυλακίζεται στην Ψυττάλεια, απ’ όπου το 1948 στέλνεται στη Μακρόνησο. Αποφυλακίζεται το 1950 και διαφεύγει στην Ιταλία. Τελικά, θα εγκατασταθεί στον Καναδά, όπου θα ζητήσει πολιτικό άσυλο.

Το 1963 επέστρεψε στην Ελλάδα, με προτροπή του πατέρα του, αλλά συνελήφθη και πάλι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Μέχρι τη συνταξιοδότησή του έκανε διάφορες δουλειές για να συμπληρώσει τα απαραίτητα ένσημα.

Τον Σεπτέμβριο του 2010 εκδόθηκε το βιβλίο του «Μια νύχτα στην Ακρόπολη: Μνήμες από μία σπουδαία εποχή» («Βιβλιόραμα»), στο οποίο εκφράζει τις σκέψεις του για εκείνη τη νύχτα που καθόρισε την υπόλοιπη ζωή του.

Πάντοτε ιδεολόγος και σεμνός, έλεγε: «Δεν κυνηγάω ποτέ τη δημοσιότητα, γιατί θεωρώ ότι έχει εξευτελιστεί το ζήτημα πάρα πολύ. Την αντίσταση δεν την κάναμε μόνο εμείς, έχουν σκοτωθεί χιλιάδες παλικάρια, γυναίκες και άνδρες».

Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε, όπως ο φίλος του Μανώλης Γλέζος, γιατί δεν ήταν του χαρακτήρα του. «Δεν μ’αρέσει η πολιτική. Εδώ στην Ελλάδα, εγώ τους πολιτικούς τους αποκαλώ πολιτικάντηδες. Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί τους. Ειδικά μετά την υπογραφή της συνθήκης της Βάρκιζας που έλεγε πως μου αφαιρούν στην ουσία το δικαίωμα να λέω ότι αγωνίστηκα για τον ελληνικό λαό. Όταν δε διάβασα το κατάπτυστο έγγραφο που είχαν υπογράψει δικοί μας αρχηγοί του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, που αγωνίστηκαν εναντίον των καταπατητών για ειρήνη, είπα ότι δεν είναι δυνατόν να υπέγραψαν αυτό το έγγραφο» είπε σε μία συνέντευξή του. Ξεχώριζε, πάντως, τον Μανώλη Γλέζο, για τον οποίο έλεγε ότι είναι ένας άνθρωπος και πολιτικός με αρχές και ιδεώδη.

Ο Λάκης Σάντας πέθανε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2011, σε ηλικία 89 ετών.

Πρώτη πράξη αντίστασης

Η σημαία που κατέβασαν o Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας

Η σημαία που κατέβασαν o Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας

Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι, βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει…

Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.

Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.

Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.

Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.


Γεγονότα

 


μ.Χ.
  Ξεσπά η Εξέγερση των Χωρικών (Peasants’ Revolt), η πρώτη μεγάλη λαϊκή εξέγερση στην Αγγλία, με κύριο αίτιο το δυσβάστακτο χαράτσι, που επέβαλε στους υπηκόους του ο νεαρός βασιλιάς Ριχάρδος Β’.

Η Εξέγερση των Χωρικών

Η Εξέγερση των Χωρικών (Peasants’ Revolt), όπως ονομάστηκε από τους ιστορικούς, είναι η πρώτη μεγάλη λαϊκή εξέγερση στην Αγγλία, με κύριο αίτιο το δυσβάστακτο χαράτσι, που επέβαλε στους υπηκόους του ο νεαρός βασιλιάς Ριχάρδος Β' το 1381.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια προϋπήρχε ήδη από το 1351, όταν επιβλήθηκε με νόμο η καθήλωση των μισθών των αγρεργατών, παρότι υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών, εξαιτίας της πρόσφατης μεγάλης επιδημίας πανώλης. Κορυφώθηκε, όμως, με την επιβολή ενός κεφαλικού φόρου για τη χρηματοδότηση του πολέμου με τη Γαλλία («Εκατονταετής Πόλεμος»), που ξεσήκωσε όχι μόνο τους αγρότες, αλλά και τους αστούς.

Στο επίκεντρο της εξέγερσης βρέθηκαν οι κομητείες της νοτιοανατολικής Αγγλία. Στις 30 Μαΐου του 1381 οι επαναστάτες, εμπνεόμενοι από τα φλογερά κηρύγματα του ιερέα Τζον Μπολ και υπό την αρχηγία του κεραμιδά Γουότ Τάιλερ, βάδισαν κατά του Λονδίνου. Στις 13 Ιουνίου μπήκαν στην αγγλική πρωτεύουσα και αφού κατέσφαξαν μερικούς Φλαμανδούς εμπόρους, κατέστρεψαν το ανάκτορο του δούκα του Λάνκαστερ και θείου του βασιλιά, του λαομίσητου Τζον ντε Γκοντ.

Ο Ριχάρδος, που ήταν μόλις 14 ετών, βρέθηκε σε προφανή αδυναμία και αναγκάστηκε να έρθει σε διαπραγματεύσεις μαζί τους. Στις 14 Ιουνίου συναντήθηκε με τους επαναστάτες έξω από το Λονδίνο και τους υποσχέθηκε παραχώρηση γης σε χαμηλές τιμές, κατάργηση της δουλοπαροικίας και ελεύθερη διεξαγωγή του εμπορίου. Την ίδια ημέρα, οι επαναστάτες του Κεντ, επωφελούμενοι της απουσίας του βασιλιά από το Λονδίνο, κατέλαβαν τον Πύργο του Λονδίνου και προέβησαν σε αποκεφαλισμό του Λόρδου Καγκελάριου (Υπουργού Δικαιοσύνης), αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι Σάιμον Σάντμπερι και του Θησαυροφύλακα (Υπουργού Οικονομικών) σερ Ρόμπερτ Χέιλς, τους οποίους θεώρησαν υπεύθυνους για την επιβολή της έκτακτης φορολογίας.

Την επομένη, ο Ριχάρδος συναντήθηκε εκ νέου με τους επαναστάτες, αλλά μπροστά στα μάτια του ο εξαγριωμένος δήμαρχος του Λονδίνου Γουίλιαμ Γουόλγουορθ σκότωσε τον ηγέτη της εξέγερσης Γουότ Τάιλερ, παίρνοντας την εκδίκησή του για τον αποκεφαλισμό των δύο υπουργών. Ο βασιλιάς κατόρθωσε να πείσει τους εξεγερμένους, ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και τους ζήτησε να διαλυθούν.

Αυτοί υπάκουσαν, έχοντας χάσει και τον φυσικό τους ηγέτη, όμως στις κομητείες της νοτιοανατολικής Αγγλίας η εξέγερση συνεχίστηκε. Τελικά, το διήμερο 25 και 26 Ιουνίου του 1381 ο μαχητικός αρχιεπίσκοπος του Νόργουιτς Χένρι λε Ντεσπένσερ νίκησε τον αρχηγό τους Τζον Λίτστερ στη Μάχη του Νορθ Γουόλσαμ και κατέστειλε οριστικά την εξέγερση.

Η Εξέγερση των Χωρικών, που κράτησε λιγότερο από ένα μήνα, μπορεί να απέτυχε ως κοινωνική επανάσταση, αλλά καρποφόρησε ως κίνημα διαμαρτυρίας κατά της φορολογίας των φτωχότερων τάξεων. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σύμβολα της αγγλικής Αριστεράς.

Ζαν Ντ’ Αρκ
1412 – 1431

Αγία της Καθολικής Εκκλησίας, εθνική ηρωίδα και προστάτιδα της Γαλλίας. Η Ζαν Ντ’ Αρκ (Jeanne d'Arc), γνωστότερη στην Ελλάδα ως Ιωάννα της Λορένης, γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1412 στο χωριό Ντονρεμί της βορειοανατολικής Γαλλίας, στα σύνορα της Καμπανίας και της Λορένης. Μεγάλωσε στο αγρόκτημα της οικογένειάς της, χωρίς να μάθει ποτέ γραφή και ανάγνωση.

Ήταν μόλις 12 ετών όταν άρχισε για πρώτη φορά ν’ ακούει φωνές, που την καλούσαν να σώσει τη Γαλλία από τη διάλυση. Όπως υποστήριζε, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, η Αγία Μαργαρίτα και η Αγία Αικατερίνη της είπαν ότι ήταν Θεία αποστολή να απελευθερώσει τη χώρα της από τους Άγγλους και να βοηθήσει τον διάδοχο του γαλλικού χρόνου, Κάρολο, να στεφθεί βασιλιάς. Της είπαν να κόψει τα μαλλιά της κοντά, να ντυθεί σαν άντρας και να πάρει τα όπλα.

Το 1429 οι Άγγλοι, με τη βοήθεια των συμμάχων τους από τη Βουργουνδία, κατέλαβαν το Παρίσι και όλες τις γαλλικές περιοχές βόρεια της Λορένης. Η αντίσταση που συνάντησαν ήταν ελάχιστη, λόγω της έλλειψης ηγεσίας και της ηττοπάθειας που διακατείχε τους Γάλλους. Ο Ερρίκος ΣΤ' της Αγγλίας απαιτούσε το γαλλικό θρόνο.

Παρότι αρχικώς δεν την έπαιρνε κανένας στα σοβαρά, η Ζαν Ντ’ Αρκ επέμεινε και τελικά -με τη βοήθεια και κάποιων θεϊκών σημαδιών- κατάφερε να πείσει τον Κάρολο να της δώσει στρατεύματα για ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό. Στη μάχη της Ορλεάνης το Μάιο του 1429 πέτυχε μια θαυμαστή νίκη έναντι των άγγλων εισβολέων, τους οποίους συνέχισε να καταδιώκει κατά μήκος της Λορένης. Η φήμη της έγινε τόσο τρομακτική, ώστε συχνά οι εχθροί τρέπονταν σε φυγή πριν ακόμα πολεμήσουν.

Στις 17 Ιουλίου 1429, ο Κάρολος στέφθηκε βασιλιάς της Γαλλίας. Κατά την ενθρόνιση, στη Ζαν Ντ’ Αρκ δόθηκε μία τιμητική θέση δίπλα στον βασιλιά, ενώ αργότερα της απονεμήθηκε κι ένας τίτλος ευγενείας για τις υπηρεσίες της στη χώρα.

Ένα χρόνο αργότερα συνελήφθη από τους Βουργούνδιους, ενώ υπερασπιζόταν την Καμπανία, κοντά στο Παρίσι. Πωλήθηκε στους Άγγλους και δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο ως μάγισσα και αιρετική. Κύριο επιχείρημα υπήρξε η ανδρική ενδυμασία της, κάτι που θεωρείτο έγκλημα ενάντια στο Θεό. Καταδικάστηκε σε θάνατο και στις 30 Μαΐου 1431 κάηκε στην πυρά. Ο βασιλιάς Κάρολος δεν έκανε καμία προσπάθεια να τη σώσει.

Το 1456 η υπόθεση επανεξετάστηκε και το δικαστήριο την έκρινε αθώα. Στις 18 Απριλίου 1909 η Ζαν Ντ’ Αρκ οσιοποιήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και στις 19 Μαΐου 1920 ανακηρύχθηκε Αγία από τον Πάπα Βενέδικτο τον 15o.

Ο τσάρος Νικόλαος Α’ αποστέλλει στον Ιωάννη Καποδίστρια 500.000 ρούβλια για τη στήριξη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Ο Αλέξανδρος Α’ ανεβαίνει στο θρόνο του Βασιλείου της Ελλάδος, μετά την παραίτηση του πατέρα του Κωνσταντίνου.
Δύο 19χρονοι φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας, με μία παράτολμη ενέργειά τους, κατεβάζουν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία και αναρτούν την ελληνική.
Λήγει η Μάχη της Κρήτης, με την κατάληψη όλου του νησιού από τους Γερμανούς.
Η πρώτη μεταμόσχευση ήπατος στην Ελλάδα γίνεται στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης και διαρκεί 5,5 ώρες.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Μέγας Πέτρος, τσάρος της Ρωσίας (1682-1725). (Θαν. 28/1/1725)
Μπένι Γκούντμαν, αμερικανός κλαρινετίστας, ο «βασιλιάς του σουίνγκ». (Θαν. 13/6/1986)
Γεράσιμος Αρσένης, έλληνας οικονομολόγος και πολιτικός. (Θαν. 19/4/2016)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Βολτέρος, φιλολογικό ψευδώνυμο του Φρανσουά Μαρί Αρουέ, γάλλος συγγραφέας και διανοούμενος. (Γεν. 21/11/1694)

  Παλαιών Πατρών Γερμανός, κατά κόσμον Γεώργιος Κόζης, ο μητροπολίτης που ύψωσε το λάβαρο της Ελληνικής Επανάστασης. (Γεν. 25/3/1771)

Παλαιών Πατρών Γερμανός
1771 – 1826

Μητροπολίτης της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ‘21. Είναι το πρόσωπο που συμβολίζει κατά παράδοση την επίσημη έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κόζης ή Κόζιας ή Γκόζιας ή Κοντζιάς ή Γκοζάς ή Κοτζάς ή Γκοζιόπουλος (υπάρχει ασυμφωνία για την ακριβή αναγραφή του επιθέτου του) γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας στις 25 Μαρτίου 1771, την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο πατέρας του Ιωάννης (συχνά υπέγραφε ως Ιωάννης Δημητρίου) ήταν χρυσοχόος και η μητέρα του Κανέλλα Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου ασχολείτο με τα του οίκου, αφού είχε να αναθρέψει και πέντε παιδιά (δύο αγόρια και τρία κορίτσια).

Αρχικά φοίτησε στην ονομαστή σχολή της ιδιαίτερης πατρίδας του με δάσκαλο τον Αγάπιο Παπαντωνόπουλο και κατόπιν στο Άργος με δάσκαλο τον συμπατριώτη του Αγάπιο Λεονάρδο. Και οι δυο τους ήταν ονομαστοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβος εκτίμησε τις ικανότητές του νεαρού Γεωργίου και αφού τον προσέλαβε πρώτα ως γραμματέα του, στη συνέχεια τον χειροτόνησε διάκονο με το όνομα Γερμανός.

Στις αρχές του 1797 μετέβη στη Σμύρνη κι έγινε διάκονος του συμπατριώτη του μητροπολίτη Γρηγορίου, του μετέπειτα εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Όταν ο Γρηγόριος έγινε Πατριάρχης τον Μάιο του 1797, τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ.

Τον Μάρτιο του 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Παλαιών Πατρών (ως Νέαι Πάτραι λογιζόταν το Πατρατζίκι, σημερινή Υπάτη) και τον Μάιο του ίδιου χρόνου γύρισε στην Πελοπόννησο, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Στα προεπαναστατικά χρόνια ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την παιδεία της πατρίδας του και κυρίως για τη σχολή της Δημητσάνας.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα (Αντώνιος Πρωτόπαππας το πραγματικό του όνομα), καταγόμενο από τη γειτονική Στεμνίτσα, και από τότε αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Με τη σειρά του, ο Γερμανός μύησε στη Φιλική Εταιρεία αρκετούς μητροπολίτες, κληρικούς και οπλαρχηγούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του διατηρούσε στενές σχέσεις με τους επίσης Φιλικούς Ιωάννη Βλασόπουλο και Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, που εκπροσωπούσαν τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή, ο πρώτος ως πρόξενος στην Πάτρα και ο δεύτερος ως γραμματέας του.

Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26-30 Ιανουαρίου 1821) για την έναρξη της επανάστασης, ο Γερμανός διατύπωσε επιφυλάξεις για τη δυνατότητα άμεσης επαναστατικής δράσης και ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα, που επιδίωκε την άμεση έναρξη του αγώνα. Μάλιστα, σε μία σπάνια έκρηξη οργής, τον αποκάλεσε «επιπόλαιον και εξωλέστατον». Από τα «Απομνημονεύματά» του προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων, είχε προτείνει «να αποσταλώσιν άνθρωποι εις την Ρωσσίαν και εις άλλα μέρη, δια να πληροφορηθώσιν αν τω όντι η Ρωσσία έχη απόφασιν τοιαύτην περί τής ελευθερίας των Ελλήνων, και ποία η διάθεσις των άλλων δυνάμεων της Ευρώπης και ούτως οδηγηθέντες (οι Έλληνες) να επιχειρισθώσι το πράγμα ασφαλέστερον και τακτικώτερον».

Στα μέσα Μαρτίου βρισκόταν στα Νεζερά (ονομασία ορεινών χωριών, που βρίσκονται στις πλαγιές του Ερύμανθου και στους νότιους πρόποδες του Παναχαϊκού), όταν έλαβε γράμμα από τον Νικόλαο Λόντο και τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο να σπεύσει στην Πάτρα, επειδή «κινδυνεύει όλη η πόλις», από τους Τούρκους. Στις 22 Μαρτίου 1821 βρέθηκε στην Πάτρα, όπου στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών. Ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία του φρουρίου των Πατρών, όπου είχαν κλειστεί οι Τούρκοι, ο Γερμανός απηύθυνε έγγραφο προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν στην πόλη, στο οποίο, αφού τόνιζε ότι «απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν’ αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν», ζητούσε «την εύνοιαν και την προστασίαν» του κράτους τους.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1821, βρέθηκε στη Ζαράκοβα (σημερινό Μαίναλο Αρκαδίας), όπου προσπάθησε να συμφιλιώσει τους προκρίτους με τον Δημήτριο Υψηλάντη, όταν δημιουργήθηκε κρίση στις σχέσεις τους εξαιτίας διαφωνιών για την πολιτική οργάνωση του Αγώνα. Έλαβε ενεργό μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822) και με εντολή της έφυγε για την Ιταλία στις 26 Οκτωβρίου 1822 με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, με σκοπό του να επιτύχουν την ηθική και υλική συνδρομή του Πάπα στην ελληνική υπόθεση.

Στην Ιταλία έμεινε ως τον Ιούνιο του 1824, δεν μπόρεσε όμως να συναντήσει τον Πάπα, διότι από την Αγκώνα (Ανκόνα), όπου είχε φθάσει, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του στη Ρώμη, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Επισκέφθηκε, πάντως, σημαντικές πόλεις της Ιταλίας, όπως τη Βολωνία (Μπολόνια) και τη Φαέντσα, όπου συναντήθηκε με επιφανείς Έλληνες της διασποράς για τους σκοπούς της Επανάστασης, ενώ κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη δανείου.

Αποκαρδιωμένος από την αποτυχία των επαφών του στην Ιταλία, επέστρεψε στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο του 1824, σε μία περίοδο που οι εμφύλιες συγκρούσεις βρίσκονταν στην οξύτερη φάση τους και διαγραφόταν η απειλή ένοπλης σύγκρουσης. Με γράμμα του προς τον πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Γεώργιο Κουντουριώτη προσπάθησε και πάλι να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις, παρά την απογοήτευσή του για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και την πικρία του για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί από τον Γιάννη Γκούρα. Tο 1826, όμως, εκλέχθηκε μέλος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο και διηύθυνε ως πρόεδρος τις εργασίες της (6-16 Απριλίου), που διαλύθηκαν πρόωρα, λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου.

Ο Γερμανός, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, απεδήμησεν εις Κύριον στις 30 Μαΐου 1826, στο Ναύπλιο, ύστερα από ολιγοήμερη λοιμώδη ασθένεια. Τα «Απομνημονεύματα», που κατέλιπε, πολύτιμα για τα πρώτα χρόνια του Αγώνα, αναφέρονται στα γεγονότα ως το τέλος του 1822 και διακρίνονται για τη νηφαλιότητα του συντάκτη τους, που σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις τον εγκαταλείπει.

Βασίλης Ρώτας, έλληνας λογοτέχνης, που μετέφρασε στα ελληνικά όλα τα έργα του Γουίλιαμ Σέξπιρ. (Γεν. 23/4/1889)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου