Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 18 Μάι 2018
Παρασκευή 18 Μαϊου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 18 Μαϊου 2018Παρασκευή 18 Μαϊου 2018Παρασκευή 18 Μαϊου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:10 – Δύση Ήλιου: 20:32

Σαν Σήμερα...

 

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Ο Νικηταράς νικάει τους Τούρκους στα Δολιανά Κυνουρίας. Από τη μάχη αυτή ο γενναίος οπλαρχηγός θα μείνει στην Ιστορία ως «Τουρκοφάγος». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, μετά τη μάχη δεν μπορούσαν να του ξεκολλήσουν το σπαθί από το χέρι!

Η Μάχη των Δολιανών


Οι Έλληνες επαναστάτες υπό τον Νικηταρά νικούν τους Οθωμανούς Τούρκους στα Δολιανά της Αρκαδίας στις 18 Μαΐου 1821 και επισφραγίζουν τη μεγάλη νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου). Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά σφίγγει, σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Μετά την ήττα στο Βαλτέτσι, το σχέδιο των Τούρκων για προέλαση στη Μεσσηνία από το δρόμο της Μεγαλόπολης είχε αποτύχει. Έτσι, ο κεχαγιάμπεης του Μοριά Μουσταφάμπεης, υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τον σχεδιασμό του και να εφαρμόσει άλλη τακτική για να αντισταθμίσει την ήττα του.

Το βράδυ της 17ης Μαΐου, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης από 2.000 Τουρκαλβανούς ξεκίνησε από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση νοτιοανατολική, προς το χωριό Ρίζες. Από εκεί, ένα τμήμα κατευθύνθηκε προς τα Δολιανά, με σκοπό να εισβάλει στα Βέρβαινα από νοτιοανατολικά. Δύο άλλα τμήματα βάδισαν προς το Δραγούνι και τα Βέρβαινα. Στόχος των Τούρκων ήταν κυρίως το ελληνικό στρατόπεδο των Βερβαίνων, από τη διάλυση του οποίου υπολόγιζαν ότι θα μπορούσαν να ανοίξουν δρόμο προς το Άργος, τον Μυστρά και τη Μεσσηνία.

Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος), σύμφωνα με το σχέδιο τού Κολοκοτρώνη, είχε περάσει από τα Δολιανά και κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο για να πολιορκήσει τους Τούρκους. Βρισκόταν στον Άγιο Ιωάννη, κοντά στο Άστρος, όταν οι κάτοικοι των Δολιανών τον ειδοποίησαν για τις τουρκικές κινήσεις κι έσπευσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Με τους διακόσιους στρατιώτες του οχυρώθηκε σε τρία πετρόκτιστα σπίτια, ενώ σε άλλα σπίτια και σε καίριες θέσεις οχυρώθηκαν οι άνδρες των τοπικών οπλαρχηγών Μητρομάρα Αθανασίου, Ηλία Κωνσταντόπουλου, Θόδωρου Τερζάκη και Κώστα Καρζή. Ο συνολικός αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τους 600.

Το πρωί της 18ης Μαΐου άρχισε η τουρκική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα και ο Νικηταράς, που για πρώτη φορά ανελάμβανε ηγεσία στρατιωτικού σώματος, κατόρθωσε να αποκρούσει τους Τούρκους και να αχρηστεύσει δύο τουρκικά κανόνια. Παράλληλα, στα γειτονικά Βέρβαινα οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο, το οποίο πρόβαλλε εξαιρετική αντίσταση και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν κατά τις απογευματινές ώρες.

Οι Έλληνες τους κυνήγησαν ως τα Δολιανά, όπου ενώθηκαν με τους άνδρες του Νικηταρά. Ο εχθρός βρέθηκε σε δύσκολη θέση και ο Μουσταφάμπεης εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης τη νύχτα και γύρισε στην Τριπολιτσά. Οι νεκροί ήταν μόνο 50 για τους Τούρκους, αλλά τα λάφυρα που αποκόμισαν οι Έλληνες πολλά. Ο Νικηταράς, εκτός από τη διεύθυνση της μάχης, διακρίθηκε και στις σπαθομαχίες. Για την επιτυχία του αυτή επονομάσθηκε Τουρκοφάγος.

Τα χαρμόσυνα νέα γρήγορα μεταδόθηκαν γρήγορα και στα άλλα πολεμικά μέτωπα, ενισχύοντας το ηθικό των επαναστατημένων Ελλήνων. Αντίθετα, όλες οι ελπίδες των Τούρκων του Μοριά για την καταστολή της επανάστασης στράφηκαν στη βοήθεια από την ανατολική Στερεά Ελλάδα, που σύντομα περίμεναν να φθάσει.

Την επιτυχία των Ελλήνων στα Δολιανά ύμνησε ο λαϊκός ποιητής Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος (? - 1826) με τους παρακάτω στίχους:

Η Μάχη των Δολιανών ή Ο στρατηγός Νικηταράς

Πάλιν άρχισ’ ο πόλεμος,
Και των Τούρκων ο όλεθρος.
Και στα Δολιανά ένας κρότος
Που ερράγησεν ο τόπος.

Ω ήρωα Νικηταρά!
Το αίμα των Τούρκων βοά,
Για να παύσης το σπαθί σου
Την Ελληνικήν ορμή σου.

Μ’ ογδόντα άνδρας κλείσθηκες,
Τούρκους δεν εφοβήθηκες.
Τρεις χιλιάδας δεν τρομάζεις,
Ως τον Λεωνίδα κράζεις.

Πατρίδα να τιμήσωμεν,
Κι όλοι μιαν ώρ’ ας ζήσωμεν,
Ήλθεν ο καιρός της δόξης,
Την εκδίκησιν να δώσης,

Βάνει τους Τούρκους έμπροστά,
Σαν τσοπάνος τα τραγιά,
Τους επήρε δυο πυργέλες
και όλους τους τζεπιχανέδες.

* Τζεπιχανέδες = λάφυρα

 Οι Τούρκοι προσβάλλουν το Φραγκοκάστελλο Χανίων, το οποίο υπερασπίζουν 600 Κρήτες επαναστάτες. Στη μάχη πέφτουν ηρωικώς οι περισσότεροι από τους υπερασπιστές του. Λέγεται πως από τότε, κάθε χρόνο τα χαράματα αυτής της μέρας εμφανίζονται στις πολεμίστρες του κάστρου τα φαντάσματα των ηρώων, οι γνωστοί Δροσουλίτες.

Η Μάχη του Φραγκοκάστελλου

Το ενετικό κάστρο Φραγκοκάστελλο

Το ενετικό κάστρο Φραγκοκάστελλο

Μάχη στο πλαίσιο του απελευθερωτικού αγώνα στην Κρήτη, που διεξήχθη στις 18 Μαΐου 1828, μεταξύ των δυνάμεων του τουρκαλβανού Μουσταφά Πασά και του ηπειρώτη οπλαρχηγού Χατζημιχάλη Νταλιάνη, γύρω από το ενετικό κάστρο Φραγκοκάστελλο κοντά στα Σφακιά.

Τους τελευταίους μήνες του 1827 έγιναν μεγάλες προσπάθειες να αναζωπυρωθεί η επανάσταση στην Κρήτη, ώστε να είναι δυνατή η προβολή επιχειρημάτων για την ένταξη της μεγαλονήσου στο νέο ελληνικό κράτος, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827.Οι προσπάθειες, όμως, απέτυχαν, εξαιτίας τόσο της κυριαρχίας των Οθωμανών στην Κρήτη, όσο κυρίως των αντιζηλιών στο ελληνικό στρατόπεδο, που απέκλειαν συντονισμένες ενέργειες. Έτσι, επιλέχθηκε να αναλάβει την ηγεσία των ελληνικών δυνάμεων στην Κρήτη ο ηπειρώτης οπλαρχηγός Χατζημιχάλης Νταλιάνης, 52 ετών, με πλούσια δράση στον απελευθερωτικό αγώνα του '21.

Ο Νταλιάνης αποβιβάστηκε στις 5 Ιανουαρίου 1828 στη Γραμβούσα με σώμα πεζών και 100 ιππέων. Από τις πρώτες του επαφές διαφάνηκε ότι η σχέση του με τους ντόπιους θα περνούσε από χίλια κύματα. Λασιθιώτες, Ρεθυμνιώτες και Χανιώτες διαφωνούσαν για την περιοχή που θα έπρεπε να αποτελέσει το ορμητήριο του αγώνα. Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Νταλιάνη, που επέλεξε τα Σφακιά, αλλά είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Στο μεταξύ, ο Πασάς της Κυδωνίας, Μουσταφά, που είχε διορισθεί από τον Μοχάμετ Αλι της Αιγύπτου γενικός διοικητής της Κρήτης, πληροφορήθηκε την ύπαρξη ξένων ενόπλων στα Σφακιά και προφασιζόμενος ότι θέλει να προστατεύσει τους ντόπιους από τους ληστές έστειλε στην περιοχή ένοπλα σώματα.

Οι πρώτες αψιμαχίες άρχισαν στις 8 Μαΐου 1928, όταν ένα τμήμα των ανδρών του Νταλιάνη, υπό τους Μανουσέλη, Μανουσογιαννάκη και Δεληγιαννάκη, κτύπησε στον Αποκορώνα μια ομάδα ρεθυμνιωτών Τούρκων, που έρχονταν να ενωθούν με τον στρατό του Μουσταφά. Σκότωσαν 40 και αιχμαλώτισαν πολλούς, ανάμεσά του και τον αγά του Ρεθύμνου. Εξοργισμένος ο Μουσταφά έστειλε επιστολή στον Νταλιάνη και του έδωσε δεκαήμερη διορία για να εγκαταλείψει την Κρήτη. Ο Χατζημιχάλης του απάντησε: «Μουσταφά, ήλθα εις την Κρήτη να πολεμήσω Τούρκους με τα παλληκάρια μου και όπου θέλει ο θεός ας δώσει τη νίκη».

Ο Μουσταφά, μη έχοντας καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του Νταλιάνη, αφού τον γνώριζε καλά, άρχισε τις ετοιμασίες για την τελική επίθεση. Παράλληλα, έστειλε επιστολή στους καπεταναίους των Σφακίων, με την οποία τους ανακοίνωνε ότι θα χτυπήσει τους «ενοχλητικούς ξένους» και τους καλούσε να μείνουν ήσυχοι για να απολαύσουν τα προνόμια που θα τους παραχωρούσε. Στο μεταξύ, ο Νταλιάνης είχε καταλάβει το ενετικό κάστρο του Φραγκοκάστελου στις ακτές του Λιβυκού Πελάγους, μεταξύ Λάμπης και Σφακίων, αλλά οι επαφές του με τους ντόπιους εξακολουθούσαν να είναι δύσκολες και η όποια επικοινωνία τους περιοριζόταν στην ανταλλαγή επιστολών.

Χατζημιχάλης Νταλιάνης

Οι Σφακιανοί, αφού κατασκεύασαν χαρακώματα σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το Φραγκοκάστελλο, πρότειναν στον Χατζημιχάλη να αφήσει στο κάστρο 100 άνδρες και να δώσει τη μάχη από την ορεινή θέση Κολοκάσια, όπου οι επαναστάτες θα είχαν περισσότερες ευκαιρίες να εγκλωβίσουν τον στρατό του Μουσταφά, όταν αυτός θα επιτίθετο στο Φραγκοκάστελο. Ο Νταλιάνης επέμενε να δοθεί η μάχη στην πεδιάδα μπροστά από το κάστρο για να χρησιμοποιήσει και το ιππικό. Οι Σφακιανοί τού αντέτειναν ότι δε ήταν συνηθισμένοι να πολεμούν σε πεδιάδα. Ο Χατζημιχάλης, θεωρώντας τους δειλούς, τους ανταπάντησε περιφρονητικά: «Λοιπόν φυλάγετέ τους από τα όρη σας για να μην φύγουν και άφετε ημάς εδώ κάτω και κυττάζετε να μας βλέπετε πως πολεμούμε ημείς».

Στις 18 Μαΐου 1829 ο Μουσταφά με 8.000 πεζούς κινήθηκε εναντίον του Φραγκοκάστελλου. Ο ίδιος με τη μεσαία φάλαγγα του στρατού του κατευθύνθηκε προς τον δυτικό προμαχώνα, τον οποίο κατέλαβε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, αφού οι υπερασπιστές του είχαν ξοδέψει χωρίς φειδώ τα λίγα πυρομαχικά τους. Σκότωσαν σχεδόν όλους τους υπερασπιστές του και τον υπασπιστή του Νταλιάνη, Κυριακούλη Αργυροκαστρίτη. Στη συνέχεια περικύκλωσαν το φρούριο, αφήνοντας έξω από τον κλοιό τους άλλους δύο προμαχώνες, αφαιρώντας έτσι τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους πολιορκούμενους. Οι οχυρωμένοι σε αυτούς άνδρες προσπάθησαν να μπουν στο Φραγκοκάστελλο, αλλά οι περισσότεροι βρήκαν το θάνατο μπροστά στις πύλες του.

Ανάμεσα στους νεκρούς και ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, που πολέμησε ηρωικά. Την κρίσιμη στιγμή, το σπαθί του έσπασε και το άλογό του σκοτώθηκε. Έτσι, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να τον κατακρεουργήσουν. Το κεφάλι του το έφεραν ως τρόπαιο στον Μουσταφά, αλλά αυτός αντί να τους επαινέσει τους επέπληξε, γιατί δεν δεν τον έφεραν μπροστά του ζωντανό. Ο αλβανός Μουσταφά θεωρούσε τον ηπειρώτη Νταλιάνη συμπατριώτη του.

Η ήττα στους προμαχώνες και ο θάνατος του Νταλιάνη δεν πτόησε τους εγκλείστους στο κάστρο, οι οποίοι συνέχισαν να αποκρούουν με επιτυχία τις κατά κύματα επιθέσεις των Τουρκαλβανών. Όμως, η κατάστασή τους χειροτέρευε διαρκώς, εξαιτίας της ελλείψεως τροφών και πυρομαχικών. Από το αδιέξοδο τους έβγαλε ένας Σφακιανός ονόματι Σήφης Διλινδάς, ο οποίος δραπέτευσε από το Φραγκοκάστελλο και πίσω από τις γραμμές των τουρκαλβανών φώναζε προς τους έγκλειστους στο κάστρο να υπομείνουν, γιατί καταφθάνουν πολυάριθμες ενισχύσεις. Το τέχνασμα αυτό έφερε γρήγορα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφού ο Μουσταφά έλυσε την πολιορκία στις 24 Μαΐου και άφησε τους πολιορκημένους να εγκαταλείψουν το κάστρο ανενόχλητοι.

Στη λύση της πολιορκίας συνέτειναν και οι φιλίες που αναδείχθηκαν μεταξύ πολιορκητών και πολιορκουμένων. Οι περισσότεροι άνδρες και από τις δύο πλευρές κατάγονταν από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και κάποιοι ήταν γνωστοί μεταξύ τους. Άλλωστε, πολλοί άνδρες του Νταλιάνη μιλούσαν αλβανικά και ήταν εύκολο να συνεννοηθούν με τους επιτιθέμενους. Ο ίδιος ο Μουσταφά Πασάς τίμησε τον νεκρό Δαλιάνη. Συγκέντρωσε τα υπάρχοντά του, αναμέσά τους και ένα αντίτυπο της Καινής Διαθήκης και τα απέστειλε στην οικογένειά του.

Η Μάχη του Φραγκοκάστελλου στοίχισε στους Έλληνες 338 νεκρούς, ενώ για τους Τουρκαλβανούς οι απώλειες ανήλθαν σε περίπου 800 άνδρες. Η Κρήτη θα πρέπει να περιμένει έως το 1913 για να ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος.

Στη λαϊκή παράδοση, η ήττα στο Φραγκοκάστελο έχει συνδυασθεί με τους Δροσουλίτες. Πρόκειται για ένα οπτικό φαινόμενο, κατά το οποίο στα τέλη Μαΐου η δροσιά που εξατμίζεται με την Ανατολή του ηλίου δημιουργείς σκιές, που μοιάζουν με ανθρώπους. Για τους Κρητικούς, οι Δροσουλίτες είναι οι σκοτωμένοι του Φραγκοκάστελλου, τα φαντάσματα των πολεμιστών, που σηκώνονται από τους τάφους στο κοντινό κοιμητήριο, βαδίζουν προς το κάστρο και μετά χάνονται μέσα στη θάλασσα.

Ιδρύεται η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος (ΔΟΕ).
Ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Σαρλ ντε Γκολ, μιλάει στη Βουλή των Ελλήνων, κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα.
Σε δημοσιεύματα του Τύπου αναφέρονται οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη και δράση στο στρατό μιας συνωμοτικής οργάνωσης με το όνομα «ΑΣΠΙΔΑ» και την εμπλοκή σ’ αυτήν του Ανδρέα Παπανδρέου.
Άνθρωπος του Ηρακλή συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω να δωροδοκεί με 500.000 δραχμές τον αμυντικό του ΠΑΟΚ Φιλώτα Πέλλιο, προκειμένου να μην αγωνισθεί στον επαναληπτικό αγώνα των δύο ομάδων για τα ημιτελικά του Κυπέλλου Ελλάδος. Ο «γηραιός» θα κριθεί ένοχος και θα υποβιβασθεί.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Μιχαήλ Μπακούνιν, ρώσος θεωρητικός του αναρχισμού. (Θαν. 19/6/1876)
Μπέρτραντ Ράσελ, άγγλος μαθηματικός, φιλόσοφος και διακεκριμένος εκπρόσωπος του ειρηνιστικού κινήματος. Βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1950. (Θαν. 2/2/1970)

Βάλτερ Γκρόπιους, γερμανός αρχιτέκτονας. Έργο του, η Αμερικάνικη Πρεσβεία στην Αθήνα. (Θαν. 5/7/1969)

Νικηφόρος Μανδηλαράς
1928 – 1967

Μαχητικός δικηγόρος, δημοσιογράφος και πολιτικός του ευρύτερου αριστερού χώρου. Ο θάνατός του που επισυνέβη το Μάιο του 1967 εν πλω προς την Κύπρο, πιστώνεται στη χούντα, αν και μέχρι σήμερα παραμένει ανεξιχνίαστος.

Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς γεννήθηκε στην Κόρωνο της Νάξου στις 19 Φεβρουαρίου 1928. Σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη φάκελο πολιτικών φρονημάτων στην Ασφάλεια Σύρου, στον οποίο αναφέρεται ότι «εμφορείται υπό κομμουνιστικών φρονημάτων και δη με πλήρη κομμουνιστικήν κατάρτισιν...».

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1948-1954) και από το 1956 άρχισε να δικηγορεί στην Αθήνα. Παράλληλα με τη δικηγορία υπήρξε αρθρογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες.

Στις εκλογές του 1956, με δημόσιες δηλώσεις και ομιλίες του στη Νάξο υποστήριξε το κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης, που συσπείρωνε κόμματα και προσωπικότητες της Δεξιάς (Λαϊκό Κόμμα), του Κέντρου (Κόμμα Φιλελευθέρων κ.ά.) και της Αριστεράς (ΕΔΑ κ.ά.), με στόχο την ανάσχεση της ανόδου προς την εξουσία της νεοπαγούς ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στις εκλογές του 1958 υποστήριξε την ΕΔΑ και συνόδευσε τον συντοπίτη του Μανώλη Γλέζο στην προεκλογική περιοδεία του στη Νάξο.

Τον Ιούλιο του 1959 ήταν συνήγορος υπεράσπισης της Βασιλικής Δημητροκάλλη, αδελφής του Μανώλη Γλέζου και του σύζυγό της στο στρατοδικείο Αθηνών. Κατηγορούνταν, όπως και ο Μανώλης Γλέζος, για κατασκοπεία.

Στα τέλη του ίδιου χρόνου νυμφεύτηκε την Άσπα Καλοδίκη, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μαρία – Αριέττα.

Τον Ιανουάριο του 1960 άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Ναξιακά Χρονικά», που συνεχίστηκε το 1966 με τον τίτλο «Κυκλαδικά Χρονικά», όπου δημοσίευσε άρθρα σχετικά με τα οικονομι­κά και γενικότερα τα κοινωνικά προβλήματα των νησιών.

Τον Απρίλιο του 1960 παρέστη ως συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη των 42 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ (ανάμεσά τους ο Χαρίλαος Φλωράκης) που δικάζονταν για κατασκοπεία.

Στις εκλογές του 1961 ήταν για πρώτη και μοναδική φορά υποψήφιος βουλευτής
στις Κυκλάδες, ως ανεξάρτητος - συνεργαζόμενος με το Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ), που αποτελούσε συνασπισμό της ΕΔΑ με το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1963 επιδίωξε να είναι υποψήφιος στις Κυκλάδες με την Ένωση Κέντρου, αλλά αποκλείστηκε από τους συνδυασμούς του κόμματος ως φιλοκομουνιστής.

Ευρύτερα γνωστός έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης του ΑΣΠΙΔΑ ως συνήγορος υπεράσπισης αξιωματικών που παραπέμφθηκαν σε δίκη με βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Διαρ­κούς Στρατοδικείου Αθηνών, κατηγορούμενοι για απόπειρα εσχάτης προ­δοσίας. Στη δίκη, που διήρκεσε από τις 14 Νοεμβρίου 1966 έως τις 10 Μαρτίου 1967, ο Μανδηλαράς διακρίθηκε για τη νομική του συγκρότηση, τις τεκμηριωμένες αγορεύσεις του και τη μαχητικότητά του.

Με την κήρυξη της δικτατορίας της 21ης Απριλίου ο Μανδηλαράς διέφυγε τη σύλληψη και προσπάθησε να μεταβεί στο εξωτερικό για να οργανώσει αντίσταση εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος. Στις 17 Μαΐου 1967 επιβιβάστηκε στο πλοίο «Ρίτα Β.», που είχε προορισμό την Αμμόχωστο της Κύπρου και μία εβδομάδα αργότερα το πτώμα του εκβράστηκε σε ακτή της Ρό­δου. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 23 Μαΐου ότι «εξεβράσθη πτώμα ανδρός, αγνώστων στοιχείων» και την επομένη ότι το πτώμα «ανεγνωρίσθη ως του δικηγόρου Μανδηλαρά».

Στις 24 Μαΐου έγινε η κηδεία του στη Ρόδο, παρουσία τριών φίλων του δικηγόρων, ενός θείου του και πλήθους χωροφυλάκων. Η ιατροδικαστική έκθεση που υπέγραψαν οι ιατροδικαστές Δημήτριος Καψάσκης και Γεώργιος Αγιουτάντης διαπιστώνει ότι ο Μανδηλαράς πνίγηκε στην προσπάθειά του να βγει στις ακτές της Ρόδου, αφού τραυματίστηκε στο κεφάλι, κατά την κάθοδό του από το πλοίο στη θάλασσα.

Ο πλοίαρχος του «Ρίτα Β.» Πέτρος Πόταγας προσήχθη σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε φυλάκιση 27 μηνών (31 Μαΐου) και τελεσιδίκως σε φυλάκιση 12 μηνών (12 Δεκεμβρίου). Ο Πόταγας θα εξαγοράσει την ποινή του, αλλά ένα μήνα αργότερα θα βρεθεί νεκρός στη Νότιο Αφρική.

Από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης επιδιώχθηκε η δικαστική διερεύνηση του θανάτου του Μανδηλαρά. Ήταν πνιγμός ή δολοφονία από όργανα της χούντας;

Στις 24 Απριλίου 1986, το Συμβούλιο Εφετών με το βούλευμα 731 χαρακτήρισε ως ανθρωποκτονία εκ προθέσεως το θάνατο του Μανδηλαρά και κατονόμαζε ως ηθικούς αυτουργούς τα ηγετικά στελέχη χούντας Ιωάννη Λαδά και Κώστα Παπαδόπουλο (αδελφό του δικτάτορα), ενώ καταλόγιζε ευθύνες σε στελέχη του Λιμενικού Σώματος και τον τότε αρχηγό της ΚΥΠ. Στο βούλευμα αναφερόταν η ύπαρξη επαρκών στοιχείων για στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Η διερεύνηση, όμως, κι αυτή τη φορά δεν απέδωσε και η υπόθεση τέθηκε τελικά στο αρχείο.

Θάνατοι


μ.Χ.
 Χατζημιχάλης Νταλιάνης, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. (Γεν. 1775)

Χατζημιχάλης Νταλιάνης
1775 – 1828

Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης ήταν αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης από την Ήπειρο. Γεννήθηκε το 1775 στο Δελβινάκι Ιωαννίνων και το  πραγματικό όνομά του ήταν Μιχαήλ Χρήστου. Το «χατζής» προστέθηκε στο όνομά του, επειδή, κατά την συνήθεια της εποχής, ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους και βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό. Το επώνυμο Νταλιάνης, με το οποίο έγινε γνωστός, ήταν παρατσούκλι, που του το έδωσαν από ένα όπλο της εποχής, το νταλιάνι.

Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη και ασχολήθηκε με το εμπόριο των καπνών, από το οποίο απέκτησε σημαντική περιουσία. Μετά τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία το 1816, εργάστηκε δραστήρια για την προετοιμασία της Επανάστασης. Το 1825 με το ιππικό που είχε συγκροτήσει πολέμησε στην Πελοπόννησο εναντίον των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ και διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς (12 Αυγούστου).

Στις αρχές του 1826, σε συνεργασία με τον Νικόλαο Κριεζώτη και τον Βάσο Μαυροβουνιώτη, συμμετείχε στην τυχοδιωκτική εκστρατεία του Λιβάνου (τέλη Φεβρουαρίου - 25 Μαρτίου), με σκοπό την ενίσχυση του τοπικού εμίρη Μπεσίρ, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες επρόκειτο να εξεγερθεί εναντίον του Σουλτάνου. Ο Μπεσίρ, όταν διαπίστωσε ότι η εκστρατεία δεν είχε κάλυψη από την ελληνική κυβέρνηση, αρνήθηκε τη συνεργασία των Ελλήνων αγωνιστών, οι οποίοι, αφού λεηλάτησαν τα περίχωρα της Βηρυτού, αποφάσισαν να επιστρέψουν άπρακτοι στην Ελλάδα.

Μετά την επιστροφή του έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Καραϊσκάκη στη βορειοδυτική Αττική εναντίον των τουρκικών φρουρών που προορίζονταν για την ενίσχυση της πολιορκίας της Ακρόπολης και στη συνέχεια, πάλι με τον Καραϊσκάκη, στην προσπάθειά του να βοηθήσει τους πολιορκημένους στην Ακρόπολη Έλληνες.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη (23 Απριλίου 1827) πήγε στην Κρήτη και από τη Γραμβούσα, όπου αποβιβάστηκε στις 5 Ιανουαρίου 1828 με σώμα πεζών και 100 ιππείς, μετακινήθηκε στα Σφακιά στις αρχές Μαΐου. Στις 18 Μαΐου έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια της Μάχης του Φραγκοκάστελλου, γνωστής από τον θρύλο των «Δροσουλίτων».

Γκούσταβ Μάλερ, αυστριακός συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας. («Συμφωνία αρ.1», «Τιτάν») (Γεν. 7/7/1860)
Ίαν Κέρτις, άγγλος τραγουδιστής, μέλος του συγκροτήματος «Joy Division». («Love will tear us apart») (Γεν. 15/7/1956)

 

πηγη: www.sansimera.gr

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου