Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 22 Μάι 2018
Τρίτη 22 Μαϊου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018Τρίτη 22 Μαϊου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:07 – Δύση Ήλιου: 20:35

Σαν Σήμερα...

 

Δολοφονική επίθεση σημειώνεται στη Θεσσαλονίκη εναντίον του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, ο οποίος θα υποκύψει πέντε μέρες αργότερα.

Γρηγόρης Λαμπράκης
1912 – 1963


Γιατρός, αθλητής, πολιτικός, μα πάνω απ' όλα αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του μετέβη στην Αθήνα και εισήλθε στην Ιατρική. Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια (1936-1959) κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος.

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και το 1950 αναγορεύθηκε υφηγητής στην έδρα της Μαιευτικής και Γυναικολογίας.

Στις εκλογές «της βίας και της νοθείας», όπως έμεινε στην ιστορία η εκλογική διαδικασία της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ).

Στις 21 Απριλίου 1963 η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης. Αμέσως μετά συνελήφθη από την αστυνομία.

Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε στις 27 Μαΐου 1963, σε ηλικία 51 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση, αλλά και διεθνή κατακραυγή.

Την επομένη ένα πλήθος 500.000 ανθρώπων συγκεντρώθηκε στο Α' Νεκροταφείο για το «Ύστατο Χαίρε». Γρήγορα, η συγκέντρωση μετατράπηκε σε διαδήλωση καταδίκης της δεξιάς κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Παλατιού.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, αλλά η δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας και ο νεαρός ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης έφεραν στο φως σχέσεις των αρχών με ένα ακροδεξιό παρακράτος. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης απήγγειλε, μάλιστα, κατηγορίες και εναντίον ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Η δολοφονία Λαμπράκη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού διερωτήθηκε «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του '60. Πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη ενέπνευσε τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στο περίφημο πολιτικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο Ζ (Εκδόσεις Λιβάνη). Το 1969 μεταφέρεται με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν, τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν και την Ειρήνη Παπά.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με την προσωπικότητα και τη δράση του παραμένει και σήμερα ένα σύμβολο της Δημοκρατίας και του αγωνιζόμενου ανθρώπου κατά της πολιτικής καταπίεσης.

Σε παραλία της Ρόδου ανακαλύπτεται το πτώμα του καταζητούμενου από τη χούντα Νικηφόρου Μανδηλαρά, συνηγόρου υπεράσπισης στη δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Αν και οι Αρχές κάνουν λόγο για πνιγμό, θεωρείται βέβαιη η δολοφονία του από όργανα του καθεστώτος.

Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ

Στις 18 Μαΐου 1965 η προσκείμενη στην ΕΡΕ εφημερίδα της Λάρισας «Ημερήσιος Κήρυξ» αποκάλυψε την ύπαρξη μιας μυστικής οργάνωσης αριστερών αποκλίσεων μέσα στο στράτευμα, με το όνομα ΑΣΠΙΔΑ (από τα αρχικά των λέξεων Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία), στην οποία συμμετείχαν αξιωματικοί της δημοκρατικής παράταξης, που σκόπευαν ν’ ανατρέψουν το καθεστώς, να καταργήσουν το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας και να επιβάλουν δικτατορία.

Το δημοσίευμα αναπαράχθηκε από αντιπολιτευόμενες εφημερίδες της Αθήνας και προκάλεσε τη σφοδρή επίθεση της ΕΡΕ κατά της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Ηγέτης αυτής της συνωμοτικής οργάνωσης, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ήταν ο γιος του πρωθυπουργού (τότε υπουργός Συντονισμού) Ανδρέας Παπανδρέου, με την ανοχή του πατέρα του.

Την υπόθεση είχε φέρει στο φως ο αρχηγός των κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά το Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά, όχι όμως και τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Επικεφαλής του ΑΣΠΙΔΑ εφέρετο ο λοχαγός Αριστόδημος Μπουλούκος, που εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην Κύπρο.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε από την κυβέρνηση στη στρατιωτική δικαιοσύνη, καθιστώντας σαφές ότι η κατασκευή της συνωμοσίας ΑΣΠΙΔΑ στόχευε στην κατασυκοφάντηση της Ένωσης Κέντρου και τη συγκάλυψη της δράσης της παραστρατιωτικής δεξιάς οργάνωσης ΙΔΕΑ, από την οποία προέρχονταν πολλά επίλεκτα μέλη της μετέπειτα δικτατορίας της 21ης Απριλίου.

Οι σχετικές ανακρίσεις έγιναν από τον υποστράτηγο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ιωάννη Σίμο. Στο πόρισμά του, που εκδόθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα (1η Ιουνίου), επιβεβαίωσε την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, που είχε ιδρυθεί από ομάδα αξιωματικών για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων τους κι επισήμανε ότι η κίνηση αυτή δεν είχε πολιτικές επιδιώξεις ή σύνδεσμο με κάποιο πολιτικό πρόσωπο.

Ο ανώτατος στρατιωτικός δικαστής πρότεινε να παραπεμφθούν στο ανακριτικό συμβούλιο με το ερώτημα απόταξης οι λοχαγοί Πεζικού Αριστόδημος Μπουλούκος, Ιωάννης Πανούτσος, Δημήτριος Παπαγιαννόπουλος και Ιωάννης Θεοδοσίου, ως πρωτεργάτες της οργάνωσης, ενώ για έξι ακόμη λοχαγούς και υπολοχαγούς πρότεινε τον αυστηρό πειθαρχικό τους έλεγχο. Ζήτησε, ακόμη, να επιβληθεί πειθαρχική ποινή στον συνταγματάρχη Αλέξανδρο Παπατέρπο, πρώην διοικητή της ΚΥΠ, για αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, χαρακτήρισε την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ σκευωρία που είχε στόχο την πτώση της κυβέρνησής του και την ανακοπή της δημοκρατικής πορεία του τόπου. Από την πλευρά του, ο Ανδρέας Παπανδρέου διακήρυξε την αθωότητά του, όπως και την αθωότητα των εμπλεκομένων αξιωματικών, που κλήθηκαν να «πληρώσουν» τη μη υποταγή τους στο «δεξιό παρακράτος».

Πάντως, στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα», που γράφτηκε στα χρόνια της χούντας, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχεται την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, τη γνωριμία του με κάποιους από τους πρωτεργάτες της και αποδίδει τη δημιουργία της «σ’ ένα μικρό αριθμό αξιωματικών, που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ [...] και βαθιά απογοητευμένοι από τους συμβιβασμούς που έκανε η κυβέρνησή μας [...] ίδρυσαν ένα επαγγελματικό σύνδεσμο, με βασικό σκοπό να προστατεύσουν τις καριέρες τους».

Η υπόθεση αντί να λήξει με την επιβολή των πειθαρχικών ποινών, οδηγήθηκε στη διενέργεια κύριας ανάκρισης, διευρύνοντας τον κύκλο των κατηγορουμένων. Η εξέλιξη αυτή ήταν ολοφάνερο πως μεθοδεύτηκε από κύκλους που συνδέονταν με τα Ανάκτορα και βρήκε πολιτική κάλυψη από ένα κομμάτι του Κέντρου, με βασικό εκφραστή τον Πέτρο Γαρουφαλιά.

Κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων της «Αποστασίας», εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα (29 Σεπτεμβρίου 1966), που ενοχοποιούσε φιλοπαπανδρεϊκούς αξιωματικούς με την κατηγορία ότι σκόπευαν να εγκαθιδρύσουν «δικτατορία νασερικού τύπου». Το βούλευμα αποτελούνταν από 475 σελίδες και παρέπεμπε 28 αξιωματικούς (26 του Στρατού Ξηράς, ένα της Πολεμικής Αεροπορίας κι ένα της Χωροφυλακής) να δικαστούν στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών με τις κατηγορίες της «ένωσης προς στάση» και «συνωμοσία προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας».

Νικηφόρος Μανδηλαράς

Στις 14 Νοεμβρίου 1966, ξεκίνησε η δίκη στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, που συνεδρίαζε στο Μέγαρο του Αρσακείου, με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Θεόδωρο Καμπέρη, στον οποίο είχε απονεμηθεί ο βαθμός του υποστρατήγου για την περίσταση, και βασιλικό επίτροπο (εισαγγελέα) τον συνταγματάρχη Ηλία Παπαπούλο. Τους κατηγορουμένους υπερασπίστηκαν γνωστοί δικηγόροι, όπως οι Νικηφόρος Μανδηλαράς, Σταύρος Κανελλόπουλος, Νικόλαος Αλαβάνος, Αριστείδης Οικονομίδης, Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, Εμμανουήλ Στεφανάκης, Αλέξανδρος Σακελλαρόπουλος, Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Τάλμποτ Κεφαλληνός και Ιωάννης Σεργάκης.

Η ακροαματική διαδικασία ήταν θορυβώδης κι επεισοδιακή και διάρκεσε έως τις 16 Μαρτίου 1967, οπότε εκδόθηκε η απόφαση. 15 από τους κατηγορουμένους καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης από 2 χρόνια έως ποινές κάθειρξης 18 ετών, ενώ 13 αθωώθηκαν, χωρίς να αποδειχθεί ανάμιξη του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση.

Σε 18 χρόνια κάθειρξη και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων καταδικάστηκαν ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος, ο αντισυνταγματάρχης Αριστείδης Δαμβουνέλης, οι λοχαγοί Αριστόδημος Μπουλούκος, Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Θεοφάνης Τόμπρας. Σε κάθειρξη 13 χρόνων και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων οι λοχαγοί Δημήτριο Παπαγιαννόπουλος και Ιωάννης Πανούτσος, σε κάθειρξη 8 ετών και πενταετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Παραλίκας και οι λοχαγοί Α. Βλάχος και Κ. Κεπενός. Τέλος, πέντε ακόμη κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 25 Φεβρουαρίου 1967, εισαγγελέας και ανακριτής (Σωκράτης Σωκρατείδης), που ερευνούσαν το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, ζήτησαν από τη Βουλή την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου και του Παύλου Βαρδινογιάννη, με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας.

Η αυλαία της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ έπεσε 23 Δεκεμβρίου 1967, με την παροχή αμνηστίας από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, δέκα μέρες μετά το αποτυχόν κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Το Κίνημα του Ναυτικού

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος»

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος»

Συνωμοτική ενέργεια ομάδας αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού για την ανατροπή της Χούντας των Συνταγματαρχών και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Το Κίνημα που ετοίμαζαν από το 1969 δεν εκδηλώθηκε, γιατί προδόθηκε στις 22 Μαΐου 1973. Ακολούθησαν αθρόες συλλήψεις και βασανισμοί.

Το Ναυτικό, στρατιωτικό σώμα με φιλελεύθερη παράδοση, δεν έλαβε ενεργά μέρος στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Αυτό φάνηκε και από την παραίτηση του αρχηγού του Κωνσταντίνου Εγκολφόπουλου, αμέσως μετά την επικράτηση των συνταγματαρχών. Η πρώτη αντίδραση του Ναυτικού στη Χούντα εκδηλώθηκε στο αποτυχόν κίνημα του Βασιλιά Κωνσταντίνου (13 Δεκεμβρίου 1967), όταν ο Στόλος εξήλθε στο Αιγαίο.

Αμέσως μετά, στελέχη του Ναυτικού της τάξεως του 1940, όπως οι Πλωτάρχες Παππάς, Σέκερης και Μάλιαρης, άρχισαν να οργανώνουν ένα συνωμοτικό πυρήνα εντός του στρατεύματος, με στόχο την ανατροπή της Δικτατορίας. Από τις αρχές του 1969 ο μικρός πυρήνας των στελεχών αυτών άρχισε να μεγαλώνει, με τη συστηματική μύηση αξιωματικών στο κίνημα τα οποία έδιδαν όρκο ότι θα αγωνιστούν για την ανατροπή της Χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό είχαν εκπονηθεί διάφορα σχέδια: από την απαγωγή του Παπαδόπουλου κατά τη διάρκεια της άσκησης του Στόλου με την επωνυμία «Θρίαμβος» (Αύγουστος 1969), μέχρι την κατάληψη της Κρήτης, της Μήλου και άλλων νησιών και το σχηματισμό εκεί κυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με την επάνοδο και του Βασιλιά Κωνσταντίνου (Ιούνιος 1969). Στην πράξη, όμως, τα σχέδια αυτά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν.

Τρία χρόνια αργότερα, ο κύκλος των κινηματιών είχε μεγαλώσει, ενώ επίλεκτα μέλη της είχαν καταλάβει καίριες θέσεις στην Ιεραρχία του Ναυτικού. Οι Παππάς, Παπαδόγκωνας, Μάλλιαρης, Γκιόγκεζας, Κουσουρής κ.ά. ήταν όλοι τους διοικητές σε μεγάλα αντιτορπιλικά, έχοντας μυήσει και ανώτερα στελέχη κάθε πλοίου, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πάρουν τα πλοία και να εξεγερθούν κατά της χούντας. Στο Κίνημα είχαν μυηθεί και αξιωματικοί από τον Στρατό και την Αεροπορία, πολίτες μέλη αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απόστρατοι αξιωματικοί, όπως ο Βαρδής Βαρδινογιάννης, που θα προμήθευε με καύσιμα τους κινηματίες από την οικογενειακή επιχείρηση.

Μετά την εξέγερση της Νομικής τον Φεβρουάριο του 1973, οι κινηματίες πήραν το λαϊκό μήνυμα και αποφάσισαν να δράσουν. Την απόφασή τους αυτή την κοινοποίησαν στον Ευάγγελο Αβέρωφ και μέσω αυτού στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Το σχέδιό τους προέβλεπε τον αποκλεισμό του Πειραιά και άλλων μεγάλων λιμανιών και την κατάληψη της Σύρου, που θα ήταν το ορμητήριό τους. Στο νησί υπήρχε η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του Στρατού, την οποία αφού καταλάμβαναν θα τοποθετούσαν διοικητή τον απόστρατο ταγματάρχη Σπύρο Μουστακλή, που ήταν μυημένος στο Κίνημα. Μόλις επικρατούσαν, θα καλούσαν πολιτικούς όλων των κομμάτων για να σχηματίσουν κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Ο πλωτάρχης Νίκος Παππάς

Η ημερομηνία για την εκδήλωση του κινήματος ορίσθηκε η 22α Μαΐου, όταν στο Αιγαίο θα έπλεε μοίρα Νατοϊκών πλοίων, παρά τις αντιρρήσεις των Παππά, Σέκερη και Παπαθανασίου, που προτιμούσαν την 18η Μαΐου, όταν τρία αντιτορπιλικά θα απέπλεαν σε προγραμματισμένες ασκήσεις με σχεδόν όλη τη δύναμη των Πεζοναυτών. Πρότειναν να κυκλώσουν με τα αντιτορπιλικά τους τα πλοία με τους πεζοναύτες και είτε να τους πάρουν με το μέρος τους, είτε να τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους για να εκβιάσουν τη Χούντα. Η πρότασή τους δεν έγινε αποδεκτή.

Την παραμονή της εκδήλωσης του κινήματος, οι μυημένοι αξιωματικοί υποψιάστηκαν ότι το σχέδιό τους έγινε αντιληπτό από τη Χούντα και αποφάσισαν την αναβολή του. Το βράδυ της 22ας Μαΐου, στρατιωτικές δυνάμεις υπό τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή περικύκλωσαν τον Ναύσταθμο, ενώ από το πρωί της 23ης Μαΐου αρχίζουν οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις και οι βασανισμοί. Η έλλειψη ενός ηγέτη στο Κίνημα ήταν εμφανής, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με ομάδα στρατιωτικών.

Η Χούντα με ανακοίνωσή της έκανε λόγο για «οπερέτα ναυτικού κινήματος ολίγων αποστράτων αξιωματικών», αποκρύβοντας το μέγεθος του κινήματος, που το γνώριζε πολύ καλά. Σε ηρωική μορφή του Κινήματος του Ναυτικού αναδείχτηκε ο απόστρατος ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής, ο οποίος βασανίστηκε απάνθρωπα στα μπουντρούμια του ΕΑΤ-ΕΣΑ για 47 ημέρες και έμεινε ανάπηρος.

Στις 25 Μαΐου 1973, το πολεμικό πλοίο «Βέλος», με κυβερνήτη τον Νίκο Παππά, έναν από τους πρωτεργάτες του κινήματος, αποχώρησε από την άσκηση του ΝΑΤΟ, που διεξαγόταν στα ανοικτά της Σαρδηνίας και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, όπου κυβερνήτης και πλήρωμα ζήτησαν πολιτικό άσυλο, ρίχνοντας με αυτό τον τρόπο την αυλαία του Κινήματος του Ναυτικού. Η ενέργειά του αυτή έλαβε μεγάλη δημοσιότητα διεθνώς και κατέδειξε ότι η αντίθεση στη Δικτατορία ήταν μεγάλη και μέσα στο στράτευμα.

Το σύνολο των συλληφθέντων στο Κίνημα του Ναυτικού ήταν 79 άτομα. Από αυτούς, οι 63 ήταν του Ναυτικού (60 εν ενεργεία και τρεις απόστρατοι), πέντε του Στρατού (τρεις απόστρατοι και δύο εν ενεργεία), πέντε της Αεροπορίας (εν ενεργεία) και έξι ιδιώτες. Όλοι τους αφέθηκαν ελεύθεροι έως τις 27 Αυγούστου 1973 και κανείς τους δεν οδηγήθηκε σε δίκη, αφού έλαβαν αμνηστία. Δεν συνέφερε τη Χούντα να αντιπαρατεθεί με έναν ολόκληρο Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το Κίνημα του Ναυτικού μπορεί να απέτυχε οργανωτικά, αλλά πέτυχε πολιτικά. Διότι έκανε φανερό ότι το καθεστώς των Απριλιανών κλονίζεται στη βάση του, που ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Το καθεστώς Παπαδόπουλου προσπάθησε στη συνέχεια να δείξει ένα «φιλελεύθερο» πρόσωπο, αλλά μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου ανετράπη από τους σκληροπυρηνικούς στρατιωτικούς του Ιωαννίδη.

Γεγονότα

 


π.Χ.
334
  Ο Μέγας Αλέξανδρος νικάει τους Πέρσες στη Μάχη του Γρανικού.

Η Μάχη του Γρανικού

Το πέρασμα του Γρανικού, του Σαρλ Λε Μπρεν

Το πέρασμα του Γρανικού, του Σαρλ Λε Μπρεν

Η πρώτη μεγάλη νίκη του Μεγάλου Αλέξανδρου κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας, που εδραίωσε τη φήμη του ως μέγα στρατηλάτη. Έλαβε χώρα στις 22 Μαΐου του 334 π.Χ. στον ποταμό Γρανικό (σημερινό Μπιγκάτσαϊ), που βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά της Μικράς Ασίας, κοντά στην Τροία.

Οι πέρσες σατράπες Μιθριδάτης και Σπιθριδάτης κατείχαν τη μία όχθη του Γρανικού ποταμού, έχοντας υπό τας διαταγάς τους 12.000 πεζούς, 15.000 ιππείς και 5.000 έλληνες μισθοφόρους υπό τον Μέμνωνα τον Ρόδιο. Στην αντίπερα όχθη, ο Αλέξανδρος παρέταξε 30.000 πεζούς και 5000 ιππείς.

Ο Αλέξανδρος είχε ξεκινήσει στις αρχές Μαΐου από την Πέλλα με το στρατό του και στόλο 160 πλοίων με στρατηγούς τους Παρμενίωνα, Φιλώτα, Κράτερο, Κλείτο και Ηφαιστίωνα. Στη Μακεδονία άφησε ως αντικαταστάτη του τον Αντίπατρο με 12.000 πεζούς και 1.500 ιππείς. Δια μέσου της Θράκης φθάνει στον Ελλήσποντο, όπου τον ανέμενε ο στόλος του, ο οποίος διαβίβασε τις δυνάμεις του στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα στην Άβυδο, υπό την εποπτεία του Παρμενίωνα.

Ο Αλέξανδρος αποσπάστηκε για λίγο από το στρατό του για να θυσιάσει στο τέμενος του Πρωτεσίλαου (του πρώτου Έλληνα που εφονεύθη στον Τρωικό Πόλεμο) στην Ελεούντα, ενώ στη συνέχεια μετέβη στο Ίλιον, όπου τέλεσε θυσία στην Αθηνά και αγώνες προς τιμή του Αχιλλέα.

Όταν επέστρεψε στην Άβυδο πληροφορήθηκε από τους στρατηγούς του ότι οι Πέρσες τον ανέμεναν παρατεταγμένοι στην όχθη του Γρανικού. Η θέση τους ήταν πλεονεκτική, καθώς η όχθη του ποταμού ήταν απότομη. Ο Αλέξανδρος μετά από εισήγηση του Παρμενίωνα διαβαίνει τον ποταμό την αυγή της 22ας Μαΐου και επιτίθεται με τη δεξιά του πτέρυγα, της οποίας προΐστατο ο ίδιος, έχοντας εφαρμόσει τη Λοξή Φάλαγγα.

Ο Αλέξανδρος μάχεται μεταξύ των πρώτων. Σε μία στιγμή της μάχης, ο πέρσης σατράπης Σπιδριδάτης υψώνει το ξίφος του για να τον σκοτώσει. Με μία αστραπιαία κίνηση ο Κλείτος αποκόπτει το χέρι του Σπιθριδάτη και σώζει τον Αλέξανδρο. Εν τω μεταξύ, οι περσικές δυνάμεις είχαν υποπέσει σ' ένα σημαντικό τακτικό σφάλμα με καθοριστική σημασία στην έκβαση της μάχης. Είχαν τοποθετήσει τους ιππείς έμπροσθεν των πεζών, με αποτέλεσμα όταν αυτοί άρχισαν να υποχωρούν υπό την πίεση των Μακεδόνων να παρασύρουν τους πεζούς, οι οποίοι βάλλονταν ανηλεώς από τους σαρισοφόρους.

Όσοι επέζησαν τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας μόνους στο πεδίο της μάχης τους έλληνες μισθοφόρους. 2.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν σιδηροδέσμιοι στη Μακεδονία για καταναγκαστικά έργα, επειδή «παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησι, Έλληνες όντες εναντία τη Ελλάδι υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο», όπως αναφέρει ο Αρριανός. Οι απώλειες των Μακεδόνων ανήλθαν σε 150 άνδρες, ενώ οι Πέρσες έχασαν 4.000 στρατιώτες.

Την επομένη του θριάμβου του, ο Αλέξανδρος διέταξε να ταφούν οι πεσόντες άνδρες του μετά των όπλων τους, αλλά και έλληνες μισθοφόροι κατά τα έθιμα. Διέταξε, επίσης, να αποσταλούν στον Παρθενώνα ως αφιέρωμα 300 περσικές ασπίδες με την επιγραφή «Αλέξανδρος, ο υιός του Φιλίππου και οι Έλληνες πλην των Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων».

Η νίκη του Αλέξανδρου καταρράκωσε το ηθικό των Περσών, ενώ άρχισε να δημιουργείται η φήμη περί του αηττήτου του Αλέξανδρου. Η μία μετά την άλλη οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας απελευθερώθηκαν και δημιουργήθηκε ένα προγεφύρωμα, χρήσιμο στον Αλέξανδρο για τη συνέχιση της εκστρατεία του κατά των Περσών.

μ.Χ.
Ο αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν υπογράφει το νόμο που προβλέπει παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα. (Δόγμα Τρούμαν)
Ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ Χαρίλαος Ξενοφώντος τοποθετεί ωρολογιακή βόμβα κατά του άγγλου κυβερνήτη στο κινηματοθέατρο «Παλλάς» της Λευκωσίας. Το εγχείρημα αποτυγχάνει, επειδή ο κυβερνήτης Άρμιτεϊτζ αναχωρεί από τον κινηματογράφο λίγα λεπτά πριν από την έκρηξη.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Ρίχαρντ Βάγκνερ, γερμανός συνθέτης. (Θαν. 13/2/1883)
Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, βρετανός συγγραφέας μυθιστορημάτων μυστηρίου, με ήρωα τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς, τον οποίο εφόδιασε με επιστημονικές γνώσεις και ικανότητα εγκληματολογιών εργαστηριακών αναλύσεων, για τη διαλεύκανση των πολυάριθμων υποθέσεών του. Ασχολήθηκε ακόμη με τα ψυχικά (πνευματιστικά) φαινόμενα. (Θαν. 7/7/1930)

(Στίβεν) Μόρισεϊ, άγγλος τραγουδιστής των «The Smiths».

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Μέγας Κωνσταντίνος, πρώτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου. (Γεν. 27/2/274)

Λυκούργος Λογοθέτης
1772 – 1850

Λυκούργος Λογοθέτης

Λυκούργος Λογοθέτης

Ο Λυκούργος Λογοθέτης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού χώρου, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Διακρίθηκε, κυρίως, ως πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της Σάμου κατά την Επανάσταση του 1821. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Παπλωματάς.

Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1772 στο Καρλόβασι και ήταν γιος του Γιάννη και της Μαρούδας Παπλωματά. Ο πατέρας του έλαβε το επώνυμο Παπλωματάς, από το επάγγελμα που ασκούσε. Μετά την ολοκλήρωσή των σπουδών του στην ονομαστή Πορφυριάδα Σχολή της γενέτειράς του, εγκαταστάθηκε το 1788 στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρέθηκε σε φαναριώτικο περιβάλλον. Εκεί, αφού διδάχθηκε φιλοσοφία και λογική, διορίστηκε γραμματέας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η προεπαναστατική δράση του Λυκούργου Λογοθέτη

Το 1795 μετακόμισε στο Βουκουρέστι και ανέλαβε γραμματέας του ηγεμόνα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και στη συνέχεια του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου. Εκείνος τον προήγαγε σε λογοθέτη (αξίωμα που προσομοιάζει με αυτό του υπουργού) και τον τίτλο αυτό χρησιμοποιούσε στο εξής ως επώνυμο αντί του Παπλωματάς. Στο Βουκουρέστι έμαθε στοιχεία πρακτικής ιατρικής, που θα του φανούν χρήσιμα τα κατοπινά χρόνια. Αργότερα στάλθηκε ως σύμβουλος στον γαμβρό του Σούτσου και ηγεμόνα τής Μολδαβίας Ιωάννη Σαμουρκάση και το 1802 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αρραβωνιάστηκε με τη Μαριορή Καλλιμάχη, κόρη του ηγεμόνα Αλέξανδρου Καλλιμάχη. Ο αρραβώνας τους, όμως, γρήγορα διαλύθηκε.

Προτομή του Λυκούργου Λογοθέτη στο Πυθαγόρειο Σάμου

Οι υψηλές γνωριμίες του Λυκούργου Λογοθέτη και η οικονομική του άνεση τον έκαναν γνωστό στους συμπατριώτες του και, όταν το 1805 επικράτησε προσωρινά στη Σάμο η λαϊκή παράταξη των «Καρμανιόλων», τον κάλεσαν να αναλάβει τη διοίκηση του νησιού. Η έντονη αντίδραση των «Καλλικάντζαρων», που αντιπροσώπευαν την άρχουσα τάξη της Σάμου, τον ανάγκασε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Οι απειλές για τη ζωή του πολλαπλασιάστηκαν και το 1808 υποχρεώθηκε να κρυφτεί, αλλά σύντομα οι Οθωμανικές αρχές τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

Στα τέλη του 1810 ο Λογοθέτης ελευθερώθηκε με ενέργειες φίλων του κι επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου στις 22 Μαΐου 1811 νυμφεύθηκε την Πουλουδίτσα Γεωργιάδη, αδελφή του πλοιάρχου Σταμάτη Γεωργιάδη. Το 1812 εκλέχθηκε προεστός της Δυτικής Σάμου, σύντομα όμως ήλθε σε ρήξη και πάλι με τους «Καλλικάντζαρους», και αφού διέφυγε από τέσσερις δολοφονικές απόπειρες, κατέφυγε στη Μύκονο και στη συνέχεια στην Κέρκυρα.

Στη Σάμο επέστρεψε το 1813, αλλά οι διαμάχες του με τους «Καλλικάντζαρους» συνεχίστηκαν και ο ίδιος φυλακίστηκε, ενώ παράλληλα έχασε την περιουσία του. Τελικά, εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και του φαρμακοποιού. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 κι έλαβε το συνωμοτικό όνομα «Λυκούργος». Έτσι, από τότε με μέχρι το θάνατό του χρησιμοποιούσε ως ονοματεπώνυμο το Λυκούργος Λογοθέτης.

Τα επαναστατικά χρόνια του Λυκούργου Λογοθέτη

Λίγο πριν από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 διορίστηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη αρχηγός των επαναστατικών δυνάμεων της Σάμου. Στο νησί έφθασε στις 24 Απριλίου, μία εβδομάδα μετά την κήρυξη της Επανάστασης στη Σάμο από τον καπετάν Κωνσταντή Λαχανά. Αμέσως ανέλαβε την αρχηγία και επιδόθηκε στην πολιτική και στρατιωτική οργάνωση των επαναστατημένων Σαμιωτών, δείχνοντας πολιτική οξυδέρκεια και μεγάλη οργανωτική ικανότητα. Το πρώτο του μέλημα ήταν η συμφιλίωσή του με τους «Καλλικάντζαρους», με αποτέλεσμα να μην αμφισβητηθεί η εξουσία του σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Στις 8 Μαΐου, σε μεγάλη συγκέντρωση στο Νέο Καρλόβασι κηρύχθηκε και επίσημα η Επανάσταση στο νησί και στις 12 Μαΐου ο Λυκούργος Λογοθέτης αναγορεύεται Γενικός Διοικητής και Στρατηγός της Σάμου.

Οι στρατιωτικές του ικανότητες αναδείχθηκαν, όταν στις 4 Ιουλίου, ο οθωμανικός στόλος υπό τον Καρά Αλή επιχείρησε να αποβιβάσει αγήματα και να καταλάβει τη Σάμο. Οι πρόκριτοι τρομοκρατήθηκαν και ήθελαν παράδοση. Ωστόσο, όλες οι προσπάθειες των Τούρκων, παρά τον σφοδρό κανονιοβολισμό, απέτυχαν και σκοτώθηκαν περί τους 300 εχθρούς που μπόρεσαν να αποβιβαστούν. Η επιτυχία αυτή αύξησε το κύρος του, η φήμη του ξεπέρασε τα στενά όρια του νησιού και ο Δημήτριος Υψηλάντης τον διόρισε Αρχιστράτηγο της Σάμου.

Λυκούργος Λογοθέτης

Στις αρχές του 1822, πατριώτες από τη Χίο και κυρίως ο πρόκριτος Αντώνιος Μπουρνιάς τον έπεισαν να επιχειρήσει εκστρατεία στη Χίο και τον διαβεβαίωσαν ότι ο λαός τού νησιού ήταν έτοιμος να επαναστατήσει. Ύστερα από κάποιο δισταγμό, ο Λογοθέτης δέχθηκε και στις 10 Μαρτίου 1822 αποβιβάστηκε στη Χίο με 2.500 ένοπλους Σαμιώτες. Αμέσως αντικατέστησε με δικούς του ανθρώπους τις τοπικές αρχές και προσπάθησε να οργανώσει τον αγώνα του νησιού. Η αντίδραση, όμως, των προεστών της Χίου και η δική του αυταρχική συμπεριφορά, εμπόδισαν την πλήρη προετοιμασία της άμυνας και, όταν έφτασε στο νησί ισχυρός τουρκικός στόλος και στρατός, το νησί καταστράφηκε και οι κάτοικοι σφαγιάστηκαν ή πουλήθηκαν δούλοι.

Για την καταστροφή της Χίου θεωρήθηκε υπεύθυνος ο Λυκούργος Λογοθέτης και η προσωρινή κυβέρνηση τον κάλεσε στο Ναύπλιο για απολογία και τον φυλάκισε. Ύστερα από λίγους μήνες όμως αποφυλακίστηκε, χάρη στην επέμβαση των στρατιωτικών και συγκεκριμένα του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά.

Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, είχαν αναζωπυρωθεί οι εμφύλιες διαμάχες στη Σάμο, μεταξύ των «Καρμανιόλων» και «Καλλικάντζαρων». Ο Λογοθέτης, με το αναμφισβήτητο κύρος που διέθετε, ανέλαβε και πάλι καθήκοντα διοικητή, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα, στις 10 Ιανουαρίου 1823. Αφού επανέφερε την ενότητα, οργάνωσε από την αρχή την άμυνα της Σάμου και το 1824 ήταν έτοιμος να αποκρούσει τις νέες προσπάθειες των Τούρκων να προσβάλουν το νησί.

Όταν ο οθωμανικός στόλος υπό τον Χοσρέφ Πασά εμφανίστηκε στη Σάμο, πολλοί ήταν εκείνοι που ήθελαν να παραδοθούν ή να εγκαταλείψουν το νησί. Σε μεγάλη συγκέντρωση των κατοίκων, ο Λυκούργος Λογοθέτης μίλησε με ρεαλισμό κι έπεισε τους συμπατριώτες του ότι η μόνη διέξοδος ήταν να παραμείνουν στην πατρίδα τους και να πολεμήσουν ως το τέλος. Ο εμπνευσμένος λόγος του ενθουσίασε τους Σαμιώτες, οι οποίοι οχύρωσαν το νησί αποτελεσματικά. Όταν ο Χοσρέφ προσπάθησε να διενεργήσει απόβαση, συνάντησε αποφασιστική αντίδραση και μετά τη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) υποχρεώθηκε να αποσυρθεί. Έκτοτε, και κάθε χρόνο, οι συμπατριώτες του τον εξέλεγαν διοικητή της Σάμου. Τον Ιούλιο του 1826 μία ακόμη επιχείρηση του Χοσρέφ Πασά να καταλάβει τη Σάμο απέτυχε.

Η μετεπαναστατική δράση του Λυκούργου Λογοθέτη

Με απόφαση του Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε μέλος του «Πανελληνίου» (16 Μαρτίου 1829) και στη συνέχεια έκτακτος επίτροπος Μεσσηνίας και Κάτω Λακωνίας (14 Αυγούστου 1829 - 28 Μαρτίου 1830). Ενδιάμεσα είχε εκλεγεί πληρεξούσιος Σάμου στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (11 Ιουλίου6 Αυγούστου).

Το 1830 οι «Προστάτιδες Δυνάμεις» αποφάσισαν να μη συμπεριληφθεί η Σάμος στο νέο ελληνικό κράτος (Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22ας Ιανουαρίου/3ης Φεβρουαρίου). Τότε, ο Λυκούργος Λογοθέτης παραιτήθηκε από τη θέση του, επέστρεψε στην πατρίδα του και άρχισε τον αγώνα για να ανατρέψει την άδικη αυτή απόφαση. Το μόνο όμως που πέτυχαν οι Σαμιώτες ήταν να ονομαστεί η Σάμος αυτόνομη ηγεμονία φόρου υποτελής στην Υψηλή Πύλη (1832). Ο Σαμιώτης αγωνιστής αναγκάστηκε, κάτω και από την πίεση των Τούρκων, αλλά και των εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων, να εγκαταλείψει οριστικά την πατρίδα του και να καταφύγει στην Τήνο (10 Μαΐου 1834) και από εκεί στο Ναύπλιο (1836) και στην Αθήνα (1837).

Επί Όθωνος το 1836 έλαβε το βαθμό του συνταγματάρχη στη Βασιλική Φάλαγγα και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε Σύμβουλος της Επικρατείας. Το 1843 εκπροσώπησε τη Σάμο ως πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα μετά την ανεξαρτησία (Σύνταγμα του 1844) και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε γερουσιαστής από τον Όθωνα. Το 1847 του απενεμήθη ο βαθμός του υποστρατήγου της Βασιλικής Φάλαγγας.

Ο Λυκούργος Λογοθέτης πέθανε στις 22 Μαΐου 1850 στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών, «εξ αποστεώσεως των βαλβίδων της καρδίας», όπως ανέφερε το πιστοποιητικό θανάτου του. Έφυγε από τη ζωή πικραμένος και απογοητευμένος, που δεν αξιώθηκε να δει τη Σάμο τμήμα του πρώτου ελληνικού κράτους. Κηδεύτηκε την επομένη με ιδιαίτερες τιμές. Άφησε δύο γιους και δύο θυγατέρες. Έγραψε απομνημονεύματα που αναφέρονται στην περίοδο της Επανάστασης.


Λασκαρίνα Πινότση, γνωστότερη ως Μπουμπουλίνα, ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης. (Γεν. 11/5/1771)

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
1771 – 1825

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, μαζί με την Μαντώ Μαυρογένους, ήταν οι δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης.

Κόρη του Υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα. Το 1797, ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.

Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημήτριο Μπούμπουλη και έγινε έκτοτε γνωστή ως Μπουμπουλίνα (η γυναίκα του Μπούμπουλη). Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.

Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.

Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.

Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντηκοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.

Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλόφ. Ο Ορλόφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου.

Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα. Το 2018, ήταν η σειρά της πατρίδας της να τήν τιμήσει. Με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 373, Τεύχος Γ, της 11 Απριλίου), της απονεμήθηκε ο βαθμός του υποναυάρχου επί τιμή, ο Πολεμικός Σταυρός Α ‘ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, για « τον απαράμιλλο ηρωισμό της, την αυτοθυσία και την αφοσίωση που επέδειξε προς το Ελληνικό Έθνος, τα οποία την κατέστησαν στη μνήμη όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων ως Εθνικό ιδεώδες», σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης.

Σχετικά

  • «Μπουμπουλίνα», βιογραφική ταινία του Κώστα Ανδρίτσου με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά στον ομώνυμο ρόλο. Η ταινία, που πρωτοπροβλήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1959, έκοψε 37.675 εισιτήρια και κατέλαβε την 21η θέση στον κατάλογο με τις εμπορικότερες παραγωγές της κινηματογραφικής σεζόν 1959-1960.
Βίκτωρ Ουγκώ, γάλλος συγγραφέας. («Οι Άθλιοι») (Γεν. 26/2/1802)

Γεώργιος Τσολάκογλου
1886 –1948

Ανώτατος στρατιωτικός και πολιτικός. Διετέλεσε πρωθυπουργός στην πρώτη κατοχική ελληνική κυβέρνηση.

Ο Γεώργιος Τσολάκογλου γεννήθηκε στη Ρεντίνα Καρδίτσας το 1886 και ήταν γόνος παλαιάς αρχοντικής οικογένειας των Αγράφων. Πρόγονός του ήταν ο πρόκριτος της Ρεντίνας Δημήτριος Τσολάκογλους, που απαγχονίστηκε τον Ιούλιο του 1822 με διαταγή του Χουρσίτ Πασά.

Το 1906, ο νεαρός Τσολάκογλου κατατάχθηκε στο στρατό και το 1912 αποφοίτησε από τη Σχολή Υπαξιωματικών ως ανθυπολοχαγός Πεζικού. Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Εκστρατεία στην Ουκρανία και τη Μικρασιατική Εκστρατεία με τον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1923 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη, το 1925 σε συνταγματάρχη και το 1934 σε υποστράτηγο. Με τον βαθμό αυτό διετέλεσε Φρούραρχος Αθηνών, διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και επιθεωρητής Πεζικού. Τον επόμενο χρόνο διορίσθηκε από τη δικτατορία Μεταξά υπουργός - γενικός διοικητής Κρήτης κι ένα χρόνο αργότερα ανέλαβε και πάλι στρατιωτικά καθήκοντα ως διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού. Τον Αύγουστο του 1940 προήχθη σε αντιστράτηγο.

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου συμμετείχε στις επιχειρήσεις του ανατολικού τομέα του Μετώπου και πέτυχε καίρια πλήγματα κατά του εχθρού, προελαύνοντας με τους άνδρες του μέχρι την Κορυτσά. Στις 9 Μαρτίου του 1941 ανέλαβε τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) και κατά τη διάρκεια της Εαρινής Επίθεσης των Ιταλών στήριξε το δεξιό των ελληνικών δυνάμεων, αποτρέποντας τη διάρρηξη του Μετώπου.

Μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης κατά της χώρας μας στις 6 Απριλίου του 1941, ο Τσολάκογλου αναγκάστηκε να δώσει σκληρό διμέτωπο αγώνα. Όταν η κατάσταση έφθασε σε οριακό σημείο και ο ελληνικός στρατός κινδύνευε να κυκλωθεί, πήρε την πρωτοβουλία να συνθηκολογήσει, παρά τις σαφείς και κατηγορηματικές διαταγές του βασιλιά, της κυβέρνησης και του γενικού επιτελείου, για αγώνα μέχρις εσχάτων. Υπέγραψε με τους Γερμανούς δύο πρωτόκολλα παράδοσης (20 και 21 Απριλίου 1941) και ένα στις 23 Απριλίου, στο οποίο συμμετείχαν και οι Ιταλοί. Στα «Απομνημονεύματά» του, που κυκλοφόρησαν το 1959, ο Τσολάκογλου υποστηρίζει ότι η συνθηκολόγηση ήταν επιβεβλημένη, εξαιτίας των «αδικαιολόγητων ελλείψεων» του Στρατού και για να αποτραπεί η αιχμαλωσία του.

Ακολούθως, ο Τσολάκογλου δέχθηκε να σχηματίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση και να αναλάβει την πρωθυπουργία για την προστασία του ελληνικού λαού από τα δεινά που τον ανέμεναν, όπως υποστήριξε. Η ορκωμοσία του έγινε στις 30 Απριλίου, ενώπιον ενός απλού ιερέα και όχι του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου, ο οποίος αρνήθηκε να παραστεί στην τελετή, χαρακτηρίζοντας την ενέργειά του «πράξη αντεθνική, στην οποία η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να δώσει τον όρκο και την ευλογία της». 

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Τσολάκογλου απηύθυνε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό και κατηγόρησε την ευρισκομένη στην Κρήτη κυβέρνηση Τσουδερού, ότι «ετράπη εις φυγήν» και δεν έχει το δικαίωμα να απαιτεί από τους Έλληνες θυσίες, που θα ισοδυναμούσαν με σφαγιασμό και αυτοκτονία. Υποσχέθηκε ότι θα εξασφαλίσει βοήθεια για τα θύματα του πολέμου και θα αναπτύξει την κοινωνική πρόνοια, αλλά δεν έκανε το παραμικρό για την αντιμετώπιση του φοβερού χειμώνα του 1941-1942 με τον λιμό, που αποδεκάτισε τον πληθυσμό των αστικών κέντρων. Ούτε απέτρεψε την κατάληψη της Ελλάδας από τις ηττημένες ιταλικές δυνάμεις και την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης στον βουλγαρικό στρατό, όπως είχε υποσχεθεί. Τελικά, ο Τσολάκογλου περιέπεσε σε δυσμένεια και οι Γερμανοί κατακτητές τον αντικατέστησαν με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, στις 2 Δεκεμβρίου του 1942.

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα (12 Οκτωβρίου 1944), ο Τσολάκογλου συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Με τη Συντακτική Πράξη 6/1945 παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων να δικαστεί για τη συνθηκολόγηση και τη συνεργασία με τον εχθρό. Η δίκη του άρχισε στις 21 Φεβρουαρίου του 1945 και ολοκληρώθηκε στις 21 Μαΐου με την καταδίκη του σε θάνατο. Στις 19 Αυγούστου του 1945, το Συμβούλιο Χαρίτων, κατόπιν προσφυγής του, μετέτρεψε την εσχάτη των ποινών σε ισόβια δεσμά, καθώς του αναγνώρισε το ελαφρυντικό της στρατιωτικής του προσφοράς προς το Έθνος.

Στο διάστημα που ο Τσολάκογλου παρέμενε κρατούμενος στις φυλακές Ζελιώτη (σημερινό κτίριο Μινιόν, επί της Πατησίων), η υγεία του διαρκώς χειροτέρευε, εξαιτίας της λευχαιμίας, από την οποία είχε προσβληθεί στην αρχή της Κατοχής. Τον Μάρτιο του 1946 μεταφέρθηκε στο ΝΙΜΤΣ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Μαΐου του 1948, στερημένος από τη σύνταξή του και πάμπτωχος.

Χαρίλαος Φλωράκης
1914 – 2005

Ηγετικό στέλεχος της Αριστεράς, επί σειρά ετών Γενικός Γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1914, στη Ραχούλα του νομού Καρδίτσας. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή ΤΤΤ (Ταχυδρομείων, Τηλεγραφίας και Τηλεφωνίας) και αποφοίτησε ως τηλεγραφητής.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης ανέπτυξε από μικρός έντονη συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το 1930, σε ηλικία 16 ετών, οργανώθηκε στις Ομάδες Πρωτοπόρων της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ). Το 1941, έγινε μέλος του ΚΚΕ και διετέλεσε γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης στους Τριατατικούς (ΤΤΤ). Κατά τη διάρκεια της κατοχής, τον Απρίλιο του 1942, πήρε μέρος στην οργάνωση και καθοδήγηση της απεργίας των Τριατατικών, που ήταν η πρώτη μεγάλη απεργία στη διάρκεια της κατοχής και η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Το 1943 εντάχθηκε στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και το 1945 έγινε μέλος της Επιτροπής Πόλης της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ με το ψευδώνυμο καπετάν Γιώτης, ενώ το 1949 εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, από το 1946 έως το 1949, διετέλεσε διοικητής μεγάλης μονάδας της 1ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, μετά τη ήττα του οποίου κατέφυγε στην ΕΣΣΔ και τη Ρουμανία.

Το 1954, επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα για να συνεισφέρει στην ανασυγκρότηση των οργανώσεων του κόμματος και συνελήφθη. Το 1960, καταδικάστηκε για κατασκοπεία και φυλακίστηκε ως το 1966. Δικάστηκε πολλές φορές, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και παρέμεινε στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για 17 χρόνια συνολικά.

Μετά την απριλιανή δικτατορία του 1967, συνελήφθη από τους πρώτους κι εκτοπίστηκε στη Λέρο, τα Γιούρα και τον Ωρωπό. Τον Αύγουστο του 1972 κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, ενώ τον Ιούνιο, στη 16η ολομέλεια, αναδείχθηκε μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Στις 20 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στη 17η ολομέλεια, εξελέγη Α’ Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.

Το 1974, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Β’ Αθήνας με το ψηφοδέλτιο της Ενωμένης Αριστεράς. Το Μάιο του 1978, στο 10ο συνέδριο του ΚΚΕ εξελέγη εκ νέου Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, θέση στην οποία επανεξελέγη και στο 11ο Συνέδριο, το Δεκέμβριος του 1982, καθώς και στο 12ο Συνέδριο, το Μάιο του 1987. Στις 8 Απριλίου του 1989, ανέλαβε πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς και στις 11 Ιουλίου του ιδίου έτους εξελέγη πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ενώ τη θέση του Γενικού Γραμματέα κατέλαβε ο Γρηγόρης Φαράκος.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1991, στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ, επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος. Στις 18 Μαρτίου 1991, αποχώρησε από την ηγεσία του Συνασπισμού της Αριστεράς, ταυτόχρονα με το Λεωνίδα Κύρκο, ενώ πρόεδρος ανέλαβε η Μαρία Δαμανάκη.

Στις 16 Ιουλίου 1991 -κι ενώ προηγουμένως είχε εκφράσει την υποστήριξή του στην πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και στη νεοεκλεγείσα γενική γραμματέα Αλέκα Παπαρήγα- αποχώρησε μαζί με άλλους 6 βουλευτές του Κομμουνιστικού Κόμματος από τον Συνασπισμό και συγκρότησαν Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ. Στις 21 Δεκεμβρίου 1991, στο 14ο Συνέδριο του ΚΚΕ, εξελέγη ομόφωνα επίτιμος πρόεδρος του κόμματος, αφού προηγουμένως είχε ζητήσει να μη συμμετέχει στη νεοεκλεγείσα Κεντρική Επιτροπή.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με την Ενωμένη Αριστερά στη Β’ Αθηνών, στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Στη συνέχεια εξελέγη βουλευτής του ΚΚΕ στη Β’ της Αθήνας στις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου 1977, στις 18 Οκτωβρίου 1981 και στις 2 Ιουνίου 1985. Εξελέγη πάλι βουλευτής στη Β’ Αθήνας με το ΚΚΕ στο πλαίσιο του Συνασπισμού στις 18 Ιουνίου 1989, στις 5 Νοεμβρίου 1989 και στις 8 Απριλίου του 1990.

Πέθανε, σε ηλικία 91 ετών, στις 22 Μαΐου 2005.

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου