Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 17 Μάι 2018
Πέμπτη 17 Μαϊου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 17 Μαϊου 2018Πέμπτη 17 Μαϊου 2018Πέμπτη 17 Μαϊου 2018Πέμπτη 17 Μαϊου 2018Πέμπτη 17 Μαϊου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:11 – Δύση Ήλιου: 20:31

Σαν Σήμερα...

Η Μάχη του Σκρα

Ο ελληνικός στρατός νίκησε τον βουλγαρικό στην περιοχή Σκρα του Κιλκίς, στις 17 Μαΐου 1918 (30 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε η σπουδαιότερη απ’ όσες μάχες έγιναν την άνοιξη εκείνης της χρονιάς στο Μακεδονικό Μέτωπο και η πρώτη εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων σε μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση.

Από το Δεκέμβριο του 1915 τα στρατεύματα των Κεντρικών Δυνάμεων (Βούλγαροι και Γερμανοί) είχαν πλησιάσει κοντά στο Σκρα και την άνοιξη του 1916 οι δυνάμεις της Αντάντ άρχισαν να προχωρούν προς το Σκρα ντι Λέγκεν, όπως είχαν ονομάσει οι Γάλλοι την τοποθεσία, με σκοπό να καθηλώσουν τις γερμανικές δυνάμεις, ώστε να μην μεταφερθούν μονάδες τους στο Δυτικό Μέτωπο. Από τον Απρίλιο του 1917 άρχισαν αψιμαχίες μεταξύ των δύο αντιπάλων, την ίδια ώρα που οι Γερμανοβούλγαροι οχύρωναν την περιοχή.

Ως εκ τούτου, ο γάλλος αρχιστράτηγος του Μετώπου, στρατηγός Γκιγιομά, αποφάσισε την κατάληψη της οχυρωμένης περιοχής του Σκρα. Τα σχέδια της επίθεσης συμπληρώθηκαν και υλοποιήθηκαν από τον αντικαταστάτη του, στρατηγό Φρανσέ ντ’ Εσπερέ.

Την επίθεση ανέλαβε να υλοποιήσει το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, ενώ τις δυνάμεις κρούσης οδηγούσε ο υποστράτηγος Ιωάννου. Για το σκοπό αυτό διατέθηκαν το 5ο και 6ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, το 7ο και το 8ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Κρητών και το 1ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Σερρών. Η ελληνική δύναμη διέθετε 14.546 πεζικάριους, τους οποίους υποστήριζαν 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Υποστηριζόταν από την 16η Γαλλική Αποικιακή Μεραρχία και το 1ο Σύνταγμα Αφρικής. Οι Βούλγαροι διέθεταν πέντε συντάγματα πεζικού, υποστηριζόμενα από ισχυρό πυροβολικό, βαρύ και ελαφρύ.

Η επίθεση άρχισε στις 5 το πρωί της 16ης Μαΐου με μπαράζ πυροβολικού. Τα προορισμένα για την επίθεση πεζοπόρα τμήματα εξόρμησαν το πρωί της 17ης Μαΐου και μέχρι το απόγευμα, έπειτα από σκληρές μάχες και παρά την πείσμονα αντίσταση των Βουλγάρων, κατέλαβαν το Σκρα. Το τίμημα ήταν βαρύ για τα ελληνικά στρατεύματα. Οι νεκροί ανήλθαν σε 434 και οι τραυματίες σε 1.925. Σε πολλές εκατοντάδες υπολογίζονται οι νεκροί και οι τραυματίες Βούλγαροι και σε 2.000 οι αιχμάλωτοι.

Η νίκη των Ελλήνων στο Σκρα προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους Συμμάχους κι ενθουσίασε τον ελληνικό λαό. Κατέδειξε ότι ο ελληνικός στρατός, παρ’ όλες τις εσωτερικές διαμάχες λόγω του Εθνικού Διχασμού, τα οργανωτικά και λειτουργικά του προβλήματα, εξακολουθούσε να είναι αξιόμαχος και εμπειροπόλεμος.

Παναγής Τσαλδάρης
1868 – 1936

Νομικός και πολιτικός από την Κορινθία, που διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας την τριετία 1932-1935. Ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, υπήρξε διακεκριμένη πολιτική φυσιογνωμία της συντηρητικής παράταξης στα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Ο Παναγής (Παναγιώτης) Τσαλδάρης γεννήθηκε στο Καμάρι Κορινθίας το 1868 από οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής, που είχε εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο περί το 1750. Ο πατέρας του, Επαμεινώνδας Τσαλδάρης, ήταν δικολάβος, έμπορος και καλλιεργητής γης.

Μαθήτευσε στο Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του, στο Ελληνικό Σχολείο του Ξυλοκάστρου και στο Γυμνάσιο Κόρινθου. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1888) και αναγορεύθηκε αριστούχος διδάκτωρ το 1889. Το 1890 διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Πατρών και το ίδιο έτος αναχώρησε στο εξωτερικό για μεταπτυχιακές σπουδές. Παρακολούθησε νομικά μαθήματα στα πανεπιστήμια Γοτίγγης, Λειψίας και Παρισίων.

Επανήλθε στην Ελλάδα τον Ιούλιο τού 1893. Το ίδιο έτος μετατέθηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα. Αρχικά, ο κύκλος των εργασιών του ήταν πολύ περιορισμένος και αναγκάστηκε να ιδρύσει νομικό φροντιστήριο για να αντιμετωπίσει τις βιοτικές ανάγκες του. Ένας από πιο διακεκριμένους μαθητές του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξανδρος Διομήδης. Τελικά, η νομική του εμβρίθεια αναγνωρίστηκε και διορίστηκε γραμματέας της Επιτροπής Σύνταξης του Αστικού Κώδικα.

Ο Παναγής Τσαλδάρης πολιτεύθηκε για πρώτη φορά το 1910. Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 για την ανάδειξη της Α' Αναθεωρητικής Βουλής. Δεν έλαβε μέρος στις επόμενες εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910 (Β' Αναθεωρητική Βουλή), ακολουθώντας την τακτική των παλαιών κομμάτων, που απείχαν της εκλογικής διαδικασίας. Μετέσχε, όμως, στις εκλογές της 11ης Μαρτίου 1912, κατά τις οποίες επανεξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας και από τότε εκλεγόταν συνεχώς.

Στη Βουλή ακολουθούσε ως ανεξάρτητος τον Δημήτριο Γούναρη, με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία. Στις 25 Φεβρουάριου 1915 ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνησή του και παραιτήθηκε στις 10 Αυγούστου, όταν το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Δημητρίου Γούναρη αποδοκιμάστηκε στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915.

Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού εκτοπίστηκε στην Ύδρα και κατόπιν στη Σκόπελο. Εκεί γνωρίστηκε με τη Λίνα Λάμπρου (1887-1981), θυγατέρα τού διαπρεπούς βυζαντινολόγου και πρώην πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Λάμπρου, επίσης εκτοπισμένου. Το ζευγάρι παντρεύτηκε στην Κηφισιά στις 10 Ιουλίου 1919.

Στις κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν μετά την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, υπό τους Δημήτριο Ράλλη, Νικόλαο Καλογερόπουλο και Δημήτριο Γούναρη, μετέσχε ως υπουργός Εσωτερικών και Συγκοινωνίας (4 Νοεμβρίου 1920 - 24 Ιανουαρίου 1921 και 24 Ιανουαρίου 1921 - 26 Μαρτίου 1921) και υπουργός Συγκοινωνίας (26 Μαρτίου 1921 - 2 Μαρτίου 1922).

Τον Μάρτιο του 1922 αναχώρησε για το εξωτερικό για λόγους υγείας και επανήλθε στην Ελλάδα τον Αύγουστο, όταν είχε αρχίσει να καταρρέει το Μέτωπο στη Μικρά Ασία. Συνελήφθη και φυλακίστηκε από την Επανάσταση του 1922, αποφυλακίστηκε όμως στις 8 Ιανουαρίου 1923, μετά τη χορήγηση αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα.

Δεν έλαβε μέρος στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, όπως και το κόμμα του, για την εκλογή της Δ' Συντακτικής Συνέλευσης, διαμαρτυρόμενος για τις διώξεις που ακολούθησαν το κίνημα Λεοναρδόπουλου - Γαργαλίδη. Τον Ιανουάριο του 1924 ανέλαβε την προσωρινή αρχηγία του Λαϊκού Κόμματος, όπως είχε μετονομαστεί από τον Νοέμβριο 1920 το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Δημητρίου Γούναρη, και στις 4 Μαΐου 1924 την οριστική αρχηγία.

Εκ πεποιθήσεως βασιλόφρων, εργάστηκε για την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας κατά το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924 και δεν αναγνώρισε το αποτέλεσμα τούτου, που απέβη υπέρ της αβασίλευτης (προεδρευομένης) δημοκρατίας, διότι θεώρησε ότι αυτό δεν υπήρξε γνήσιο. Αντιτάχθηκε στη δικτατορία Πάγκαλου και στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926, που ακολούθησαν την πτώση του δικτάτορα, το Λαϊκό Κόμμα, υπό την αρχηγία του, εξασφάλισε 60 έδρες. Επειδή κανένα κόμμα δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία, σχηματίστηκε Οικουμενική Κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, στην οποία ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών (4 Δεκεμβρίου 1926 - 17 Αυγούστου 1927).

Στις εκλογές της 19 Αυγούστου 1928 το Λαϊκό Κόμμα πέτυχε την εκλογή μόνο 19 βουλευτών, λόγω του εκλογικού νόμου, και στις γερουσιαστικές εκλογές της 21ης Απριλίου 1929 μόνο 10 γερουσιαστών. Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 το κόμμα του εξέλεξε 95 βουλευτές και στις 4 Νοεμβρίου 1932 σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με την ανοχή των λοιπών κομμάτων και με τη σύμπραξη του αρχηγού του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, Γεωργίου Κονδύλη, του αρχηγού των Ελευθεροφρόνων, Ιωάννη Μεταξά, και του απόστρατου υποναυάρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου, που, εν τω μεταξύ, είχε αλλάξει στρατόπεδο.

Ο πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης και πίσω του ο Γεώργιος Κονδύλης.

Πριν από την ορκωμοσία του ως πρωθυπουργός, με έγγραφη δήλωσή του αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το υφιστάμενο πολίτευμα της προεδρευομένης δημοκρατίας. Η κυβέρνησή του διατηρήθηκε στην εξουσία έως τις 16 Ιανουαρίου 1933, οπότε ανατράπηκε από τα κόμματα και τις προσωπικότητες που τη στήριζαν.

Κατά τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 συνεργάστηκε με τους Γεώργιο Κονδύλη, Iωάννη Μεταξά και Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο και πλειοψήφησε με 135 βουλευτές. Τη νύκτα της 5ης προς 6η Μαρτίου 1933, όταν έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα, εξερράγη στρατιωτικό κίνημα υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα. Το κίνημα, όμως, δεν επικράτησε και σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση από τον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο, η οποία παραιτήθηκε μετά λίγες ημέρες, και ο Παναγής Τσαλδάρης ανέλαβε και πάλι την πρωθυπουργία στις 10 Μαρτίου 1933.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πρωθυπουργίας του έγινε η δεύτερη δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, στις 6 Μαρτίου 1933. Ο Τσαλδάρης ήταν αμέτοχος και μάλιστα την αποδοκίμασε. Παρά ταύτα, το γεγονός αυτό έφερε σε δύσκολη θέση την κυβέρνησή του, καθώς η εγκληματική πράξη αποδόθηκε σε οπαδούς του Λαϊκού Κόμματος. Εξάλλου, τρία επίλεκτα μέλη του κόμματός του, ο Ιωάννης Ράλλης, ο Γεώργιος Στράτος και ο Γρηγόριος Ευστρατιάδης, εκφράσθηκαν δημόσια υπέρ της βασιλείας. Παρότι ο Τσαλδάρης αποδοκίμασε τις δηλώσεις των στελεχών του, τα πνεύματα οξύνθηκαν και πάλι. Οι Φιλελεύθεροι ένιωσαν ότι απειλείται το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατίας και προκάλεσαν το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Το Κίνημα κατεστάλη και επακολούθησαν διώξεις κατά των ενεχόμενων πολιτικών και των μετασχόντων αξιωματικών.

Μία από τις αξιοσημείωτες πολιτικές ενέργειες του Παναγή Τσαλδάρη ήταν η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στην Αθήνα (9 Φεβρουαρίου 1934), με το οποίο η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία και η Τουρκία εγγυήθηκαν την ασφάλεια και την ακεραιότητα των βαλκανικών συνόρων. Ανάλογη συμφωνία είχε υπογράψει με την Τουρκία κατά την επίσκεψή του στην Άγκυρα στις 14 Σεπτεμβρίου 1933.

Την Πρωταπριλιά του 1935 καταργήθηκε η Γερουσία και διαλύθηκε η Βουλή. Προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 9 Ιουνίου 1935, με σκοπό την ανάδειξη Αναθεωρητικής Βουλής. Στις εκλογές, κατά το αντίστροφο προηγούμενο του Δεκεμβρίου του 1923, δεν έλαβαν μέρος τα κηρυγμένα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας κόμματα. Από τις εκλογές προέκυψε η Ε' Εθνική Συνέλευση, η οποία εξέδωσε ψήφισμα για τη διενέργεια δημοψηφίσματος, με σκοπό την επίλυση του πολιτειακού θέματος (10 Ιουλίου 1935) και διέκοψε τις εργασίες της έως τις 10 Οκτωβρίου 1935.

Παναγής Τσαλδάρης - Ιωάννης Μεταξάς

Οι αδιάλλακτοι βασιλόφρονες Ιωάννης Μεταξάς, Iωάννης Ράλλης και Γεώργιος Στράτος συνέπηξαν την «Ένωσιν Βασιλοφρόνων» και δήλωσαν ότι σε περίπτωση υπερψήφισής τους θα κατέλυαν το πολίτευμα δια της Εθνικής Συνέλευσης. Αντίθετα, ο Παναγής Τσαλδάρης υποστήριζε ότι για να τερματιστεί οριστικά το πολιτειακό θέμα έπρεπε να προηγηθεί δημοψήφισμα. Ο ίδιος με δήλωσή του στις 9 Σεπτεμβρίου 1935 τάχθηκε υπέρ της επαναφοράς της βασιλείας. Η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ορίστηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (28 Σεπτεμβρίου 1935) για τις 3 Νοεμβρίου 1935.

Στις 10 Οκτωβρίου, όμως, οι αρχηγοί των τριών επιτελείων, ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο υποναύαρχος Δημήτριος Οικονόμου και ο υποστράτηγος αεροπορίας Γεώργιος Ρέππας, σε συνεννόηση με τον Γεώργιο Κονδύλη, εξανάγκασαν σε παραίτηση τον Τσαλδάρη, ο οποίος παραιτήθηκε για να αποφευχθεί αιματοχυσία, όπως δήλωσε. Την ίδια ημέρα σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Κονδύλη. Ο Παναγής Τσαλδάρης, ο πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης, Xαράλαμπος Βοζίκης, και ολιγάριθμοι βουλευτές αποχώρησαν από τη Βουλή, όταν παρουσιάστηκε ο Γεώργιος Κονδύλης για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Με ψήφισμα της Ε' Εθνικής Συνέλευσης (10 Οκτωβρίου 1935) ανακηρύχθηκε η βασιλευομένη δημοκρατία, με αντιβασιλέα τον πρόεδρο της κυβέρνησης, Γεώργιο Κονδύλη.

Στις 3 Νοεμβρίου διεξήχθη το δημοψήφισμα, που απέβη υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας και στις 25 Νοεμβρίου 1935 επανήλθε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’. Στις 16 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους διαλύθηκε η Ε' Εθνική Συνέλευση και προκηρύχθηκαν εκλογές Αναθεωρητικής Βουλής για τις 26 Ιανουαρίου 1936. Στις εκλογές αυτές το Λαϊκό Κόμμα διασπάστηκε και αποσχίστηκε ομάδα υπό τον Ιωάννη Θεοτόκη, η οποία ίδρυσε το Εθνικό Λαϊκό Κόμμα. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 κανένα κόμμα δεν εξασφάλισε απόλυτη πλειοψηφία. Με την ανοχή των κομμάτων διατηρήθηκε την πρωθυπουργία ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, μέχρι του θανάτου του στις 13 Απριλίου 1936.

Ο Παναγής Τσαλδάρης πέθανε στην Αθήνα από ουραιμία στις 17 Μαΐου 1936, σε ηλικία 68 ετών. Νωρίτερα είχαν αποβιώσει δύο άλλοι από τους πρωταγωνιστές του Μεσοπολέμου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος (18 Μαρτίου 1936) και Γεώργιος Κονδύλης (1 Φεβρουαρίου).

Ο Παναγής Τσαλδάρης υπήρξε έγκριτος νομομαθής. Νουνεχής ως άνθρωπος, απέφευγε τις οξύτητες. Ως πολιτικός ήταν συνεπής και πιστός στην κοινοβουλευτική και συνταγματική τάξη. Με τη μετριοπαθή πολιτική του πέτυχε να ανασυντάξει το Λαϊκό Κόμμα, παρά τις δυσμενείς περιστάσεις. Διατήρησε τις πολιτειακές θέσεις του και τις διακήρυξε στην κατάλληλη κοινοβουλευτικά στιγμή. Ήταν μία ήρεμη φωνή μέσα στο Κοινοβούλιο και επιτύγχανε χωρίς οξύτητα τον επιδιωκόμενο σκοπό του, φυλάσσοντας το πλαίσιο των θεσμών.

Σχετικά

  • Η σύζυγός του, Λίνα Τσαλδάρη (1887-1981), υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα που ανέλαβε υπουργικό χαρτοφυλάκιο. Από τις 29 Φεβρουαρίου 1956 έως τις 5 Μαρτίου 1958 χρημάτισε υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στη δεύτερη κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
  • Ο ανιψιός του, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης (1884-1970), ανέλαβε την ηγεσία του Λαϊκού Κόμματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.
  • Τη δυναστεία Τσαλδάρη στην πολιτική έκλεισε ο Αθανάσιος Τσαλδάρης (1921-1997), γιος του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, ο οποίος πολιτεύτηκε με την ΕΡΕ και τη Νέα Δημοκρατία. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής από το 1989 έως το 1993.

Γεγονότα


μ.Χ.
Μία ομάδα μεσιτών συγκεντρώνεται σε μια καφετέρια της Νέας Υόρκης και δημιουργεί το Χρηματιστήριο της πόλης. Οι πρώτες συναλλαγές γίνονται κάτω από ένα δέντρο, στη Γουόλ Στριτ.
Ο αρχαιολόγος Βαλέριος Στάης ανακαλύπτει τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα υπολογιστικά μηχανήματα.
Η μάχη του Σκρα-ντι-Λεγκέν λήγει νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό, ο οποίος απωθεί τις βουλγαρικές δυνάμεις και ανοίγει το δρόμο στις συμμαχικές δυνάμεις για να καταλάβουν την κοιλάδα του Αξιού.
Η ΑΕΚ νικάει 6-1 τον Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια και προκρίνεται πανηγυρικά στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος. Τρία γκολ σημείωσε ο Μαύρος (17’, 76’, 90’) κι από ένα οι Μπάγεβιτς (13’), Τάσος (36’) και Νικολούδης (58’). Το γκολ του Ολυμπιακού πέτυχε ο Σπενς (12’).
Επίθεση κατά των ιδιοκτητών και εκδοτών ΜΜΕ, κατονομάζοντας τους Βαρδή Βαρδινογιάννη, Σωκράτη Κόκκαλη, Κώστα Σαραντόπουλο, Γιώργο Μπόμπολα και Θωμά Λιακουνάκο, κάνει από το βήμα της Βουλής ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Μιλτιάδης Έβερτ, κατηγορώντας τους ότι χρησιμοποιούν τα μέσα που διαθέτουν για να κερδίζουν εργολαβίες και προμήθειες οι άλλες τους εταιρείες.
Ο Στέλιος Μανωλάς, ο πληρέστερος έλληνας αμυντικός, κρεμά τα ποδοσφαιρικά παπούτσια του, στον αγώνα ΑΕΚ - Ξάνθη (2-0) στη Νέα Φιλαδέλφεια.

 

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

Ιωάννης Γεωργιάδης
1874 – 1960

Ολυμπιονίκης της ξιφασκίας και διακεκριμένος ιατροδικαστής.

Ο Ιωάννης Γεωργιάδης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 29 Μαρτίου 1874. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1894-1899), ενώ παράλληλα ασχολείτο με την ξιφασκία, πρώτα ως αθλητής της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών (σημερινής Παναχαϊκής) και στη συνέχεια της Αθηναϊκής Λέσχης.

Το 1896 πήρε μέρος στους Α' Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας και κατέκτησε αήττητος το χρυσό μετάλλιο στη σπάθη. Ο αγώνας έγινε στις 28 Μαρτίου στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου ανάμεσα σε πέντε ξιφομάχους και ο Γεωργιάδης νίκησε κατά σειρά τον Γεώργιο Ιατρίδη (3-0), τον Αυστριακό Άντολφ Σμαλ (3-2), τον Τηλέμαχο Καράκαλο (3-2) και τον Δανό Χόλγκερ Νίλσεν (3-2).

Στιγμιότυπο από τους αγώνες στο Ζάππειο

Το 1900 κι ενώ έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι, έλαβε μέρος στους Β' Ολυμπιακούς Αγώνες, που έγιναν στη γαλλική πρωτεύουσα. Συμμετείχε στο αγώνισμα της σπάθης, αλλά αποκλείστηκε στα προκριματικά λόγω αντικανονικών χτυπημάτων. Στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας το 1906 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στη σπάθη και το αργυρό στο ομαδικό της σπάθης.

Η αθλητική του διαδρομή ολοκληρώθηκε το 1924 στους Ολυμπιακούς Αγώνες των Παρισίων, όταν σε ηλικία 50 ετών έλαβε μέρος στο αγώνισμα της σπάθης χωρίς επιτυχία. Από το 1918 έως το 1936 ήταν μέλος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής.

Η ιατρική καριέρα του ξεκίνησε το 1904, όταν οργάνωσε και διηύθυνε το χειρουργικό τμήμα του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών. Το 1907 ανέλαβε επιμελητής στην έδρα της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1912 εξελέγη τακτικός καθηγητής. Διατήρησε την έδρα έως το 1947, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και κατέστη ομότιμος καθηγητής. Στη συνέχεια διετέλεσε επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Εγκληματολογικής Σημάνσεως του Υπουργείου Εσωτερικών.

Η προσφορά του στον κλάδο της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας υπήρξε ανεκτίμητη και σε αυτόν οφείλεται η συστηματική εκτέλεση των ιατροδικαστικών νεκροτομών. Μανιώδης συλλέκτης πειστηρίων εγκλήματος από το 1912, υπήρξε ο εμπνευστής του Εγκληματολογικού Μουσείου, καθώς και του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής. Το 1910 οργάνωσε το Εγκληματολογικό Τμήμα της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αττικοβοιωτίας και το 1912 ίδρυσε το Νεκροτομείο Αθηνών. Συνέγραψε πλείστες μελέτες στα ελληνικά και τα γαλλικά, με κυριότερο το δίτομο  έργο «Τοξικολογία, Ιατροδικαστική και Κλινική» (1926).

Ο Ιωάννης Γεωργιάδης πέθανε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1960.

 Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, έλληνας φιλελεύθερος πολιτικός, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός για 9 μήνες το διάστημα 1924-1925. (Θαν. 7/3/1938)

Ανδρέας Μιχαλακόπουλος
1875 – 1938

Επιφανής Αχαιός πολιτικός, νομικός και οικονομολόγος, πρωθυπουργός της Ελλάδας την περίοδο 1924 - 1925.

Γεννήθηκε στις 17 Μαΐου 1875 στην Πάτρα και το 1893 εισήλθε πρώτος στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Λόγω του θανάτου του πατέρα του, Σπήλιου Μιχαλακόπουλου, διαπρεπούς δικηγόρου της Πάτρας, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη στρατιωτική καριέρα και να εγγραφεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά το πέρας και των μεταπτυχιακών σπουδών του στη Γερμανία και τη Γαλλία, ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του. Διακρίθηκε και ο ίδιος στο βήμα των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων, ενώ εποχή άφησαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα οι δικανικές του μάχες με τον συνάδελφό του Δημήτριο Γούναρη, που επίσης διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Μετά την επανάσταση στο Γουδί (1909) συντάχθηκε με τα νέα πολιτικά ρεύματα και εξελέγη βουλευτής Αχαϊοήλιδος στις εκλογές του 1910, 1912 και 1915. Προσχώρησε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου κι έγινε ένα από τα επίλεκτα στελέχη του. Το Μάιο του 1911 ανέλαβε το νεοσύστατο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και εισηγήθηκε πολλές μεταρρυθμίσεις: το νομοθετικό πλαίσιο για τις Ανώνυμες Εταιρείες, το νόμο περί συνεταιρισμών, τη ρύθμιση ζητημάτων αγροτικής ασφάλειας και το νόμο 551/1914, ο οποίος θέσπισε την αντικειμενική ευθύνη των εργοδοτών για τα εργατικά ατυχήματα.

Παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1915, μετά την παύση του Βενιζέλου από τον Βασιλιά και ακολούθησε τον αρχηγό του στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης (1916). Μετά την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία το 1917 ανέλαβε διάφορα Υπουργεία, μέχρι την αποτυχία του ιδίου και του κόμματός του στις εκλογές του 1920. Ο Μιχαλακόπουλος έφυγε στο εξωτερικό, ενώ πρωθυπουργός εξελέγη ο πολιτικός και δικανικός του αντίπαλος Δημήτριος Γούναρης.

Επανήλθε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το κίνημα Πλαστήρα - Γονατά το 1922. Εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1923, αλλά μετά την απόφαση του Βενιζέλου να εγκαταλείψει την πολιτική, αποφάσισε να αποχωρήσει τους Φιλελευθέρους και να ιδρύσει νέο με την επωνυμία Κόμμα Συντηρητικών Φιλελευθέρων, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Συντηρητικό Δημοκρατικό Κόμμα και εκπροσωπούσε τη δεξιά πτέρυγα του Βενιζελισμού.

Στις 7 Οκτωβρίου 1924 ανέλαβε πρωθυπουργός και συγχρόνως Υπουργός Εξωτερικών και Στρατιωτικών. Κατά τη διάρκεια της σύντομης πρωθυπουργίας του επέλυσε το πρόβλημα ύδρευσης της πρωτεύουσας, συνάπτοντας σύμβαση με την αμερικανική εταιρεία Ούλεν, αλλά τήρησε σκληρή στάση στα εργατικά ζητήματα, καταστέλλοντας βίαια πολλές απεργίες. Στις 26 Ιουνίου 1925 παραιτήθηκε μετά την εκδήλωση πραξικοπήματος από τον στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας συνέπραξε με τον Γεώργιο Καφαντάρη στην «Ένωσιν Φιλελευθέρων», η οποία κέρδισε τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926. Ο Μιχαλακόπουλος ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ζαΐμη.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928, που σήμαναν την επάνοδο του Βενιζέλου στην πολιτική, ο Μιχαλακόπουλος κατήλθε μεμονωμένα με το κόμμα του και κατέλαβε 5 έδρες. Συνεργάστηκε στη συνέχεια με τον Βενιζέλο και ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών έως τον Μάρτιο του 1933. Στις 30 Οκτωβρίου 1930 συνυπέγραψε το Σύμφωνο Ειρήνης και Φιλίας Ελλάδος - Τουρκίας στην Άγκυρα. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933, τις οποίες κέρδισε η αντιβενιζελική παράταξη, το κόμμα του κατέλαβε μόλις 2 έδρες. Στη συνέχεια εξελέγη γερουσιαστής, ενώ δεν έλαβε μέρος στις εκλογές του 1935, συντασσόμενος με τη στάση και των υπολοίπων βενιζελικών κομμάτων.

Στο ζήτημα της παλινόρθωσης της Μοναρχίας τήρησε αντίθετη, αλλά όχι αδιάλλακτη στάση και μετά την επάνοδο του Γεωργίου Β' το 1935 απεκατέστησε φιλικές σχέσεις μαζί του. Μετά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 πύκνωσε τις επαφές του με το Στέμμα και τους Άγγλους για την επάνοδο της δημοκρατίας, γεγονός που προκάλεσε την οργή του δικτάτορα Μεταξά, ο οποίος τον συνέλαβε στις 10 Φεβρουαρίου 1938 και τον εξόρισε στην Πάρο, παρά την επιβαρυμένη υγεία του. Μετά από λίγες μέρες προσβλήθηκε από πνευμονία και μεταφέρθηκε εσπευσμένως στον «Ευαγγελισμό», όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 Μαρτίου 1938.

Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα στη Βουλή, ενώ ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας έθεσε τις βάσεις για τον αστικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Με τον Βενιζέλο συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη των Σεβρών (1920) και της Λωζάνης (1923), που οριοθέτησαν τα σύνορα της Ελλάδας. Έγραψε πολλές μελέτες νομικού και οικονομολογικού περιεχομένου. Ήταν βιβλιόφιλος, πολύγλωσσος και η βιβλιοθήκη του αριθμούσε 30.000 τόμους. Σήμερα αποτελεί τμήμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πάτρας. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας φέρει το όνομά του. Η οικία του σώζεται ακόμα και σήμερα στην Πάτρα, στην Πλατεία Όλγας, στην γωνία Αράτου και Ρήγα Φεραίου.

Γνώμες για τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο

Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος έκαμε στη ζωή του πάντα το εθνικό του καθήκον. Το φωτεινό του πνεύμα είχε ταχθή να φωτίζη την Ελλάδα. Δεν εγνώρισε άλλη μεγαλύτερη φροντίδα. Αυτό θα το χρεωστή αιώνια η Ελλάς στη μνήμη του. Το γεγονός μάλιστα ότι ο Μιχαλακόπουλος έφυγε πικραμένος, το γεγονός αυτό κάνει το χρέος ακόμη μεγαλύτερο και βαρύτερο. Όσο βαρύ όμως και αν είναι το χρέος αυτό θα το βαστάξουμε - κι εμείς ακόμα οι ανεύθυνοι - σαν εξιλαστήριον δώρο, που το χρωστάμε και που πρέπει να το προσφέρουμε στον υπερήφανο και υψηλό βωμό της μνήμης του.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, 1938

Η Γενεά αυτή θα φέρη εις την Ιστορίαν το όνομα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο Μιχαλακόπουλος ηυτύχησεν ως συνεργάτης του. Από της πρώτης στιγμής ευρέθη εις το πλευρόν του. Χωρίς την σύμπτωσιν της παρουσίας του Μεγάλου Κρητός ίσως ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος να εδέσποζε της εποχής του. Αλλά είναι απολύτως βέβαιον, ότι ως συνεργάτης υπήρξεν απαράμιλλος. Ως συνεργάτης της Κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου τον συνεπλήρωνεν, όσον ουδείς. Και όχι μόνον εις την Κυβέρνησιν, αλλά και εις την Διοίκησιν ήτο έξοχος και εις την Νομοθεσίαν. Όταν ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ανελάμβανεν Υπουργείον, ήτο βέβαιον, όχι μόνον ότι θα άφινεν ίχνη διαβάσεως, αλλά ότι θα το ανεκαίνιζεν εκ βάθρων. Τούτο συνέβη εις όλα τα Υπουργεία. τα οποία είχεν αναλάβει - Εθνικής Οικονομίας, Γεωργίας, Εξωτερικών.

Γεώργιος Παπανδρέου, 1946

Το πέρασμα τού Ανδρέα Μιχαλακόπουλου μές' από την πολιτική ζωή του τόπου έχει αφήσει πίσω του μιάν αυλακιά πολιτισμού που δύσκολα θα χαθούν τα παρηγορητικά σημάδια της στην κοινοβουλευτική μας παράδοση. Δεν ήταν μονάχα το ήθος και η αρχοντιά του ανθρώπου που τον ξεχώριζαν, ήταν ακόμα η πλατειά και πολυμερής μόρφωσίς του, που τον έφερνε πιο σιμά στον πνευματικό κόσμο της Ελλάδος και τον τοποθετούσε άνετα μέσα στην ατμόσφαιρά του.

Στρατής Μυριβήλης, 1947

Τζορτζ Γουάινμπεργκ
1929 – 2017

Ο Αμερικανός ψυχολόγος Τζορτζ Γουάινμπεργκ,ήταν αυτός που στα μέσα της δεκαετίας του 60 επινόησε τον όρο «homophobia» («ομοφοβία» ή «ομοφυλοφοβία») για να περιγράψει τη φοβία πολλών ανθρώπων απέναντι στους ομοφυλόφιλους.

Γεννήθηκε στις 17 Μαΐου 1929 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, από πατέρα δικηγόρο και μητέρα γραμματέα. Αρχικά σπούδασε αγγλική φιλολογία και έμεινε για πάντα «εραστής» των έργων του Σέξπιρ, χρησιμοποιώντας τα για τις ενοράσεις του στην ψυχολογία. Στη συνέχεια σπούδασε μαθηματικά και στατιστική στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αλλά τελικά έκανε νέα στροφή και πήρε το διδακτορικό του στην κλινική ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια.

Άσκησε για χρόνια το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή και έγραψε πολλά βιβλία ψυχολογίας για το ευρύ κοινό μόνος του ή με τη σύζυγό του, ενώ υπήρξε σταθερά ένθερμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων.

Ο Γουάινμπεργκ είχε προσέξει ότι αρκετοί συνάδελφοί του δεν ένιωθαν καθόλου άνετα με ομοφυλόφιλους άνδρες και γυναίκες και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ένα ειδικό τύπο φόβου, που είχε τα τυπικά χαρακτηριστικά μια φοβίας. «Επινόησα τη λέξη ομοφοβία εννοώντας ότι αφορούσε μια φοβία για τους ομοφυλόφιλους. Ένα φόβο που φαινόταν να σχετίζεται με το φόβο της μόλυνσης, ένα φόβο για την υποτίμηση της οικογένειας. Ήταν ένας θρησκευτικός φόβος και είχε οδηγήσει σε μεγάλη βαρβαρότητα, όπως πάντα ο φόβος οδηγεί», είχε κάποτε πει στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης».

Ο Γουάινμπεργκ είχε συζητήσει τις ιδέες του αυτές με τους υπέρμαχους για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων Τζακ Νίκολς και Λιζ Κλαρκ, που χρησιμοποίησαν το νέο όρο «ομοφοβία» σ’ ένα άρθρο που έγραψαν στο περιοδικό «Screw» το Μάιο του 1969. Ήταν η πρώτη φορά που ο όρος αυτός εμφανίσθηκε σε γραπτή μορφή. Λίγους μήνες μετά, το περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας «Time» χρησιμοποίησε τον όρο στο κύριο άρθρο του εξωφύλου του με τίτλο «Ο ομοφυλόφιλος στην Αμερική». Ο ίδιος ο Γουάινμπεργκ χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε δικό του κείμενο τον όρο «ομοφοβία» αργότερα, το 1971, ενώ περιέγραψε εκτενώς το φαινόμενο της ομοφοβίας στο βιβλίο του «Κοινωνία και Υγιής Ομοφυλόφιλος» (1972).

Στην πορεία πάντως, ο όρος «ομοφοβία» υπέστη κριτικές από ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους, επιστήμονες και μη, με το σκεπτικό ότι ναι μεν είναι ένας χρήσιμος όρος ως εργαλείο πολιτικού ακτιβισμού και συνειδητοποίησης της κοινής γνώμης, αλλά δεν στέκει επιστημονικά, καθώς δεν μπορεί να συγκριθεί με τις παράλογες φοβίες των ανθρώπων π.χ. απέναντι στα φίδια ή στα ύψη. Βασικά, είπαν ορισμένοι, τα αισθήματα που μπορεί να γεννάει η ομοφυλοφιλία, είναι κυρίως η αηδία και ο θυμός, παρά ο φόβος. Όμως ο Γουάινμπεργκ ποτέ δεν πείσθηκε από αυτά τα αντεπιχειρήματα και πάντα υποστήριξε ότι η ομοφοβία είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη: μια παράλογη φοβία. Επέμεινε μάλιστα ότι πρέπει ως όρος να συμπεριληφθεί στον επίσημο κατάλογο με τις ψυχικές διαταραχές - κάτι που δεν έχει συμβεί.

Ο Τζορτζ Γουάινμπεργκ πέθανε στις 20 Μαρτίου 2017, σε ηλικία 87 ετών, καταβεβλημένος από τον καρκίνο.

Μένης Κουμανταρέας, έλληνας συγγραφέας. (Θαν. 6/12/2014)
 Βίκυ Μοσχολιού, ελληνίδα λαϊκή τραγουδίστρια. (Θαν. 16/8/2005)

Βίκυ Μοσχολιού
1943 – 2005

Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.

Για να βοηθήσει την οικογένεια της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμα, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα. Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.

Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι Χάθηκε το φεγγάρι στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Είναι η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Τα τρένα που φύγαν, Τα δειλινά, Οι μετανάστες, Τα αρχοντορεμπέτικα είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ' όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.

Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος. Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού. Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που την διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.

Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.

Η Βίκυ Μοσχολιού πέθανε, χτυπημένη από την επάρατο νόσο, στις 16 Αυγούστου του 2005.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Σάντρο Μποτιτσέλι, ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης. (Γεν. 1/3/1445)
Ιωάννης Γεωργιάδης, έλληνας καθηγητής της ιατρικής και χρυσός Ολυμπιονίκης της σπάθης στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. (Γεν. 29/3/1874)
 Ντόνα Σάμερ, αμερικανίδα τραγουδίστρια της ντίσκο. (Γεν. 31/12/1948)

Ντόνα Σάμερ
1948 – 2012

Αμερικανίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία τη δεκαετία του '70 στη χρυσή εποχή της χορευτικής μουσικής ντίσκο, εξού και το προσωνύμιο «βασίλισσα της ντίσκο».

Η ΛαΝτόνα Άντριαν Γκέινς (LaDonna Adrian Gaines), όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1948 στο Ντόρτσεστερ της Βοστώνης, στους κόλπους μιας ευσεβούς πολυμελούς χριστιανικής οικογένειας. Επηρεασμένη από τη Μαχάλια Τζάκσον, ξεκίνησε να τραγουδά σε μικρή ηλικία μουσική γκόσπελ στη χορωδία της ενορίας της.

Στα μαθητικά της χρόνια σχημάτισε διάφορα μουσικά σχήματα, που μιμούνταν τα γυναικεία συγκροτήματα, όπως οι The Supremes και οι Martha and the Vandellas. Όταν στα τέλη της δεκαετίας του '60 άκουσε την Τζάνις Τζόπλιν μαγεύτηκε από τη φωνή και τα τραγούδια της και αποφάσισε να εγκαταλείψει το σχολείο, πεπεισμένη ότι η μουσική ήταν ένας τρόπος διαφυγής από τη Βοστώνη, όπου ανέκαθεν αισθανόταν παρείσακτη, ακόμη και ανάμεσα στα μέλη της οικογενείας της, που τη λοιδορούσαν για τη φωνή και τις εμφανίσεις της.

Το 1968 διεκδίκησε τη συμμετοχή της στο μιούζικαλ Hair, αλλά έχασε τον ρόλο της Σίλα από τη Μέλμπα Μουρ. Όταν το έργο παρουσιάστηκε στην Ευρώπη, η Ντόνα Σάμερ (Donna Summer) κέρδισε τον ρόλο και μετακόμισε στη Γερμανία, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια. Το 1971 κυκλοφόρησε το πρώτο της σινγκλ με το πραγματικό της όνομα, μια διασκευή του τραγουδιού Sally Go ‘Round the Roses’, το οποίο πέρασε απαρατήρητο.

Το 1972 παντρεύτηκε τον αυστριακό ηθοποιό Χέλμουτ Ζόμερ, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Μίμι Ζόμερ, το 1973. Το ζευγάρι χώρισε σύντομα, εξαιτίας του δεσμού της Σάμερ με τον γερμανό ζωγράφο και μελλοντικό της σύντροφο Πέτερ Μιλντόρφερ. Κράτησε, όμως, το επίθετο του πρώην συζύγου της και το αγγλοποίησε σε Σάμερ.

Το 1973, όταν έκανε φωνητικά για το ποπ συγκρότημα των Three Dog Night, γνωρίστηκε με τον παραγωγό Τζόρτζιο Μοροντέρ (από τους πρωτεργάτες της ντίσκο), ο οποίος την έπεισε να υπογράψει στην εταιρεία Groovy Records. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τίτλο Lady of the Night, που γνώρισε περιορισμένη επιτυχία στην Ευρώπη, με το τραγούδι The Hostage.

To 1975 γνώρισε την πρώτη της μεγάλη επιτυχία, με το τραγούδι Love You Love You Baby, ένα ερωτικό τραγούδι με στεναγμούς και βογκητά, που πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί αρνήθηκαν να παίξουν. Η ιδέα της Σάμερ να το ερμηνεύσει στο ύφος της Μέριλιν Μονρόε αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη, όπως και η ιδέα του ιδιοκτήτη της Casablanca Records, Νιλ Μπόγκαρτ, να το προωθήσει στη Βόρειο Αμερική μέσω των ντισκοτέκ, σε μια 17λεπτη έκδοση.

Τα επόμενα χρόνια η επιτυχία της Σάμερ συνεχίστηκε με τα τραγούδια I Feel Love (1977), MacArthur Park (1978), Heaven Knows (1978), Last Dance (1978), Hot Stuff (1979), Bad Girls (1979) και No More Tears (Enough is Enough) ντουέτο με την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ (1979). Το 1978 παντρεύεται για δεύτερη φορά τον τραγουδιστή Μπρους Σουντάνο, με τον οποίο απέκτησε δύο κορίτσια, την Μπρούκλιν και την Αμάντα. Προηγουμένως είχε χωρίσει με επεισοδιακό τρόπο από τον σύντροφό της Πέτερ Μιλντόρφερ.

Το 1980 κάνει στροφή στην καριέρα της. Εγκαταλείπει την ντίσκο για ένα πιο «νιου γουέιβ» ήχο, με ροκ στοιχεία, στο άλμπουμ της Τhe Wanderer, που γίνεται χρυσό. Συνεχίζει να γνωρίζει επιτυχία με τα τραγούδια She Works Hard for the Money (1983), Unconditional Love (1983), Love Has a Mind of Its Own (1984), Dinner with Gershwin (1987), This Time I Know It’s for Real (1989) και When Love Cries (1991).

Το 2008 κυκλοφορεί το πρώτο της άλμπουμ εδώ και 17 χρόνια, με ολοκληρωτικά καινούριο υλικό, με τίτλο Crayons. Φθάνει στο Νο17 του αμερικάνικου πίνακα επιτυχιών (η υψηλότερη θέση από το 1983) και τρία τραγούδια από το άλμπουμ (I'm a Fire, Stamp Your Feet, Fame (The Game)) ανεβαίνουν στην κορυφή του αμερικανικού χορευτικού τσαρτ.

Στη μακρόχρονη καριέρα της η Ντόνα Σάμερ κέρδισε πέντε βραβεία Γκράμι, ενώ ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που είχε τρία συνεχόμενα διπλά άλμπουμ στην πρώτη θέση του αμερικάνικου πίνακα επιτυχιών. Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 τραγούδησε κατά τη διάρκεια της απονομής του  βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη στον αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα στο Όσλο της Νορβηγίας.

Η Ντόνα Σάμερ τα τελευταία χρόνια έπασχε από καρκίνο. Βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Κι Γουέστ της Φλώριδας στις 17 Μαΐου 2012, σε ηλικία 63 ετών.

πηγη: www.sansimera.gr

     
    © Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου