Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 21 Ιούν 2018
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:01 – Δύση Ήλιου: 20:52

Σαν Σήμερα...

Οι Έλληνες συντρίβουν τους Βούλγαρους στη μάχη Κιλκίς - Λαχανά, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος


Ένοπλη σύγκρουση, που διεξήχθη από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 (28 Ιουλίου η τυπική λήξη της με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) κατά κύριο λόγο στα εδάφη της απελευθερωμένης από του Οθωμανούς Μακεδονίας, μεταξύ των πρώην συμμάχων του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 - 30 Μαΐου 1913). Αντιμέτωποι τέθηκαν από την μία πλευρά η Βουλγαρία και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε από την ταχύτητα διεξαγωγής του και τη σκληρότητα των μαχών του.

Προτού λήξει ακόμη ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία πίστευε ότι ήταν «ριγμένη» στη μοιρασιά έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια -συχνά αιματηρά- εναντίον Σέρβων και Ελλήνων στη Μακεδονία. Σε σχέση με τη χώρα μας αμφισβητούσε ανοιχτά την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας. Κάθε πρόταση φιλικής διευθέτησης των διαφορών τους με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία συναντούσαν την αδιαλλαξία της, την οποία υπέθαλπε για τους δικούς της λόγους η Αυστροουγγαρία.

Για να αντιμετωπίσουν της διαφαινόμενη βουλγαρική απειλή, η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στις 19 Μαΐου 1913 στη Θεσσαλονίκη, συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας. Το κείμενο της συνθήκης έφερε τις υπογραφές του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βελιγράδι Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου και του πρεσβευτή της Σερβίας στην Αθήνα, Ματία Μπόσκοβιτς. Μετά τη συνθήκη αυτή, που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης», Ελλάδα και Σερβία βρίσκονταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες του τσάρου της Ρωσίας Νικόλαου Β' να βρει σημεία προσέγγισης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία απέτυχαν, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας προς τις δύο χώρες (Ελλάδα και Σερβία), που θα απέβαινε υπέρ της Βουλγαρίας.

Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κατά των ελληνικών πληθυσμών και οι συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913. Η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε τη διακοίνωση, αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου διέταξε τα στρατεύματά της να επιτεθούν κατά των ελληνικών αποσπασμάτων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ (σημερινό Στιπ της ΠΓΔΜ). Την επομένη, οι Βούλγαροι κατέλαβαν από τους Σέρβους τη Γευγελή (Γκεβγκλίγια της ΠΓΔΜ) στην κοιλάδα του Αξιού, με σκοπό να αποκόψουν την επαφή σερβικών και ελληνικών στρατευμάτων.

Η αντίδραση της Ελλάδας και της Σερβίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η Ελλάδα με αρχηγό τον βασιλιά Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρέταξε στα πεδία των μαχών 119.000 άνδρες, που στελέχωναν 10 μεραρχίες Πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού. Η Σερβία, με αρχηγό τον βασιλιά Πέτρο και επιτελάρχη τον βοεβόδα Ράντομιρ Πούτνικ, παρέταξε 260.000 άνδρες, από τους οποίους οι 12.000 ήταν η συνεισφορά του Μαυροβούνιο. Ο Βουλγαρικός στρατός αριθμούσε 576.000 άνδρες και τον διοικούσε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σάβοφ και επιτελάρχη τον στρατηγό Ιβάν Φίτσεφ.

Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο βασιλιά Κωνσταντίνο να αναληφθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο μέτρο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις στρατωνιζόμενες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία ύστερα από ολονύκτια συμπλοκή τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης στοίχισε στις ελληνικές δυνάμεις 18 νεκρούς και 17 τραυματίες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ανήλθαν σε 60 νεκρούς, 17 τραυματίες και 1.360 αιχμαλώτους.

Ο κύριος στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της οχυράς βουλγαρικής γραμμής Κιλκίς - Λαχανά - Δοϊράνης, που εάν επιτυγχάνετο θα σήμαινε την οριστική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ελληνικός στρατός προήλασε ταχύτατα και κατατρόπωσε του Βουλγάρους στις μάχες Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου 1913). Στις 20 Ιουνίου η Χ Μεραρχία κατέλαβε τη Γευγελή, η οποία άλλαξε χέρια για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο. Η καθοριστική ήττα των Βουλγάρων στο Κιλκίς προκάλεσε την αντικατάσταση του στρατηγού Σάβοφ με τον στρατηγό Ράτκο Ντιμιτρίεφ.

Οι Βούλγαροι έχοντας απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποχώρησαν προς τη Στρώμνιτσα (σημερινή Στρούμιτσα της ΠΓΔΜ) και τις Σέρρες, διαπράττοντας φοβερά εγκλήματα κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η Νιγρίτα, οι Σέρρες και το Δοξάτο ήταν οι πόλεις που έζησαν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων και έπαθαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Οι Έλληνες συνέχισαν την καταδίωξη των Βουλγάρων και μετά τις μάχες της Δοϊράνης (22 - 23 Ιουνίου), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και του Ντεμίρ Χισάρ (σημερινό Σιδηρόκαστρο, 27 Ιουνίου), κατέλαβαν τις Σέρρες (28 Ιουνίου) και τη Δράμα (1 Ιουλίου).

Ο Ελληνικός Στρατός στην Κρέσνα

Η προέλαση του ελληνικού στρατού επιβραδύνθηκε στα στενά της Κρέσνας (7 - 10 Ιουλίου). Η μάχη υπήρξε φονικότατη και έληξε με νίκη των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν τώρα επί βουλγαρικού εδάφους. Μία άλλη αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεφγκραντ), η οποία έληξε στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της ανακωχής και της λήξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη μάχη της Τζουμαγιάς έχασε τη ζωή του ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, ένας από τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.

Η VIII Μεραρχία προήλασε στη Θράκη και κατέλαβε προσωρινά την Ξάνθη (13 Ιουλίου) και την Γκιουμουλτζίνα (σημερινή Κομοτηνή, 16 Ιουλίου). Μεγάλη συμμετοχή στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο είχε και το ελληνικό ναυτικό, που κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και προσωρινά το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη, 12 Ιουλίου). Αντίθετα, η νεοσύστατη ελληνική αεροπορία είχε μηδενική δράση, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος, λόγω βλαβών, τις οποίες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου.

Από την πλευρά του, ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε τους Βουλγάρους σε σειρά μαχών, με κυριότερη αυτή της Μπρεγκαλνίτσα (17 - 26 Ιουνίου) και τους απώθησε προς Ανατολάς στα παλαιά τους σύνορα. Στις 27 Ιουνίου 1913 μπήκε στο χορό και η Ρουμανία, η οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Νότια Δοβρουτσά. Δύο ημέρες αργότερα, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη δεινή θέση της Βουλγαρίας τής κηρύσσει τον πόλεμο και ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη στις 9 Ιουλίου 1913.

Στις 18 Ιουλίου 1913, την ημέρα που ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ζήτησε και πέτυχε ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν βαθιά μέσα στο βουλγαρικό έδαφος, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη Σόφια, ενώ ο ρουμανικός στρατός απείχε 40 χιλιόμετρα από τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την κατάληψη της Σόφιας, αλλά τελικά, λόγω της σερβικής αδράνειας και της κοπώσεως του στρατού, πείστηκε στην αποδοχή της ανακωχής από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η συνέχεια ανήκει στη διπλωματία. Η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία τάχθηκαν με το πλευρό της Βουλγαρίας, Γαλλία και Γερμανία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, που συνοψίζονταν στην επέκταση των ελληνικών συνόρων στη γραμμή Μάκρης - Πέρελικ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. Αγγλία και Ιταλία κράτησαν επιφυλακτική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφτηκε τελικά από τους εμπολέμους (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο από τη μία πλευρά και Βουλγαρία από την άλλη) η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε και τυπικά ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος και η οποία προέβλεπε:

  • Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται από τα σερβοβουλγαρικά στο όρος Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου.
  • Η Βουλγαρία διατηρεί το Μελένικο και το Νευροκόπι στη Β.Α. Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη μέχρι το λιμάνι του Ντεντέαγατς. Έτσι, ένα προαιώνιο όνειρο των Βουλγάρων για έξοδο στο Αιγαίο έγινε πραγματικότητα, έστω για μικρό χρονικό διάστημα.
  • Η Ρουμανία λαμβάνει το τετράγωνο Σιλιστρίας - Τουτουκάιας - Μπαλτσίκ.
  • Τα σερβοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται στη γραμμή του Άνω Αξιού.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με χωριστή συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, μετά των 40 Εκκλησιών και της Αδριανούπολης.

Η χώρα μας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο, με 5.851 νεκρούς, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοουμένους. Συνολικά, οι Βουλγαρικές απώλειες έφθασαν τους 65.927 άνδρες (νεκρούς ή τραυματίες) και οι συμμαχικές, συμπεριλαμβανομένων Οθωμανών και Ρουμάνων τις περίπου 91.000 άνδρες. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα έβαζε και πάλι σε πολεμικές περιπέτειες τα βαλκανικά κράτη.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
  Ο Δούκας του Ουέλινγκτον, επικεφαλής αγγλικής δύναμης, νικά τον Ιωσήφ Βοναπάρτη και τους Γάλλους στη Μάχη της Βιτόρια και τους εκδιώκει από την Ιβηρική Χερσόνησο. Ο Μπετόβεν χαιρετίζει το γεγονός, γράφοντας τη σύνθεση «Wellington’s Victory, op. 91».

Η Μάχη της Βιτόρια

Η πιο αποφασιστική μάχη του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (1807-1814), όπως τον αποκαλούν οι Ισπανοί, που ανάγκασε τον Ναπολέοντα να εγκαταλείψει οριστικά την Ιβηρική Χερσόνησο. Διεξήχθη στις 21 Ιουνίου του 1813 κοντά στην πόλη Βιτόρια, στη Χώρα των Βάσκων.

Στο πεδίο της μάχης βρέθηκαν αντιμέτωποι από τη μία πλευρά ο προελαύνων συμμαχικός στρατός Ισπανών, Πορτογάλων και Βρετανών, με επικεφαλής τον Άρθουρ Γουέλσλι, πρώτο Δούκα του Ουέλινγκτον και από την άλλη πλευρά ο γαλλικός στρατός υπό τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, τον μεγαλύτερο αδελφό του Ναπολέοντα, που είχε επωφεληθεί από τις δυναστικές διαμάχες στην Ισπανία και είχε χρισθεί βασιλιάς. Οι σύμμαχοι παρέταξαν 72.000 άνδρες και 90 κανόνια και οι Γάλλοι 57.000 άνδρες και 150 κανόνια.

Ο γαλλικός στρατός βρισκόταν σε πορεία διαρκούς υποχώρησης στην Ιβηρική και με ηθικό διαρκώς μειούμενο. Το 1812 είχε εκκενώσει τη Μαδρίτη μετά την ήττα του στη Μάχη της Σαλαμάνκα, ενώ την ίδια χρονιά η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία είχε εξελιχθεί σε μεγάλο φιάσκο.

Ο Ιωσήφ Βοναπάρτης και ο στρατηγός του Ζαν-Μπατίστ Ζουρντάν παρέταξαν σε θέση άμυνας τις δυνάμεις τους στην κοιλάδα της Βιτόρια, που περιτριγυριζόταν από βουνά και προστατευόταν από τον ποταμό Θαδόρα. Στις 8 το πρωί της 21ης Ιουνίου 1813 οι σύμμαχοι επιτέθηκαν σε όλο το εύρος του μετώπου. Διάβηκαν τον ποταμό από τις μικρές γέφυρες που υπήρχαν κατά μήκος του και ανάγκασαν το κέντρο και το αριστερό του γαλλικού στρατού να υποχωρήσουν για να προστατεύσουν την πόλη της Βιτόρια. Μέχρι το απόγευμα και το δεξιό του γαλλικού στρατού αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αν και πολέμησε γενναία.

Η υποχώρηση των Γάλλων έγινε εν πολλοίς με άτακτο τρόπο. Στο πεδίο της μάχης άφησαν σχεδόν όλο το πυροβολικό τους και μεγάλες ποσότητες πολύτιμου υλικού, που ανήκε στον Ιωσήφ Βοναπάρτη, αξίας 1 εκατομμυρίου λιρών (125 εκατομμύρια ευρώ με σημερινές τιμές). Οι Βρετανοί στρατιώτες άρχισαν το πλιάτσικο, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Γουέλινγκτον, που ζήτησε την ανάκλησή τους στην Αγγλία.

Οι απώλειες των συμμάχων ήταν 5.158 νεκροί και τραυματίες (3.675 Βρετανοί, 921 Πορτογάλοι και 562 Ισπανοί) και των Γάλλων 8.000 νεκροί, τραυματίες και αιχμάλωτοι.

Μετά την ήττα τους στη Βιτόρια, οι Γάλλοι εγκατέλειψαν οριστικά την Ιβηρική Χερσόνησο, ενώ ο Γουέλινγκτον συνέχισε την καταδίωξή τους μέσα στο γαλλικό έδαφος, συμβάλλοντας με τις δυνάμεις του στην τελική πτώση του Ναπολέοντα το 1815.

Η Μάχη της Βιτόρια αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Μπετόβεν, ο οποίος ύμνησε τη νίκη του Γουέλινγκτον στο έργο του Η νίκη του Γουέλινγκτον, έργο 91.


Ένα γιαπωνέζικο υποβρύχιο επιχειρεί μέσα στο έδαφος των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναδύεται στην επιφάνεια και βάλλει με 17 οβίδες κατά του οχυρού Στίβενς, που κατοπτεύει το στόμιο του ποταμού Κολάμπια στο Όρεγκον, προκαλώντας ελαφρές ζημίες.

Ο «Άξων» στο έδαφος των ΗΠΑ

Ιαπωνικό υδροπλάνο Yokosuka E14Y

Ιαπωνικό υδροπλάνο Yokosuka E14Y

Οι επιθέσεις των δυνάμεων του Άξονα κατά του ηπειρωτικού εδάφους των ΗΠΑ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμος ήταν σπάνιες και με μηδαμινά αποτελέσματα, εξαιτίας της γεωγραφικής τους απόστασης από τα θέατρα των επιχειρήσεων σε Ασία και Ευρώπη. Η πολύνεκρη επίθεση στο Περλ Χάρμπορ (7 Δεκεμβρίου 1941), δεν θα μας απασχολήσει εδώ, επειδή σημειώθηκε στη νήσο Χαβάη, που εκείνη την εποχή δεν είχε το καθεστώς της Πολιτείας και βρισκόταν πλησιέστερα προς τις ιαπωνικές ακτές.

Οι Γιαπωνέζοι υπήρξαν πιο δραστήριοι από τους Γερμανούς στον τομέα αυτό και επιχείρησαν με διάφορους τρόπους να πλήξουν το ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ. Στις 23 Φεβρουαρίου 1942, το υποβρύχιο Ι-17 έβαλε κατά ενός πετροχημικού εργοστασίου στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας. Αν και οι ζημιές ήταν ελάχιστες, ο καπετάνιος του υποβρυχίου Νισίνο Κόζο ανέφερε στους προϊσταμένους του ότι η Σάντα Μπάρμπαρα φλέγεται. Οι ζημιές στο εργοστάσιο εκτιμήθηκαν σε μόλις 500 δολάρια.

Στις 21 Ιουνίου 1942, το ιαπωνικό υποβρύχιο Ι-26 υπό τον πλωτάρχη Ταγκάμι Μέιτζι αναδύθηκε στο δέλτα του ποταμού Κολούμπια και βομβάρδισε με οβίδες το στρατόπεδο Φορτ Στίβενς στο Όρεγκον, προκαλώντας ασήμαντες ζημιές στο γήπεδο μπέιζμπολ του στρατοπέδου. Κοντά στην περιοχή αυτή δύο μήνες αργότερα (9 Σεπτεμβρίου 1942) σημειώθηκε η πρώτη αεροπορική επίθεση σε αμερικανικό έδαφος. Ιαπωνικό υδροπλάνο τύπου Γιοκοσούκα Ε14Υ, με κυβερνήτη τον Νομπούο Φουτζίτα, έριξε 80 κιλά εμπρηστικών βομβών σε δασική έκταση στο βουνό Μάουντ Έμιλι, προκαλώντας ασήμαντες ζημιές. Η επίθεση επαναλήφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1942, με πενιχρά και πάλι αποτελέσματα.

Ιαπωνικό εμπρηστικό αερόστατο

Πιο σοβαρή ήταν η επίθεση με εμπρηστικά αερόστατα από το Νοέμβριο του 1944 έως τον Απρίλιο του 1945. Οι Γιαπωνέζοι εξαπέλυσαν 9.000 εμπρηστικά αερόστατα, επωφελούμενοι ενός αεροστρόβιλου του Ειρηνικού. Πίστευαν ότι αυτά θα εκραγούν στην αμερικάνικη ενδοχώρα και θα προκαλέσουν σημαντικές ζημιές κυρίως σε δάση και οικίες. Μόνο 300 κατόρθωσαν να φθάσουν στον προορισμό τους. Οι ζημιές ήταν μικρές, αλλά έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πέντε παιδιά, επειδή τα εξέλαβαν ως παιγνίδια και μία γυναίκα από την περιέργειά της.

Οι Γερμανικές επιθέσεις έμειναν σχεδόν όλες στο στάδιο της απόπειρας. Επρόκειτο για περιπτώσεις σαμποτάζ. Μία ομάδα κατασκόπων, που δρούσε πριν από την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, συνελήφθη από πράκτορες του FBI στις 29 Ιουνίου 1942 στη Νέα Υόρκη. Τα 33 μέλη της μοιράσθηκαν 300 χρόνια φυλακής.

Η δεύτερη προσπάθεια για σαμποτάζ στο έδαφος των ΗΠΑ έγινε το ίδιο διάστημα από άνδρες της Abwehr (Γερμανική Κατασκοπεία και Αντικατασκοπεία) του Φον Κανάρις, υπό την κωδική ονομασία Επιχείρηση Παστόριους. Στις 12 Ιουνίου 1942, το γερμανικό υποβρύχιο U-202 αποβίβασε στη Νέα Υόρκη μία τετραμελή ομάδα σαμποτέρ υπό τον Γκέοργκ Ντας, με διαταγή να ανατινάξει το υδροηλεκτρικό φράγμα του Νιαγάρα και άλλα εργοστάσια κοινής ωφελείας. Πέντε μέρες αργότερα, το υποβρύχιο U-584 αποβίβασε μια άλλη τετραμελή ομάδα σε ακτή της Φλώριδας, με σκοπό το σαμποτάζ σε δίκτυα υποδομών. Και οι 8 άνδρες της Abwehr έγιναν αντιληπτοί από την Ακτοφυλακή και συνελήφθησαν, δίνοντας πολύτιμα στοιχεία στους Αμερικανούς για τα σχέδια εισβολής του Χίτλερ στις ΗΠΑ.

Ο χημικός κολοσσός Dow Chemical κατασκευάζει την πρώτη πρακτική συσκευή αφαλάτωσης θαλάσσιου ύδατος.
Η Βραζιλία νικά την Ιταλία με 4-1 στο «Αζτέκα» της Πόλης του Μεξικού και κατακτά το 9ο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου.
Οι ευρωκομουνιστές του Ενρίκο Μπερλίνγκουερ κερδίζουν τις εκλογές στην Ιταλία.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Ζαν Πολ Σαρτρ, γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, που αρνήθηκε να παραλάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας που του απονεμήθηκε το 1964. (Θαν. 15/4/1980)

Βασίλης Παπακωνσταντίνου, έλληνας τραγουδιστής, ο επονομαζόμενος και «Μπρους Σπρίνγκστιν της Ελλάδας».

Θάνατοι

 


μ.Χ.
 Νικολό Μακιαβέλι, πολιτικός στοχαστής από τη Φλωρεντία, που δίδαξε την άσκηση της πολιτικής εξουσίας χωρίς ηθικούς φραγμούς. (Γεν. 3/5/1469)

Νικολό Μακιαβέλι
1469 – 1527

Πολλοί τον θεωρούν ως τον πατέρα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης, άλλοι τον έχουν χαρακτηρίσει ως ένα κυνικό κτήνος, ταυτίζοντας το όνομά του με τη διαφθορά και τον αυταρχισμό.

Ο Νικολό ντι Μπερνάρντο ντι Μακιαβέλι (Niccolò di Bernardo dei Machiavelli), γεννήθηκε στη Φλωρεντία στις 3 Μαΐου του 1469. Την εποχή εκείνη, η Ιταλία ήταν διαιρεμένη σε ανταγωνιζόμενες πόλεις-κράτη –μεταξύ των οποίων και η Ρώμη υπό τον Πάπα– και αντιμετώπιζε τις συνεχείς επεμβάσεις των ισχυρότερων της Ευρώπης. Από μικρός ο Μακιαβέλι ένιωσε μια έντονη έλξη για την πολιτική και παρακολουθούσε από κοντά τον μεταρρυθμιστή και δικτάτορα της Φλωρεντίας Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα. Όταν το 1498 αυτός εκτελέστηκε για την κριτική που άσκησε στον Πάπα Αλέξανδρο VI, ο Μακιαβέλι εισήλθε στα κυβερνητικά κλιμάκια ως γραμματέας και γρήγορα αναρριχήθηκε στην ιεραρχία.

Του ανατέθηκαν σημαντικές διπλωματικές αποστολές, για τις οποίες ταξίδεψε σ’ όλη την Ευρώπη και συναντήθηκε με αρκετές από τις μεγαλύτερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του, ανάμεσά τους ο Πάπας και ο βασιλιάς της Γαλλίας. Τις μεγαλύτερες επιρροές τις δέχθηκε, όμως, από τον Καίσαρα Βοργία, έναν πανούργο και σκληρό άνθρωπο, εκ των ηγετών της παπικής πολιτείας. Ο Μακιαβέλι δεν συμφωνούσε με τις τακτικές του, ωστόσο πίστευε ότι με έναν κυβερνήτη σαν τον Βοργία οι Φλωρεντινοί θα μπορούσαν να ενώσουν την Ιταλία, κάτι που αποτελούσε όνειρο και στόχο του σ’ όλη τη ζωή του.

Το 1512, οι Μέδικοι επανήλθαν στην εξουσία, ανατρέποντας το δημοκρατικό καθεστώς, με τη βοήθεια των ισπανικών στρατευμάτων. Ο Μακιαβέλι απολύθηκε, υπέστη βασανιστήρια ως εχθρός τους και για μικρό διάστημα φυλακίστηκε. Κατόπιν αποσύρθηκε στο μικρό κτήμα του, λίγο έξω από τη Φλωρεντία, και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να επανέλθει στην πολιτική δράση. Την περίοδο της αναγκαστικής αργίας του, μελέτησε κλασικούς συγγραφείς και ιστορία, ιδίως της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Στη συνέχεια συνδύασε τις εμπειρίες και τα διαβάσματά του και συνέγραψε σειρά βιβλίων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου, αλλά και θεατρικά έργα.

Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο Μακιαβέλι καταπιάστηκε με τη συγγραφή ήταν η ελπίδα του ότι τα βιβλία του θα τον βοηθούσαν να επανέλθει στην πολιτική σκηνή της Φλωρεντίας. Αυτόν τον σκοπό ο Μακιαβέλι δεν τον πέτυχε, αλλά τουλάχιστον ένα από αυτά τα έργα ξεπέρασε κατά πολύ τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του συγγραφέα του και του χάρισε την αθανασία. Ο «Ηγεμόνας» (Il principe), που γράφτηκε το 1513, επρόκειτο, τους κατοπινούς αιώνες, να καταστεί το εγκόλπιο αμέτρητων πολιτικών ανδρών αλλά και στοχαστών γενικότερα και να ασκήσει βαθιά επίδραση στις πολιτικές εξελίξεις όλων των εποχών.

«Το χάσμα ανάμεσα στο πώς θα έπρεπε να ζει κανείς και στο πώς πραγματικά ζει» έγραφε ο Μακιαβέλι «είναι τόσο μεγάλο, ώστε ο άνθρωπος που αμελεί αυτό που πραγματικά γίνεται προς χάριν αυτού που θα έπρεπε να γίνεται παίρνει το δρόμο προς την αυτοκαταστροφή και όχι προς την αυτοσυντήρηση». Επιτυχημένος ηγεμόνας, κατά τον Μακιαβέλι, είναι ο προικισμένος με αρετή (virtu, με τη σημασία της δύναμης και της ικανότητας προσαρμογής) και αυτός που ξέρει να αδράχνει τις ευκαιρίες που του προσφέρει η τύχη. Ο επιτυχημένος ηγεμόνας καθοδηγείται όχι από το θρησκευτικό δόγμα ή από τα ηθικά παραγγέλματα, αλλά από την αυστηρά ωφελιμιστική επιλογή των μέσων που είναι κατάλληλα για τους σκοπούς του. Μπορεί να χειραγωγεί τους νόμους που διέπουν την πολιτική συμπεριφορά και να διαμορφώνει την πορεία των γεγονότων, σύμφωνα με τα σχέδιά του.

Ο Ηγεμόνας απέκτησε θερμούς θαυμαστές, μεταξύ των οποίων πολλές ιστορικές προσωπικότητες όλων των εποχών, όπως ο Ερρίκος H’ ή ο Ζαν Ζακ Ρουσό, αλλά και ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι. Επέσυρε όμως και σφοδρές επικρίσεις για κυνισμό, καιροσκοπισμό και πανουργία, και οι κατακριτέες απόψεις αυτού του βιβλίου συμπυκνώνονται στον τόσο αρνητικό όρο «μακιαβελισμός», τον οποίο έπλασαν οι Γάλλοι και με τον οποίο κανένας πολιτικός δεν θα ήθελε να τον συσχετίζουν. Ο «Ηγεμόνας» περιλήφθηκε στον Κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Πικραμένος και απογοητευμένος, ο Νικολό Μακιαβέλι πέθανε στις 21 Ιουνίου του 1527.


Γκίντιον Σούντμπακ, αμερικανοσουηδός ηλεκτρομηχανολόγος, με καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη και εξέλιξη του φερμουάρ. (Γεν. 24/4/1880)
Τζον Λι Χούκερ, αμερικανός μπλουζίστας. (Γεν. 22/8/1917)

Χρήστος Νέγκας
1936 – 1981

Έλληνας ηθοποιός του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης.

Ο Χρήστος Νέγκας γεννήθηκε το 1936 στη Ζάκυνθο. Σπούδασε στις σχολές του Θεάτρου Τέχνης και του Κωστή Μιχαηλίδη. Την πρώτη του εμφάνιση στο σανίδι την έκανε στο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού «Κόκκινα Φανάρια», που σκηνοθέτησε το 1961 ο Αλέξης Δαμιανός και στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο το 1979, στο θεατρικό έργο του Νίκου Τσιφόρου «Σταυροφορία».

Στη μεγάλη οθόνη πρωτοεμφανίσθηκε το 1960 στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη «Το αγρίμι». Έπαιξε συνολικά σε 36 ταινίες και διακρίθηκε, κυρίως, σε ρόλους δραματικούς. Το 1966 κράτησε ένα μικρό ρόλο στην ελληνογαλλική παραγωγή «Ο Μαιγκρέ στην πιο μεγάλη του υπόθεση» («Une balle au coeur» ο πρωτότυπος τίτλος της).

Ο Χρήστος Νέγκας ασχολήθηκε και με τα κοινά των ηθοποιών. Τον Απρίλιο του 1981 εξελέγη ως ανεξάρτητος στο Δ.Σ. του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, όντας μέλος της κλαδικής των ηθοποιών της Νέας Δημοκρατίας. Παράλληλα με το κύριο επάγγελμά του διατηρούσε και διαφημιστικό γραφείο.

Ο Χρήστος Νέγκας πέθανε, ενώ κολυμπούσε στην παραλία της Αναβύσσου, στις 21 Ιουνίου 1981, σε ηλικία 45 ετών. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή.

Σχετικά

  • Κόρη του Χρήστου Νέγκα είναι η γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός Αθηναΐς Νέγκα (γεν. 1974).
  • Ο δημοτικός θερινός κινηματογράφος της Ζακύνθου φέρει το όνομά του.

Φιλμογραφία

  • Το αγρίμι (1960)
  • Χίλιες παρά μια νύχτες (1960)
  • Ο μπαμπάς μου κι εγώ (1963)
  • Άπονη ζωή (1964)
  • Έκλαψα πικρά για σένα (1964)
  • Η μοδιστρούλα (1964)
  • Κάτι να καίει (1964)
  • Ο πολύτεκνος (1964)
  • Η δική σου μοίρα με σέρνει (1964)
  • Ορφανή στους πέντε δρόμους (1964)
  • Παιδί μου δεν αμάρτησα (1964)
  • Φεύγω με πίκρα στα ξένα (1964)
  • Πόνεσα πολύ για σένα (1964)
  • Η μοίρα μιας ορφανής (1965)
  • Το φυλαχτό της μάνας (1965)
  • Ο ουρανοκατέβατος (1965)
  • Κατάρα με δέρνει βαριά (1965)
  • Κλαίω και σ' αναζητώ (1965)
  • Φτωχολογιά (1965)
  • Une balle au coeur («Ο Μαιγκρέ στην πιο μεγάλη του υπόθεση», 1966)
  • Παράνομοι πόθοι (1966)
  • Αγάπη που δε σβήνει ο χρόνος (1966)
  • Αχάριστη (1966)
  • Εμείς οι αμαρτωλοί (1966)
  • Επιχείρηση Δούρειος Ίππος (1966)
  • Αντίζηλοι (1967)
  • Ο μεθύστακας του λιμανιού (1967)
  • Αντίο για πάντα (1967)
  • Δακρυσμένα μάτια (1967)
  • Καρδιές που ξέρουν ν’ αγαπούν (1967)
  • Τόσα όνειρα στους δρόμους (1968)
  • Για την τιμή και τον έρωτα (1969)
  • Η κραυγή μιας αθώας (1969)
  • Πληγωμένα νιάτα (1969)
  • Η μεγάλη Ανάσταση (1969)
  • Δώστε τα χέρια (1971)
  • Αέρα, αέρα, αέρα (1972)
  • Το χαμόγελο της Πυθίας (1979)

Τηλεοπτικές εμφανίσεις

  • Ξενοδοχείο ο 7ος ουρανός (1972, ΕΙΡΤ)
  • Κουσούρης (1973, ΥΕΝΕΔ)
  • Κρουαζιερόπλοιο (1973, ΕΙΡΤ)
  • Εύθυμες Νότες (1974, ΥΕΝΕΔ)
  • Φάκελος 38 (1978, ΕΡΤ)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου