Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 19 Ιούν 2018
Τρίτη 19 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 19 Ιουνίου 2018Τρίτη 19 Ιουνίου 2018Τρίτη 19 Ιουνίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:00 – Δύση Ήλιου: 20:52

Σαν Σήμερα...

φωτο: Η Μάχη του Κιλκίς, λιθογραφία του Σωτήρη Χρηστίδη (1858-1940)

Ελληνοβουλγαρική ένοπλη σύγκρουση σε τρεις τομείς, κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου. Η έκβασή της υπέρ των ελληνικών όπλων, άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας και σηματοδότησε την κατάρρευση των βουλγαρικών φιλοδοξιών για την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης. Η μάχη του Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά είναι περισσότερο γνωστή ως Μάχη του Κιλκίς - Λαχανά.

Κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, οι Βούλγαροι κατέλαβαν το Κιλκίς (Κουκούς, όπως το ονόμαζαν) στις 26 Οκτωβρίου 1912, την ημέρα που ο ελληνικός στρατός έμπαινε νικηφόρα στη Θεσσαλονίκη. Σκόπευαν να το χρησιμοποιήσουν ως ορμητήριο των επιχειρήσεών τους στη Μακεδονία και ειδικότερα για την πραγματοποίηση του μεγάλου τους ονείρου, την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Το Κιλκίς κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα ήταν άντρο κομιτατζήδων, ενώ στην πόλη είχαν απομείνει μόνο 30 ελληνικές οικογένειες.

Από την ημέρα της κατάληψή του, οι Βούλγαροι πραγματοποίησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο οχυρωματικών έργων και δημιούργησαν μία αμυντική γραμμή που εκτεινόταν από το Καλίνοβο (σήμερα Σουτογιαννέικα Κιλκίς) μέχρι το χωριό Λαχανάς στα βόρεια του σημερινού Νομού Θεσσαλονίκης. Ειδικά τα οχυρωματικά έργα στην περιοχή του Κιλκίς είχαν ανάπτυγμα γύρω στα 10 χιλιόμετρα και βάθος έξι χιλιόμετρα.

Το ελληνικό επιτελείο, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό της 16ης Ιουνίου, αποφάσισε να επικεντρώσει την κύρια επιθετική του ενέργεια στη γραμμή Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά. Αν κατόρθωνε να εκπορθήσει τη βουλγαρική αμυντική γραμμή, ο δρόμος προς την κοιλάδα του Στρυμώνα και τις Σέρρες ήταν ανοιχτός. Διαφορετικά διακυβευόταν η τύχη της Θεσσαλονίκης και των ελληνικών κατακτήσεων στη Μακεδονία.

Μάχη στο Λαχανά

Η ελληνική επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί της 19ης Ιουνίου 1913, σύμφωνα με το επιτελικό σχέδιο. Η 1η Μεραρχία με διοικητή τον αντιστράτηγο Μανουσογιαννάκη και η 6η Μεραρχία με διοικητή τον συνταγματάρχη Δελαγραμάτικα ενήργησαν επίθεση στον ορεινό τομέα του Λαχανά, οι Μεραρχίες 2η (διοικητής υποστράτηγος Καλάρης), 3η (διοικητής Υποστράτηγος Δαμιανός), 4η (υποστράτηγος Μοσχόπουλος), 5η (Συνταγματάρχης Γεννάδης) διατέθηκαν για τη βασική επιθετική ενέργεια στο Κιλκίς. Η 10η Μεραρχία υπό τον συνταγματάρχη Παρασκευόπουλο επιτέθηκε κατά των υψωμάτων του Καλίνοβου. Η ταξιαρχία του Ιππικού υπό τον συνταγματάρχη Ζαχαρακόπουλο συνέδεε τις τέσσερεις μεραρχίες του «κέντρου» με την 10η. Η συνολική δύναμη των ελληνικών δυνάμεων ανερχόταν σε 117.861 άνδρες και 176 κανόνια. Την αμυντική γραμμή των Βουλγάρων υπερασπιζόταν η 2η Στρατιά υπό τον στρατηγό Ιβανώφ, με δύναμη άνω των 40.000 ανδρών.

Οι μάχες από την πρώτη στιγμή ήταν πεισματώδεις και πολλές φορές εκ του συστάδην: σώμα με σώμα και εφ’ όπλου λόγχη. Οι ελληνικές απώλειες υπήρξαν μεγάλες. Λόγω του λοφώδους και γυμνού εδάφους της περιοχής, οι Έλληνες στρατιώτες ήταν διαρκώς εκτεθειμένοι στα εχθρικά πυρά. Μετά από σφοδρές, κατά κύματα, επιθέσεις, ο ελληνικός στρατός το βράδυ της 20ης Ιουνίου βρέθηκε σε απόσταση ολίγων εκατοντάδων μέτρων από τις πρώτες οχυρωματικές θέσεις των υπερασπιστών του Κιλκίς.

Οι Βούλγαροι είχαν δημιουργήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο ορυγμάτων, τα οποία ήταν ενισχυμένα με πρόχειρα, αλλά καλοφτιαγμένα πυροβολεία. Ήταν βέβαιο ότι μία κατά μέτωπο επίθεση θα στοίχιζε στους επιτιθέμενους σημαντικές απώλειες και θα τους καθήλωνε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό, το επιτελείο διέταξε την 2α Μεραρχία να εκτελέσει πλευρικό νυχτερινό αιφνιδιασμό, που ήταν απολύτως επιτυχημένος. Μόλις ξημέρωσε η 21η Ιουνίου επιτέθηκαν και οι υπόλοιπες τρεις μεραρχίες του κεντρικού τομέα. Στις 11 το πρωί οι Βούλγαροι άρχισαν να υποχωρούν σε όλο το μήκος του μετώπου με κατεύθυνση τη Δοϊράνη και τον Στρυμώνα. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος διέταξε την 4η και 5η Μεραρχία να τους καταδιώξουν. Το ισοπεδωμένο Κιλκίς ήταν υπό ελληνικό έλεγχο.

Αμέσως σχεδόν ξέσπασε οξεία αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για τις εκτεταμένες καταστροφές, που προκλήθηκαν στο Κιλκίς. Η βουλγαρική πλευρά κατηγόρησε τον ελληνικό στρατό ότι πυρπόλησε την πόλη, ενώ το ελληνικό στρατηγείο υποστήριξε ότι την πόλη πυρπόλησαν οι υποχωρούσες βουλγαρικές μονάδες. Ο ανταποκριτής των Τάιμς του Λονδίνου Κρόφορντ Πράις θα γράψει:

Το κατεστραμμένο Κιλκίς

Η πόλις του Κιλκίς εκαίετο ήδη όταν είχον εισέλθει εις αυτήν οι Έλληνες, συνεπεία του πυρός του πυροβολικού - γεγονός άξιον ιδιαιτέρας προσοχής, αφού ακολούθως υπεστηρίχθη ότι δήθεν επυρπολήθη υπό του νικηφόρου στρατού.

Στο δεξιό της ελληνικής παρατάξεως, η 1η και η 6η Μεραρχία έδωσαν πείσμονες μάχες για να καταλάβουν τα υψώματα του Λαχανά. Η 1η Μεραρχία είχε πιο εύκολο έργο, καθώς προχώρησε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Αντίθετα, η 6η Μεραρχία αντιμετώπισε ισχυρότερη αντίσταση από τους Βούλγαρους και χρειάστηκε η εφ’ όπλου λόγχη για να καταληφθούν τα στρατηγικής σημασίας υψώματα 605 και 544 το βράδυ της 19ης Ιουνίου. Την επομένη, οι δύο μεραρχίες συνέκλιναν για να αντιμετωπίσουν τον βουλγαρικό στρατό στα χαρακώματα του Λαχανά. Στις 3 το απόγευμα της 21ης Ιουνίου οι δύο μεραρχίες επιτέθηκαν κατά των βουλγαρικών θέσεων και σε μία ώρα τους κατέβαλαν, αφού οι Βούλγαροι έχοντας πληροφορηθεί την κατάρρευση του μετώπου στο Κιλκίς, άρχισαν να υποχωρούν άτακτα προς τα βορειοανατολικά. Κύριο μέλημα της ηγεσίας τους ήταν να προλάβουν να διατηρήσουν υπό την κατοχή τους τις γέφυρες του Στρυμώνα, προτού φθάσουν εκεί οι ελληνικές δυνάμεις.

Στον τομέα του Καλίνοβου, η 10η Μεραρχία είχε απέναντί της την 3η Ταξιαρχία της 3ης Μεραρχίας του Βουλγαρικού στρατού, η οποία ήταν οχυρωμένη στα δύσβατα υψώματα της περιοχής. Στις 8 το πρωί της 19ης Ιουνίου επιχείρησε επίθεση εναντίον των εχθρικών θέσεων, αλλά αποκρούστηκε. Την επομένη απόσπασμα της 10ης Μεραρχίας κατέλαβε τη Γευγελή, που είχε εγκαταλειφθεί από τους Βουλγάρους και βρήκε άθικτη τη γέφυρα του Αξιού. Το απόγευμα της ίδιας ημέρα η ίδια μονάδα κατέλαβε τους Ευζώνους και στη συνέχεια διατάχθηκε να μεταβεί στο Κιλκίς, όπως και η υπόλοιπη μεραρχία. Όμως, η αντίσταση των Βουλγάρων συνεχιζόταν στα υψώματα του Καλίνοβου, μέχρι το απόγευμα της 21ης Ιουνίου, οπότε υποχώρησαν μετά τη διάσπαση του μετώπου στο Κιλκίς.

Μετά την επικράτηση των ελληνικών όπλων, ο Έλληνας επιτελάρχης αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης τηλεγράφησε στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο:

Μετά χαράς αναγγέλλω την κατάληψιν του Κιλκίς, μετά τριήμερον σφοδρόν αγώνα. Ο εχθρός καταδιώκεται κατά πόδας. Ηθικόν στρατού μας έκτακτον.

Η ελληνική νίκη ήταν σπουδαία, από κάθε άποψη, αλλά το κόστος σε αίμα βαρύ. Οι νεκροί και οι τραυματίες ανήλθαν σε 8.828 άνδρες. Ιδιαίτερα υψηλές ήταν και οι απώλειες σε αξιωματικούς, καθώς ηγούνταν των μονάδων τους για να εμψυχώσουν τους άνδρες τους, πολλοί από τους οποίους ήταν νεοσύλλεκτοι. Μία άλλη εξήγηση μας δίνει ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης στα απομνημονεύματά του:

Οι Βούλγαροι είχαν ορίσει καλούς σκοπευτές για να χτυπούν ειδικά τους αξιωματικούς που φαίνονταν γιατί γυάλιζαν τα χρυσά γαλόνια στο καπέλο και τις επωμίδες. Ύστερα από αυτό διατάχτηκε όλοι οι βαθμοφόροι να βγάλουν τα διακριτικά τους για να μην γνωρίζονται από μακριά». Οι απώλειες από τη βουλγαρική πλευρά ήταν 6.971 άνδρες νεκροί και τραυματίες, καθώς και 2.500 αιχμάλωτοι.

Η επόμενη πολεμική αναμέτρηση Ελλήνων και Βουλγάρων θα γίνει στις 23 Ιουνίου 1913 στη Δοϊράνη.

Γεγονότα


π.Χ.
240
Ο Ερατοσθένης υπολογίζει την περίμετρο της Γης.
μ.Χ.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απειλεί όσους Έλληνες προσκυνούν τον Ιμπραήμ με θάνατο. («Περίπτωση Νενέκου»)
Ο Καρλ Μαρξ έρχεται εις γάμου κοινωνία με την αριστοκρατικής καταγωγής Τζένι φον Βεστπάλεν. Ο γερμανός φιλόσοφος είναι 25 ετών και η σύζυγός του 29.
Ένοπλη ρήξη «Ορεινών» και «Πεδινών» στην Αθήνα (Κανάρης, Βούλγαρης), η κορύφωση των γνωστών και ως «Ιουνιανών».

Πώς είδαν οι Αθηναίοι την ολική έκλειψη Ηλίου του 1936

Την Παρασκευή 19 Ιουνίου 1936 έγινε η μοναδική ολική έκλειψη ηλίου του 20ου αιώνα, που ήταν ορατή στην Ελλάδα. Ο «Ριζοσπάστης» της επομένης, έχοντας ένα εκτενέστατο αφιέρωμα στον προσφάτως αποβιώσαντα ρώσο συγγραφέα Μαξίμ Γκόργκι, τον «αητό της μπολσεβίκικης επανάστασης» όπως τον αποκαλεί, βρίσκει τον χώρο για να περιγράψει το αστρονομικό φαινόμενο και τον αντίκτυπό του στην πρωτεύουσα...

Η ολική έκλειψη τού ήλιου
Αθηναίοι ξενύχτηδες «αστρονόμοι»

Ανάστατη η Αθήνα χθες τα χαράματα. Ακόμα από τη νύχτα ο κόσμος ξεχύθηκε στα βουνά και στις ταράτσες, για να «απολαύσει» την έκλειψη του ήλιου. Ο Λυκαβηττός, τα Τουρκοβούνια και τα κοντινά υψώματα είχαν την πολυπληθέστερη λαϊκή πελατεία, ενώ εκείνοι που διαθέτανε πορτοφόλι ή αυτοκίνητο κατέβηκαν στο Σούνιο και στις ακρογιαλιές του Σαρωνικού. Με την έκτακτη καλοκαιρία και ο ύπνος ακόμα στο ύπαιθρο ήταν εξαιρετικά ευχάριστος.
Έτσι όταν «ήλθε η στιγμή», ο ήλιος για πρώτη ίσως φορά βρήκε τους περισσότερους Αθηναίους «αστρονόμους και παρατηρητές».
Οι Έλληνες παρατηρητές του Αστεροσκοπείου Αθηνών είχαν εγκατασταθεί στην έπαυλη του Ζαρίφη στο Σούνιο. Η ιταλική και αυστριακή αποστολή στο ξενοδοχείο «Μον Ρεπό» του Σουνίου και η πολωνική στην Κερατέα.
Στις 5.15 φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του δίσκου. Τηλεσκόπια, μαυρισμένα γυαλιά, κοινά κιάλια μπαίνουν σε ενέργεια. Ο ήλιος όσο πάει και μαυρίζει, μια υποβλητική σκοτεινιά απλώνεται παντού, Στις 5.51 η ολική έκλειψη είνε στη μεγαλύτερη φάση. Η σκοτεινιά πιο βαθειά, Άστρα φαίνονται στον ουρανό.
Ανάλογα με το μέρος που βρέθηκε ο καθένας και την απόσταση που ήταν από τη γραμμή της Άνδρου και το Σούνιο, βαστά και η διάρκεια της ολικής έκλειψης. Στην Αθήνα ήταν σχεδόν στιγμιαία. Και έπειτα άρχισε να απλώνεται κάθε λίγο και περισσότερο το φως του ήλιου και να φεύγει από πάνω του ό ίσκιος του φεγγαριού. Το φαινόμενο τελείωσε στις 6.49.
Με την ξεχωριστή διαύγεια της ατμόσφαιρας, πού επικρατούσε χθες το πρωί στην Αττική, οι επιστήμονες κατόρθωσαν να κάνουν σοβαρές παρατηρήσεις. Λέγεται μάλιστα πως το Αστεροσκοπείο της Αθήνας έκανε κάτι ξεχωριστές παρατηρήσεις, πού ακόμα είνε ακαθόριστες.
Γενικά τα πορίσματα των παρατηρήσεων έχουν τεράστια σημασία για την επιστήμη. Μα οι καλύτερες παρατηρήσεις έγιναν στον Σοβιετικό Καύκασο και τη Σιβηρία, όπου είχαν συγκεντρωθεί εκτός απ’ τούς Σοβιετικούς σοφούς και πλήθος άλλοι από όλο τον κόσμο.

Οι Έθελ και Τζούλιους Ρόζενμπεργκ εκτελούνται στις φυλακές Σινγκ-Σινγκ των ΗΠΑ, καταδικασμένοι σε θάνατο με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ των Σοβιετικών.
Η Βαλεντίνα Τερέσκοβα, η πρώτη γυναίκα κοσμοναύτης, επιστρέφει στη Γη μετά το παρθενικό ταξίδι της στο διάστημα.

 

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Απόστολος Νικολαΐδης, πρώην πρόεδρος του Παναθηναϊκού. Προς τιμήν του, το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας φέρει το όνομά του. Ήταν αθλητής του δεκάθλου και είχε λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 στην Αμβέρσα. (Θαν. 15/10/1980)
Ευκλείδης Τσακαλώτος, έλληνας πανεπιστημιακός και πολιτικός. (ΣΥΡΙΖΑ)
Αντώνης Ρέμος, έλληνας τραγουδιστής.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
 Ευαγγέλης Ζάππας, έμπορος και εθνικός ευεργέτης. Με τη διαθήκη του όρισε να κτισθεί το Ζάππειο και χρηματοδότησε τη θεσμοθέτηση των Ολυμπιακών Αγώνων ανά τετραετία, παράλληλα με εκθέσεις βιομηχανικών και εμπορικών προϊόντων (4 συνολικά μεταξύ 1859 και 1888). Οι αγώνες αυτοί έμειναν γνωστοί στην ιστορία σαν Ζάππειες Ολυμπιάδες και αποτέλεσαν τον πρόδρομο των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. (Γεν. 1800)

Ευαγγέλης Ζάππας
1800 – 1865

Αγωνιστής του ‘21 και εθνικός ευεργέτης. Με κληροδότημά του ανεγέρθηκε το Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα.

Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου (σημερινό Λάμποβε ε Μάντε Αλβανίας) το 1800 και ήταν γιος του εμπόρου Βασιλείου Ζάππα και της Σωτήρας Ζάππα. Σε ηλικία 13 ετών και αφού είχε διδαχθεί τα στοιχειώδη γράμματα στο Τεπελένι, μετέβη στα Ιωάννινα και κατετάγη στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, στην οποία υπηρέτησε μέχρι την ηλικία των 20 ετών.

Παρέμεινε στη φρουρά του αυθέντη της Ηπείρου ακόμη κι αφού άρχισε η επίθεση κατ' αυτού από τα στρατεύ­ματα του σουλτάνου. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι Σουλιώτες υπό τον Μάρκο Μπότσαρη πολεμούσαν τις σουλτανικές δυνάμεις στο πλευρό του Αλή, ενώθηκε μαζί τους και δεν άργησε να γίνει το πρωτοπαλίκαρο του Μπότσαρη.

Αγωνίστηκε για την υπεράσπιση του Σουλίου και μετά τη συνθηκολόγησή του (28 Ιουλίου 1822) κατέφυγε στο Μεσολόγγι. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, υπηρέτησε υπό τον Κώστα Μπότσαρη, τον Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Νάκο Πανουργιά και τον Γιάννη Γκούρα. Το 1824 έλαβε το βαθμό τού ταξιάρχου και ορίστηκε διοικητής στα Βλαχοχώρια της Αιτωλοακαρνανίας.

Μετά την απελευθέρωση, αμείφθηκε για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Επανάσταση με την παραχώρηση εθνικών γαιών από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Ζάππας, όμως, ήταν ανήσυχο πνεύμα κι αφού αποποιήθηκε την προσφορά της πατρίδας (κτήματα και τον στρατιωτικό βαθμό), μετέβη στη Βέροια με σκοπό να επιδοθεί στο εμπόριο ή τη γεωργία. Στην πόλη της Μακεδονίας δεν παρέμεινε για πολύ καιρό, επειδή δεν μπορούσε να συμβιώσει με τους Τούρκους. Έτσι, το 1831 τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι.

Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του πρακτικού γιατρού, χάρη στις γνώσεις που είχε αποκτήσει κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας από τον συμπατριώτη του Πάνο Παναγιώτου. Η ενασχόλησή του με την ιατρική τον βοήθησε να διευρύνει τις γνωριμίες του, ιδιαίτερα με τους ηγουμένους των μοναστηριών της περιοχής, από τους οποίους άρχισε να μισθώνει κτήματα. Η κίνησή του αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευφυής, καθώς αποτέλεσε το έναυσμα για την απόκτηση της αμύθητης περιουσίας του.

Με πολύτιμο συνεργάτη τον εξάδελφό του Κωνσταντίνο Ζάππα (1814-1892), αύξανε συνεχώς την περιουσία του, καθώς τα κτήματα που εκμίσθωνε είχαν πολύ μεγάλη απόδοση χάρη στις πρωτοποριακές μεθόδους που εφάρμοζαν. Το 1837 νοίκιασε το μεγάλο κτήμα Μπροστένι, όπου υπήρχαν και υδρόμυλοι. Τελικά, το αγόρασε το 1844 και εξελλήνισε το όνομά του σε Βρεσθένιον. Επακολούθησαν οι αγορές των περισσότερων από τα κτήματα που εκμίσθωνε, με αποτέλεσμα η περιουσία του, όσο και του εξαδέλφου του, να εκτοξευτεί στα ύψη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 ο Ευαγγέλης Ζάππας είχε φθάσει στο απόγειο της επιχειρηματικής του δράσης.

Τότε άρχισε να διαθέτει μεγάλα ποσά για φιλανθρωπικούς και εθνικούς σκοπούς, πρώτα στη Μολδοβλαχία και μετέπειτα στην Ελλάδα. Το 1856, με επι­στολή του προς τον βασιλιά Όθωνα, που επιδόθηκε στον υπουργό των Εξωτερικών, Αλέξανδρο Ρίζο - Ραγκαβή, προσέφερε 400 μετοχές της ατμοπλοϊκής εταιρείας του για να διοργανώνονται από τα μερίσματά τους κάθε χρόνο εκθέσεις που να αναδεικνύουν την εμπορική και βιομηχανική πρόοδο της χώρας. Του υπέβαλε, επίσης, σχέδιο κτιρίου που θα στέγαζε τα «Ολύμπια», όπως σκόπευε να ονομάσει τη διοργάνωση. Στις προθέσεις του ήταν και η κατασκευή σταδίου για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Το σχέδιό του υλοποιήθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Αυγούστου 1858 «περί συστάσεως Ολυ­μπίων». Τα πρώτα «Ολύμπια» έγιναν στις 15 Νοεμβρίου 1859 στην Αθήνα, στην Πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή Πλατεία Εθνικής Αντίστασης ή Κοτζιά). Ο Ζάππας δεν επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα, παρακολουθούσε όμως στενά την εξέλιξη του έργου της Επιτροπής των Ολυμπίων.

Το 1863 υπέστη όλως αιφνιδίως διανοητική διαταραχή. Ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος Ζάππας αναζήτησε θεραπεία, τόσο στο Βουκουρέστι, όσο και στο Παρίσι, αλλά δεν πέτυχε τίποτε.

Ο Ευαγγέλης Ζάππας πέθανε στις 19 Ιουνίου 1865, σε ηλικία 65 ετών και τάφηκε στο ναό του Ευαγγελισμού στο κτήμα του στο Μπροστένι της Μολδοβλαχίας­ (σημερινής νότιας Ρουμανίας).

Με τη διαθήκη του άφησε όλη την περιουσία του στην Επιτροπή των Ολυμπίων (καθότι άγαμος και χωρίς απογόνους), με επικαρπωτή και εκτελεστή της τον Κωνσταντίνο Ζάππα, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να χτίσει μέγαρο εκθέσεων στην Αθήνα («Ζάππειον») και να αποθέσει σε αυτό την κεφαλή του, ενώ το σώμα του έπρεπε να ταφεί στο σχολείο του Λαμπόβου, στο οποίο είχε κληροδοτήσει ετήσιο εισόδημα. Όλα αυτά εκτελέστηκαν πιστά από τον εξάδελφό του.

Η περιουσία του Ζάππα που περιήλθε τελικά στην Ελλάδα ήταν αρκετά μικρότερη από την αναφερομένη στη διαθήκη του, επειδή διεκδικήθηκε τόσο από το ρουμανικό δημόσιο, όσο και από τα παιδιά του μεγαλύτερου αδελφού του Αναστασίου. Μάλιστα, τέτοια ήταν η ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας σχετικά με τη διεκδίκηση της αμύθητης περιουσίας του Ευαγγέλη Ζάππα, ώστε μετά και το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα το 1892, οι διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών διακόπηκαν και αποκαταστάθηκαν πλήρως χρόνια αργότερα, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που έθεσε τέρμα στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913).

1806

Ευγένιος Βούλγαρης
1716 – 1806

Από τις επιφανέστερες φυσιογνωμίες του νεώτερου Ελληνισμού, φωτισμένος δάσκαλος και κληρικός. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Αυγούστου 1716. Φοίτησε αρχικά στις σχολές της Άρτας και των Ιωαννίνων και στη συνέχεια στην Πατάβιο παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας και φιλοσοφίας, αρχαία ελληνική, λατινική και εβραϊκή φιλολογία, αλλά και φυσική και μαθηματικά. Μελέτησε ιδιαίτερα τα έργα των Λοκ και Λάιμπνιτς.

Με την επιστροφή του στα Γιάννενα ανέλαβε τη διεύθυνση της Ματουτσαίας Σχολής. Ορισμένα απ’ όσα δίδασκε παρεξηγήθηκαν από επιτήδειους που τον φθονούσαν και προκάλεσαν σε βάρος του αντίδραση συντηρητικών κύκλων της πόλης. Η κατάσταση τον έκανε να φύγει και να πάει στην Κοζάνη, όπου ανέλαβε την ευθύνη της εκεί Σχολής.

Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Κύριλλος του ανέθεσε της διεύθυνση της Αθωνιάδας Σχολής του Αγίου Όρους. Στο σιγίλιο του διορισμού, ο Πατριάρχης χαρακτηρίζει τον Ευγένιο Βούλγαρη «άνδρα πεπαιδευμένο, λόγιο και παντοδαπαίς επιστήμαις κεκοσμημένο και γεγυμνασμένο και δυνάμενο παιδεύσαι τους μαθητάς ου μόνον την γραμματικήν και λογικήν τέχνην, αλλά και την φιλοσοφίαν και τας μαθηματικάς επιστήμας και όσα εις την ηθικήν φιλοσοφίαν ανήκουσι, ως εν πάσι τούτοις αποχρώντως μεμυημένον».

Ο μέγας διδάχος του Γένους δια της διδασκαλίας του στην Αθωνιάδα ανέδειξε άλλους μεγάλους δασκάλους του Γένους και Αγίους της Εκκλησίας, όπως ο Αθανάσιος ο Πάριος και ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο φθόνος που προκαλούσε τον υποχρέωσε να φύγει από την Ελλάδα και να μεταβεί στη Λειψία, όπου γνώρισε τον Ορλώφ και αυτός τον οδήγησε στην πετρούπολη και στην αυλή της Αυτοκράτειρας μεγάλης Αικατερίνης. Εκεί παρέμεινε για τρία χρόνια και χειροτονήθηκε ιερέας και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος Σλαβηνίου και Χερσώνος.

Το 1802 και σε ηλικία 86 ετών αποσύρθηκε στη Μονή Αγίου Αλεξάνδρου Νέφκι, όπου πέθανε στις 19 Ιουνίου 1806. Έως το τέλος της ζωής του διατηρούσε τη διαύγεια του πνεύματος και τη δυνατότητα να μελετά και να προσεύχεται.

Έγραψε πολλά και αξιόλογα έργα, θεολογικά, φιλοσοφικά, φυσικής, μαθηματικών, αστρονομίας, μουσικής. Μερικά από αυτά είναι: «Στοιχεία γεωμετρίας Τακουετίου», «Περί εκπορεύσεων του Αγίου Πνεύματος», Στοιχεία Μαθηματικών», «Αι καθ’ Όμηρον αρχαιότητες», «Εισαγωγή εις την φιλοσοφίαν του Γραβεζάνδου», «Λογική», Μεταφυσικά» κ.α. Επιπλέον, προέβη και σε πολλές μεταφράσεις αξιόλογων φιλολογικών έργων, όπως είναι η «Αινειάδα» του Βιργίλιου, την οποία εξέδωσε με αξιόλογα σχόλια και υποσημειώσεις.



Άγγελος Σικελιανός, από τους μείζονες έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο. (Γεν. 15/3/1884)

Φωκίων Δημητριάδης, έλληνας σκιτσογράφος, που διακρίθηκε κυρίως στην πολιτική γελοιογραφία. (Γεν. 19/6/1894)

πηγη: www.sansimera.gr

#s3gt_translate_tooltip_mini { display: none !important; }
 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου