Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 23 Νοέ 2018
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

Ανατολή Ήλιου: 07:13 – Δύση Ήλιου: 17:10
  • Διεθνής Ημέρα για τον Τερματισμό της Ατιμωρησίας
  • Γιορτάζουν:  Αμφιλόχιος, Αμφιλοχία

Σαν Σήμερα...

 

Διεθνής Ημέρα για τον Τερματισμό της Ατιμωρησίας

Η Διεθνής Ημέρα για τον Τερματισμό της Ατιμωρησίας (International Day to End Impunity) αφορά την παραβίαση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση και - σε πολλές περιπτώσεις - την ατιμωρησία των δραστών.

Διοργανώνεται με πρωτοβουλία της μ.κ.ο. «Διεθνής της Ελευθερίας της Έκφρασης» («International Freedom of Expression», IFEX) κάθε χρόνο στις 23 Νοεμβρίου, σε ανάμνηση της Σφαγής του Αμπατουάν, που συνέβη στις 23 Νοεμβρίου 2009, όταν ανακαλύφθηκε μαζικός τάφος στην πόλη Αμπατουάν της νήσου Μιντανάο των Φιλιππίνων με 58 πτώματα, τα 32 από τα οποία ανήκαν σε εργαζόμενους τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, που αντιπολιτεύονταν τον ισχυρό άνδρα της περιοχής Αντάλ Αμπατουάν. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μεμονωμένη επίθεση κατά εκπροσώπων του Τύπου, όσον αφορά στον αριθμό των θυμάτων. Από τότε, η υπόθεση «σέρνεται» στα δικαστήρια των Φιλιππίνων.

Η IFEX με τη Διεθνή Ημέρα για τον Τερματισμό της Aτιμωρησίας στοχεύει στην ενημέρωση της παγκόσμια κοινής γνώμης για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των καλλιτεχνών, δημοσιογράφων, μουσικών και συγγραφέων και την απόδοση δικαιοσύνης σε όσους το παραβιάζουν. Η καθιέρωσή της χαιρετίστηκε από τον ΟΗΕ το 2012.

Η IFEX, που εδρεύει στο Τορόντο του Καναδά, διατηρεί οργανώσεις σε 80 χώρες του κόσμου, όχι και στην Ελλάδα.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

Γεγονότα

μ.Χ.
 
1904
 
 
Τελετή λήξης των 3ων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στον Άγιο Λουδοβίκο (St Louis) των ΗΠΑ. Οι πρώτοι αγώνες επί αμερικανικού εδάφους στέφθηκαν με παταγώδη αποτυχία. Η Ελλάδα κατέκτησε ένα χρυσό μετάλλιο, στην άρση βαρών με τον Περικλή Κακούση.
 

Άγιος Λουδοβίκος 1904

 

Οι Γ’ Ολυμπιακοί Αγώνες διεξήχθησαν στο Σεντ Λούις (Άγιος Λουδοβίκος) της πολιτείας Μιζούρι των ΗΠΑ, από την 1η Ιουλίου έως τις 23 Νοεμβρίου 1904. Ήταν οι πρώτοι που έγιναν σε αγγλόφωνη χώρα και οι πρώτοι εκτός Ευρώπης.

 

Τη διοργάνωση είχε αναλάβει αρχικά το Σικάγο, αλλά στην πορεία απέκτησε αντίπαλο το Σεντ Λούις. Οι αρχές του Σεντ Λούις φοβήθηκαν ότι η τέλεση των αγώνων στο Σικάγο θα έπληττε τη Διεθνή Έκθεση που θα γινόταν στην πόλη τους. Απείλησαν, μάλιστα, ότι θα διοργάνωναν δικούς τους αγώνες, με τη συμμετο­χή των κορυφαίων αμερικανών αθλητών, μετατρέποντας έτσι τη διοργάνωση του Σικάγο σε εκδήλωση... φιάσκο.

Ο πρόεδρος της ΔΟΕ, Πιερ Ντε Κουμπερτέν, ο οποίος δεν ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για τους Αγώνες, «έριξε το μπαλάκι» στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούσβελτ. Αυτός επέλεξε το Σεντ Λούις, τονίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο το αμερικανικό κράτος θα τιμούσε τα 100 χρόνια από την ενσωμάτωση της Λουϊζιάνα στη χώρα. Όπως ήταν φυσικό, οι Αμερικανοί τους ενέταξαν στην Εμπορική Έκθεση, όπως είχαν πράξει και οι Γάλλοι τέσσερα χρόνια νωρίτερα, με αποτέλεσμα να διαρκέσουν κοντά στους πέντε μήνες.

Τζορτζ Άιζερ

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεντ Λούις συμμετείχαν 651 αθλητές (645 άνδρες και 6 γυναίκες) από 12 χώρες (ΗΠΑ, Αυστραλία, Αυστρία, Καναδάς, Κούβα, Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Νότιος Αφρική, Ελβετία). Για πρώτη φορά απονεμήθηκαν χρυσά, αργυρά και χάλκινα μετάλλια, ενώ κατοχυρώθηκαν και οι αρχές του ερασιτεχνισμού. Για να είχε κάποιος αθλητής την ταυτότητα του ερασιτέχνη, θα έπρεπε να μην έχει: Δεχτεί χρήματα, αγωνιστεί με ψευδώνυμο, πουλήσει ή έχει βάλει σε ενέχυρο τα έπαθλά του, βάλει χρηματικό στοίχημα και τέλος να αποτελεί αποδεδειγμένα μέλος ερασιτεχνικού σωματείου.

Στα μετάλλια επικράτησαν συντριπτικά οι ΗΠΑ, αφού είχαν και τους περισσότερους αθλητές στη διοργάνωση. Κέρδισαν συνολικά 239 (78-82-79), έναντι 13 της Γερμανίας (4-4-5) και 9 της Κούβας (4-2-3).

Αδιαμφισβήτητα, η πιο ηρωική μορφή των αγώνων υπήρξε ο 34χρονος αμερικανός αθλητής της γυμναστικής Τζορτζ Άιζερ, ο οποίος κατέκτησε 6 μετάλλια (3 χρυσά, 2 αργυρά, 1 χάλκινο), παρότι το ένα του πόδι ήταν ξύλινο. Άλλες μεγάλες μορφές της 3ης Ολυμπιάδας ήταν οι συμπατριώτες του Άρτσι Χαν, με 3 χρυσά (60 μ., 100 μ., 200 μ.,), Τζέιμς Λαϊτμπόντι, με 3 χρυσά (800 μ., 1.500 μ., 2.590 μ. στιπλ) και Ρέιμοντ Ιράι, επίσης, με 3 χρυσά στα αγωνίσματα άνευ φοράς (μήκος, τριπλούν, ύψος).

Στον Μαραθώνιο νίκησε ο Αμερικανός Φρεντ Λορτζ, με χαρακτηριστική άνεση. Όπως, όμως, γρήγορα αποδείχθηκε, διάνυσε 11 από τα 42 χιλιόμετρα της διαδρομής πάνω σε φορτηγό. Έτσι, του αφαιρέθηκε το χρυσό και τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό. Νικητής ανακηρύχθηκε ο δεύτερος Τόμας Χικς, επίσης Αμερικανός.

Η Ελληνική Συμμετοχή

Η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε με 14 αθλητές, 12 ελληνοαμερικανούς, που συμμετείχαν στον μαραθώνιο και το αγώνισμα της διελκυνστίνδας χωρίς επιτυχία και δύο αθλητές από την πατρίδα, τον Περικλή Κακούση (χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών) και τον Νίκο Γεωργαντά (χάλκινο μετάλλιο στη δισκοβολία). Και οι δύο επιτυχίες των ελλήνων αθλητών σημειώθηκαν στις 3 Σεπτεμβρίου.

 
 
1964
Ο αμερικανός καρδιοχειρουργός Μάικλ ΝτιΜπέικι πραγματοποιεί την πρώτη παράκαμψη στεφανιαίας αρτηρίας (μπάι-πας).
 
1976
 
Αεροπλάνο YS-11 της Ολυμπιακής Αεροπορίας συντρίβεται κοντά στην Κοζάνη, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 50 επιβαίνοντες, από τους οποίους τέσσερις είναι μέλη του πληρώματος.

Το αεροπορικό δυστύχημα της Κοζάνης

Ένα από τα ευάριθμα δυστυχήματα, που όμως σημάδεψαν την ιστορία της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Συνέβη το πρωί της 23ης Νοεμβρίου 1976, όταν το αεροπλάνο της εταιρείας με την ονομασία «Νήσος Μήλος», που εκτελούσε το τακτικό δρομολόγιο Αθήνα – Λάρισα – Κοζάνη, κατέπεσε στην περιοχή του Σαρανταπόρου, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι 50 επιβαίνοντες. Στην περιοχή επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην τραγική κατάληξη της πτήσης, όπως και ο ανεπαρκής τεχνικός εξοπλισμός του αεροδρομίου της Κοζάνης. Ήταν το πέμπτο δυστύχημα στην ιστορία της ελληνικής πολιτικής αεροπορίας και το τέταρτο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που βρισκόταν ήδη υπό κρατικό έλεγχο από τις αρχές του 1975.

 

Το μοιραίο αεροπλάνο ήταν ένα σχετικά καινούργιο YS-11, ελικοφόρο ιαπωνικής κατασκευής, απο τα κορυφαία της εποχής του για σύντομες εσωτερικές πτήσεις, που εντάχθηκε αργότερα και στην Πολεμική Αεροπορία. Με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Σκιαδά, έμπειρο πιλότο με προϋπηρεσία σε πολεμικά αεροσκάφη, ξεκίνησε στις 8:35 το πρωί από το αεροδρόμιο του Ελληνικού για την τακτική πτήση ΟΑ830, με προορισμό την Κοζάνη και ενδιάμεσο σταθμό τη Λάρισα. Εκτός από τον κυβερνήτη, τον συγκυβερνήτη και τις δύο αεροσυνοδούς, που αποτελούσαν το πλήρωμα, στο αεροσκάφος επέβαιναν συνολικά 46 άτομα (40 Έλληνες και 6 αλλοδαποί).

Η αρχή της τραγωδίας γράφτηκε πάνω από τη Λάρισα, όταν το αεροπλάνο δεν κατόρθωσε να προσγειωθεί, λόγω πυκνής ομίχλης και συνέχισε προς Κοζάνη. Στις 9:46 ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου έλαβε το τελευταίο σήμα του αεροπλάνου κι έδωσε οδηγίες στον πιλότο για την κατάσταση του καιρού, που δεν διέφερε από αυτόν της Λάρισας. Η πτήση γινόταν εξ όψεως λόγω έλλειψης ραδιοβοηθημάτων στο αεροδρόμιο της Κοζάνης. Έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του αεροπλάνου.

Ο πιλότος στην προσπάθειά του να βρει ασφαλή δίοδο κατέβασε το αεροπλάνο χαμηλά, με αποτέλεσμα αυτό να προσκρούσει στην κορυφή «Φλάμπουρο» της οροσειράς του Σαρανταπόρου σε ύψος 1.379 μέτρων και να συντριβεί. Οι κάτοικοι του χωριού Μεταξάς άκουσαν την έκρηξη και έσπευσαν πρώτοι στον τόπο του δυστυχήματος, αψηφώντας τη χιονοθύελλα που επικρατούσε στην περιοχή. Οι εικόνες φρίκης που αντίκρισαν θα τους στοίχειωναν για πολύ καιρό. Το αεροσκάφος είχε κοπεί στα τρία και ανθρώπινα πτώματα καίγονταν σε μεγάλη ακτίνα. Μία φοβερή μυρωδιά από καμένες σάρκες γέμιζε την ατμόσφαιρα σε αρκετή απόσταση. Ύστερα από λίγη ώρα κατέφθασαν τα σωστικά συνεργεία και σύντομα διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρχουν επιζώντες. Οπλισμένοι χωροφύλακες φρουρούσαν τα πτώματα όλο το βράδυ, με θερμοκρασίες 10 βαθμών κάτω από το μηδέν, για το φόβο επιδρομής λύκων και τσακαλιών. Την επομένη, άρχισε το μακάβριο έργο της αναγνώρισης των θυμάτων, που δεν ήταν καθόλου εύκολο πράγμα.

Τα θύματα του τραγικού δυστυχήματος ήταν κυρίως νεαρά παιδιά: σπουδαστές που πήγαιναν να γραφτούν στα ΚΑΤΕ (σημερινά ΤΕΙ), φαντάροι που επέστρεφαν στις μονάδες τους, ένας συνάδελφός τους που πήγαινε να πάρει το απολυτήριό του, μια νεόνυμφη, ένας πατέρας που επέστρεφε στο σπίτι του για πρωτοαντικρύσει το νεογέννητο παιδί του και δυο τραγουδίστριες που θα ξεκινούσαν σειρά εμφανίσεων στο κέντρο «Αδυναμία» της Κοζάνης.

Το αεροπορικό δυστύχημα της Κοζάνης συντάραξε την κοινωνία της εποχής. Ο Τύπος επικέντρωσε την κριτική του στον ανεπαρκή έως ανύπαρκτο τεχνικό εξοπλισμό, όχι μόνο του αεροδρομίου της Κοζάνης, αλλά και πολλών ακόμη ελληνικών περιφερειακών αεροδρομίων. Ο διοικητής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Ηλίας Ντέρος, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι το αεροδρόμιο της Κοζάνης «δεν είναι από τα καλά», ενώ ο υπουργός Συγκοινωνιών, Γεώργιος Βογιατζής, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση (Καραμανλή) θα διέθετε άμεσα 1 δισ. δραχμές για τη βελτίωση της τεχνικής υποδομής των αεροδρομίων.

 
 
 
 
1988
Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού και της Τράπεζας Κρήτης, Γιώργος Κοσκωτάς, συλλαμβάνεται από το FBI στις ΗΠΑ για χρέη προς το αμερικάνικο δημόσιο. («Σκάνδαλο Κοσκωτά»)
 
1989
 
 
ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία και Συνασπισμός σχηματίζουν οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξενοφώντα Ζολώτα.
 
1992
Η IBM παρουσιάζει το πρώτο «έξυπνο» κινητό τηλέφωνο (smartphone) με την κωδική ονομασία «Angler», στην έκθεση COMDEX του Λας Βέγκας.

Γεννήσεις

μ.Χ.

 
1859
Γουίλιαμ Μπόνεϊ, γνωστός ως Μπίλι δε Κιντ, παράνομος της Άγριας Δύσης, που σκοτώθηκε σε ενέδρα από τον σερίφη Πατ Γκάρετ. Η ιστορία και το τέλος του απαθανατίστηκε κινηματογραφικά από τον σκηνοθέτη Σαμ Πέκινπα στην ταινία «Pat Garrett & Billy the Kid», με μουσική του Μπομπ Ντίλαν. (Θαν. 14/7/1881)

Μπίλι δε Κιντ
1859 – 1881

Πιστολάς της Άγριας Δύσης, που πέρασε στη σφαίρα του θρύλου. Η σύντομη καριέρα του στην παρανομία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς αμερικανούς δημιουργούς από το χώρο της λογοτεχνίας, της μουσικής και του κινηματογράφου.

 

O Χένρι ΜακΚάρτι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1859 στη Νέα Υόρκη, από γονείς ιρλανδικής καταγωγής. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε και η οικογένεια μετακόμισε στο Νέο Μεξικό για αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Το 1874 η μητέρα του πέθανε από φυματίωση και αποξενωμένος από τον πατριό του αποφάσισε να ζήσει μόνος σ’ ένα δωμάτιο, προσφέροντας εργασία στην ιδιοκτήτριά του για να πληρώνει το νοίκι του. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1875 άρχισε η σύντομη διαδρομή του στην παρανομία, καθώς συνελήφθη για κλοπή τροφίμων.

Δέκα μέρες αργότερα συνελήφθη εκ νέου για κλοπή ρούχων και δύο όπλων από ένα κινέζικο καθαριστήριο. Καταδικάσθηκε σε μικρή ποινή και φυλακίστηκε. Έμεινε μόνο δύο μέρες στη φυλακή, καθώς κατόρθωσε να αποδράσει από την καπνοδόχο.

Εγκατέλειψε το Νέο Μεξικό κι εγκαταστάθηκε στην Αριζόνα. Για τις αρχές ήταν όχι μόνο παράνομος, αλλά και ομοσπονδιακός φυγόδικος. Τον Αύγουστο του 1877 έκανε τον πρώτο του φόνο, σκοτώνοντας ένα σιδερά πάνω σε καυγά σ’ ένα σαλούν. Από τότε υιοθέτησε το ψευδώνυμο Γουίλιαμ Μπόνεϊ και αργότερα έγινε γνωστός ως Μπίλι Δε Κιντ (Billy the Kid) ή απλά «Δε Κιντ» (The Kid).

Κυνηγημένος από το νόμο, επέστρεψε στο Νέο Μεξικό, όπου πήρε μέρος στον αποκληθέντα «Πόλεμο της κομητείας Λίνκολν» (Lincoln County War). Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν δυο πλούσιοι Ιρλανδοί, o Τζέιμς Ντόλαν και ο Λόρενς Μέρφι, που μονοπωλούσαν το αγροτικό εμπόριο στην περιοχή, αμφισβήτησαν το δικαίωμα στον αγγλικής καταγωγής κτηνοτρόφο Τζον Τένσταλ ν’ ανοίξει μία ομοειδή επιχείρηση. Προσπάθησαν να τον εκφοβίσουν κι αυτός για να αμυνθεί προσέλαβε διάφορους πιστολάδες της περιοχής, ανάμεσά τους και τον Μπίλι Δε Κιντ. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών έφθασε στα ύψη, όταν ο σερίφης Γουίλιαμ Μπρέιντι, που ήταν άνθρωπος των Ιρλανδών, σκότωσε σε ενέδρα τον Τένσταλ στις 18 Φεβρουαρίου 1878.

Ο Κιντ και οι άλλοι πιστολάδες ορκίστηκαν εκδίκηση για το θάνατο του αφεντικού τους και συνέπηξαν συμμορία με την ονομασία «The Regulators» («Οι Ρυθμιστές»). Στις 4 Απριλίου 1878 σκότωσαν τον σερίφη Μπρέιντι, τον βοηθό του κι ένα φίλο του. Ακολούθησαν αιματηρές συγκρούσεις των Regulators και της συμμορίας «Τhe House», που δούλευε για τους Ιρλανδούς, οι οποίες έληξαν τον Ιούλιο του 1878 με συμφωνία ειρήνης.

Ο Κιντ απέκτησε φήμη ως ένας από τους πιο επιδέξιους πιστολάδες της Άγριας Δύσης, αλλά ήταν και καταζητούμενος από τις αρχές για τέσσερις φόνους και κυρίως για το φόνο του σερίφη Μπρέιντι. Ο νέος κυβερνήτης του Νέου Μεξικού Λιου Γουάλας (ο συγγραφέας του «Μπεν Χουρ») αμνήστευσε όσους αναμίχθηκαν στον «Πόλεμο της κομητείας Λίνκολν», όχι όμως και τον Κιντ. Υποσχέθηκε, όμως, να εξετάσει την περίπτωσή του, αν κατέθετε εις βάρος ενός κατηγορουμένου για φόνο.

Ο Κιντ συμφώνησε και παραδόθηκε στις 21 Ιουνίου 1879. Κλείστηκε στη φυλακή, αλλά δεν είχε κανένα νέο για την πρόταση του κυβερνήτη. Τότε, αποφάσισε ότι ήταν μάταιος κόπος να παραμείνει στη φυλακή και απέδρασε στις 17 Ιουνίου 1879. Η επόμενη φορά που ακούστηκε το όνομά του ήταν στις 10 Ιανουαρίου 1880, όταν μπλέχτηκε σε καυγά σ’ ένα σαλούν στο Φορτ Σάμνερ του Νέου Μεξικού και σκότωσε ένα νεοφερμένο στην περιοχή, τον Τζο Γκραντ. Ο Κιντ ήταν γενικά ένας ευχάριστος και άνετος τύπος, όπως τον περιγράφουν, αλλά δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του.

 

Πατ Γκάρετ

Στις 2 Νοεμβρίου 1880 ο 30χρονος Πατ Γκάρετ εκλέχτηκε σερίφης της κομητείας Λίνκολν και το πρώτο του μέλημα ήταν να συλλάβει τον Κιντ, που είχε επικηρυχθεί από τον κυβερνήτη Γουάλας. Το κατόρθωσε στις 19 Δεκεμβρίου και στις 13 Απριλίου 1881 τον οδήγησε στο δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

 

Ο Κιντ δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του λέξη, καθώς στις 28 Απριλίου απέδρασε με περιπετειώδη τρόπο από τη φυλακή, που βρισκόταν στον πάνω όροφο του δικαστηρίου, σκοτώνοντας δύο βοηθούς του Γκάρετ.

Ο Γκάρετ εξοργίστηκε και αποφάσισε να τον αναζητήσει όπου γης και να τον αποτελειώσει. Το κατάφερε, τελικά, στις 14 Ιουλίου 1881 στο Φορτ Σάμνερ του Νέου Μεξικού, όταν τον εντόπισε στο σπίτι ενός φίλου του. Μπήκε κρυφά αργά το βράδυ στο σπίτι και τον βρήκε κοιμώμενο. Ξύπνησε από το θόρυβο και το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει στα ισπανικά ήταν «Ποιος είναι;». Ο Γκάρετ πυροβόλησε δύο φορές και τον άφησε άπνου.

Ο θάνατός του έγινε αμέσως θέμα στις ΗΠΑ. Συγγραφείς και δημοσιογράφοι κατηγόρησαν τον Γκάρετ ότι δολοφόνησε τον Κιντ, αφού θα μπορούσε εύκολα να τον συλλάβει στη θέση που βρισκόταν. Ο Γκάρετ για να υπερασπιστεί το όνομά του έγραψε το βιβλίο «The Authentic Life of Billy, the Kid», που είναι μία βιογραφία του διάσημου παράνομου.

Ο Μπίλι δε Κιντ στην Τέχνη

  • Η λαϊκή μούσα έπλασε το τραγούδι «Billy the Kid», που το έχουν ερμηνεύσει, μεταξύ άλλων, Γούντι Γκάθρι και ο Ράι Κούντερ.
  • Ο Τομ Πέτι έγραψε το τραγούδι «Billy the Kid» (1999) και ο Μπομπ Ντίλαν συνέθεσε το σάουντρακ της ταινίας του Σαμ Πέκινπα «Pat Garrett and Billy the Kid» («Η Μεγάλη Μονομαχία» στα ελληνικά, 1973), όπου περιέχεται το τραγούδι «Knockin’ on Heaven’s Door», μία από τις διαχρονικές επιτυχίες του αμερικανού τροβαδούρου.
  • Ο σπουδαίος αμερικανός συνθέτης Άαρον Κόπλαντ συνέθεσε το 1938 τη μουσική για το μπαλέτο «Billy the Kid», που θεωρείται το πρώτο μπαλέτο με αμερικάνικο θέμα.
  • Το 1962, ο Μπίλι δε Κιντ πρωταγωνίστησε σ’ ένα επεισόδιο του Λούκι Λουκ, που έγραψε και σχεδίασε το ντουέτο των Γκοσινί και Μόρις.
  • Το 1970, ο βραβευμένος με Μπούκερ καναδός συγγραφέας Μάικλ Οντάατζε («Ο Άγγλος Ασθενής») έγραψε την έμμετρη βιογραφία του Κιντ με τίτλο «The Collected Works of Billy the Kid: Left-handed Poems».
 
 
1946
Γιώργος Κούδας, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ.

 

 

Θάνατοι

μ.Χ.

 
1826
Γιόχαν Μπόντε, γερμανός αστρονόμος, που προσδιόρισε τον εμπειρικό νόμο, ο οποίος επιτρέπει τον προσδιορισμό της απόστασης των πλανητών από τον Ήλιο, γνωστό ως νόμο Titus-Bode. Δημοσίευσε άτλαντα με 17.2490 αστέρες και νεφελώματα. (Γεν. 19/1/1747)
 
 
1958
 
Νικόλαος Γεωργαντάς, έλληνας δισκοβόλος. Κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο δίσκο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Αγίου Λουδοβίκου το 1904. (Γεν. 27/2/1880)
 
 
1976
Αντρέ Μαλρό, γάλλος συγγραφέας, ιστορικός τέχνης και πολιτικός. («Η κατάσταση του ανθρώπου», «Αντιαπομνημονεύματα», «Ελπίδα») (Γεν. 3/11/1901)
 
1999

Φίμπι Σνέτσινγκερ
1931 – 1999

Αμερικανίδα παρατηρήτρια πουλιών (birdwatcher), η πλέον διάσημη αυτού του «σπορ», με παρατηρήσεις 8.398 ειδών στο ενεργητικό της.

 

Η Φίμπι Σνέτσινγκερ (Μπερνέτ, το πατρικό της) γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1931 στο Λέικ Ζούρικ της πολιτείας Ιλινόι των ΗΠΑ. Κόρη του «γκουρού» της διαφήμισης Λίο Μπερνέτ (1891-1971), σπούδασε γερμανική φιλολογία, προτού αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στην παρατήρηση πουλιών.

Το 1981 διαγνώσθηκε με καρκίνο του δέρματος σε προχωρημένο στάδιο, αλλά τελικά συνάντησε τον χάρο στη Μαδαγασκάρη στις 23 Νοεμβρίου 1999, όταν το όχημα στο οποίο επέβαινε εν ώρα δράσης ανατράπηκε και την καταπλάκωσε.

Το 2003 εκδόθηκαν τα απομνημονεύματά της με τίτλο «Birding on Borrowed Time» («Παρατήρηση πουλιών με δανεικό χρόνο»).

Τρία από τα τέσσερα παιδιά, που απέκτησε με τον σύζυγό της Ντέιβιντ Σνέτσινγκερ, ακολουθούν το χόμπι της.

 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου