Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 09 Νοέ 2018
Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Ανατολή Ήλιου: 06:58 – Δύση Ήλιου: 17:19
  • Διεθνής Ημέρα κατά του Φασισμού και του Αντισημιτισμού
  • Γιορτάζουν:  Νεκτάριος, Νεκταρία, Ονησιφόρος, Ονησιφόρα

Σαν Σήμερα...

 

Διεθνής Ημέρα κατά του Φασισμού και του Αντισημιτισμού

Η Διεθνής Ημέρα κατά του Φασισμού και Αντισημιτισμού (International Day Against Fascism and Antisemitism) εορτάζεται κάθε χρόνο στις 9 Νοεμβρίου, σε ανάμνηση του πογκρόμ των Εβραίων που οργανώθηκε με κρατική καθοδήγηση στη ναζιστική Γερμανία του 1938.

Η Νύχτα των Κρυστάλλων, όπως έμεινε στην ιστορία, ήταν το πρώτο βήμα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το εβραϊκό Ολοκαύτωμα. Παράλληλα, η μέρα είναι αφιερωμένη στην καταδίκη του νεοναζισμού και του ρατσισμού.

Η Διεθνής Ημέρα κατά του Φασισμού και του Αντισημιτισμού γιορτάζεται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και με πρωτοβουλία της οργάνωσης-ομπρέλα «Ενωμένοι για τη διαπολιτισμική δράση» (UNITED for Intercultural Action), που συσπειρώνει στους κόλπους της αντιφασιστικές, αντιρατσιστικές, τσιγγάνικες και εβραϊκές οργανώσεις απ' όλη την Ευρώπη.

 

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

Γεγονότα

μ.Χ.
1938
 Η Νύχτα των Κρυστάλλων στη Γερμανία. Πρόκειται για το πρώτο οργανωμένο πογκρόμ εναντίον των Εβραίων από τους Ναζί.
 

Η Νύχτα των Κρυστάλλων

Η αποκληθείσα «νύχτα των κρυστάλλων» αποτελεί το πρώτο μαζικό πογκρόμ εναντίον των Εβραίων στη Γερμανία. Συνέβη τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938 ως τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας και ήταν η πρώτη ένδειξη για το τι θα ακολουθούσε αργότερα με το εβραϊκό ολοκαύτωμα. Ονομάστηκε «νύχτα των κρυστάλλων», επειδή οι Ναζί ξέσπασαν πάνω στις ιδιοκτησίες των Εβραίων, σπάζοντας τις βιτρίνες πολλών καταστημάτων τους.

 

Όλα ξεκίνησαν δύο μέρες νωρίτερα, όταν ένας γερμανοεβραίος, ο Χέρσελ Γκρίσπαν, σκότωσε στο Παρίσι τον γραμματέα της γερμανικής πρεσβείας Ερνστ Φον Ρατ. Ο φόνος του γερμανού διπλωμάτη χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για τις επιθέσεις που εκδηλώθηκαν εναντίον των Εβραίων σε όλη τη Γερμανία. Φαινομενικά, οι επιθέσεις αυτές ήταν αυθόρμητες, αλλά στην πραγματικότητα «ενορχηστρώθηκαν» από τη ναζιστική κυβέρνηση.

Κατά τη νύχτα των κρυστάλλων, καταστράφηκαν 1.574 συναγωγές, πάνω από 7.000 εβραϊκά καταστήματα και 29 πολυκαταστήματα, ενώ 30.000 Εβραίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο αριθμός των γερμανοεβραίων που σκοτώθηκαν είναι ασαφής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κυμαίνεται από 36 έως 200, ενώ μεταξύ των νεκρών περιλαμβάνονται και αρκετοί μη Εβραίοι, που είχαν την ατυχία να μοιάζουν.

Το γεγονός προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, οι ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με τη Γερμανία.

 
 
1866
  Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη. Ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης βάζει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάζει την ανατολική πτέρυγα της μονής, καταπλακώνοντας Χριστιανούς και Τούρκους.

Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου

Ελαιογραφία του ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι

Ελαιογραφία του ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι

Κορυφαία πράξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κρητών, σύμβολο ηρωισμού και θυσίας. Είναι το σημαντικότερο επεισόδιο της Κρητικής Επανάστασης του 1866.

 

Η κακοδιοίκηση και η καταπίεση της τουρκικής διοίκησης ανάγκασε την Παγκρήτια Συνέλευση που συνήλθε στα Χανιά να αποστείλει στις 14 Μαΐου 1866 αναφορά στον Σουλτάνο με μια σειρά αιτημάτων. Συγκεκριμένα, ζητούσε: βελτίωση του φορολογικού συστήματος, σεβασμό της χριστιανικής θρησκείας, αναγνώριση του πληθυσμού να εκλέγει ελεύθερα τους δημογέροντές του και τη λήψη μέτρων για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού.

Παράλληλα, απέστειλε μυστικό υπόμνημα προς τους μονάρχες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με το οποίο τους καλούσε να ενεργήσουν για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ή να μεσολαβήσουν στη χορήγηση από τον Σουλτάνο «Οργανικού Νόμου». Στη συγκέντρωση αυτή συμμετείχε και ο Γαβριήλ Μαρινάκης, ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου, που ήταν το επαναστατικό κέντρο της περιοχής Ρεθύμνης.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αδιαφόρησαν, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε ουδετερότητα και δεν πήρε ανοιχτά το μέρος των επαναστατών. Μόνο η Ρωσία κινήθηκε δραστήρια, χάρη στους υποπροξένους της στο νησί Ιωάννη Μιτσοτάκη και Σπυρίδωνα Δενδρινό.

Μη αναμένοντας βοήθεια από πουθενά, οι Κρητικοί αποφάσισαν να ξεσηκωθούν μόνοι τους και ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 21 Αυγούστου 1866, με το σύνθημα «Ένωσις ή Θάνατος» και αρχηγούς τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη στα Χανιά, τον Ελλαδίτη συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο στο Ρέθυμνο και τον Μιχαήλ Κόρακα στο Ηράκλειο. Στην Ελλάδα συγκροτήθηκαν εθελοντικές ομάδες, που βοήθησαν τους Κρητικούς, με χρήματα, τρόφιμα και άλλα εφόδια.

Ο Σουλτάνος θορυβήθηκε από την εξέγερση και έστειλε στις 30 Αυγούστου 1866 τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά, με εντολή να την καταστείλει, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τα αιτήματα των Κρητικών. Ο Πασάς έφερε το προσωνύμιο Γκιριτλί (Κρητικός), επειδή είχε συντελέσει στην κατάπνιξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη. Πρώτα προσπάθησε να καλοπιάσει τους επαναστάτες και να τους πείσει να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Όταν αυτοί αρνήθηκαν, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το στρατιωτικό του σχέδιο για την κατάπνιξη της επανάστασης.

Η Μονή Αρκαδίου

Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο προέβη σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Χανίων και στη συνέχεια στράφηκε προς το Ρέθυμνο και τη Μονή Αρκαδίου, όπου ήταν η έδρα της τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποθήκη πολεμοφοδίων και τροφίμων, καθώς και καταφύγιο πολλών χριστιανών. Ο Μουσταφά Πασάς έφθασε έξω από το μοναστήρι το απόγευμα της 6ης Νοεμβρίου 1866. Στη διάθεσή του είχε 15.000 άνδρες (Τούρκους, Αλβανούς, Αιγυπτίους και Τουρκοκρητικούς) και ισχυρό πυροβολικό. Στη Μονή βρίσκονταν 966 άνθρωποι, από τους οποίους μόνο 250 μπορούσαν να πολεμήσουν. Επικεφαλής των αγωνιστών του Αρκαδίου ήταν ο πελοποννήσιος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος και ο ηγούμενος Γαβριήλ.

Οι προτάσεις προς παράδοση απορρίφθηκαν από τους πολιορκημένους και το πρωί της 8ης Νοεμβρίου άρχισαν οι εχθροπραξίες. Οι Οθωμανοί, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις τους, δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Μονή την πρώτη μέρα. Το βράδυ ζήτησαν ενισχύσεις και μετέφεραν ένα μεγάλο πυροβόλο από το Ρέθυμνο. Την επομένη, 9 Νοεμβρίου, άρχισε το δεύτερο κύμα της επίθεσης. Νωρίς το απόγευμα γκρεμίστηκε το δυτικό τείχος της Μονής από τις βολές του πυροβόλου και οι επιτιθέμενοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, αρχίζοντας τη μεγάλη σφαγή.

Στη μπαρουταποθήκη της μονής γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος και μία ακόμα ένδοξη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Ο Κωστής Γιαμπουδάκης ή κατ' άλλους ο Εμμανουήλ Σκουλάς την ανατίναξε, σκορπίζοντας το θάνατο, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εισβολείς. Αμέσως μετά, οι Τουρκοκρητικοί και οι Αλβανοί όρμησαν και κατέσφαξαν όσους είχαν διασωθεί, ενώ έκαψαν τον ναό και λεηλάτησαν τα ιερά κειμήλια.

Από τους Έλληνες που βρίσκονταν στη Μονή, μόνο 3 ή 4 κατόρθωσαν να διαφύγουν, ενώ περίπου 100 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Μεταξύ αυτών και ο Δημακόπουλος, που εκτελέστηκε λίγο αργότερα. Ο ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου Γαβριήλ Μαρινάκης είχε σκοτωθεί πριν από την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης. Οι νεκροί και τραυματίες του Μουσταφά ανήλθαν σε 1.500 ή σε 3.000, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς.

Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, όπως είχε συμβεί με την καταστροφή των Ψαρών και την Έξοδο του Μεσολογγίου, συγκίνησε όλο τον χριστιανικό κόσμο κι ένα νέο κύμα φιλελληνισμού δημιουργήθηκε στην Ευρώπη. Σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι και ο Βίκτωρ Ουγκώ, πήραν θέση υπέρ του Κρητικού Αγώνα και ξένοι εθελοντές έσπευσαν να ενισχύσουν από κοντά την Επανάσταση. Σημαντικές ήταν και οι χρηματικές συνεισφορές από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, με προεξάρχοντα τον φιλέλληνα Σαμουήλ Χάου.

Η Κρητική Επανάσταση φυλλορρόησε τον Ιανουάριο του 1869, αλλά ο Σουλτάνος δεν μπόρεσε να καθυποτάξει ολοκληρωτικά τους Χριστιανούς της Κρήτης. Έτσι, υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων αναγκάστηκε να παραχωρήσει τον «Οργανικό Νόμο» (3 Φεβρουαρίου 1868), ένα είδος Συντάγματος, που προέβλεπε προνόμια για τους χριστιανούς και καθεστώς ημιαυτονομίας για το νησί. Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα πήρε αναβολή για το 1912.

 
 
 
 
1919
Φορολογική μεταρρύθμιση από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Εισάγεται η φορολογία του προσωπικού εισοδήματος.
 
1931
Η εικόνα της Παναγίας Σουμελά, έργο του ευαγγελιστή Λουκά, επιστρέφει στην Αθήνα από την Τραπεζούντα του Πόντου.
 
 
1985
Σε ηλικία 22 ετών, ο Γκάρι Κασπάροφ γίνεται ο νεώτερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι, βάζοντας τέλος στην 22χρονη κυριαρχία του Ανατόλι Κάρποφ.
 
1989
 
Ανοίγουν τα σύνορα της Ανατολικής Γερμανίας για τους πολίτες της, έπειτα από δεκαετίες. Το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου, γκρεμίζεται.

Το Τείχος του Βερολίνου

Η ανέγερση του Τείχους, 23 Αυγούστου 1961.

Η ανέγερση του Τείχους, 23 Αυγούστου 1961.

Berliner Mauer στα Γερμανικά. Πρόκειται για ένα τοίχο ύψους 2 μέτρων, που χώριζε το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό. Οι Δυτικοί το ονόμασαν «Τείχος του Αίσχους». Χτίστηκε το 1961 από τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας για να συγκρατήσει τη φυγή των κατοίκων της προς τη Δύση και γκρεμίστηκε από τους Βερολινέζους και των δύο πλευρών στις 9 Νοεμβρίου 1989, όταν άρχισαν να αποσαθρώνονται τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Υπήρξε το κατ’ εξοχήν σύμβολο του «Ψυχρού Πολέμου» μεταξύ «δημοκρατικής» Δύσης και της «κομμουνιστικής» Ανατολής.

 

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου το 1945, η ηττημένη Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής, τη διοίκηση των οποίων ανέλαβαν οι νικήτριες δυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση. Με ανάλογο τρόπο χωρίστηκε και το Βερολίνο, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Πρωσίας, της Αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί το 1944 στο Λονδίνο.

Το Βερολίνο βρισκόταν μέσα στη ζώνη επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που δημιούργησε πολλά από τα κατοπινά προβλήματα. Το Μάρτιο του 1948 οι Δυτικές δυνάμεις αποφάσισαν να ενώσουν τους τομείς που έλεγχαν και να δημιουργήσουν τη Δυτική Γερμανία. Το ίδιο έπραξαν και με το Βερολίνο. Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν με τον χερσαίο αποκλεισμό των Δυτικών τομέων της πόλης στις 24 Ιουνίου 1948. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι άρχισαν να εφοδιάζουν το Δυτικό Βερολίνο μόνο από αέρος με τις περίφημες αερογέφυρες.

Στις 30 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου στο Ανατολικό Βερολίνο εγκαταστάθηκε ξεχωριστή δημοτική αρχή, με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό χωρισμό του Βερολίνου σε Ανατολικό και Δυτικό. Το 1949 τα γερμανικά εδάφη που κατείχε η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσαν ίδια κρατική οντότητα, με την ονομασία Λαϊκή Δημοκρατική της Γερμανίας ή Ανατολική Γερμανία. Μετά τον χωρισμό της Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου έγινε εξαιρετικά δύσκολη.

Σταδιακά άρχισε να παρατηρείται ένα κύμα φυγής των Ανατολικογερμανών προς τη Δύση, ιδίως μετά την εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1953, που συντρίφτηκε από τους Σοβιετικούς. Για να σταματήσουν τη μαζική έξοδο των πολιτικών προσφύγων, οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας με τη σύμφωνη γνώμη των Σοβιετικών αποφάσισαν την ανέγερση ενός φράχτη. Τυπικά, η απόφαση εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση (Volkskammer) και τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1961 άρχισε να υψώνεται ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου ένα διαχωριστικό συρματόπλεγμα, που εμπόδιζε την ελεύθερη επικοινωνία του Δυτικού με το Ανατολικό Βερολίνο και την υπόλοιπη Ανατολική Γερμανία.

 

9 Νοεμβρίου 1989

Αργότερα, καθώς οι σχέσεις μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας οξύνονταν, το συρματόπλεγμα αντικαταστάθηκε με τοίχο από μπετόν, ως 2 μέτρα ύψος, ενισχυμένο με συρματόπλεγμα στην κορυφή. Φρουρείτο σε καθορισμένες από τις ανατολικογερμανικές αρχές διόδους και από σκοπιές κατά διαστήματα, σε όλο το μήκος του, που έφθανε τα 45 χιλιόμετρα. Η απομόνωση του Δυτικού Βερολίνου από την ενδοχώρα της Ανατολικής Γερμανίας εξασφαλίστηκε με ηλεκτροφόρα καλώδια και προβολείς που σάρωναν κάθε σπιθαμή του γυμνού εδάφους.

 

Η Δύση εκμεταλλεύτηκε ιδεολογικά το γεγονός για να καταδείξει την ανελευθερία και την καταπίεση που επικρατούσε στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στις 26 Ιουνίου 1963 ο Αμερικανός πρόεδρος Κένεντι επισκέφθηκε το διαιρεμένο Βερολίνο και αρχίζει το λόγο του με την περίφημη φράση: «Ich bin ein Berliner» (Είμαι κι εγώ Βερολινέζος). Πάντως, σε μία προσπάθεια να χαλαρώσει η ένταση, οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 1970 τη Συμφωνία του Βερολίνου, η εφαρμογή της οποίας ανατέθηκε στους αξιωματούχους των δύο γερμανικών κρατών.

Με την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης το 1986 ένας άνεμος αλλαγής άρχισε να φυσά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι πολιτικές της «περεστρόικα» και της «γκλάσνοστ» βρήκαν πεδίο εφαρμογής και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Με το άνοιγμα των συνόρων των άλλων σοσιαλιστικών χωρών προς τη Δύση, ένα νέο κύμα ανατολικογερμανών πολιτών διέφευγε στη Δυτική Γερμανία μέσω της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας.

Η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας αιφνιδιασμένη από τις εξελίξεις αποφάσισε να ανοίξει κι αυτή τα σύνορα της χώρας με τη Δύση στις 9 Νοεμβρίου 1989. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Τείχος που χώριζε το Βερολίνο για 28 χρόνια δεν είχε λόγο ύπαρξης και άρχισε να κατεδαφίζεται πάραυτα, με πρωτοβουλία των Βερολινέζων. Ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1990, η Γερμανία επανενώθηκε.

Στη διάρκεια των 28 χρόνων της ύπαρξης του Τείχους, τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση. Το πρώτο θύμα υπήρξε η 58χρονη νοσοκόμα Ίντα Ζίκμαν, η οποία σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961 στην προσπάθειά της να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ζούσε η αδελφή της. Τελευταίος χρονολογικά στη μακάβρια λίστα ήταν ο 33χρονος άνεργος ηλεκτρολόγος Βίνφριντ Φρόιντενμπεργκ, ο οποίος κατάφερε μ’ ένα αυτοσχέδιο αερόστατο να περάσει στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά για κακή του τύχη αυτό κατέπεσε και συνετρίβη, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο (29 Αυγούστου 1989).

 

Schicksalstag (Μοιραία Ημέρα)

Ο Φίλιπ Σάιντεμαν ανακηρύσσει την Αβασίλευτη Δημοκρατία

Ο Φίλιπ Σάιντεμαν ανακηρύσσει την Αβασίλευτη Δημοκρατία

H 9η Νοεμβρίου είναι σημαδιακή ημερομηνία για τη Γερμανία, με σημαντικά συμβάντα στη νεώτερη ιστορία της χώρας. Αποκαλείται από ιστορικούς και δημοσιογράφους Schicksalstag (Μοιραία Ημέρα).

 

1848: Εκτελείται ο φιλελεύθερος πολιτικός Ρόμπερτ Μπλουμ. Ο θάνατός του συμβολίζει την αποτυχία της αστικοφιλελεύθερης επανάστασης του 1848 κατά της αριστοκρατίας στα γερμανικά κρατίδια.

1918: Ο κάιζερ Γουλιέλμος Β’ εκθρονίζεται και εξορίζεται στην Ολλανδία. Ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός Φίλιπ Σάιντεμαν ανακηρύσσει από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ (Βουλής), την Αβασίλευτη Δημοκρατία, που αποκλήθηκε Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Αποδείχθηκε ασταθής και καταλύθηκε από τον Χίτλερ το 1933. Δύο ώρες αργότερα, από ένα μπαλκόνι του Δημαρχείου του Βερολίνου, ο κομμουνιστής ηγέτης Καρλ Λίμπκνεχτ ανακηρύσσει το θνησιγενές Ελεύθερο Σοσιαλιστικό Κράτος.

1923: Αποτυγχάνει το αποκληθέν Πραξικόπημα της Μπυραρίας στο Μόναχο, η πρώιμη προσπάθεια του Αδόλφου Χίτλερ να καταλύσει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης και να αναλάβει την εξουσία στη Γερμανία. Παρά την αποτυχία το Εθνικοσοασιαλιστικό Κόμμα, καθίσταται βασικός παίκτης στη γερμανική πολιτική σκηνή.

1925: Κατά μία εκδοχή ιδρύονται τα SS, ο στρατιωτικός βραχίονας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.

1938: Η Νύχτα των Κρυστάλλων. Το πρώτο οργανωμένο πογκρόμ εναντίον των Εβραίων από τους Ναζί σε Γερμανία και Αυστρία, που αποτέλεσε την απαρχή του Ολοκαυτώματος. Αφορμή στάθηκε η δολοφονία του γραμματέα της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι Ερνστ Φομ Ρατ από τον γερμανεβραίο εξόριστο Χέρσελ Γκρίνσπαν. Προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές σε συναγωγές, κοιμητήρια και περιουσίες, ενώ οι νεκροί Εβραίοι υπολογίζονται από 36 έως 200.

1989: Ανοίγουν τα σύνορα της Ανατολικής Γερμανίας για τους πολίτες της, έπειτα από δεκαετίες, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, που άρχισε να κατασκευάζεται το 1961. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει στη γερμανική επανένωση, ένα χρόνο αργότερα.

 
 
 

Γεννήσεις

μ.Χ.
1855

Αλέξανδρος Ζαΐμης
1855 – 1936

Νομικός, τραπεζίτης και πολιτικός. Έφθασε στα ανώτατα αξιώματα της ελληνικής πολιτείας και διατέλεσε Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

 

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1855 και ήταν γιος του καλαβρυτινού πολιτικού Θρασύβουλου Ζαΐμη, που διατέλεσε επανειλημμένα πρωθυπουργός. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Γερμανία και αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Μετά το θάνατο του πατέρα του άρχισε να πολιτεύεται στην επαρχία Καλαβρύτων. Το 1855 εκλέχτηκε βουλευτής για πρώτη φορά υπό τη σημαία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και έκτοτε εκλεγόταν συνεχώς έως το 1915. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής και Υπουργός Δικαιοσύνης και Εσωτερικών σε κυβερνήσεις του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1897 ανέλαβε την πρωθυπουργία, από την οποία παραιτήθηκε στις 2 Απριλίου 1899, αφού απέτυχε στις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου, τις οποίες διενήργησε. Επί της πρωθυπουργίας του έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο, επιβλήθηκε Οικονομικός Έλεγχος στη χώρα μετά το τρικουπικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!» και αναλήφθηκε η Ύπατη Αρμοστεία της Κρήτης από τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, που οδήγησε το 1913 στην ενσωμάτωση της Μεγαλονήσου στον εθνικό κορμό.

Στον απόηχο των «Ευαγγελικών» και μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ξανάγινε πρωθυπουργός στις 12 Νοεμβρίου 1901. Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1902, ως αρχηγός μικρού κόμματος, απέτυχε και πάλι και παραιτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1924. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1906 διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης στη θέση του παραιτηθέντος διαδόχου Γεωργίου, στην οποία παρέμεινε έως τις 12 Οκτωβρίου 1908. Στις 14 Δεκεμβρίου 1914 εκλέχθηκε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 19 Δεκεμβρίου 1920.

Ενδιάμεσα διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός σε βραχύβιες κυβερνήσεις (24 Σεπτεμβρίου - 25 Οκτωβρίου 1915, 9 Ιουνίου - 3 Σεπτεμβρίου 1916, 21 Απριλίου - 14 Ιουνίου 1917). Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του θητείας απομακρύνθηκε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κατ' απαίτηση των Γάλλων. Μετά τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 ορκίστηκε για έκτη φορά πρωθυπουργός (4 Δεκεμβρίου 1926) στην οικουμενική κυβέρνηση που σχηματίστηκε, καθώς κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειονοψηφία. Μετά τη διάλυση της οικουμενικής διατήρησε την πρωθυπουργία σε δύο κυβερνήσεις συνεργασίας έως τις 4 Ιουλίου 1928, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Στις 20 Μαΐου 1929 εκλέχτηκε γερουσιαστής και δύο μέρες μετά Πρόεδρος της Γερουσίας. Μετά την παραίτηση του Παύλου Κουντουριώτη (9 Δεκεμβρίου 1929) ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Στις 14 Δεκεμβρίου 1929 εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τη Βουλή και τη Γερουσία και επανεκλέχθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1934.

Παραιτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1935, μετά την πολιτειακή μεταβολή που επανέφερε τη βασιλεία στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα, αναγνωρίστηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία από το Λαϊκό Κόμμα (2 Οκτωβρίου 1932) ως το νόμιμο πολίτευμα της χώρας, σημειώθηκε η ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 και εκδηλώθηκαν τρία αποτυχημένα βενιζελικά κινήματα (5 Μαρτίου 1933, 1 Μαρτίου 1935, 10 Οκτωβρίου 1935).

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης διακρίθηκε για τη μετριοπάθεια και σωφροσύνη του, γι' αυτό εθεωρείτο πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης. Μετά την αποχώρησή του από τα αξιώματα του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας και του Προέδρου της Δημοκρατίας αρνήθηκε να λάβει σύνταξη. Πέθανε στη Βιέννη στις 15 Σεπτεμβρίου 1936, όπου είχε μεταβεί για πάθηση των οφθαλμών του. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου, όπου τάφηκε με μεγάλες τιμές στο Α' Νεκροταφείο.

 
 
 
1888
Ζαν Μονέ, γάλλος οικονομολόγος και πολιτικός, από τους πρωτεργάτες της Ενωμένης Ευρώπης. (Θαν. 16/3/1979)

Ζαν Μονέ
1888 – 1979

Γάλλος επιχειρηματίας και δημόσιος λειτουργός, ένας από τους οραματιστές της Ενωμένης Ευρώπης, στο πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Θεωρείται ένας από τους πατέρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ο Ζαν Ομέρ Μαρί Γκαμπριέλ Μονέ γεννήθηκε στο Κονιάκ της νοτιοδυτικής Γαλλίας στις 9 Νοεμβρίου 1888. Σε ηλικία 16 ετών εγκατέλειψε το σχολείο για ν’ ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας κονιάκ. Ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο, πλουτίζοντας διαρκώς τις εμπειρίες του.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως εκπρόσωπος της Γαλλίας στη Διασυμμαχική Επιτροπή Ναυτιλίας και, μετά τον πόλεμο, διετέλεσε αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Κοινωνίας των Εθνών (1919-1923). Μετά τη λήξη της θητείας του στον διεθνή οργανισμό - πρόδρομο του ΟΗΕ, επανήλθε στην πατρική επιχείρηση κι εργάστηκε ως έμπορος κονιάκ και αργότερα ως τραπεζίτης στις ΗΠΑ. Μεταξύ του 1934 και 1936 διατέλεσε σύμβουλος του εθνικιστή κινέζου ηγέτη Τσανγκ Κάι Σεκ.

Το 1929 γνώρισε την κατά 20 χρόνια μικρότερη του Σίλβια Τζιανίνι, σύζυγο του εμπορικού αντιπροσώπου της πατρικής επιχείρησης στην Ιταλία και την ερωτεύτηκε σφοδρά. Επειδή, όμως, δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο, καθώς αυτό απαγορευόταν στις καθολικές χώρες εκείνη την εποχή, ο Μονέ με τις διεθνείς διασυνδέσεις του κανόνισε να λάβει τη σοβιετική υπηκοότητα η μέλλουσα σύζυγός του. Το διαζύγιο εκδόθηκε με συνοπτικές διαδικασίες και ο πολιτικός γάμος έγινε στη Μόσχα το 1934. Το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη και παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο μόλις το 1974.

Κατά την έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μονέ ορίστηκε πρόεδρος της Γαλλοβρετανικής Συντονιστικής Οικονομικής Επιτροπής και τον Ιούνιο του 1940 υπέδειξε στον πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Γουίνστον Τσόρτσιλ μία γαλλοβρετανική οικονομική και πολιτική ένωση, ως αντίβαρο στη ναζιστική Γερμανία.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας, κατέφυγε στην Ουάσινγκτον, όπου τοποθετήθηκε μέλος του Συμβουλίου Ανεφοδιασμού της Με­γάλης Βρετανίας. Στις αρχές του 1943 η αμερικανική κυβέρνηση τον έστειλε στο Αλγέρι για να διαπραγματευτεί με τον στρατηγό Ζιρό, που ήταν πιστός στη δοσιλογική κυβέρνηση του Βισύ και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε μέλος της Γαλλικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, υπό τον στρατηγό Ντε Γκολ.

Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας και την εθνικοποίηση των εταιρειών σιδηροδρόμων, ορυχείων και ηλεκτροπαραγωγής, διορίστηκε επικεφαλής της επιτροπής για την προετοιμασία ενός πλήρους σχεδίου ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού της κατεστραμμένης γαλλικής οικονομίας. Στις 11 Ιανουαρίου 1947 το σχέδιο υιοθετήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση και ο Μονέ διορίστηκε γενικός επίτροπος της Υπηρεσίας Εθνικού Σχεδιασμού.

Στις 9 Μαΐου 1950, ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Ρομπέρ Σουμάν, σε μία ιστορική δήλωση υποστήριξε ότι η συνένωση των ευρωπαϊκών εθνών μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξάλειψη της αιώνιας αντιπαράθεσης μεταξύ της Γαλλίας και Γερμανίας και πρότεινε ως πρώτο βήμα να τεθεί το σύνολο της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα υπό ενιαία διοίκηση.

Το «Σχέδιο Σουμάν», το πρώτο βήμα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, το οποίο συντάχθηκε από τον Μονέ, ενσωματώθηκε στη συνθήκη των Παρισίων της 18ης Απριλίου 1951, με την οποία δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), με κράτη - μέλη τη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Από το 1952 έως το 1955 ο Μονέ ήταν ο πρώτος πρόεδρος του ανώτατου συμβουλίου της ΕΚΑΧ.

Το 1955 οργάνωσε την Επιτροπή Πρωτοβουλίας για τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος από το 1956 έως το 1975. Το 1966 το Πανεπιστήμιο της Βόννης του απένειμε το θεσμοθετημένο τότε βραβείο «Ρομπέρ Σουμάν», τιμώντας τις υπηρεσίες του στην ευρωπαϊκή υπόθεση. Το 1976 οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των εννιά τότε χωρών της ΕΟΚ τον ανακήρυξαν πολίτη της Ευρώπης. Το 1978 εξέδωσε τα «Απομνημονεύματά».

Ο Ζαν Μονέ πέθανε στις 16 Μαρτίου 1979 στην πόλη Μπαζός - σιρ - Γκιγιόν της κεντρικής Γαλλίας, σε ηλικία 90 ετών.

 
 
1925
Ελένη Χατζηαργύρη, ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου. (Θαν. 30/9/2004)
 
 
1941
Τομ Φόγκερτι, αμερικανός τραγουδοποιός, μέλος του συγκροτήματος «Credence Clearwater Revival». (Θαν. 6/9/1990)
 

Θάνατοι

μ.Χ.
 
959
Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου. (Γεν. 2/9/905)

Κωνσταντίνος Ζ’ o Πορφυρογέννητος
905 – 959

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (913-959), της δυναστείας των Μακεδόνων. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' του Σοφού και της παλλακίδας του, Ζωής Καρβονοψίνας. Έμεινε στην ιστορία περισσότερο για τις επιδόσεις του στα γράμματα, παρά για τις στρατιωτικές του ικανότητες.

 

Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 905 στην πορφυρά αίθουσα του Παλατιού, που προοριζόταν για τα νόμιμα τέκνα των αυτοκρατόρων, γι' αυτό και έφερε το όνομα Πορφυρογέννητος. Ο ίδιος, όμως, ήταν νόθο τέκνο, το οποίο νομιμοποιήθηκε με τον επιγενόμενο γάμο των γονέων του, λίγο μετά τη γέννησή του. Ο γάμος αυτός δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στον Λέοντα, γιατί ήταν ο τέταρτός του, με συνέπεια να μην αναγνωρισθεί από την Εκκλησία και τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό. Ο αυτοκράτορας, με μία απλή κίνηση, έχρισε νέο Πατριάρχη τον Ευθύμιο, ο οποίος αναγνώρισε τον γάμο κι έχρισε τον εξάχρονο Κωνσταντίνο συμβασιλέας (911).

Το 912 ο Λέων πέθανε και τον διαδέχθηκε στο θρόνο ο νεώτερος αδελφός του Αλέξανδρος, ο οποίος πέθανε ξαφνικά τον επόμενο χρόνο. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για τη στέψη του Κωνσταντίνου ως αυτοκράτορα στις 7 Ιουνίου του 913. Λόγω της ανηλικιότητάς του, όμως, τέθηκε υπό επιτροπεία, την οποία ασκούσαν ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός -που εν τω μεταξύ είχε επανέλθει στα καθήκοντά του μετά το θάνατο του Λέοντα- η βασιλομήτωρ Ζωή και οι μάγιστροι Στέφανος και Ιωάννης Ελλαδάς.

Κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Κωνσταντίνου (913-920), η Αυτοκρατορία αντιμετώπισε τις ηγετικές φιλοδοξίες του ηγεμόνα των Βουλγάρων Συμεών, που ήθελε να αναγορευθεί σε βασιλιά. Πρότεινε, μάλιστα, τον γάμο της κόρης του με τον ανήλικο Κωνσταντίνο. Η πρόταση απορρίφθηκε από τους επιτρόπους, γεγονός που εξόργισε τον βούλγαρο ηγεμόνα, ο οποίος απείλησε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (913), ενώ έφθασε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου, μετά τη νίκη του επί των Βυζαντινών στη Μάχη της Αγχιάλου (σημερινό Μπουργκάς).

Από την αναταραχή αυτή επωφελήθηκε ο αρχηγός του στόλου Ρωμανός Λεκαπηνός, ο οποίος κατόρθωσε να αυξήσει την επιρροή του στο παλάτι, με τον γάμο της κόρης του Ελένης με τον δεκατετράχρονο πλέον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο το 919. Έλαβε, μάλιστα, τον τίτλο του βασιλεοπάτορα, που δινόταν για πρώτη φορά σε πεθερό αυτοκράτορα. Σταδιακά, ο Κωνσταντίνος παραμερίστηκε από την εξουσία, την οποία ασκούσε ο Ρωμανός ως αντιβασιλέας με τους τρεις γιους του. Παράλληλα, προώθησε στον Πατριαρχικό θρόνο τον τέταρτο γιο του Θεοφύλακτο, ενώ έκλεισε σε μοναστήρι τη βασιλομήτορα Ζωή. Για μια εικοσιπενταετία (920-945), ο Κωνσταντίνος ήταν τύποις μόνο αυτοκράτορας κι έτσι κατηύθυνε όλα τα ενδιαφέροντά του στη μελέτη και τη συγγραφή.

Η διαμάχη στους κόλπους της οικογένειας Λεκαπηνού οδήγησε στον εγκλεισμό του Ρωμανού σε μοναστήρι και στην αντίδραση λαού και στρατού. Από την κατάσταση αυτή επωφελήθηκε ο Κωνσταντίνος κι έγινε και πάλι κύριος της εξουσίας στις 27 Ιανουαρίου 945, με την υποστήριξη της πανίσχυρης οικογένειας των Φωκάδων, που πολλά μέλη της υπηρέτησαν από διάφορες θέσεις την αυτοκρατορία (Λέων Φωκάς, Βάρδας Φωκάς, Νικηφόρος Φωκάς κ.ά.).

Ο Κωνσταντίνος, αφού εξασφάλισε τα νώτα του από τους Βουλγάρους, με τους οποίους συνήψε συνθήκη ειρήνης, στράφηκε κατά των Αράβων, που απειλούσαν την αυτοκρατορία. Με τους ικανούς στρατηγούς του Βάρδα Φωκά, Νικηφόρο Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή κατόρθωσε να τους εξουδετερώσει. Ο στρατηγός Μαριανός Αργυρός διεύρυνε τη βυζαντινή επιρροή στην Ιταλία, ενώ ο ομόλογός του Λέων Αργυρός εξουδετέρωσε την ουγγρική απειλή.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συνήψε εμπορικές σχέσεις με τους Ρώσους, ενώ η βάπτιση της ηγεμονίδας της Ρωσίας Όλγας στον Χριστιανισμό διεύρυνε την επιρροή των Βυζαντινών στην αναδυόμενη αυτή περιοχή. Με τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανέκτησε την παλιά της ισχύ και ακτινοβολία και κατέκτησε την εσωτερική της γαλήνη. Χωρίς να είναι ο μεγάλος στρατηγός ή πολιτικός, ο Κωνσταντίνος είχε την ικανότητα να επιλέγει τους κατάλληλους συνεργάτες και να οριοθετεί τους σωστούς στόχους.

Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν οι πραγματείες «Ιστορική διήγησις του Βίου του Βασιλείου Α'», που αναφέρεται στη ζωή του παππού του Βασιλείου Α', ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας, «Προς τον ίδιον υιόν», με συμβουλές προς τον γιο του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ρωμανό Β', «Περί Βασιλείου Τάξεως, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή των ιστορικών σχετικά με το πολύπλοκο πρωτόκολλο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι και κυρίως η Αυτοκρατορική οικογένεια και το «Περί Θεμάτων», σχετικό με τη διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας. Άφησε, επίσης, στίχους, ποιήματα, λόγους και επιστολές. Το μεγάλο του ενδιαφέρον για την παιδεία επικεντρώθηκε στην αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου της Μαγναύρας, που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια στον κόσμο.

Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος πέθανε στις 9 Νοεμβρίου 959. Έχουν εκφρασθεί υπόνοιες ότι ίσως να δηλητηριάστηκε, είτε από τον γιο και διάδοχό του Ρωμανό Β', είτε από τη νύφη του Θεοφανώ.

 
 
 
1880
Έντουιν Ντρέικ, ο άνθρωπος που δημιούργησε την πετρελαϊκή βιομηχανία των ΗΠΑ. Πραγματοποίησε την πρώτη γεώτρηση για την ανεύρεση πετρελαίου στην περιοχή της Πενσιλβάνια το 1859 και στη συνέχεια δημιούργησε την εταιρία «Seneca Oil». (Γεν. 29/3/1819)
 
 
1920
Άγιος Νεκτάριος, κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς, ιερωμένος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ανακηρύχθηκε Άγιος. (Γεν. 1/10/1846)

Άγιος Νεκτάριος
1846 – 1920

Νεοφανής και λίαν δημοφιλής άγιος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 9 Νοεμβρίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν ο Νεκτάριος και η Νεκταρία.

 

Ο κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Θράκης την 1η Οκτωβρίου 1846 από ευσεβείς γονείς, τον Δήμο και τη Μαρία Κεφαλά. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του και σε ηλικία 14 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος στο κατάστημα ενός συγγενή του. Τις ελεύθερες ώρες του μελετούσε τα Πατερικά κείμενα και εκκλησιαζόταν τακτικά. Στη συνέχεια εργάστηκε ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου τού Παναγίου Τάφου, όπου ανέλαβε και διδακτικά καθήκοντα στις κατώτερες τάξεις.

Σε ηλικία 20 ετών, το 1866, διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λίθιο της Χίου, στο οποίο παρέμεινε για επτά χρόνια. Παράλληλα, ως θιασώτης του μοναχικού βίου επισκεπτόταν συχνά την Ιερά Μονή των Αγίων Πατέρων και συζητούσε ώρες αμέτρητες για διάφορα θρησκευτικά θέματα με τον ηγούμενο γέροντα Παχώμιο. Ο πόθος του για τη μοναχική ζωή αύξανε μέρα με την μέρα και στις 7 Νοεμβρίου 1876 εκάρη μοναχός με το όνομα Λάζαρος στη Νέα Μονή της Χίου. Το όνομα Νεκτάριος το έλαβε κατά τη χειροτονία του σε διάκονο (15 Ιανουαρίου 1877) από τον μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο.

Ένας πλούσιος και ευσεβής κάτοικος της Χίου, ο Ιωάννης Χωρέμης, του έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αθήνα. Φοίτησε στο Γυμνάσιο, αλλά κατά τη διάρκεια των απολυτηρίων εξετάσεων ο ευεργέτης του πέθανε. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθεί η επιθυμία του να σπουδάσει θεολογία. Κάποιοι γνωστοί του, όμως, τον σύστησαν στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο (1870-1899), ο οποίος εκτιμώντας τον χαρακτήρα του ανέλαβε τα έξοδα για τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίαν έλαβε το πτυχίο του το 1885.

Τον επόμενο χρόνο επανήλθε στην Αλεξάνδρεια, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος (23 Μαρτίου 1886) από τον ίδιο τον πατριάρχη και ανέλαβε τα καθήκοντα του γραμματέα και του ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Στις 15 Ιανουαρίου 1889 χειροτονήθηκε μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως στο Ναό του Αγίου Νικολάου του Καΐρου, χοροστατούντος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου. Η δράση του και η ταχεία άνοδός του στα εκκλησιαστικά αξιώματα προκάλεσαν την αντίδραση κληρικών του πατριαρχείου, οι οποίοι τον διέβαλαν στον Σωφρόνιο, ότι θέλει να του πάρει τον θρόνο. Οι φθονερές εισηγήσεις τους έγιναν αποδεκτές από τον Πατριάρχη, ο οποίος τον απομάκρυνε από το Πατριαρχείο.

Το 1889, ο Νεκτάριος ήλθε στην Αθήνα με σκοπό να μονάσει στο Άγιο Όρος. Όμως, πολλοί εκκλησιαστικοί παράγοντες τον παρότρυναν να παραμείνει στην Ελλάδα, όπου η παρουσία του θα ήταν ωφελιμότερη. Μάταια επί ένα χρόνο αναζητούσε εργασία, ζώντας στην απόλυτη φτώχεια, ώσπου το 1891 διορίσθηκε ιεροκήρυκας Ευβοίας (1891-1893), στη συνέχεια Φθιώτιδος και Φωκίδος (1893-1894) και τέλος διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894-1908). Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου το 1899, ο Νεκτάριος κλήθηκε να τον διαδεχθεί, αλλά αρνήθηκε.

Το 1904 ίδρυσε στην Αίγινα τη γυναικεία Μονή της Αγίας Τριάδος, στην οποία και εγκαταβίωσε μετά την παραίτησή του από τη Ριζάρειο το 1908. Εκεί έγινε πανελληνίως γνωστός με τα πολλά θαύματα που τέλεσε, αλλά η δράση του προκάλεσε την αντίδραση τοπικών παραγόντων (εκκλησιαστικών και μη), που τον διέβαλαν στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Δύο διαδοχικοί αρχιεπίσκοποι, ο Θεόκλητος και ο Μελέτιος, διέταξαν ανακρίσεις, αλλά δεν βρήκαν κάτι το μεμπτό. Όπως και η Εισαγγελία Πειραιά που ερεύνησε την καταγγελία μητέρας ότι η 16χρονη κόρη της είχε γίνει χωρίς την έγκρισή της δεκτή ως καλόγρια στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας.

Στις αρχές του 1919 ο Νεκτάριος προσβλήθηκε από καρκίνο του προστάτη, τον οποίο απέκρυψε από το περιβάλλον του. Συνέχισε την εκκλησιαστική δράση του, αλλά στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1920 οι πόνοι έγιναν αφόρητοι και με δυσκολία περπατούσε. Τότε αναγκάστηκε να νοσηλευτεί στο «Αρεταίειο» της Αθήνας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 8ης Νοεμβρίου 1920. Κηδεύτηκε με πάνδημο τρόπο στην Αίγινα και ενταφιάστηκε στη Μονή τής Αγίας Τριάδας.

Στις 20 Απριλίου 1961, με πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συναριθμήθηκε «τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας», επειδή «...οσιότητι μεν και αγιότητι βίου διακριθείς και τύπον και υπογραμμόν αρετής και εγκρατείας και αγαθοεργίας παραστήσας και ζων και μετά θάνατον του χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς...». Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου 1963 και από τότε φυλάσσονται στη μονή που ο ίδιος ίδρυσε στην Αίγινα.

Απολυτίκιο

Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ. Αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπὰς τοις ευλαβῶς κραυγάζουσι·Δόξα τῷ σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

 
 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου