Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 08 Νοέ 2018
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Ανατολή Ήλιου: 06:57 – Δύση Ήλιου: 17:20
  • Διεθνής Ημέρα Ακτινολογίας
  • Ημέρα Αλληλεγγύης Μεσοφυλικών
  • Παγκόσμια Ημέρα Ευχρηστίας
  • Παγκόσμια Ημέρα Ποιότητας
  • Παγκόσμια Ημέρα Πολεοδομίας - Χωροταξίας
  • Γιορτάζουν:  Άγγελος, Αγγελική, Γαβριήλ, Γαβριηλία, Γαβριέλα, Ελεημονήτρια, Ευταξία, Λεμονιά, Μεταξάς, Μεταξία, Μιχαήλ, Μηχαηλία, Μιχαέλα, Πανορμίτης, Πανορμίτα, Σεραφείμ, Σεραφειμία, Σταμάτιος, Σταματίνα, Σταματία, Στρατηγός, Στρατηγώ, Ταξιάρχης, Ταξιαρχία

Σαν Σήμερα...

 

1986
 
Βιατσεσλάβ Μολότοφ, ηγετικό στέλεχος των μπολσεβίκων (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ). Το όνομά του φέρουν οι αυτοσχέδιες βόμβες (βόμβες Μολότοφ). (Γεν. 25/2/1890)

Βιάτσεσλαβ Μολότοφ
1890 – 1986

Ρώσος κομμουνιστής ηγέτης, ευνοούμενος και «δεξί χέρι» του Στάλιν. Υπήρξε ο κύριος εκφραστής των θέσεων της Σοβιετικής Ένωσης στις διεθνείς διασκέψεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και αμέσως μετά από αυτόν. Έχει δανείσει το όνομά του σ’ ένα είδος αυτοσχέδιας βόμβας («Βόμβα Μολότοφ»).

 

Ο Βιάτσεσλαβ Μιχαήλοβιτς Σκριάμπιν (καμία σχέση με τον συνεπώνυμό του σπουδαίο ρώσο συνθέτη), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο χωριό Κουκάρκα της Περιφέρειας Κίροφ στις 25 Φεβρουαρίου 1890. Στα μικράτα του ήταν ένα ντροπαλό και ήσυχο παιδί, που βοηθούσε τον πατέρα του στις εμπορικές του ασχολίες. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων στο Καζάν, εντάχθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα και ακολούθησε τον Λένιν στην αριστερή του πτέρυγα («Μπολσεβίκοι»). Συνελήφθη δύο φορές για την επαναστατική του δράση (1909 και 1915) και κατά τη διάρκεια της παρανομίας του απέκτησε το ψευδώνυμο Μολότοφ (από τη λέξη «μόλοτ», σφυρί στα ρωσικά), που γρήγορα επισκίασε το πραγματικό του όνομα και τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή.

Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους του Λένιν το 1917 («Οκτωβριανή Επανάσταση»), εργάστηκε σε διάφορες επαρχιακές κομματικές οργανώσεις. Το 1921 έγινε μέλος και γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, καθώς και αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου (Πολίτμπιρο) του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ). Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τη ρωσοεβραία Πολίνα Ζεμτσούζινα (1897-1970), με την οποία απέκτησε μία κόρη.

Υποστήριξε δυναμικά τον Ιωσήφ Στάλιν μετά τον θάνατο του Λένιν (1924) και τον Δεκέμβριο του 1926 προωθήθηκε σε τακτικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ. Στη συνέχεια απέκτησε τον έλεγχο της Κομματικής Επιτροπής της Μόσχας και απομάκρυνε με σειρά εκκαθαρίσεων όλα τα αντισταλινικά μέλη της (1928-1930). Για τις καλές του υπηρεσίες προς τον Στάλιν, διορίστηκε το 1930 πρόεδρος του Συμβουλίου των Κομισαρίων τού Λαού (δηλαδή πρωθυπουργός της Σοβιετικής Ένωσης), θέση την οποία διατήρησε έως το 1941.

Λίγο πριν από την έκρηξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μολότοφ ανέλαβε και τη θέση του κομισάριου (υπουργού) των Εξωτερικών (Μάιος του 1939) και διαπραγματεύθηκε με τη Ναζιστική Γερμανία το σύμφωνο μη επίθεσης, γνωστό ως «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ», το οποίο υπέγραψε με τον γερμανό ομόλογό του Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα. Το σύμφωνο, που επικρίθηκε από τις δημοκρατικές χώρες της Δύσης και για ιδεολογικούς λόγους, περιλάμβανε κι ένα μυστικό πρωτόκολλο για τον διαμελισμό της Πολωνίας.

Κατά τη διάρκεια της εισβολής των Σοβιετικών στη Φιλανδία τον Νοέμβριο του 1939, ο Μόλοτοφ σε ραδιοφωνικό μήνυμα υποστήριξε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν έριχνε βόμβες, αλλά τρόφιμα στους δοκιμαζόμενους Φιλανδούς, οι οποίοι απάντησαν με αυτοσχέδιες βόμβες, τις οποίες ονόμασαν περιπαικτικά «Κοκτέιλ Μολότοφ», για να αντιμετωπίσουν την ανωτερότητα του Κόκκινου Στρατού και να αναχαιτίσουν τα χιλιάδες σοβιετικά τεθωρακισμένα.

Τον Μάιο του 1941, όταν ο Στάλιν ανέλαβε προσωπικά την πρωθυπουργία της Σοβιετικής Ένωσης, ο Μολότοφ υποβιβάστηκε σε πρώτο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Μετά την εισβολή του γερμανικού στρατού στη Σοβιετική Ένωση (Ιούνιος 1941) υπηρέτησε στην Επιτροπή Κρατικής Άμυνας (ειδικό Πολεμικό Υπουργικό Συμβούλιο), διαπραγματεύθηκε τη συμμαχία της ΕΣΣΔ με τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες (1942) και παρέστη στις Συμμαχικές Διασκέψεις της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1943), της Γιάλτας (4 - 11 Φεβρουαρίου 1945), του Πότσνταμ (17 Ιουλίου - 2 Αυγούστου 1945), καθώς και στη Συνδιάσκεψη του Σαν Φρανσίσκο (25 Απριλίου - 26 Ιουνίου 1945), κατά την οποία ιδρύθηκε ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Τον Μάρτιο 1949 ο Μόλοτοφ παραιτήθηκε από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ύστερα όμως από τον θάνατο του Στάλιν (Μάρτιος 1953) ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντα αυτά, τα οποία και διατήρησε μέχρι την απόλυσή του (Ιούνιος του 1956), εξαιτίας της πολιτικής διαφωνίας του με τον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου, Νικήτα Χρουστσόφ. Τον Νοέμβριο του 1956 διορίστηκε υπουργός Κρατικού Ελέγχου. Όταν προσχώρησε στην «αντικομματική ομάδα», η οποία επιχείρησε ανεπιτυχώς να ανατρέψει τον Χρουστσόφ τον Ιούνιο του 1957, έχασε όλα τα κομματικά και κρατικά αξιώματά του. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως πρεσβευτής στη Μογγολία και ως μόνιμος Σοβιετικός αντιπρόσωπος στη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας στη Βιέννη (1960-1961). Το 1962 αποσύρθηκε από την πολιτική. Το 1964 αποκαλύφθηκε ότι είχε διαγραφεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αποκαταστάθηκε ως μέλος του ΚΚΣΕ το 1984 από τον τότε ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Κονσταντίν Τσερνιένκο.

Ο Βιάτσεσλαβ Μολότοφ πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 1986 στη Μόσχα, σε ηλικία 96 ετών. Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, που είχε συναντηθεί αρκετές φορές μαζί του, τον χαρακτηρίζει στα «Απομνημονεύματά» του «άνδρα εξαιρετικής ευφυίας με κρύο αίμα και καρδιά, ο οποίος θα ήταν καλοδεχούμενος στην παρέα του Μαζαρίνου, του Ταϋλεράνδου και του Μέτερνιχ».

Το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ

Ο Βιάτσεσλαβ Μόλοτοφ υπογράφει το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης

Ο Βιάτσεσλαβ Μόλοτοφ υπογράφει το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης

Με αυτή την ονομασία είναι περισσότερο γνωστό το Γερμανο-Σοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης, που υπογράφτηκε στη Μόσχα στις 23 Αυγούστου 1939, ανάμεσα στον Υπουργό Εξωτερικών του Γ’ Ράιχ, Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ και τον σοβιετικό ομόλογό του, Βιάτσεσλαβ Μολότοφ. Παρέμεινε σε ισχύ έως τις 22 Ιουνίου 1941, όταν η Γερμανία το παραβίασε, εισβάλλοντας στη Σοβιετική Ένωση, στο πλαίσιο της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Η πρόσκαιρη αυτή σύγκλιση της Σοβιετικής Ένωσης με ένα ορκισμένο ιδεολογικό της εχθρό, την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, επικρίθηκε με δριμύτητα στη Δύση, ήταν όμως προϊόν ρεαλιστικής αντιμετώπισης από τον Στάλιν, που υπάκουε σε γεωπολιτικούς λόγους.

 

Στις αρχές τού 1939 ο Χίτλερ ήταν ήδη αποφασισμένος να εισβάλει στην Πολωνία και να την κατακτήσει. Η Πολωνία, από την πλευρά της, είχε εξασφαλίσει εγγυήσεις από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία ότι θα την υποστήριζαν στρατιωτικά, αν δεχόταν επίθεση από τη Γερμανία. Παρ' όλα αυτά, ο Χίτλερ δεν μετέβαλε το σκοπό του: έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από το ενδεχόμενο αντίδρασης της Σοβιετικής Ένωσης σε μία εισβολή στο έδαφος του δυτικού της γείτονα.

Ο Στάλιν, από την πλευρά του, πίστευε ότι η χλιαρή αντιμετώπιση από τη Γαλλία και την Αγγλία της κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας από τη χιτλερική Γερμανία, επιβεβαίωνε τους φόβους του ότι οι καπιταλιστικές δημοκρατίες έχουν αφήσει ελεύθερο το πεδίο στη Γερμανία προς τα ανατολικά, ενδεχομένως και για αντισοβιετικούς σκοπούς. Γι’ αυτό αποφάσισε να υιοθετήσει μία ρεαλιστική στάση και να εγκαταλείψει την πάγια θέση του έναντι των φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης.

Έτσι, ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση τον Απρίλιο του 1939, που οδήγησαν στην υπογραφή του Γερμανο-Σοβιετικού Συμφώνου στις 23 Αυγούστου στη Μόσχα. Το σύμφωνο, που υπεγράφη από τους υπουργούς των Εξωτερικών των δύο χωρών, Μολότοφ και φον Ρίμπεντροπ, απείχε πολύ από την έννοια μιας ιδεολογικής συμμαχίας και απλά ανταποκρινόταν στα γεωπολιτικά συμφέροντα των δύο χωρών. Ο Χίτλερ, εξασφαλίζοντας την ειρήνη στα ανατολικά, μπορούσε ανενόχλητος να προωθήσει τα σχέδιά του και να προχωρήσει σε επίθεση πρώτα κατά της Πολωνίας και μετά κατά της Γαλλίας και της Νορβηγίας. Και ο Στάλιν, από τη δική του πλευρά, θα μπορούσε να ησυχάσει από την προοπτική μιας άμεσης επίθεσης εκ μέρους της Γερμανίας και να επικεντρώσει την προσοχή του στην κατάκτηση μιας ευρείας λωρίδας που θα εξασφάλιζε τα δυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτό έγινε κατορθωτό μ’ ένα συμπληρωματικό μυστικό πρωτόκολλο στο σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ, με το οποίο οι δύο συμβαλλόμενες χώρες προχώρησαν στο μοίρασμα της βορειοανατολικής Ευρώπης σε «σφαίρες συμφερόντων»: τη Γερμανική, που περιλάμβανε την Πολωνία μέχρι τον ποταμό Βιστούλα και τη Λιθουανία) και τη Σοβιετική (Φιλανδία, Εσθονία, Λετονία και η περιοχή της Βεσαραβίας). Με τη συναίνεση της χιτλερικής Γερμανίας, η Σοβιετική Ένωση πέτυχε την κατάργηση των εδαφικών συνόρων της, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί και επικυρωθεί εις βάρος της με τους όρους της ειρήνης του Μπρεστ - Λιτόφσκ μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας στις 3 Μαρτίου 1918.

Σε εφαρμογή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότοφ, ο Χίτλερ επιτέθηκε στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939, ανοίγοντας την αυλαία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ο Στάλιν με τη σειρά του λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου. Η λυκοφιλία μεταξύ των δύο ιδεολογικών εχθρών θα κρατήσει έως τις 22 Ιουνίου 1941, οπότε η εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία θα επιτεθεί στην κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, στο πλαίσιο της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα.

Η ιστορία της βόμβας Μολότοφ

Φινλανδός στρατιώτης με βόμβα Μολότοφ

Αυτοσχέδιος εμπρηστικός και εκρηκτικός μηχανισμός, που κάλλιστα μπορεί να ονομασθεί βόμβα των φτωχών, λόγω του μηδαμινού κόστους, της ευκολίας κατασκευής και της αποτελεσματικότητάς της σε κάποιες περιπτώσεις. Η πρωτότυπη ονομασία της είναι Κοκτέιλ Μολότοφ και οφείλεται στους Φιλανδούς.

 

Αποτελείται από μία γυάλινη φιάλη (κυρίως μπύρας), γεμάτη με εύφλεκτο υγρό κι ένα κομμάτι υφάσματος, το οποίο προσαρμόζεται στο στόμιο της φιάλης και χρησιμοποιείται ως φυτίλι. Με την πυροδότηση του υφάσματος - φυτιλιού, η φιάλη εκτοξεύεται από τoν χειριστή της, δίκην χειροβομβίδας. Με την πτώση της στο έδαφος, το εύφλεκτο υγρό και τα θραύσματα της φιάλης απλώνονται σε μεγάλη επιφάνεια και μπορούν να αποδειχθούν θανατηφόρα.

Για πρώτη φορά ανιχνεύονται ιστορικά κατά τη διάρκεια της Κομμούνας των Παρισιού το 1871, όταν γυναίκες των επαναστατημένων τάξεων πυρπολούσαν σπίτια πλουσίων και δημόσια κτίρια με μπουκάλια που περιείχαν πετρέλαιο ή παραφίνη. Ήταν η εποχή που το πετρέλαιο μόλις είχε ανακαλυφθεί. Στη συνέχεια τις συναντάμε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1936-1939), όταν τις χρησιμοποιούσαν ευρέως και οι δύο αντιμαχόμενες μερίδες, οι Δημοκρατικοί και οι Εθνικιστές, για να καταστρέφουν ο ένας τα τανκς του άλλου.

Ένα Πανέρι του Μολότοφ

Την ιδέα πήραν οι Φιλανδοί και την εφάρμοσαν τον Νοέμβριο του 1939, όταν δέχθηκαν την επίθεση του Κόκκινου Στρατού, ως επακόλουθο του συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότοφ. Όταν ο σοβιετικός Κομισάριος για τις Εξωτερικές Υποθέσεις (Υπουργός Εξωτερικών) Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ σε ραδιοφωνικό μήνυμα υποστήριξε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν έριχνε βόμβες, αλλά τρόφιμα στους δοκιμαζόμενους Φιλανδούς (Πανέρια του Μολότοφ ονόμαζαν περιπαικτικά οι Φιλανδοί τις σοβιετικές βόμβες), αυτοί απάντησαν με τις Κοκτέιλ Μολότοφ», για να αντιμετωπίσουν την ανωτερότητα του Κόκκινου Στρατού και να αναχαιτίσουν τα χιλιάδες σοβιετικά τεθωρακισμένα.

Μια Κοκτέιλ Μολότοφ αποτελείτο από ένα μπουκάλι κρασιού 750ml, που περιείχε μίγμα αιθανόλης, πίσσας και πετρελαίου, καθώς και δύο μεγάλα σπίρτα θυέλλης προσαρμοσμένα στo μπουκάλι. Οι Φιλανδοί βιομηχανοποίησαν την παραγωγή, καθώς κατασκεύασαν τουλάχιστον 450.000 Μολότοφ, κατά τη διάρκεια της σοβιετικής κατοχής, στο εργοστάσιο του κρατικού μονοπωλίου οινοπνεύματος ALKO.

Τις βόμβες Μολότοφ χρησιμοποίησαν και οι ίδιοι οι Σοβιετικοί, όταν δέχθηκαν την επίθεση του Χίτλερ το καλοκαίρι του 1941 και οι Εβραίοι κατά των Γερμανών στη μεγάλη εξέγερση του Γκέτο Βαρσοβίας το 1944. Αργότερα:

  • Οι Ούγγροι κατά των Σοβιετικών εισβολέων το 1956.
  • Οι Τσέχοι κατά των Σοβιετικών εισβολέων το 1968.
  • Οι Καθολικοί της Βορείου Ιρλανδίας κατά των αγγλικών στρατευμάτων.
  • Οι Παλαιστίνοι των κατεχόμενων εδαφών κατά των ισραηλινών αρμάτων.
  • Οι μαύροι της Νοτίου Αφρικής κατά του στρατού και της αστυνομίας την περίοδο του Απαρτχάιντ.
  • Οι απανταχού αντιεξουσιαστές και αναρχοαυτόνομοι στις συγκρούσεις τους με την αστυνομία.

Γεγονότα

 
    μ.Χ.
     
    Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μέγας Θεοδόσιος καταργεί με διάταγμά του την ειδωλολατρία και απαγορεύει την προσέλευση σε ειδωλολατρικούς ναούς.

    Θεοδόσιος Α’ ο Μέγας
    347 – 395

    Από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

     

    Ο Φλάβιος Θεοδόσιος (Flavius Theodosius) γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 347 στην Καύκα (σημερινή Κόκα) της Ισπανίας. Ήταν γιος του περίφημου ρωμαίου στρατηγού Θεοδοσίου και κοντά στον πατέρα του έμαθε τη στρατιωτική τέχνη. 

    Στις 19 Ιανουαρίου 379 ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκοϋ Κράτους, με αρχική πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Βασίλευσε ως συναυτοκράτορας αρχικά με το Γρατιανό και Ουαλεντινιανό Β’ έως το 383, στη συνέχεια μόνο με τον Ουαλεντινιανό Β’ και από το 392 και μετά με συναυτοκράτορα τον γιο του Αρκάδιο. Παρά την περιορισμένη μόρφωσή του, είχε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, ενώ παρά τα στρατιωτικά του προσόντα, δεν συμπαθούσε τον πόλεμο και τον θεωρούσε αμαρτία.

    Παρ’ όλα αυτά αναδιοργάνωσε το στρατό, νίκησε τους Γότθους και κατέπνιξε εσωτερικές στάσεις στην Ιταλία, τη Θεσσαλονίκη και σ’ άλλες περιοχές. Στη Θεσσαλονίκη, μάλιστα, έδειξε μεγάλη σκληρότητα και διέταξε τη γενική σφαγή του πληθυσμού στον ιππόδρομο της πόλης (390). Για την πράξη του αυτή μετανόησε ύστερα από το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που του επέβαλε ο αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) Αμβρόσιος.

    Αν και δεν ενδιαφερόταν για τις χριστιανικές ιδέες, αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο βαπτίστηκε χριστιανός από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ασχόλιο. Ο Θεοδόσιος υποστήριξε το χριστιανισμό και τον καθιέρωσε ως υποχρεωτική και επίσημη θρησκεία του κράτους. Καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, δήμευσε τις περιουσίες τους, κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες (394), έκλεισε αρχαία ιερά και κατεδάφισε αρχαίους ναούς. Για να αποκαταστήσει την εκκλησιαστική αρμονία, που είχε διαταραχθεί από τις πολυποίκιλες αιρέσεις, συγκάλεσε τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381), η οποία καταδίκασε την αίρεση των Πνευματομάχων του Μακεδόνιου, που αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και επέβαλε την πίστη στην Τριαδική Θεότητα (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα).

    Στην προσωπική του ζωή, ο Θεοδόσιος είχε τελέσει δύο γάμους: Το 376 με τη Λαιλία Φλακίλα, κόρη ανωτάτου αξιωματούχου της αυτοκρατορίας, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Ονώριο, τον Αρκάδιο και την Πουλχερία και μετά τον θάνατό της με τη Γάλλα, αδελφή του Ουαλεντινιανού, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Γάλλα Πλακιδία.

    Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του ανακήρυξε αυτοκράτορες τους δυο γιους του, τον Ονώριο στο Δυτικό Κράτος και τον Αρκάδιο στο Ανατολικό. Πέθανε στο Μεδιόλανο (Μιλάνο) στις 17 Ιανουαρίου 395, σε ηλικία 48 ετών.

    Ο Θεοδόσιος υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από το έτος του θανάτου του, πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ξεκινά η ιστορική πορεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα, κυρίως για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που προσέφερε στον Χριστιανισμό. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του κάθε χρόνο στις 17 Ιανουαρίου.

     
     
    Βίαιες συμπλοκές ξεσπούν στο κέντρο της Αθήνας, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη (Ευαγγελικά). Κατά τις συγκρούσεις σκοτώνονται 8 άνθρωποι και τραυματίζονται 80. Η Δημοτική θα αναγνωριστεί ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους 75 χρόνια αργότερα.

    Τα Ευαγγελικά ή Ευαγγελιακά

    Με αυτή την ονομασία έμειναν στην ιστορία τα αιματηρά επεισόδια, που σημειώθηκαν στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 1901, με αφορμή τη μεταγλώττιση του Ευαγγελίου στη δημοτική.

     

    Ένα χρόνο μετά την οδυνηρή ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η Ελλάδα πορεύεται ακροβατώντας ανάμεσα σε δύο γλώσσες, την καθομιλουμένη δημοτική και την επίσημη καθαρεύουσα. Ο εκδημοκρατισμός του εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται αναγκαίος και η αρχή επιχειρείται με τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική.

    Η πρώτη απόπειρα έγινε το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε τη σχετική εντολή στη γραμματέα της και λογία Ιουλία Σωμάκη, προκαλώντας τη μήνη των αρχαϊστών. Τη μεταγλώτισση των Ευαγγελίων στη δημοτική ενθάρρυνε και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος Β’ (Οικονομίδης).

    Στις 9 Σεπτεμβρίου 1901 η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το Ευαγγέλιο του Ματθαίου σε μετάφραση του λογοτέχνη και μέγα δημοτικιστή Αλέξανδρου Πάλλη, υπό τον τίτλο «Το έργον της Βασιλίσσης η “Ακρόπολις” το συνεχίζει». Η αντίδραση των καθηγητών και φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν άμεση. Σε ανακοίνωσή τους χαρακτηρίζουν τη μεταγλώττιση του Πάλλη «γελοιοποίηση των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων».

    Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν οι εφημερίδες «Σκριπ», «Καιροί» και «Εμπρός», που εμφανίζουν τους δημοτικιστές ως άθεους, προδότες και πράκτορες των Σλαύων, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας Όλγας. Στις 17 Οκτωβρίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολεως με έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδοκίμασε τη μεταγλώττιση ως «βέβηλη». Ο εκδότης της «Ακροπόλεως» βρέθηκε στριμωγμένος από την πληθώρα των αντιδράσεων και τρεις ημέρες αργότερα αποφάσισε τη διακοπή της δημοσίευσης.

    Τις επόμενες ημέρες το κλίμα φανατίστηκε περισσότερο. Στις 5 και 6 Νοεμβρίου, οι φοιτητές, με την ενθάρρυνση της «δεληγιαννικής» αντιπολίτευσης, πραγματοποίησαν θορυβώδεις διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας. Συγκρούστηκαν με την αστυνομία και λιθοβόλησαν τα γραφεία της «Ακροπόλεως».

    Στις 8 Νοεμβρίου διοργανώθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, με αίτημα τον αφορισμό των υπευθύνων της μεταγλώτισσης. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν με την αστυνομία, τρεις φοιτητές και πέντε πολίτες έχασαν τη ζωή τους (Ν. Πάνστρας, Α. Παπαναστασίου, Ε. Παπαντωνίου, Ε. Δράκος, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Ι. Στεφανίδης, Στράτος, αγνώστων λοιπών στοιχείων), ενώ άλλοι 70 τραυματίστηκαν. Για λίγες ακόμη ημέρες, οι φοιτητές θα παραμείνουν οχυρωμένοι στο πανεπιστήμιο και θα αποχωρήσουν τελικά στις 12 Νοεμβρίου.

    Την ίδια ημέρα και υπό το βάρος των αιματηρών εξελίξεων παραιτήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος Β’ και στις 11 Νοεμβρίου η κυβέρνηση του «τρικουπικού» Γεωργίου Θεοτόκη (11 Νοεμβρίου), αν και διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή και την προηγουμένη είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

    Ένα μήνα αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, οι φοιτητές συγκρότησαν και νέο συλλαλητήριο, αυτή τη φορά ειρηνικό, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Αφού πρώτα έκαψαν ένα αντίτυπο της μεταγλώτισσης του Ευαγγελίου, στη συνέχεια ενέκριναν ψήφισμα, με το οποίο αξίωναν τη λήψη μέτρων για τη μη κυκλοφορία του μεταγλωττισμένου κειμένου του Ευαγγελίου στη δημοτική και την αυστηρή τιμωρία καθενός που θα επιχειρούσε μεταγλώττισή του στο μέλλον.

     
     
     
    Το συμβούλιο των κομισάριων του λαού αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της Ρωσίας, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο Λένιν, κομισάριος Εξωτερικών ο Τρότσκι και κομισάριος των Εθνοτήτων ο Στάλιν. (26 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο)
     
    1923
    Επιχειρείται αποτυχημένο πραξικόπημα του Αδόλφου Χίτλερ στο Μόναχο, που θα μείνει στην ιστορία ως το Πραξικόπημα της Μπυραρίας.

    Το Πραξικόπημα της Μπυραρίας

    Ως «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» έμεινε στην ιστορία η προσπάθεια του Αδόλφου Χίτλερ να καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία το διήμερο 8 και 9 Νοεμβρίου 1923. Το πραξικόπημα απέτυχε παταγωδώς, αλλά έκανε γνωστό τον εμπνευστή του, τόσο εντός, όσο και εκτός Γερμανίας.

     

    Τη δεκαετία του '20 η πολιτική κατάσταση στη χώρα ήταν εύθραυστη, αν όχι χαοτική. Η λεγόμενη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» ήταν δέσμια των άκρων, με κύριο χαρακτηριστικό της την ακυβερνησία. Η Γερμανία ήταν η μεγάλη ηττημένη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και οι νικητές πίεζαν για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων, σε μία περίοδο που ο πληθωρισμός και η ανεργία «βασίλευαν». Τις τύχες της Γερμανίας διαφέντευε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Έμπερτ.

    Ο πρώην λοχίας Άντολφ Χίτλερ ζούσε στο Μόναχο και ήταν επικεφαλής του ταχέως ανερχόμενου Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, που ήδη αριθμούσε 35.000 μέλη. Περιφερόταν από μπυραρία σε μπυραρία και στους λόγους του τόνιζε συνεχώς την προδοσία των πολιτικών στην ήττα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 ανακοίνωσε μια σειρά διαδηλώσεων για τις επόμενες μέρες, στις οποίες θα έπαιρναν μέρος και άλλες ακροδεξιές οργανώσεις της Βαυαρίας.

    Η εξαγγελία του Χίτλερ θορύβησε τον συντηρητικό πρωθυπουργό της Βαυαρίας, Έουχεν Ρίτερ φον Νίλινγκ, ο οποίος κήρυξε το κρατίδιο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και διόρισε μία τριμελή επιτροπή από τοπικούς αξιωματούχους με έκτακτες εξουσίες. Την αποτελούσαν ο Γκούσταβ φον Καρ, ο Συνταγματάρχης της Αστυνομίας Χανς φον Ζάισερ και ο Στρατηγός Ότο φον Λόσοφ.

    Ο Χίλερ και οι συνεργάτες του στο Κόμμα σχεδίαζαν να καταλάβουν την εξουσία πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια να βαδίσουν κατά του Βερολίνου. Πρότυπό του η Μεγάλη Πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ένα χρόνο νωρίτερα. Η ευκαιρία τούς δόθηκε το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1923. Στη μεγάλη μπυραρία του Μονάχου με το όνομα «Μπιργκερμπροϊκέλερ» είχαν συγκεντρωθεί 3.000 επιφανείς πολίτες της Βαυαρίας για να ακούσουν μία ομιλία του Γκούσταβ φον Καρ. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν σχεδόν σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο του κρατιδίου, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Νίλιγκ.

    Μόναχο 1938: Ομιλία του Χίτλερ για τη 15η επέτειο του Πραξικοπήματος της Μπυραρίας

    Ο Χίτλερ, με 600 επίλεκτα μέλη του κόμματός τους, αιφνιδιάζει τους συγκεντρωμένους στις 8:30 το βράδυ. Εισβάλει στην μπυραρία με παρατεταμένο το πιστόλι του και πυροβολεί μια φορά προς την οροφή. Στη συνέχεια ανεβαίνει σε μια καρέκλα και κραυγάζει: «Η εθνική επανάσταση βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι κυβερνήσεις Βαυαρίας και Βερολίνου κατέρρευσαν. Σε λίγη ώρα θα σχηματίσουμε τη δική μας κυβέρνηση». Τον Χίτλερ πλαισίωναν ο Χέρμαν Γκέριγκ, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και ο Ρούντολφ Ες, ηγετικά στελέχη του Ναζισμού τα επόμενα χρόνια. Οι επιδρομείς κράτησαν ως ομήρους τους βαυαρούς πολιτικούς, ενώ ο Χίτλερ κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο της μπυραρίας τους Καρ, Ζάισερ και Λόσοφ και τους απείλησε ότι να δεν ενωθούν με τους πραξικοπηματίες θα τους εκτελέσει.

    Οι τρεις αξιωματούχοι υπέκυψαν. Επιστρέφοντας στη μεγάλη αίθουσα, το ανακοίνωσαν στους 3.000 παρευρισκόμενους και εξεφώνησαν θερμούς λόγους υπέρ του Χίτλερ. Μόνο τότε τους επετράπη να φύγουν από την μπυραρία. Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο των εξεγερθέντων προσχώρησε ο στρατηγός Λούντεντορφ, ήρωας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που έδωσε κύρος στους σχεδόν αγνώστους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Αμέσως μετά, ο Χίτλερ εγκατέλειψε την μπυραρία για να επιβλέψει την εξέλιξη της επιχείρησης. Ήταν ένα στρατηγικό λάθος του, καθώς στις 10:30 το βράδυ ο Λούντεντορφ απελευθέρωσε τον Καρ και τους συνεργάτες του.

    Εν τω μεταξύ, τα νέα στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ» έγιναν γνωστά στις αρχές. Τα ηνία της καταστολής ανέλαβε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Φραντς Ματ, συντηρητικός και πιστός καθολικός, ο μόνος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Βαυαρίας που δεν παρευρισκόταν στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ». Πιστές στον Ματ παρέμειναν οι δυνάμεις της αστυνομίας και του στρατού του Μονάχου, παρότι οι επικεφαλής τους είχαν ταχθεί υπέρ των πραξικοπηματιών.

    Η κατάσταση παρέμεινε συγκεχυμένη όλο το βράδυ. Οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να καταλάβουν κυβερνητικά κτίρια και να εξοπλιστούν. Γύρω στις 3 το πρωί της 9ης Νοεμβρίου αναφέρθηκαν τα δύο πρώτα θύματα από πλευράς των εξεγερθέντων, όταν προσπάθησαν να επιτεθούν σε στρατώνα στο Μόναχο. Άλλα μέλη των παραστρατιωτικών ομάδων του Χίτλερ επιτέθηκαν και λεηλάτησαν σπίτια Εβραίων, σ' ένα πρελούδιο αυτών που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια.

    Οι κατηγορούμενοι για το πραξικόπημα

    Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς το μέρος των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Καρ ανακοίνωσε ότι η υποστήριξή του προς τους πραξικοπηματίες υπήρξε προϊόν βίας και ζήτησε τη νομιμοφροσύνη του κρατικού μηχανισμού. Ο Χίτλερ έβλεπε τα σχέδιά του να αποτυγχάνουν και έπεσε σε απόγνωση.

    Σε μια κίνηση απελπισίας, ο Λούνεντορφ ρίχνει την ιδέα να καταλάβουν το Υπουργείο Αμύνης. 2000 άνδρες υπό τον Χίτλερ αναλαμβάνουν την επίθεση, αλλά αντιμετωπίζουν σθεναρή αντίσταση από τους υπερασπιστές του. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών χάνουν τη ζωή τους 14 πραξικοπηματίες και 4 στρατιώτες. Ο Χίτλερ και ο ο Γκέριγκ τραυματίζονται ελαφρά και προσπαθούν να διαφύγουν. Το πραξικόπημα έχει αποτύχει.

    Το μεγαλύτερο λάθος του Χίτλερ ήταν ότι δεν διέταξε τις δυνάμεις του να καταλάβουν τον ραδιοφωνικό σταθμό του Μονάχου και την Τηλεγραφική Υπηρεσία. Αυτό είχε ως επακόλουθο η κεντρική κυβέρνηση του Βερολίνου να είναι ενήμερη των εξελίξεων και να δώσει τις κατάλληλες διαταγές για τη συντριβή του πραξικοπήματος.

    Στις 12 Νοεμβρίου 1923 ο Αδόλφος Χίτλερ συνελήφθη και κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Πολλοί από τους συνεργάτες του διέφυγαν στην Αυστρία, ενώ ανεστάλη η κυκλοφορία της εφημερίδας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος «Λαϊκός Παρατηρητής».

    Η δίκη των υπαιτίων για το Πραξικόπημα της Μπυραρίας έγινε στις 26 Φεβρουαρίου 1924. Ο Χίτλερ και ο Ες έπεσαν στα μαλακά και καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση 5 ετών έκαστος. Εξέτισαν μόλις οκτώ μήνες από την ποινή τους. Ο Χίτλερ πρόλαβε στο διάστημα αυτό να γράψει με τη βοήθεια του Ες το ιδεολογικό μανιφέστο του Ναζισμού «Ο Αγών μου» («Mein Kampf»).

    Το αποτυχημένο Πραξικόπημα της Μπυραρίας άλλαξε την άποψη του Χίτλερ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Από εδώ και στο εξής θα προσπαθήσει να κερδίσει τις καρδιές των Γερμανών και να πετύχει τους στόχους του δια της νομίμου οδού.

     
    Ο δημοκρατικός Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι επικρατεί έναντι του ρεπουμπλικάνου αντιπάλου του Ρίτσαρντ Νίξον και ανακηρύσσεται 35ος πρόεδρος των ΗΠΑ.

    Πολιτική Καριέρα

     

    Η ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία κρατά λίγο. Το 1946 αποφασίζει να κατέλθει υποψήφιος στο Κογκρέσο για την Πολιτεία της Μασαχουσέτης, όταν χηρεύει μία θέση. Οι γερόλυκοι της πολιτικής δεν τον παίρνουν στα σοβαρά και τον χαρακτηρίζουν «καημένο πλουσιόπαιδο» («poor little rich kid»). Ο Τζον, όμως, δημιουργεί προσωπικές γνωριμίες, σταματώντας τον κόσμο σε πεζοδρόμια, καταστήματα και εργοστάσια, σφίγγοντας το χέρι αγνώστων συμπολιτών του.

     

    Γεμίζει τους τοίχους της πόλης με ένα φωτοτυπημένο δημοσίευμα του «New Yorker», που εξιστορούσε το κατόρθωμά του στο ναυτικό. Τον Ιούνιο του 1946 κερδίζει της προκριματικές εκλογές και τον Νοέμβριο εκλέγεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εκπροσωπώντας την 11η εκλογική περιφέρεια της Μασαχουσέτης. Αρχίζει να έχει οπαδούς, αλλά όχι και ξεκάθαρες πολιτικές αρχές. Καθοδηγείται από το Fair Deal, τη φιλελεύθερη (σοσιαλιστική για τα αμερικανικά μέτρα) πολιτική ατζέντα του προέδρου Χάρι Τρούμαν, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Απρίλιο του 1945 τον θανόντα Ρούζβελτ.

    Επανεκλέγεται το 1948 και ψηφίζει υπέρ του Σχεδίου Μάρσαλ, βάσει του οποίου χορηγείται στην Ευρώπη βοήθεια ύψους 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο καθολικός γόνος των Ιρλανδών μεταναστών επεμβαίνει υπέρ της αύξησης των κονδυλίων για την παιδεία και τη βοήθεια στα σχολεία των καθολικών. Το 1949, μετά τη νίκη του Μάο Τσε Τουνγκ και την ανακήρυξη της Κίνας σε Λαϊκή Δημοκρατία, καταγγέλλει τα σφάλματα της αμερικανικής πολιτικής που οδήγησαν στην ήττα των εθνικιστών του Τσανγκ Κάι Σεκ και διαφωνεί με τον Τρούμαν. Αρχές του 1951 εκφράζει την κάθετη αντίθεσή του στην ασιατική πολιτική του Λευκού Οίκου. Επισκέπτεται τη Μέση Ανατολή, το Πακιστάν, την Ινδία, τη Μαλαισία, την Ινδοκίνα και την Κορέα. Τον Ιανουάριο του 1953, χωρίς σαφή πολιτική ταυτότητα, μπαίνει στη Γερουσία. «Κανένας δεν μπορούσε να πει αν ήταν φιλελεύθερος ή συντηρητικός, απομονωτικός ή διεθνιστής» διάβαζε κανείς εκείνη τη χρονιά στον αμερικανικό Τύπο.

    Ανύπαντρος ακόμη στα 36 χρόνια του, σε κάποια δεξίωση γνωρίζει την 21χρονη φοιτήτρια Ζακλίν (Τζάκι) Λι Μπουβιέ. Την παντρεύεται στις 12 Σεπτεμβρίου 1953, αλλά δεν ασχολείται σχεδόν με τίποτε άλλο πέραν των προσωπικών του πολιτικών φιλοδοξιών. Η τεράστια, πλούσια οικογένειά του κάνει την Τζάκι να ασφυκτιά και να θυμάται αργότερα: «Στις καλοκαιρινές διακοπές οι συγγενείς που είχαν επισκεφθεί το “πατρικό σπίτι" στο Hyanris Port ήταν περισσότεροι από 100 - αδέλφια, ανίψια, πρωτοξάδελφα και μακρινότεροι συγγενείς. Ένιωθα πλήξη μόνο και μόνο να τους κοιτάζω». Ο Τζον είχε επιστρατεύσει ακόμη και τις γυναίκες της οικογένειας στον διαρκή προεκλογικό αγώνα του. Εκείνες ετοίμαζαν τα περίφημα «εκλογικά τσάγια» και ντύνονταν ανάλογα με την περίσταση - «φτωχικά» όταν απευθύνονταν σε οικονομικός κατώτερα στρώματα και με χλιδάτες γούνες όταν δέχονταν κυρίες της «υψηλής κοινωνίας» της Μασαχουσέτης.

    Στις 2 Ιανουαρίου 1960 ο Τζον Κένεντι αναγγέλλει επισήμως την υποψηφιότητά του για το προεδρικό χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος. Σ' έναν τόμο υπό τον τίτλο «Στρατηγική της ειρήνης» συγκεντρώνει κείμενα από ομιλίες και δημοσιεύματά του για την εξωτερική πολιτική. Ποντάρει στην ψήφο των συνδικάτων και δικαιώνεται. Κερδίζει την πρώτη ψηφοφορία με 45 περισσότερες ψήφους από τις 761 που χρειαζόταν για να νικήσει τον αντίπαλό του και ξεκινάει να συντάσσει τη λίστα των στενών συνεργατών του. Η λίστα δεν περιλαμβάνει πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι ανταγωνιστικά. Οι πολύ φιλελεύθεροι, οι πολύ συντηρητικοί, οι πολύ νέοι και οι πολύ όμοιοί του διαγράφονται από τον κατάλογο.

    Παράλληλα, το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών επικυρώνει την υποψηφιότητα του Ρίτσαρντ Νίξον. Επιδίδεται σε ξέφρενες περιοδείες, χρησιμοποιώντας μία γλώσσα απλή, πρωτόγνωρη για τους αμερικανούς ψηφοφόρους, «εκσυγχρονιστική». Είναι η εποχή που οι Ρώσοι στέλνουν στο Διάστημα τον πρώτο «Σπούτνικ». Ο Κένεντι θέλει την Αμερική ισχυρή και πρωτοπόρο στη «μάχη του Διαστήματος». Οι σχέσεις με την ΕΣΣΔ είναι ανταγωνιστικές και ψυχρές. Στο εσωτερικό της χώρας ο ηγέτης των μαύρων που αγωνίζονται για τη φυλετική ισότητα, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, βρίσκεται φυλακισμένος στην Τζόρτζια για τις ιδέες του. Ο Τζον τηλεφωνεί στη σύζυγό του και εκφράζει την απόλυτη συμπάθεια, υποσχόμενος να τη βοηθήσει. Δημιουργεί έτσι έρεισμα και στην κοινότητα των μαύρων της Αμερικής. «Στέγνωσε τα δάκρυα της νύφης μου κι εγώ, σε αντάλλαγμα, θα ρίξω στα πόδια του ένα σωρό ψήφους» δήλωνε ο πατέρας του Κινγκ.

    Ο Κένεντι νίκησε τελικά στη μάχη για την προεδρία με διαφορά 0,1% (49,7% έναντι 49,6% του αντιπάλου του Νίξον). Τα προβλήματα που του είχε κληροδοτήσει η προηγούμενη κυβέρνηση του Ντουάιτ Αϊζεχάουερ ήταν ύφεση, ελλείψεις στους τομείς της κατοικίας, της παιδείας και της υγείας, φυλετικές διακρίσεις, προβλήματα στην εξωτερική πολιτική, ταραχές στο Λάος, στο Κονγκό, στη Λατινική Αμερική, στην Κούβα και το Βερολίνο.

    Από τις πρώτες ενέργειές του του ήταν η κατάρτιση του προγράμματος «Τροφή για την ειρήνη» («Food for peace»), το οποίο προέβλεπε την αποστολή πλεονασμάτων των αγροτικών προϊόντων σε πληθυσμούς που είχαν ανάγκη, την ίδρυση του Σώματος Εθελοντών της Ειρήνης, την αποστολή τεχνικών και δασκάλων στις υπανάπτυκτες χώρες και την υπογραφή του Πρωτοκόλλου Συμμαχίας για την Πρόοδο, το οποίο προέβλεπε βοήθεια ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

    Η εμφάνιση των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων το 1957 αλλάζει τους συσχετισμούς και ο Κένεντι, μετά την κυριαρχία των νέων στρατηγικών όπλων, τάσσεται υπέρ της αναδιοργάνωσης του ΝΑΤΟ. Θέλει να το μετατρέψει σε σύνθετο υπερεθνικό οργανισμό, ο οποίος θα καταργήσει τις ανεξάρτητες πυρηνικές δυνάμεις, αντικαθιστώντας τις από μία και μόνη δύναμη (τη Βορειοατλαντική Συμμαχία), την οποία θα κατηύθυναν οι ΗΠΑ.

    Στις 22 Ιανουαρίου 1961 οι αρχηγοί της CIA και του Πενταγώνου του υποβάλλουν σχέδιο εισβολής στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο από ειδικά εκπαιδευμένους αντιφρονούντες και ο Τζον Κένεντι το εγκρίνει χωρίς να το πολυσκεφτεί. Η επιχείρηση στον Κόλπο των Χοίρων θα στεφθεί από παταγώδη αποτυχία και ο Κένεντι θα υποστεί την πρώτη πανωλεθρία της εξωτερικής του πολιτικής.

    Πλην, όμως, η συνάντησή του με τον σοβιετικό ηγέτη Νικήτα Χρουστσόφ στη Βιέννη είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή ρύθμιση του ζητήματος του Βερολίνου (Ιούνιος 1961), Το φάσμα του πυρηνικού ολέθρου ωστόσο σκίασε για 13 ημέρες τον πλανήτη, όταν ο Κένεντι απείλησε με πόλεμο αν δεν αποφάσιζε η ΕΣΣΔ να αποσύρει τις βάσεις πυραύλων της από την Κούβα, πράγμα το οποίο τελικά έγινε (Οκτώβριος 1962). Δέκα μήνες αργότερα, ο Κένεντι σημείωνε τον μεγαλύτερο θρίαμβό του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όταν υπέγραψε με τον Χρουστσόφ το Σύμφωνο της Μόσχας για διακοπή των πυρηνικών δοκιμών (Αύγουστος 1963): Ένας ορίζοντας ελπίδας στο ψυχροπολεμικό κλίμα είχε διαφανεί.

     
    1961
    Ο Γεώργιος Παπανδρέου κηρύσσει τον «ανένδοτο» μετά τις εκλογές βίας και νοθείας.

    Γεώργιος Παπανδρέου
    1888 – 1968

    Γεώργιος Παπανδρέου

    Γεώργιος Παπανδρέου

    Γόνος ταπεινής οικογένειας, ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1888 στο Καλέντζι Αχαΐας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο.

     

    Το 1915 διορίστηκε Νομάρχης Λέσβου και στη συνέχεια ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθέριου Βενιζέλου, τον οποίο ακολούθησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Πρωτοστάτησε στην έκπτωση του βασιλιά Κωνσταντίνου κι εναντιώθηκε με σθένος στο δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Πάγκαλου.

    Το 1930, όταν ο Βενιζέλος επέστρεψε στην εξουσία, ο Γεώργιος Παπανδρέου διορίστηκε υπουργός Παιδείας κι έλαβε σημαντικά μέτρα για την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το 1935 ίδρυσε το «Δημοκρατικό κόμμα», το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό».

    Ακολούθησαν η δικτατορία Μεταξά και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης, το 1942 συνελήφθη και φυλακίστηκε. Δύο χρόνια αργότερα κατέφυγε στη Μέση Ανατολή για να οργανώσει το συνέδριο του Λιβάνου, όπου αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό την προεδρία του, και αμέσως μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα.

    Την περίοδο 1947 - 1950 ανέλαβε διάφορα υπουργεία σε μεταβατικές κυβερνήσεις. Η συνεργασία που ακολούθησε με τους Φιλελεύθερους του Σοφοκλή Βενιζέλου δεν κράτησε για πολύ. Το 1961 αναγνωρίστηκε αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου και στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής. Μην αναγνωρίζοντας το κύρος του αποτελέσματος, κήρυξε τον «ανένδοτο» στην ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και το 1963 κέρδισε τις εκλογές με σχετική πλειοψηφία.

    Πανηγυρική ήταν η νίκη το Φεβρουάριο του 1964, με την Ένωση Κέντρου να λαμβάνει το 53% των ψήφων. Όμως, οι ιδεολογικές, πολιτικές και προσωπικές διαφορές στους κόλπους του κόμματος ήταν το αδύνατο σημείο, το οποίο εκμεταλλεύθηκε η παρασκηνιακή ηγεσία της Δεξιάς. Τον Ιούλιο του 1965, οι αποστάτες ανέτρεψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας μακράς περιόδου πολιτικής κρίσης.

    Από την 21η Απριλίου 1967, οπότε εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ο Γεώργιος Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί και την 1η Νοεμβρίου του 1968 άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

    Δύο ημέρες αργότερα, η κηδεία του «Γέρου της Δημοκρατίας» αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αντιδικτατορική διαδήλωση. Την πομπή ακολούθησε μια πραγματική λαοθάλασσα 300 χιλιάδων ανθρώπων, «το μέγα πλήθος με το μέγα πάθος» κατά τη δική του έκφραση.

    1999

    Το «λαϊκό δικαστήριο» για τον Μπιλ Κλίντον στην Αθήνα

    Η αναγγελία της επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον στην Αθήνα, στις 13 και 14 Νοεμβρίου 1999 (τελικά πραγματοποιήθηκε στις 19 και 20 Νοεμβρίου), ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά του ΚΚΕ και των οργανώσεων του. Μεταξύ των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας που προγραμμάτισε, σίγουρα η πιο πρωτότυπη ήταν η «δίκη» του αμερικανού προέδρου για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ένα χάπενιγκ που διοργάνωσε στις 8 Νοεμβρίου στην πλατεία Συντάγματος η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ).

     

    Ήταν ένα βροχερό δευτεριάτικο βράδυ, όταν χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκαν στην εμβληματική πλατεία της πρωτεύουσας για να παρακολουθήσουν την ακροαματική διαδικασία. Παράγοντες της «δίκης» ήταν ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, που προήδρευσε του «Δικαστηρίου των Λαών», ο ηθοποιός Βασίλης Κολοβός που ανέλαβε χρέη εισαγγελέα και ο επίσης ηθοποιός Γιάννης Καλαντζόπουλος που ανέλαβε συνήγορος των κατηγορουμένων.

    Κατηγορούμενοι ήταν ο Αμερικανός Πρόεδρος, Μπιλ Κλίντον, ο γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Χαβιέ Σολάνα και οι 18 ηγέτες των κρατών που πήραν μέρος στην επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία. Ανάμεσά τους και ο έλληνας πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

    Στο κατηγορητήριο που είχαν συντάξει οι «Δικηγόροι της Ειρήνης» και διάβασε ο Βασίλης Κολοβός, αναφερόταν μεταξύ άλλων: «Όλοι αυτοί κατηγορούνται για απρόκλητο επιθετικό πόλεμο, για βαρύτατο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, για τη γενοκτονία του γιουγκοσλαβικού λαού και για την τεράστια οικολογική καταστροφή που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή».

    Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ανάλογα με την εξέλιξή της, οι συγκεντρωμένοι ξεσπούσαν σε συνθήματα, όπως «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι», «Η Ελλάδα δεν είναι προτεκτοράτο» και «Αίσχος Αίσχος».

    Μετά τη δίωρη ακροαματική διαδικασία, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, που ήταν καταδικαστική για τους κατηγορουμένους. Σύμφωνα με την απόφαση, όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για τις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν και αποφασίστηκε η παράδοσή τους «στην ανατρεπτική οργή και στην αγωνιστική αποδοκιμασία των λαών και στη χλεύη της Ιστορίας».

    Ακολούθησε πορεία όλων των συμμετασχόντων στο χάπενινγκ προς την αμερικανική πρεσβεία, όπου οι επικεφαλής παρέδωσαν την ετυμηγορία.


    Γεννήσεις

    μ.Χ.

     
    1431
    Βλαντ Γ’ ο Παλουκωτής, βλάχος (ρουμάνος) πρίγκηπας, ο γνωστός μας Κόμης Δράκουλας. (Θαν. 1476)
     
     
     
    1953
    Γιώργος Σταθάκης, έλληνας οικονομολόγος και πολιτικός. (ΣΥΡΙΖΑ)

     

     

    Θάνατοι

    μ.Χ.

     
    1674
    Τζον Μίλτον, άγγλος ποιητής. («Paradise Lost») (Γεν. 9/12/1608)
     

     

     
     
     
    2005
    Αλέκος Αλεξανδράκης, έλληνας ηθοποιός. (Γεν. 27/11/1928)
     

    πηγη: www.sansimera.gr

     
    © Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου