Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 24 Ιούν 2018
Κυριακή 24 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Κυριακή 24 Ιουνίου 2018Κυριακή 24 Ιουνίου 2018Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

 
Ανατολή Ήλιου: 06:02 – Δύση Ήλιου: 20:53

Σαν Σήμερα...

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδικάζει την Τουρκία για τις δολοφονίες του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού τον Αύγουστο του 1996 στη νεκρή ζώνη, κοντά στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Το Δικαστήριο επιδικάζει 80.000 ευρώ ως αποζημίωση στη χήρα του Ισαάκ και 35.000 στον πατέρα του Σολωμού. Επίσης, η Τουρκία θα πρέπει να καταβάλει από 15.000 ευρώ στον αδελφό του Ισαάκ και στον αδελφό του Σολωμού, ενώ θα πληρώσει 12.000 ευρώ δικαστικά έξοδα.

Η άνανδρη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ


Διεθνής διαμαρτυρία μοτοσυκλετιστών για τη συνεχιζόμενη κατοχή της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία βάφτηκε στο αίμα, όταν έποικοι και αστυνομικοί του ψευδοκράτους ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον 24χρονο Τάσο Ισαάκ. Το περιστατικό συνέβη τις πρώτες απογευματινές ώρες της 11ης Αυγούστου 1996, εντός της «Πράσινης Γραμμής» στην περιοχή της Δερύνειας, νότια της Αμμοχώστου.

Στις 2 Αυγούστου 1996, περίπου 200 μοτοσυκλετιστές από 12 ευρωπαϊκές χώρες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Κυπριακής Ομοσπονδίας Μοτοσυκλετιστών και οργάνωσαν μοτοπορεία από το Βερολίνο (τελευταία διηρημένη πόλη της Ευρώπης, εξαιρουμένης της Λευκωσίας) ως την κατεχόμενη Κερύνεια, με αφορμή την 22η επέτειο από την τουρκική εισβολή στη μεγαλόνησο. Στις 10 Αυγούστου έφτασαν στην Κύπρο κι ενώθηκαν με τους ντόπιους συναδέλφους τους. Κατόπιν, όμως, διεθνών και εσωτερικών πιέσεων, η Κυπριακή Ομοσπονδία Μοτοσυκλετιστών ακύρωσε το σκέλος της διαμαρτυρίας εντός της Κύπρου και διοργάνωσε την κεντρική της εκδήλωση στο Μακάριο Στάδιο το πρωί της Κυριακής 11 Αυγούστου.

Μία ομάδα μοτοσυκλετιστών διαφώνησε με την απόφαση και αποφάσισε να συνεχίσει τη μοτοπορεία προς τα κατεχόμενα. Ένας από αυτούς ήταν και ο 24χρονος Τάσος Ισαάκ. Από ένα αφύλακτο στρατιωτικό φυλάκιο εισήλθαν στη νεκρή ζώνη του ΟΗΕ, τη λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή», καθώς η Κυπριακή Αστυνομία απέτυχε να τους αναχαιτίσει. Την ίδια ώρα, στη λεγόμενη «γραμμή Αττίλα», είχαν συγκεντρωθεί τουλάχιστον 1.000 Τουρκοκύπριοι, ανάμεσά τους και πολλοί οπαδοί των «Γρίζων Λύκων», που είχαν καταφθάσει από την Τουρκία.

Από τη στιγμή που οι ελληνοκύπριοι διαδηλωτές βρέθηκαν μέσα στη νεκρή ζώνη, η κατάσταση άρχισε να εκτραχύνεται. Στις 4 το απόγευμα, μία ομάδα Τουρκοκυπρίων εισήλθε με τη σειρά της στη νεκρή ζώνη και κραδαίνοντας ρόπαλα και σιδερολοστούς επιτέθηκαν στους ελληνοκύπριους διαδηλωτές. Ο Τάσος Ισαάκ, στην προσπάθειά του να βοηθήσει ένα καταδιωκόμενο φίλο του, εγκλωβίστηκε και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από πολίτες και αστυνομικούς τους ψευδοκράτους. Δύο ιρλανδοί αστυνομικοί, μέλη της διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNFICYP), δεν κατάφεραν να τον αποσπάσουν από τα χέρια των μαινόμενων Τουρκοκυπρίων.

Ο Τάσος Ισαάκ άφησε την τελευταία του πνοή 95 μέτρα από την την ελληνοκυπριακή πλευρά και 32 από την τουρκοκυπριακή, σύμφωνα με την έκθεση του OHE. Από τη γενικευμένη συμπλοκή στη νεκρή ζώνη τραυματίστηκαν συνολικά 54 Ελληνοκύπριοι, 17 Τουρκοκύπριοι και 12 μέλη της ειρηνευτικής δύναμης.

Η κηδεία του Τάσου Ισαάκ έγινε με πάνδημο τρόπο στις 14 Αυγούστου. Τραγική φιγούρα η σύζυγός του, που ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Μετά την κηδεία, ο οργισμένος εξάδελφός του Σολωμός Σολωμού, 26 ετών, προσπάθησε να αφαιρέσει τουρκική σημαία από φυλάκιο της «Πράσινης Γραμμής», για να πέσει νεκρός από πυρά που προήλθαν από τα Κατεχόμενα.

Στις 22 Νοεμβρίου 1996, η Κυπριακή Αστυνομία εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης για τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ εναντίων των:

  • Χασίμ Γιλμάζ, εποίκου και πρώην στελέχους της ΜΙΤ (τουρκική ΚΥΠ)
  • Νεϊφέλ Μουσταφά Εργκούν, εποίκου από την Τουρκία και αστυνομικού του ψευδοκράτους
  • Πολάτ Φικρέτ Κορελί, Τουρκοκύπριου από την Αμμόχωστο
  • Μεχμέτ Μουσταφά Αρσλάν, τούρκου εποίκου και επικεφαλής των «Γκρίζων Λύκων» στα Κατεχόμενα
  • Ερχάν Αρικλί, τούρκου εποίκου από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ο Αρικλί συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 2012 στο Κιργιστάν, αλλά αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν πιέσεων του Τουρκίας.

Στις 28 Απριλίου 1997, ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Θεόδωρος Πάγκαλος, βάπτισε στο Παραλίμνι, μέσα σε συγκινητική ατμόσφαιρα, την κόρη του Τάσου Ισαάκ, στην οποία δόθηκε το όνομα Αναστασία. Η Χάρις Αλεξίου της αφιέρωσε το «Τραγούδι του Χελιδονιού», που έγραψε ειδικά γι’ αυτήν.

Στις 24 Ιουνίου 2008, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έκρινε ένοχη την Τουρκία για τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ, βάσει του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Επίσης, επιδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένεια του Τάσου Ισαάκ.

1949

Θεμιστοκλής Σοφούλης
1860 – 1949

Διακεκριμένος Έλληνας πολιτικός του κεντρώου χώρου, ο οποίος διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας και ισάριθμες φορές πρόεδρος της Βουλής.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης γεννήθηκε το 1860 στο Βαθύ της Σάμου, που τότε ήταν αυτόνομη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διοικούμενη από χριστιανό ηγεμόνα. Ο πατέρας του Παναγιώτης Σοφούλης είχε αγωνιστεί για την αυτονομία του νησιού και ήταν ένας από τους σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες του νησιού.

Ο Σοφούλης ως αρχαιολόγος

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σάμο, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης φοίτησε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου ειδικεύτηκε στην αρχαιολογία. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίστηκε έφορος αρχαιοτήτων (1885) και αργότερα αναγορεύθηκε υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ως αρχαιολόγος, συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές στη Λακωνία και τη Μεσσηνία (ήταν υπεύθυνος για τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη το 1895), ενώ δημοσίευσε πλήθος αρχαιολογικών μελετών. Όμως, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του είχε άδοξο τέλος, όταν το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν τον εξέλεξε τακτικό καθηγητή της Αρχαιολογίας. Τότε, ο Σοφούλης προτίμησε να επιστρέψει στη γενέτειρά του το 1899 και να ασχοληθεί με την πολιτική.

Πολιτικός στη Σάμο

Το 1900 εξελέγη πληρεξούσιος της πόλης της Σάμου στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων και σχημάτισε μία ριζοσπαστική πολιτική ομάδας, με εθνικές και προοδευτικές θέσεις, που είχε ως στόχο τη διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών του νησιού, τις οποίες καταπατούσαν οι χριστιανοί ηγεμόνες, κατά παράβαση των διατάξεων περί αυτονομίας του 1832. Σύντομα, ο Σοφούλης απέκτησε μεγάλη επιρροή, καταγγέλλοντας τις αυθαιρεσίες του ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση, ενώ άρχισε να έχει επαφές με το ελεύθερο ελληνικό κράτος.

Οι ενέργειές του αυτές προκάλεσαν την αντίδραση του Κοπάση, ο οποίος ζήτησε ενισχύσεις από τον Σουλτάνο για την επιβολή της τάξης, που είχε αρχίσει να διασαλεύεται από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των Σαμιωτών. Ο Μεχμέτ ο 5ος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του ηγεμόνα και έστειλε στο νησί το στόλο του κι ένα σύνταγμα πεζικού. Οι κάτοικοι του νησιού με τη θέα του τουρκικού στόλου ξεσηκώθηκαν, με επικεφαλής τον Σοφούλη, τον Μάιο του 1908. Γρήγορα, το κίνημα κατεστάλη και ο Σοφούλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον νησί, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Σάμου στις 20 Σεπτεμβρίου του 1908.

Στις 3 Μαρτίου 1912 ο Κοπάσης δολοφονήθηκε και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Βεγλερής, ο οποίος χορήγησε αμνηστία στους Σάμιους εξόριστους επί τη αναλήψει των καθηκόντων του. Έτσι, ο Σοφούλης επέστρεψε στο νησί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1912 και με προκήρυξή του ζήτησε από τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Στις σκληρές μάχες που ακολούθησαν, οι επαναστάτες είχαν σημαντικές επιτυχίες και ανάγκασαν τον τουρκικό στρατό να εγκαταλείψει το νησί στις 23 Σεπτεμβρίου 1912. Μετά από λίγες ημέρες συγκλήθηκε η συνέλευση των Σαμίων, η οποία εξέλεξε τον Σοφούλη πρόεδρό της.

Μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912), η Εθνοσυνέλευση των Σαμίων με ψήφισμά της κήρυξε την ένωση του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα (11 Νοεμβρίου 1912). Ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Σάμου και παρέμεινε στο νησί έως τον Απρίλιο του 1914, οπότε διορίστηκε γενικός διοικητής Μακεδονίας από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή

Ο πρωθυπουργός Θ. Σοφούλης σε εξώστη κτηρίου στη Σάμο

Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 εξελέγη βουλευτής Σάμου με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στα χρόνια του εθνικού διχασμού, ο Σοφούλης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών στην κυβέρνηση της Εθνικής Αμύνης, που σχημάτισε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1916. Όταν αποκαταστάθηκε η ενότητα του κράτους και ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία, ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της αναβιώσασας Βουλής του 1915, που έμεινε στην ιστορία ως «Βουλή των Λαζάρων» (20 Ιουλίου 1917 - 10 Σεπτεμβρίου 1920).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 δεν εκλέχθηκε βουλευτής, αλλά επανήλθε στη Βουλή μετά τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ως βουλευτής Σάμου. Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής στη συγκεκριμένη περιφέρεια, εκτός από τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Διατέλεσε υπουργός Εσωτερικών στις βραχύβιες κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου (11 Ιανουαρίου - 11 Φεβρουαρίου 1924) και του Γεωργίου Καφαντάρη (11 Φεβρουαρίου - 12 Μαρτίου 1924). Τότε εκφράσθηκε δημοσίως υπέρ της κατάργησης της βασιλείας και ανέλαβε την ηγεσία της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Στις 25 Ιουλίου του 1924, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Παύλος Κουντουριώτης, του ανέθεσε την πρωθυπουργία, την οποία προσπάθησε να ασκήσει με ήπιο και συναινετικό τρόπο. Οι προσπάθειές του δεν έφεραν αποτέλεσμα κι έτσι αναγκάσθηκε να παραιτηθεί τρεις μήνες αργότερα (8 Οκτωβρίου 1924), εξαιτίας των στασιαστικών κινήσεων στις ένοπλες δυνάμεις και κυρίως στο Ναυτικό. Το μόνο σημαντικό μέτρο της κυβέρνησής του ήταν η απαλλοτρίωση 350.000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και σε ακτήμονες.

Το 1925 ήταν από τους λίγους πολιτικούς που κατήγγειλαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου και καταψήφισε την κυβέρνησή του. Μετά το τέλος της δικτατορίας Πάγκαλου και την επάνοδο των Βενιζελικών στην εξουσία, ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής (6 Δεκεμβρίου 1926 - 9 Ιουλίου 1928). Το 1928 ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και στις 17 Νοεμβρίου 1930 επανεξελέγη πρόεδρος της Βουλής και παρέμεινε στη θέση ως τις 24 Ιανουαρίου του 1933. Μετά το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935, ο Σοφούλης συνελήφθη, δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.

Με τη φυγή του Βενιζέλου στη Γαλλία το 1935, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το «Παλλαϊκό Μέτωπο» (ΚΚΕ) το περίφημο «Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα», χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 6 Μαρτίου του 1936.

Επί της προεδρίας του, η Βουλή παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά (27 Απριλίου 1936) και διέκοψε τις εργασίες της μέχρι τις 10 Οκτωβρίου. Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς διέλυσε τη Βουλή και κυβέρνησε δικτατορικά μέχρι τον θάνατό του το 1941. Η αντίδραση του Σοφούλη στη δικτατορία Μεταξά υπήρξε μάλλον χλιαρή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σοφούλης παρέμεινε στην Αθήνα και συμμετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση ΑΑΑ («Αγών, «Ανόρθωσις», «Ανεξαρτησία») του Στέφανου Σαράφη, η οποία είχε επαφές με το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αρνήθηκε, ωστόσο, να συνεργαστεί με το ΕΑΜ και τον Ιανουάριο του 1944 το κατηγόρησε ότι αποτελούσε προμετωπίδα του ΚΚΕ για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας. Στις 19 Μαΐου 1944, οι γερμανικές αρχές τον συνέλαβαν με την κατηγορία της αντιστασιακής δράσης και τον φυλάκισαν στο Χαϊδάρι μέχρι το τέλος της Κατοχής.

Το αντιβασιλικό παρελθόν του, αλλά και η εχθρότητά του προς το ΕΑΜ, έκανε τους Βρετανούς να τον επιλέξουν ως πρωθυπουργό σε αντικατάσταση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ορκίστηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1945 και η κυβέρνησή του διενήργησε τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στις 31 Μαρτίου 1946. Στις 4 Απριλίου 1946 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Φιλελευθέρων, εξαιτίας του κακού αποτελέσματος του κόμματός του στις εκλογές.

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1947, σε μια κρίσιμη καμπή του Εμφυλίου Πολέμου, ανέλαβε για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, ηγούμενος κυβέρνησης συνεργασίας με το Λαϊκό Κόμμα. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η χορήγηση αμνηστίας στους κομμουνιστές αντάρτες που θα εγκατέλειπαν τις μονάδες τους και θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους στις αρχές. Το μέτρο αυτό είχε πενιχρά αποτελέσματα. Τον Ιανουάριο του 1949 ο Σοφούλης, αφού ανάρρωσε από σοβαρό πνευμονικό οίδημα, σχημάτισε νέα κυβέρνηση και διόρισε αρχιστράτηγο των επιχειρήσεων κατά των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού τον Αλέξανδρο Παπάγο.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τις 24 Ιουνίου 1949, αφού ηγήθηκε τεσσάρων κυβερνήσεων. Την ημέρα εκείνη άφησε την τελευταία του πνοή στην Κηφισιά, λόγω της επιβαρυμένης υγείας του και της μεγάλης ηλικίας του. Υπήρξε πρότυπο τίμιου και αγωνιστή πολιτικού, ο οποίος υπηρέτησε τη χώρα με πνεύμα πρακτικό και πατριωτικό, χωρίς έπαρση και κομπασμό.

Λέλα Καραγιάννη
1898 – 1944

Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Δαφνί για την εθνική δράση της στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.

Η Λέλα Μηνοπούλου γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη Ευβοίας. Ήταν πρωτότοκη κόρη του Αθανασίου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Το 1916 παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Νικόλαο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά: την Ιωάννα, τον Γεώργιο, την Ηλέκτρα, τον Βύρωνα, τον Νέλσωνα, τη Νεφέλη και την Ελένη.

Η κατάληψη της Ελλάδας υπό των Ιταλογερμανών μεταμόρφωσε την ελληνίδα νοικοκυρά σε πρωτεργάτιδα της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής έφτιαξε μία ομάδα με πυρήνα μέλη της οικογένειάς της και άρχισε το έργο της απόκρυψης και φυγάδευσης των βρετανών στρατιωτικών που είχαν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, η μικρή οικογενειακή ομάδα διευρύνθηκε και εξελίχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα», που αριθμούσε πάνω από 100 μέλη.

Η σύλληψη του γιου της Γεωργίου τον Ιούνιο του 1941 και των θυγατέρων της Ιωάννας και Ηλέκτρας δεν την πτόησαν. Κατόρθωσε να τους απελευθερώσει και να συνεχίσει το έργο της. Ακολούθησαν επιτυχείς ομαδικές φυγαδεύσεις στη Μέση Ανατολή, τις οποίες επέβλεπε προσωπικά η ίδια. Τακτικά από τα ραδιοφωνικά κύματα του Καΐρου ακουγόταν η φράση «Τζάκσον - Τζάκσον ευχαριστούμε για το άρωμα». Ήταν το συμπεφωνημένο σύνθημα για τη διάσωση της αποστολής.

Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη, κατόπιν προδοσίας, και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπίας. Δικάσθηκε από ιταλικό στρατοδικείο, αλλά αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.

Μετά την αποφυλάκισή της συνέχισε το αντιστασιακό της έργο, με μεγαλύτερη ένταση και μεθοδικότητα. Άπλωσε ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών σε κάθε κατοχική υπηρεσία της Αθήνας και λάμβανε πολύτιμες πληροφορίες για κινήσεις και τα σχέδια των κατοχικών αρχών από έλληνες συνεργάτες τους, αλλά και από αντιχιτλερικούς γερμανούς και αντιφασίστες ιταλούς αξιωματικούς, τις οποίες διοχέτευε στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, μέλη της οργάνωσής της προέβαιναν σε πράξεις δολιοφθοράς κατά κατοχικών στόχων.

Στις 11 Ιουλίου 1944 κι ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, συνελήφθη από τους Γερμανούς. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της. Ο σύζυγός της και τα δύο παιδιά της Γεώργιος και Ελένη κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια των Ες-Ες στην οδό Μέρλιν και βασανίσθηκαν άγρια. Όχι μόνο δεν ομολόγησαν, αλλά η Καραγιάννη χτύπησε τον αιμοχαρή ανακριτή της Φριτς Μπέκερ. Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν φρικτά. Την κρέμασαν και της εξάρθρωσαν τα χέρια, της έκαυσαν τα άκρα με ηλεκτρική μηχανή, την υπέβαλαν επί τριήμερο στο μαρτύριο της δίψας και τέλος της τρύπησαν τα πλευρά με το πόμολο της πόρτας.

Δεν εκάμφη ακόμα και όταν της διαμήνυσαν ότι θα εκτελούσαν τον γιο της Νέλσωνα, αν δεν ομολογούσε. Αυτή τους απάντησε υπερήφανα: «Ζητείτε από μία ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της και την πατρίδα της με την απειλή του τυφεκισμού των παιδιών της. Ε, λοιπόν, μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας!»

Την αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, η Λέλα Καραγιάννη οδηγήθηκε με άλλους πατριώτες στο Άλσος Δαφνίου. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθάνατους, φώναξε: «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια να δουν οι Ούνοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους».

Το πτώμα της, διάτρητο από τις σφαίρες, παρελήφθη κρυφά από φίλους της οικογένειάς της και τάφηκε στο Β’ Νεκροταφείο Πατησίων. Την επομένη, 9 Σεπτεμβρίου 1944, τα πέντε παιδιά της απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση μιας γερμανίδας κατοίκου της Αθήνας, η οποία επωφελήθηκε από την αλλαγή διοίκησης στη Γερμανική Φρουρά Αθηνών.

Για τη δράση της και το μαρτυρικό και ηρωικό τέλος της, η Λέλα Καραγιάννη τιμήθηκε ως εθνική ηρωίδα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όσο λίγοι αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα έχει στηθεί μπρούντζινη προτομή της και ανάμεσα στο Εθνικό Μουσείο και στο Πολυτεχνείο ολόσωμο μαρμάρινο άγαλμά της. Η Ακαδημία Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου 1947, της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.

Γεγονότα

 

μ.Χ.

1812

Ο Ναπολέων στη Ρωσία

Ο Ναπολέων επιστρέφει από τη Μόσχα (Πίνακας του Άντ. Νόρθεν)

Ο Ναπολέων επιστρέφει από τη Μόσχα (Πίνακας του Άντ. Νόρθεν)

Την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα ο Ναπολέων ζούσε την εποχή των μεγάλων θριάμβων. Η Γαλλική Αυτοκρατορία είχε επιβάλλει την κυριαρχία της στην Ευρώπη, είτε μέσω κατακτήσεων, είτε μέσω συμμαχιών και ίδιος είχε αποκτήσει τον πολυπόθητο διάδοχο. Όμως, ο τσάρος Αλέξανδρος Α' έδειχνε όλο και λιγότερο διατεθειμένος να συμπεριφέρεται ως πιστός σύμμαχος στον Ναπολέοντα, χαλαρώνοντας τον ηπειρωτικό αποκλεισμό που είχε επιβληθεί στα εμπορεύματα της Μεγάλης Βρετανίας.

Έτσι, ο γάλλος μονάρχης συγκέντρωσε ένα τεράστιο στρατό για τα μέτρα της εποχής για να συνετίσει τον ανυπάκουο σύμμαχό του. Η Μεγάλη Στρατιά, όπως έμεινε στην ιστορία, αποτελείτο από 690.000 άνδρες, Γάλλους και συμμάχους ή υποτελείς (Γερμανούς, Ιταλούς, Ολλανδούς, Πολωνούς, Ελβετούς, Ισπανούς, Πορτογάλους). Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α' εξασφάλισε τα νώτα του, συνάπτοντας συμμαχίες με τη Σουηδία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και με τη Μεγάλη Βρετανία.

Η Μεγάλη Στρατιά, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ναπολέοντα και στρατηγούς τους συγγενείς του Εζέν ντε Μποαρνέ και Ζερόμ Μποναπάρτ, διέβη τον ποταμό Νέμαν στην περιοχή της Βαλτικής στις 24 Ιουνίου 1812 και εισέβαλε στη Ρωσία. Οι Ρώσοι, έχοντας ένα στρατό που αριθμούσε 250.000 άνδρες, δεν τόλμησαν να αντιπαρατεθούν μαζί του και προτίμησαν να εφαρμόσουν την τακτική της καμμένης γης και του ανταρτοπόλεμου. Δύο φορές αναμετρήθηκαν με τον στρατό του Ναπολέοντα οι Ρώσοι, στο Σμόλενσκ (16 - 18 Αυγούστου) και στο Μποροντίνο (7 Σεπτεμβρίου) και τις δύο φορές ηττήθηκαν. Στο Μποροντίνο η μάχη ήταν άγρια, αιματηρή και αμφίρροπη και οι δυνάμεις του στρατηγού Κουτούζωφ, προτού υποχωρήσουν, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στον στρατό του Ναπολέοντα.

Ο δρόμος για τη Μόσχα ήταν ορθάνοιχτος για τον Μέγα Στρατηλάτη, που εισήλθε στην πόλη μια εβδομάδα αργότερα. Βρήκε μια σχεδόν έρημη Μόσχα, καθώς η πλειονότητα των κατοίκων της την είχε εγκαταλείψει. Ο Ναπολέων εγκαταστάθηκε με δόξες και τιμές στο Κρεμλίνο, αλλά μάταια περίμενε τον τσάρο ή τις αρχές της πόλης να του υποβάλουν τα σέβη υποταγής τους, όπως συνηθιζόταν στον κατακτητή μιας πρωτεύουσας. Λίγες μέρες αργότερα, μια πυρκαϊά που ξέσπασε στη Μόσχα κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της, επιτείνοντας το οξύ πρόβλημα ανεφοδιασμού, που αντιμετώπιζε.

Η εισβολή στη Ρωσία είχε εξελιχθεί σε μία στρατιωτική επιχείρηση χωρίς αντικειμενικό στόχο. Μόνη διέξοδος για τον Ναπολέοντα ήταν η οπισθοχώρηση, η οποία εξελίχθηκε σε καταστροφή, λόγω της πρώιμης έλευσης του χειμώνα, αλλά και των συνεχών παρενοχλήσεων από το ιππικό των Κοζάκων και τους άνδρες του Κουτούζοφ. Η καταστροφή για τη Μεγάλη Στρατιά ολοκληρώθηκε κατά τη διέλευση του ποταμού Μπερέζινα (στην περιοχή της σημερινής Λευκορωσίας), όταν δέχθηκε επίθεση από δύο ρωσικές στρατιές (26 - 28 Νοεμβρίου 1812). Από τότε η λέξη Μπερέζινα είναι το συνώνυμο της καταστροφής για τους Γάλλους.

Εν τω μεταξύ, στις αρχές Δεκεμβρίου ο Ναπολέων έλαβε το μήνυμα ότι ο στρατηγός Κλοντ Ντε Μαλέ επεχείρησε πραξικόπημα και αναχώρησε εσπευσμένως για το Παρίσι, αφήνοντας τη διοίκηση των υπολειμμάτων της Μεγάλης Στρατιάς στον θετό γιο του Εζέν ντε Μποαρνέ. Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 1812 και ο τελευταίος γάλλος στρατιώτης είχε αποχωρήσει από το ρωσικό έδαφος. Άλλωστε δεν ήταν και πολλοί. Μόλις 22.000 κατόρθωσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα. Οι απώλειες για τους Γάλλους και τους συμμάχους τους ανήλθαν σε 530.000 άνδρες, 200.000 άλογα και 1000 κανόνια. Για τους νικητές Ρώσους σε 500.000 περίπου ανθρώπους (210.00 στρατιώτες και 290.000 αμάχους).

Η είδηση της καταστροφής της Μεγάλης Στρατιάς εμψύχωσε όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς στην αντίστασή τους κατά του Ναπολέοντα. Ένα κύμα εθνικισμού σάρωσε τη Γηραιά Ήπειρο. Στη Γερμανία ξέσπασαν αντιγαλλικές διαδηλώσεις και οι Πρωσικές δυνάμεις αποσκίρτησαν από τη Μεγάλη Στρατιά και στράφηκαν κατά των Γάλλων, όπως το ίδιο έπραξαν και οι Αυστριακοί. Ο Ναπολέων, αφού ξεκαθάρισε το εσωτερικό μέτωπο, συγκρότησε τον επόμενο χρόνο μια νέα πανίσχυρη στρατιά. Όμως, η αντίστροφη μέτρηση για την εξαφάνισή του από το προσκήνιο της ιστορίας είχε αρχίσει, αφού έπρεπε να αντιμετωπίσει εθνικούς κατά βάση και όχι μισθοφορικούς στρατούς.

Το «1812» στην Τέχνη

  • «Πόλεμος και Ειρήνη», πολυσέλιδο επικό μυθιστόρημα του Λέοντος Τολστόι, που γράφτηκε από το 1865 έως το 1869 και αναφέρεται στη ρωσική κοινωνία κατά τη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων. (εκδόσεις, «Πατάκης» και «Γκοβόστης»)
  • «Εισαγωγή 1812», μουσικό κομψοτέχνημα του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1882), όπου περιγράφεται με νότες η εισβολή και η καταστροφή του Ναπολέοντα στη Ρωσία.
Διεξάγεται η Μάχη του Μπάνοκμπερν. Οι σκοτσέζικες δυνάμεις υπό τον Τζακ δε Μπρους νικούν το στρατό του άγγλου βασιλιά Εδουάρδου Β’ και διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της Σκωτίας.
Οι Τούρκοι αποκεφαλίζουν στην Κωνσταντινούπολη τον νεομάρτυρα Παναγιώτη από την Καισαρεία, επειδή αρνήθηκε να γίνει Μουσουλμάνος.
  Διεξάγεται η Μάχη του Σολφερίνο. Οι Γάλλοι νικούν τους Αυστριακούς στην πόλη Σολφερίνο της βόρειας Ιταλίας. Αυτόπτης μάρτυς της αγριότητας των πολεμικών συγκρούσεων, ο ελβετός επιχειρηματίας Ζαν Ανρί Ντινάν, ο οποίος αποφασίζει να ιδρύσει τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό για την περίθαλψη των θυμάτων.

Η Μάχη του Σολφερίνο

Σημαντική μάχη, στο πλαίσιο του Δεύτερου Πολέμου της Ιταλικής Ανεξαρτησίας. Έλαβε χώρα στις 24 Ιουνίου 1859 κοντά στην κωμόπολη Σολφερίνο της Λομβαρδίας, μεταξύ του αυστριακού στρατού υπό τον κάιζερ Φραγκίσκο - Ιωσήφ Α' και των συνασπισμένων δυνάμεων Γαλλίας και Πεδεμοντίου, υπό τους βασιλείς των δύο χωρών Ναπολέοντα Γ' και Βίκτωρα - Εμμανουήλ Β', αντίστοιχα.

Οι δύο στρατοί, που αριθμούσαν από 120.000 χιλιάδες άνδρες περίπου, συναντήθηκαν τυχαία και δεν είχαν προπαρασκευάσει τη μάχη. Οι Γάλλοι πίστευαν ότι θα συναντούσαν την οπισθοφυλακή των Αυστριακών και οι Αυστριακοί την εμπροσθοφυλακή των Γαλλο-Πεδεμοντίων. Η σύγκρουση άρχισε το πρωί και συνεχίστηκε μέχρι το μεσημέρι, μέσα σε κλίμα σύγχυσης και αταξίας. Ήταν, όμως, ιδιαίτερα σκληρή, με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο.

Οι Γαλλο-Πεδεμόντιοι κατόρθωσαν να διασπάσουν το απόγευμα το αυστριακό μέτωπο, αλλά με μεγάλες απώλειες. Εξαντλημένοι και οι δύο στρατοί υπέγραψαν ανακωχή το βράδυ, με πρωτοβουλία του Ναπολέοντα Γ'. Οι απώλειες για τους Αυστριακούς ανήλθαν σε 14.000 νεκρούς και τραυματίες και 8.000 αγνοούμενους ή αιχμαλώτους, ενώ οι Γαλλο-Πεδεμόντιοι είχαν 15.000 νεκρούς και τραυματίες και 2.000 αγνοουμένους ή αιχμαλώτους.

Η Μάχη του Σολφερίνο είχε δύο μείζονες συνέπειες:

  • Με τη Συνθήκη της Βιλαφράνκα (12 Ιουλίου 1859), ένα μεγάλο μέρος της Λομβαρδίας αποσπάστηκε από την Αυστρία και ενσωματώθηκε στο Βασίλειο Σαρδηνίας - Πεδεμοντίου, γεγονός που συνέβαλε στην ενοποίηση της Ιταλίας το 1861.
  • Η τραγική κατάσταση των χιλιάδων τραυματιών στο πεδίο της μάχης ευαισθητοποίησε τον ελβετό έμπορο Ερρίκο Ντυνάν (αυτόπτη μάρτυρα της μάχης), που ανέλαβε πρωτοβουλία για την ίδρυση του Ερυθρού Σταυρού.
Δολοφονείται στο Βερολίνο ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Βάλτερ Ρατενάου. Οι δράστες είναι μέλη ακροδεξιάς οργάνωσης, που διαφωνούν με την πολιτική του για την πληρωμή αποζημιώσεων εξαιτίας της συμμετοχής της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βρετανικά βομβαρδιστικά καταστρέφουν τη «Γέφυρα του ποταμού Κβάι» στα σύνορα Βιρμανίας - Ταϊλάνδης. Χτίστηκε με καταναγκαστική εργασία Άγγλων και συμμάχων αιχμαλώτων, για λογαριασμό των Ιαπώνων κατακτητών. Το επεισόδιο θα δραματοποιηθεί κινηματογραφικά από τον σκηνοθέτη Ντέβιντ Λιν στην ομώνυμη ταινία, με πρωταγωνιστές τους σερ Άλεκ Γκίνες και Γουίλιαμ Χόλντεν.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

1745

Ιωάννης Βαρβάκης
1745 – 1825

Ο Ιωάννης Βαρβάκης υπήρξε πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης.

Γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ).

Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'.

Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο.

Χουάν Μανουέλ Φάνχιο, αργεντινός πιλότος της Φόρμουλα 1, πέντε φορές παγκόσμιος πρωταθλητής. (Θαν. 17/7/1995)
Ερνέστο Σάμπατο, αργεντινός συγγραφέας. (Θαν. 30/4/2011)
Λιονέλ Μέσι, αργεντινός ποδοσφαιριστής.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
 Λουκρητία Βοργία, νόθα κόρη του Πάπα Αλέξανδρου 6ου, που φημολογείται ότι δηλητηρίασε τους τέσσερις συζύγους της. Υπήρξε προστάτιδα των τεχνών την εποχή της Αναγέννησης. (Γεν. 18/4/1480)

Λουκρητία Βοργία
1480 – 1519

Πατρόνα της Αναγέννησης, προστάτιδα των τεχνών και μία από τις πιο αινιγματικές γυναίκες όλων των εποχών. Καρπός μιας σκανδαλώδους σχέσης, η Λουκρητία Βοργία (Lucrezia Borgia) γεννήθηκε στις 18 Απριλίου του 1480 στη Ρώμη. Ήταν νόθα κόρη του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ’, κατά κόσμον Ροντρίγκο Βοργία, και αδελφή του Καίσαρα Βοργία – μια οικογένεια από τις πιο λαμπρές, αλλά και αδίστακτες της εποχής.

Στο χορό εξουσίας και αίματος που έκανε διαβόητους τους Βοργίες, η Λουκρητία κατηγορήθηκε ότι συνωμότησε στην εξόντωση των συζύγων της, ότι δηλητηρίασε τους αντιπάλους του πατέρα της κι ότι διατηρούσε αιμομικτικές σχέσεις με τον αδερφό της.

Ο πρώτος γάμος της, σε ηλικία 13 ετών, με τον Τζιοβάνι Σφόρτσα Πεζάρο ακυρώθηκε από τον πατέρα της πέντε χρόνια αργότερα και τότε η Λουκρητία αναγκάστηκε να παντρευτεί τον Αλφόνσο του Αραγκόν, νόθο γιο του βασιλιά της Νάπολης. Ο δεύτερος σύζυγός της δολοφονήθηκε το 1500 από τον ίδιο το σωματοφύλακά του, κατόπιν εντολής του αδελφού της Καίσαρα.

Μεταξύ των δύο γάμων, η Λουκρητία είχε συνάψει σχέση με έναν νεαρό παπικό ακόλουθο, τον Πέντρο Καλντερόν. Στη σχέση αυτή δόθηκε δραματικό τέλος από τους Βοργίες. Ο Πέντρο μαχαιρώθηκε και αργότερα βρέθηκε στον Τίβερη, με τα χέρια και τα πόδια του δεμένα.

Σύμφωνα με τα νέα σχέδια της οικογένειάς της, το 1501 η Λουκρητία παντρεύτηκε τον Αλφόνσο του Εστ, κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων για την προίκα της. Μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1505, ο Αλφόνσο έγινε Δούκας της Φεράρα και η Λουκρητία, Δούκισσα.

Στη Φεράρα, η Λουκρητία κατάφερε επιτέλους να «δραπετεύσει» από το διεφθαρμένο οικογενειακό της περιβάλλον. Δημιούργησε μία λαμπρή αυλή, που προσέλκυσε τους επιφανέστερους καλλιτέχνες, συγγραφείς και λόγιους της εποχής εκείνης, κερδίζοντας την εκτίμησή τους με την ομορφιά και την ευγένειά της. Υπήρξε αφοσιωμένη σύζυγος και απέκτησε επτά παιδιά... Η τελευταία γέννα, όμως, ήταν μοιραία. Πέθανε, κατά τη διάρκεια του τοκετού, στις 24 Ιουνίου του 1519.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν υπάρχει καμία ιστορική απόδειξη που να επιβεβαιώνει τα όσα της καταμαρτυρούν. Εντούτοις, το όνομά της έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ακολασίας και της ίντριγκας. Έτσι απεικονίζεται, τόσο στο δράμα του Βίκτορος Ουγκώ, όσο και στην όπερα του Ντονιτσέτι, δύο μεγάλα έργα που βασίζονται σ’ αυτούς τους μύθους.

Κάρλος Γκαρντέλ, αργεντίνος τραγουδιστής, που ταυτίστηκε με το ταγκό. (Γεν. 11/12/1890)
Θεμιστοκλής Σοφούλης, έλληνας αρχαιολόγος και πολιτικός, που έφθασε ως το αξίωμα του πρωθυπουργού (1924, 1945-1946, 1947-1949). (Γεν. 1860)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου