Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 14 Ιούλ 2018
Σάββατο 14 Ιουλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σάββατο 14 Ιουλίου 2018Σάββατο 14 Ιουλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:12 – Δύση Ήλιου: 20:49
  • Γιορτάζουν:  Ακύλας, Νικόδημος, Νικοδήμη

Σαν Σήμερα...

 

1919
  Ελληνικό στρατιωτικό τμήμα παρελαύνει τιμητικά στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι, κατά τον λαμπρό εορτασμό της νίκης των συμμάχων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η μεγαλύτερη και πιο πολύνεκρη πολεμική αναμέτρηση που γνώρισε ο κόσμος μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ξεκίνησε στις 28 Ιουλίου 1914, όταν η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας και τελείωσε με την ταπεινωτική ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της στις 11 Νοεμβρίου 1918. Ονομάστηκε Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ή Μεγάλος Πόλεμος, επειδή εξαπλώθηκε πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης και αναμίχθηκαν σ’ αυτόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

Τα αίτια, που οδήγησαν στην έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές συνθήκες της εποχής και στις επεκτατικές βλέψεις των διαφόρων κρατών, που αύξησαν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Ειδικότερα, η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, που προήλθε από τη ραγδαία εκβιομηχάνισή της, οδήγησε στην όξυνση του ανταγωνισμού της με την Αγγλία για την κυριαρχία στις μεγάλες αγορές του κόσμου. Ταυτόχρονα, η γαλλική πολιτική της «ρεβάνς», δηλαδή η επιθυμία της Γαλλίας να αποκαταστήσει το γόητρό της και να ανακτήσει την Αλσατία και τη Λορένη (που είχε χάσει στο Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870 - 1871), είχε δημιουργήσει ένταση στις σχέσεις της με τη Γερμανία.

Την ίδια εποχή, η Αυστροουγγαρία βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τη Ρωσία σχετικά με την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Τα νέα εθνικά βαλκανικά κράτη, που είχαν δημιουργηθεί μετά την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κρατούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στις διεκδικήσεις των εθνικών μειονοτήτων της Αυστροουγγαρίας και απειλούσαν την ενότητά της. Έτσι, η Αυστροουγγαρία επιθυμούσε να διατηρηθεί το στάτους - κβο των Βαλκανίων. Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, επιθυμούσε να βρει διέξοδο στη Μεσόγειο, υποστήριζε την κίνηση του πανσλαβισμού και θεωρούσε τον εαυτό της φυσικό προστάτη των ορθόδοξων λαών των Βαλκανίων, πράγματα που έβρισκαν αντίθετες τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.

Τη σπίθα του πολέμου άναψε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από τον νεαρό σερβοβόσνιο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σαράγεβο της Βοσνίας στις 28 Ιουνίου 1914. Για τη δολοφονία οι Αυστριακοί θεώρησαν υπεύθυνη την κυβέρνηση της Σερβίας και της κήρυξαν τον πόλεμο στις 28 Ιουλίου 1914.

Την 1η Αυγούστου η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και δύο ημέρες αργότερα κατά της Γαλλίας. Στις 4 Αυγούστου η Αγγλία και στις 23 Αυγούστου η Ιαπωνία κηρύσσουν με τη σειρά τους τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, όταν αυτή εισβάλει στο Βέλγιο (4 Αυγούστου).

Με το μέρος της Γερμανίας και της Αυστρίας τάχθηκαν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, που αποτέλεσαν τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις». Από την άλλη πλευρά, με τους Αγγλογάλλους και τους Ρώσους συντάχθηκαν η Σερβία, το Μαυροβούνιο, το Βέλγιο, η Ιαπωνία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Ελλάδα (από το 1916 η «κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης» και από το 1917 το ενωμένο ελληνικό κράτος), η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες (από το 1917). Όλες μαζί οι δυνάμεις αυτές συγκρότησαν τον συνασπισμό, γνωστό ως «Αντάντ» (Entente=Συνεννόηση στα γαλλικά).

Στην αρχή του πολέμου, οι πιο μεγάλες μάχες έγιναν στη Γαλλία και το Βέλγιο («Δυτικό Μέτωπο»). Οι Γερμανοί κυρίευσαν μεγάλο τμήμα των χωρών αυτών και απείλησαν το Παρίσι. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να οργανώσουν την άμυνά τους σ’ ένα μέτωπο 750 χλμ. από τη Βόρεια Θάλασσα ως το βορειοδυτικό άκρο της Ελβετίας, όπου έγινε ένας φοβερός πόλεμος χαρακωμάτων, που κράτησε έως το 1918.

Την περίοδο που οι Γερμανοί πολιορκούσαν το Παρίσι, τους επιτέθηκαν οι Ρώσοι και κυρίευσαν σημαντικά εδάφη της Ανατολικής Πρωσίας («Ανατολικό Μέτωπο»). Ο αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού φον Μόλτκε διόρισε διοικητή του στρατού της Ανατολικής Πρωσίας τον γηραιό στρατηγό Χίντεμπουργκ, ο οποίος κατόρθωσε να απωθήσει τους Ρώσους, νικώντας τους στις μάχες του Τάνεμπεργκ (26-31 Αυγούστου 1914) και των Μαζουριανών Λιμνών (9-14 Σεπτεμβρίου).

Οι Ρώσοι με νέες δυνάμεις οργάνωσαν την άμυνα τους στη γραμμή από την Ανατολική Πρωσία ως τα Καρπάθια (900 χλμ.) και ο πόλεμος αυτός έγινε αγώνας χαρακωμάτων. Τον Μάιο του 1915 οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού έχασαν πολύ στρατό.

Τον Οκτώβριο του 1915, η «Αντάντ» κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσπαθώντας να βοηθήσει τους Ρώσους. Ο συμμαχικός στόλος με βάση τη Λήμνο επιχείρησε να περάσει τα στενά των Δαρδανελλίων, αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί οι Τούρκοι τους απώθησαν. Απόπειρα να εισχωρήσουν από την ξηρά με απόβαση στη χερσόνησο της Καλλίπολης, επίσης, απέτυχε. Οι Σύμμαχοι αναζητούσαν βάση για το στόλο και το στρατό τους στο Αιγαίο και χωρίς την άδεια της Ελλάδας, που τηρούσε ουδετερότητα, αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη (2 Οκτωβρίου 1915). Οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία κι έτσι δημιουργήθηκε το «Βαλκανικό Μέτωπο».

Η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων της «Αντάντ» στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε αναστάτωση στην Ελλάδα, γιατί άλλα κόμματα είχαν φιλικές διαθέσεις προς τους συμμάχους και άλλα ήταν αντίθετα. Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία, ο ελληνικός στρατός δεν έσπευσε να βοηθήσει τους παλιούς του συμμάχους Σέρβους. Αυτό εξερέθισε τους Συμμάχους, που έριξαν την ευθύνη στο φιλογερμανό βασιλιά Κωνσταντίνο. Την άνοιξη του 1916 οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία κι έκαναν φοβερές σφαγές σε βάρος των Ελλήνων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε έκαμε το χωριστικό κίνημα (κίνημα «Εθνικής Αμύνης»). Πήγε στη Θεσσαλονίκη και σχημάτισε φιλική κυβέρνηση προς την «Αντάντ» (26 Αυγούστου 1916). Η Ελλάδα χωρίστηκε στα δυο: Το «κράτος των Αθηνών» υπό τον βασιλιά Κωνσταντίνο υποστήριζε την ουδετερότητα και το «κράτος της Θεσσαλονίκης» υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο την έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ». Τη λύση έδωσαν οι Γάλλοι, δια του γερουσιαστή Ζονάρ, που υποχρέωσαν το βασιλιά Κωνσταντίνο να φύγει από την Ελλάδα. Έτσι, η ενωμένη Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ» και στις 27 Ιουνίου 1917 κήρυξε τον πόλεμο κατά των «Κεντρικών Δυνάμεων».

Στο Δυτικό Μέτωπο, στις φονικές μάχες των χαρακωμάτων προστέθηκε το 1916 η φοβερή μάχη του Βερντέν, ανάμεσα σε Γάλλους και Γερμανούς, που κράτησε 10 μήνες (21 Φεβρουαρίου - 18 Δεκεμβρίου), με τρομακτικές απώλειες και για τους δύο αντιπάλους. Οι Σύμμαχοι, για να εξασθενήσουν τη Γερμανία, απέκλεισαν με τους στόλους τους τη Βαλτική και την Αδριατική. Οι Γερμανοί, όμως, με τα υποβρύχιά τους βύθισαν πολλά συμμαχικά πλοία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον πόλεμο για να «εξασφαλίσουν την ελευθερία των θαλασσών», όπως διακήρυξε ο αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον και βαθμηδόν η πλάστιγγα του πολέμου άρχισε να γέρνει προς τη μεριά της «Αντάντ».

Τον Μάρτιο του 1917 (Φεβρουάριο με το παλαιό ημερολόγιο) ξέσπασε επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β' και ανακηρύχτηκε δημοκρατία με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη πολιτικό Αλεξάντρ Κερένσκι. Ο ρωσικός στρατός συνέχισε να μάχεται στο ανατολικό μέτωπο, αλλά χωρίς ηθικό. Στις 24 Οκτωβρίου 1917, οι μπολσεβίκοι του Λένιν ανέτρεψαν τον Κερένσκι και ανέλαβαν την εξουσία, εγκαθιστώντας σταδιακά κομμουνιστικό καθεστώς στην αχανή χώρα («Οκτωβριανή Επανάσταση»). Το νέο καθεστώς υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία στις 3 Μαρτίου 1918 («Συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ») και η Ρωσία εξήλθε του πολέμου.

Παρά την απώλεια της Ρωσίας, η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά και το πάνω χέρι στον πόλεμο εξακολουθούσε να το έχει η «Αντάντ». Οι μεγάλες γερμανικές επιθέσεις στο «Δυτικό Μέτωπο» (μάχες Σεμέν Ντε Νταμ και Μάρνη) αποκρούστηκαν από τις γαλλοαμερικανικές δυνάμεις. Οι Άγγλοι νίκησαν τους Τούρκους στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία, όπως και ο ελληνικός στρατός τους Βούλγαρους στο Σκρα (17 Μαΐου 1918). Μεγάλες ήταν και οι επιτυχίες των Ιταλών κατά των Αυστριακών.

Οι Γερμανοί άρχισαν να βλέπουν ότι χάνουν τον πόλεμο. Για να αποφύγουν μεγαλύτερη αιματοχυσία, επαναστάτησαν και ζήτησαν να κλείσει ανακωχή με βάση τους 14 όρους του Αμερικανού προέδρου Γουίλσον, που είχαν δημοσιοποιηθεί σταδιακά από τις 8 Ιανουαρίου έως τις 27 Σεπτεμβρίου 1918 (4 Οκτωβρίου 1918).

Στις 9 Νοεμβρίου ανακηρύσσεται στη Γερμανία δημοκρατία και την επομένη ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β' εγκαταλείπει τη χώρα. Στις 5 το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου 1918 υπογράφεται η παράδοση της Γερμανίας μέσα σ’ ένα βαγόνι τραίνου και στις 11 το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που στοίχισε 16 εκατομμύρια νεκρούς και εξαφανισθέντες και 20 εκατομμύρια τραυματίες στα πεδία των μαχών, λαμβάνει τέλος. Οι συνέπειές του, όμως, θα στοιχειώνουν για πολλά χρόνια ακόμα τη Γηραιά Ήπειρο. Στις 18 Ιουνίου 1919 υπογράφτηκε η συνθήκη των Βερσαλιών, με τη συμμετοχή του Ελευθερίου Βενιζέλου, που επέβαλε επαχθείς όρους στη Γερμανία.

Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, είχε συνολικές απώλειες 27.000 ανδρών στα πεδία των μαχών (6.000 νεκρούς και αγνοούμενους και 21.000 τραυματίες). Η Ελλάδα βγήκε κερδισμένη εδαφικά από τον Μεγάλο Πόλεμο. Με την συνθήκη του Νεϊγί (27 Νοεμβρίου 1919) της αποδόθηκε η Δυτική Θράκη, ενώ με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) της παραχωρήθηκαν η Ανατολική Θράκη (μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης), τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και η δυνατότητα εξάσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή της Σμύρνης. Στην Ιταλία δόθηκαν τα Δωδεκάνησα και το Καστελόρριζο, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία αναγνωρίστηκε η προσάρτηση της Κύπρου.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1789
  Πέφτει η Βαστίλη, σηματοδοτώντας την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. (Εθνική εορτή της Γαλλίας)

Η Άλωση της Βαστίλης

Η άλωση της Βαστίλης

Η άλωση της Βαστίλης

Η Άλωση της Βαστίλης είναι ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια στην πορεία επικράτησης της Γαλλικής Επανάστασης, αν και συμβολικού χαρακτήρα. Συνέβη στις 14 Ιουλίου του 1789 στο Παρίσι και τιμάται ως Εθνική Εορτή της Γαλλίας.

Στα μέσα του 1789 η Γαλλία δονείται από επαναστατικό ενθουσιασμό. Το αριστοκρατικό και φεουδαρχικό καθεστώς της χώρας βρίσκεται υπό κατάρρευση και η λεγόμενη Τρίτη Τάξη (αστοί, αγρότες και λαϊκές τάξεις των πόλεων) διεκδικεί μερίδιο στην εξουσία.

Στις 9 Ιουλίου η Εθνοσυνέλευση, στην οποία πλειοψηφούν οι αστοί και οι φιλελεύθεροι ευγενείς, μετατρέπεται σε Συντακτική Συνέλευση και απαιτεί Σύνταγμα από τον βασιλιά. Η απόλυτη μοναρχία του Λουδοβίκου ΙΣΤ' έχει καταργηθεί. Ο μονάρχης αντιδρά και συγκεντρώνει στρατό στο Παρίσι για να χτυπήσει τους επαναστάτες και παράλληλα απολύει τον δημοφιλή υπουργό οικονομικών Ζακ Νεκέρ, που έχαιρε της εμπιστοσύνης της εθνοσυνέλευσης (11 Ιουλίου).

Οι βουλευτές δεν έχουν τη δύναμη να αντιπαρατεθούν με τη στρατιωτική δύναμη του μονάρχη. Η αντεπανάσταση καραδοκεί. Την κρίσιμη στιγμή αναλαμβάνει δράση ο λαός του Παρισιού, που εισέρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο της επανάστασης. Καθοδηγούμενος από φλογερούς δημοκρατικούς ρήτορες, όπως ο Καμίλ Ντεμουλέν, καταλαμβάνει το Δημαρχείο και οργανώνει πολιτοφυλακή.

Για τον εξοπλισμό της πολιτοφυλακής, οι εξεγερμένοι Παριζιάνοι αρπάζουν χιλιάδες τουφέκια από το Μέγαρο των Απομάχων το πρωί της 14ης Ιουλίου. Την ίδια ημέρα πολιορκούν τη Βαστίλη, το φρούριο στην ανατολική πλευρά του Παρισιού, που χρησίμευε ως φυλακή των αντιφρονούντων του παλαιού καθεστώτος.

Το εξεγερμένο πλήθος ζητάει από τον διοικητή της Βαστίλης μαρκήσιο Ντε Λονέ να παραδώσει το φρούριο. Αυτός αρνείται και διατάσσει τους λιγοστούς άνδρες του να ανοίξουν πυρ εναντίον τους. Αυτοί δεν διστάζουν και πραγματοποιήσουν έφοδο κατά του φρουρίου, με βαρύ φόρο αίματος και άνευ αποτελέσματος. Όταν, όμως, οι πολιτοφύλακες, με επικεφαλής τον λοχαγό Ελί, μεταφέρουν κανόνια για να παραβιάσουν τις πύλες της Βαστίλης, ο Ντε Λονέ παραδίδεται, αλλά εκτελείται επί τόπου, μαζί με τρεις αξιωματικούς του.

Στα κελιά του φρουρίου δεν βρίσκουν παρά μόνο επτά ποινικούς κρατούμενους, όμως η κατάληψη της Βαστίλης γιορτάζεται ξέφρενα από τους Παριζιάνους, καθώς συμβολίζει τη μοναρχική καταπίεση αιώνων. Μπροστά στη διογκούμενη λαϊκή πίεση, ο Λουδοβίκος υποχωρεί. Επαναφέρει τον δημοφιλή Νέκερ στο Υπουργείο Οικονομικών και διατάσσει την αποχώρηση των στρατευμάτων του από το Παρίσι. Ο λαός βρίσκεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο της ιστορίας και η Γαλλική Επανάσταση, με το σύνθημα «Ελευθερία - Ισότητα - Αδελφότητα», μάχεται για την επικράτησή της και εμπνέει τους καταπιεσμένους λαούς του κόσμου.

Μεταγενέστερα, η Άλωση της Βαστίλης χαιρετίστηκε ως θρίαμβος των λαϊκών δυνάμεων κατά της τυραννίας και της μοναρχίας. Γι’ αυτό και η 14η Ιουλίου είχε παγκόσμια απήχηση και καθιερώθηκε το 1880 ως εθνική εορτή της Γαλλίας. Οι εορταστικές εκδηλώσεις της ημέρας κορυφώνονται με τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στα Ηλύσια Πεδία, ενώπιον του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

1867
Ο σουηδός βιομήχανος εκρηκτικών Άλφρεντ Νόμπελ επιδεικνύει ενώπιον άγγλων ειδικών τη νέα του εφεύρεση, τη δυναμίτιδα.

1969
  Ένας διαφιλονικούμενος ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στο Ελ Σαλβαδόρ και την Ονδούρα προκαλεί τον πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών, με 3.000 νεκρούς και τραυματίες.

Ο Πόλεμος του Ποδοσφαίρου

Με αυτή την ονομασία, που την επέβαλαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έμεινε στην ιστορία η σύρραξη μεταξύ Ελ Σαλβαδόρ και Ονδούρας. Διήρκεσε 100 ώρες, από τις 14 Ιουλίου έως τις 18 Ιουλίου 1969. Αφορμή στάθηκαν οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ των εθνικών ομάδων των δύο γειτονικών χωρών της Κεντρικής Αμερικής για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Τα αίτια ανάγονται στις τεταμένες σχέσεις τους, εξαιτίας του αναδασμού της γης στην Ονδούρα και του μεταναστευτικού ρεύματος από το Σαλβαδόρ προς την Ονδούρα. Ο σύντομος αυτός πόλεμος άφησε πίσω του 3.000 νεκρούς και τραυματίες.

Το Ελ Σαλβαδόρ και η Ονδούρα ήταν δύο τυπικές μπανανίες εκείνη την περίοδο, τις οποίες κυβερνούσαν στρατιωτικές δικτατορίες. Βρίσκονταν υπό την άμεση επιρροή της Ουάσιγκτον, που προωθούσε ένα κοινό οικονομικό χώρο στην περιοχή ως αντίβαρο στην αυξανόμενη γοητεία της κομμουνιστικής Κούβας. Το Ελ Σαλβαδόρ, με έκταση περίπου όση η Πελοπόννησος, ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένο με 3.000.000 κατοίκους, ενώ η Ονδούρα, με έκταση λίγο μικρότερη από της Ελλάδας, είχε μόλις 2.333.000 κατοίκους. Και οι δύο χώρες ήταν παλιές αποικίες της Ισπανίας, οι κάτοικοί τους μιλούσαν ισπανικά και ασπάζονταν στη συντριπτική τους πλειονότητα των ρωμαιοκαθολικισμό. Είχαν δύο ακόμη ομοιότητες: μαστίζονταν από τη φτώχεια και τις αβυσσαλέες κοινωνικές ανισότητες.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχε ένα σταδιακό μεταναστευτικό ρεύμα από το πυκνοκατοικημένο Ελ Σαλβαδόρ προς την αραιοκατοικημένη Ονδούρα. Με την πάροδο των ετών, οι μετανάστες από τα Σαλβαδόρ έφθασαν τις 350.000 και αριθμούσαν το 15% του πληθυσμού της Ονδούρας. Η μειονότητα αυτή πρόκοψε και τη δεκαετία του '60 κατείχε μεγάλη έκταση γης στα σύνορα των δύο χωρών, προκαλώντας τον φθόνο και την αντίδραση των ντόπιων. Μεγαλύτερες εκτάσεις γης κατείχαν οι λιγοστές οικογένειες γαιοκτημόνων της χώρας, καθώς και η αμερικανική εταιρεία United Fruit, που παράγει τις γνωστές μας μπανάνες «Τσικίτα».

Ο δικτάτορας της Ονδούρας Οσβάλντο Λόπες Αρεγιάνο επιχείρησε αναδασμό της γης κάτω από την εντεινόμενη λαϊκή αντίδραση, αλλά ήταν ανίκανος να αντιπαρατεθεί με τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τους Αμερικανούς. Έτσι, στράφηκε κατά της ακίνητης περιουσίας των μεταναστών από το Σαλβαδόρ, την οποία ουσιαστικά δήμευσε και τη μοίρασε στους ντόπιους ακτήμονες. Οι μετανάστες από το Σαλβαδόρ βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Έχοντας χάσει την περιουσία τους ήταν ανεπιθύμητοι τόσο στη νέα, όσο και στην παλιά τους πατρίδα.

Ο Τύπος του Σαλβαδόρ υποδαύλιζε την κατάσταση, δημοσιεύοντας και διογκώνοντας ιστορίες βίας κατά των μεταναστών συμπατριωτών τους στην Ονδούρα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών επιδεινώθηκαν και οι δύο δικτάτορες καλόβλεπαν μια πολεμική αναμέτρηση, που θα τους έβγαζε από τα αδιέξοδα.

Έτσι είχαν τα πράγματα στις 6 Ιουνίου 1969, όταν οι εθνικές ομάδες των δύο χωρών παρατάχθηκαν στο στάδιο της πρωτεύουσας της Ονδούρας “Τεγκουσιγκάλπα” για τον πρώτο τους αγώνα στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Η Ονδούρα νίκησε 1-0, με γκολ που σημειώθηκε στις καθυστερήσεις. Ο Τύπος του Σαλβαδόρ άφησε υπονοούμενα για το παιγνίδι. Ο τρόπος που έχασε το Σαλβαδόρ προκάλεσε την αυτοκτονία της 18χρονης Αμέλια Μπολάνιος με το περίστροφο του πατέρα της. Η νεαρή κοπέλα χρίστηκε μάρτυρας από τους συμπατριώτες της, οι οποίοι ζητούσαν εκδίκηση στον επαναληπτικό.

Στις 15 Ιουνίου, ο αγώνας έγινε στην πρωτεύουσα της χώρας Σαν Σαλβαδόρ, κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας. Η τοπική ομάδα νίκησε άνετα με 3-0 και ανανέωσε τις ελπίδες της για πρόκριση, αφού θα γινόταν και τρίτο παιγνίδι σε ουδέτερο γήπεδο. Παρά τα αυστηρά μέτρα, τα επεισόδια δεν αποφεύχθησαν. Οι οπαδοί της Ονδούρας που είχαν ακολουθήσει την ομάδα τους δέχθηκαν επίθεση από ντόπιους κατά την επιστροφή τους, με αποτέλεσμα να σπάσουν τα τζάμια πολλών αυτοκινήτων και πούλμαν. Ο πρόεδρος του Σαλβαδόρ Φιντέλ Σάντσες Ερνάντες επέρριψε την ευθύνη των επεισοδίων στους κομμουνιστές.

Στις 26 Ιουνίου, το Σαλβαδόρ διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ονδούρα, έπειτα από πληροφορίες για αντίποινα της αστυνομίας σε βάρος σαλβαδοριανών μεταναστών. Την επομένη διεξήχθη και το τρίτο και καθοριστικό παιγνίδι. Το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 3-2 στην παράταση και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ του Μεξικού.

Μέρα με τη μέρα η κατάσταση στα σύνορα των δύο χωρών χειροτέρευε και οι αψιμαχίες ήταν καθημερινό φαινόμενο. Τις πρωινές ώρες της 14ης Ιουλίου 1969 η σαλβαδοριανή αεροπορία βομβάρδισε την πρωτεύουσα της Ονδούρα Τεγκουσιγκάλπα, ενώ την ίδια ώρα οι χερσαίες δυνάμεις της πέρασαν τα σύνορα με την Ονδούρα. Μέχρι το βράδυ της 15ης Ιουλίου είχαν εισχωρήσει σε βάθος 8 χιλιομέτρων, αλλά η προέλασή τους ανεκόπη ελλείψει εφοδίων και κυρίως καυσίμων. Η αεροπορία της Ονδούρας με τη σειρά της είχε βομβαρδίσει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Σαλβαδόρ.

Οι πολεμικές αεροπορίες και των δύο χωρών ήταν απαρχαιωμένες, καθώς χρησιμοποιούσαν ελικοφόρα αεροπλάνα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αμερικανικής κατασκευής. Στη μάχη μπήκαν και πολιτικά αεροπλάνα, διασκευασμένα με διάφορες πατέντες σε πολεμικά. Αναφέρθηκαν μάλιστα περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα πληρώματά τους έριχναν με το χέρι τις βόμβες. Μεγάλα προβλήματα αντιμετώπιζαν και οι χερσαίες δυνάμεις της Ονδούρας, καθώς πολλές μονάδες υπήρχαν μόνο στα χαρτιά. Οι αρμόδιοι για τη στελέχωσή τους στρατιωτικοί είχαν ενθυλακώσει τα χρήματα που τους είχαν εμπιστευτεί.

Το πρωί της 16ης Ιουλίου η κατάσταση στα πεδία των μαχών βρισκόταν σε αδιέξοδο. Οι σαλβαδοριανοί κυριαρχούσαν στο έδαφος και οι ονδουριανοί στον αέρα. Και οι δύο χώρες ζήτησαν τη βοήθεια του πάτρωνά τους. Οι ΗΠΑ τους την αρνήθηκαν και έριξαν το βάρος τους στην επίτευξη εκεχειρίας μέσω του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS). To βράδυ της 18ης Ιουλίου επετεύχθη συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός και απόσυρση των δυνάμεων του Σαλβαδόρ στα εδάφη του. Τέθηκε σε ισχύ στις 20 Ιουλίου και τα στρατεύματα του Σαλβαδόρ ολοκλήρωσαν την αποχώρησή τους από τα εδάφη της Ονδούρας στις αρχές Αυγούστου.

Τα θύματα του πολέμου των 100 ωρών έφθασαν τα 6.000 και από τις δύο πλευρές, ενώ 100.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους. Εξαιτίας του πολέμου, οι χούντες και στις δύο χώρες ενδυναμώθηκαν, ενώ η Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής καθυστέρησε κατά 22 χρόνια. Απόρροια αυτού του πολέμου ήταν και ο εμφύλιος πόλεμος στο Σαλβαδόρ, μεταξύ του σκληρού δεξιού καθεστώτος της χώρας και του αριστερού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου «Φαραμπούντο Μαρτί» (FMLN), που διήρκεσε έως το 1991.

Έντεκα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου και συγκεκριμένα στις 30 Οκτωβρίου 1980 οι δύο χώρες υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης και αποφάσισαν να φέρουν τις συνοριακές διαφορές τους ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του το 1992 και προσκύρωσε το μεγαλύτερο μέρος των διαφιλονικούμενων εδαφών στην Ονδούρα. Σήμερα, Ελ Σαλβαδόρ και Ονδούρα με δημοκρατικά καθεστώτα συνεχίζουν τις διαδικασίες για την εφαρμογή της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ενώ διατηρούν ομαλές διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις, στο πλαίσιο της Κοινής Αγοράς της Κεντρικής Αμερικής.

Ο «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» δεν έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθώς η προσοχή του κόσμου ήταν επικεντρωμένη στην ηράκλεια προσπάθεια του πληρώματος του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 να πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του στη Σελήνη.

Βιβλιογραφία

  • Ρίσαρντ Καπισίνσκι: «Ο Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» (Μεταίχμιο)
1992
Σημειώνεται απόπειρα δολοφονίας εναντίον του υπουργού Οικονομικών, Ιωάννη Παλαιοκρασά, από τη «17 Νοέμβρη» στην πλατεία Συντάγματος. Σκοτώνεται ο περαστικός Θάνος Αξαρλιάν.
2006
Σκάνδαλο με στημένα παιγνίδια αποκαλύπτεται στην Ιταλία. Υποβιβάζονται η Γιουβέντους και η Φιορεντίνα.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1816
Ζοζέφ Αρτίρ Κοντ Ντε Γκομπινό, γάλλος διπλωμάτης, θεωρητικός του ρατσισμού και της λευκής υπεροχής μέσα από το βιβλίο του «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρωπίνων φυλών» (1855). (Θαν. 13/10/1882)
1868
Γερτρούδη Μπελ, βρετανίδα πράκτορας, αρχαιολόγος και συγγραφέας, η οποία φέρεται να «εφηύρε» το Ιράκ, με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα. Θεωρείται ότι σχεδίασε στην ουσία τα σύνορα της χώρας, τα οποία συμπεριλάμβαναν τις τρεις μεγάλες διοικητικές περιφέρειες της πρώην Μεσοποταμίας. Κάποιοι, μάλιστα, την αποκάλεσαν ως «μη εστεμμένη βασίλισσα του Ιράκ». (Θαν. 12/7/1926)
1906
Τομ Κάρβελ, ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας (Θωμάς Καρβέλας) στο χώρο του χύμα παγωτού και από τους πρωτοπόρους της δικαιόχρησης (Franchise) με την αλυσίδα Carvel. (Θαν. 21/10/1990)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1809
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, κατά κόσμο Νικόλαος Καλλιβρούτσης. Μυστικός θεολόγος και φιλόσοφος. Θεωρείται ως μία από τις ηγετικές μορφές της κίνησης των Κολλυβάδων Πατέρων, μαζί με τους Μακάριο Νοταρά και Αθανάσιο Πάριο. Είναι ο συγγραφέας του «Πηδαλίου», της «Φιλοκαλίας» και του «Ευεργετινού». (Γεν. 1749)
1881

Μπίλι δε Κιντ
1859 – 1881

Πιστολάς της Άγριας Δύσης, που πέρασε στη σφαίρα του θρύλου. Η σύντομη καριέρα του στην παρανομία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς αμερικανούς δημιουργούς από το χώρο της λογοτεχνίας, της μουσικής και του κινηματογράφου.

O Χένρι ΜακΚάρτι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1859 στη Νέα Υόρκη, από γονείς ιρλανδικής καταγωγής. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε και η οικογένεια μετακόμισε στο Νέο Μεξικό για αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Το 1874 η μητέρα του πέθανε από φυματίωση και αποξενωμένος από τον πατριό του αποφάσισε να ζήσει μόνος σ’ ένα δωμάτιο, προσφέροντας εργασία στην ιδιοκτήτριά του για να πληρώνει το νοίκι του. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1875 άρχισε η σύντομη διαδρομή του στην παρανομία, καθώς συνελήφθη για κλοπή τροφίμων.

Δέκα μέρες αργότερα συνελήφθη εκ νέου για κλοπή ρούχων και δύο όπλων από ένα κινέζικο καθαριστήριο. Καταδικάσθηκε σε μικρή ποινή και φυλακίστηκε. Έμεινε μόνο δύο μέρες στη φυλακή, καθώς κατόρθωσε να αποδράσει από την καπνοδόχο.

Εγκατέλειψε το Νέο Μεξικό κι εγκαταστάθηκε στην Αριζόνα. Για τις αρχές ήταν όχι μόνο παράνομος, αλλά και ομοσπονδιακός φυγόδικος. Τον Αύγουστο του 1877 έκανε τον πρώτο του φόνο, σκοτώνοντας ένα σιδερά πάνω σε καυγά σ’ ένα σαλούν. Από τότε υιοθέτησε το ψευδώνυμο Γουίλιαμ Μπόνεϊ και αργότερα έγινε γνωστός ως Μπίλι Δε Κιντ (Billy the Kid) ή απλά «Δε Κιντ» (The Kid).

Κυνηγημένος από το νόμο, επέστρεψε στο Νέο Μεξικό, όπου πήρε μέρος στον αποκληθέντα «Πόλεμο της κομητείας Λίνκολν» (Lincoln County War). Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν δυο πλούσιοι Ιρλανδοί, o Τζέιμς Ντόλαν και ο Λόρενς Μέρφι, που μονοπωλούσαν το αγροτικό εμπόριο στην περιοχή, αμφισβήτησαν το δικαίωμα στον αγγλικής καταγωγής κτηνοτρόφο Τζον Τένσταλ ν’ ανοίξει μία ομοειδή επιχείρηση. Προσπάθησαν να τον εκφοβίσουν κι αυτός για να αμυνθεί προσέλαβε διάφορους πιστολάδες της περιοχής, ανάμεσά τους και τον Μπίλι Δε Κιντ. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών έφθασε στα ύψη, όταν ο σερίφης Γουίλιαμ Μπρέιντι, που ήταν άνθρωπος των Ιρλανδών, σκότωσε σε ενέδρα τον Τένσταλ στις 18 Φεβρουαρίου 1878.

Ο Κιντ και οι άλλοι πιστολάδες ορκίστηκαν εκδίκηση για το θάνατο του αφεντικού τους και συνέπηξαν συμμορία με την ονομασία «The Regulators» («Οι Ρυθμιστές»). Στις 4 Απριλίου 1878 σκότωσαν τον σερίφη Μπρέιντι, τον βοηθό του κι ένα φίλο του. Ακολούθησαν αιματηρές συγκρούσεις των Regulators και της συμμορίας «Τhe House», που δούλευε για τους Ιρλανδούς, οι οποίες έληξαν τον Ιούλιο του 1878 με συμφωνία ειρήνης.

Ο Κιντ απέκτησε φήμη ως ένας από τους πιο επιδέξιους πιστολάδες της Άγριας Δύσης, αλλά ήταν και καταζητούμενος από τις αρχές για τέσσερις φόνους και κυρίως για το φόνο του σερίφη Μπρέιντι. Ο νέος κυβερνήτης του Νέου Μεξικού Λιου Γουάλας (ο συγγραφέας του «Μπεν Χουρ») αμνήστευσε όσους αναμίχθηκαν στον «Πόλεμο της κομητείας Λίνκολν», όχι όμως και τον Κιντ. Υποσχέθηκε, όμως, να εξετάσει την περίπτωσή του, αν κατέθετε εις βάρος ενός κατηγορουμένου για φόνο.

Ο Κιντ συμφώνησε και παραδόθηκε στις 21 Ιουνίου 1879. Κλείστηκε στη φυλακή, αλλά δεν είχε κανένα νέο για την πρόταση του κυβερνήτη. Τότε, αποφάσισε ότι ήταν μάταιος κόπος να παραμείνει στη φυλακή και απέδρασε στις 17 Ιουνίου 1879. Η επόμενη φορά που ακούστηκε το όνομά του ήταν στις 10 Ιανουαρίου 1880, όταν μπλέχτηκε σε καυγά σ’ ένα σαλούν στο Φορτ Σάμνερ του Νέου Μεξικού και σκότωσε ένα νεοφερμένο στην περιοχή, τον Τζο Γκραντ. Ο Κιντ ήταν γενικά ένας ευχάριστος και άνετος τύπος, όπως τον περιγράφουν, αλλά δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του.

Πατ Γκάρετ

Στις 2 Νοεμβρίου 1880 ο 30χρονος Πατ Γκάρετ εκλέχτηκε σερίφης της κομητείας Λίνκολν και το πρώτο του μέλημα ήταν να συλλάβει τον Κιντ, που είχε επικηρυχθεί από τον κυβερνήτη Γουάλας. Το κατόρθωσε στις 19 Δεκεμβρίου και στις 13 Απριλίου 1881 τον οδήγησε στο δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Ο Κιντ δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του λέξη, καθώς στις 28 Απριλίου απέδρασε με περιπετειώδη τρόπο από τη φυλακή, που βρισκόταν στον πάνω όροφο του δικαστηρίου, σκοτώνοντας δύο βοηθούς του Γκάρετ.

Ο Γκάρετ εξοργίστηκε και αποφάσισε να τον αναζητήσει όπου γης και να τον αποτελειώσει. Το κατάφερε, τελικά, στις 14 Ιουλίου 1881 στο Φορτ Σάμνερ του Νέου Μεξικού, όταν τον εντόπισε στο σπίτι ενός φίλου του. Μπήκε κρυφά αργά το βράδυ στο σπίτι και τον βρήκε κοιμώμενο. Ξύπνησε από το θόρυβο και το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει στα ισπανικά ήταν «Ποιος είναι;». Ο Γκάρετ πυροβόλησε δύο φορές και τον άφησε άπνου.

Ο θάνατός του έγινε αμέσως θέμα στις ΗΠΑ. Συγγραφείς και δημοσιογράφοι κατηγόρησαν τον Γκάρετ ότι δολοφόνησε τον Κιντ, αφού θα μπορούσε εύκολα να τον συλλάβει στη θέση που βρισκόταν. Ο Γκάρετ για να υπερασπιστεί το όνομά του έγραψε το βιβλίο «The Authentic Life of Billy, the Kid», που είναι μία βιογραφία του διάσημου παράνομου.

Ο Μπίλι δε Κιντ στην Τέχνη

  • Η λαϊκή μούσα έπλασε το τραγούδι «Billy the Kid», που το έχουν ερμηνεύσει, μεταξύ άλλων, Γούντι Γκάθρι και ο Ράι Κούντερ.
  • Ο Τομ Πέτι έγραψε το τραγούδι «Billy the Kid» (1999) και ο Μπομπ Ντίλαν συνέθεσε το σάουντρακ της ταινίας του Σαμ Πέκινπα «Pat Garrett and Billy the Kid» («Η Μεγάλη Μονομαχία» στα ελληνικά, 1973), όπου περιέχεται το τραγούδι «Knockin’ on Heaven’s Door», μία από τις διαχρονικές επιτυχίες του αμερικανού τροβαδούρου.
  • Ο σπουδαίος αμερικανός συνθέτης Άαρον Κόπλαντ συνέθεσε το 1938 τη μουσική για το μπαλέτο «Billy the Kid», που θεωρείται το πρώτο μπαλέτο με αμερικάνικο θέμα.
  • Το 1962, ο Μπίλι δε Κιντ πρωταγωνίστησε σ’ ένα επεισόδιο του Λούκι Λουκ, που έγραψε και σχεδίασε το ντουέτο των Γκοσινί και Μόρις.
  • Το 1970, ο βραβευμένος με Μπούκερ καναδός συγγραφέας Μάικλ Οντάατζε («Ο Άγγλος Ασθενής») έγραψε την έμμετρη βιογραφία του Κιντ με τίτλο «The Collected Works of Billy the Kid: Left-handed Poems».
1887
Άλφρεντ Φέλιξ Άλβιν Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ, γερμανός επιχειρηματίας, ο επονομαζόμενος και «βασιλιάς των κανονιών». Ίδρυσε τη γνωστή βιομηχανία Krupp, που σήκωσε το βάρος των εξοπλισμών του Χίτλερ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Γεν. 26/4/1812)
2003
Κομπάι Σεγκούντο, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Φρανσίσκο Ρεπιλάδο, κουβανός κιθαριστής και συνθέτης, που απέκτησε διεθνή φήμη το 1997 με το άλμπουμ «Μπουένα Βίστα Σόσιαλ Κλαμπ», το οποίο απέσπασε πολλά Γκράμι, ενώ εμφανίστηκε και στην ομώνυμη ταινία. (Γεν. 18/11/1907)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου