Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 01 Δεκ 2018
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Ανατολή Ήλιου: 07:21 – Δύση Ήλιου: 17:07
  • Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS
  • Γιορτάζουν:  Ναούμ, Ναούμα, Φιλάρετος, Φιλαρέτη

Σαν Σήμερα...

1944
Οι υπουργοί που ανήκουν στο ΕΑΜ αποσύρονται από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου. Δύο ημέρες αργότερα θα ξεσπάσουν τα λεγόμενα «Δεκεμβριανά».

Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου

Γεώργιος Παπανδρέου (1944)

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου (18 Οκτωβρίου 1944). Στην κυβέρνηση συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ, στο οποίο κυριαρχούσε το ΚΚΕ. Η απαίτηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου για αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων ΕΑΜ και ΕΔΕΣ προκάλεσε την αντίδραση του ΕΑΜ, το οποίο απέσυρε τους υπουργούς του από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας (28 Νοεμβρίου 1944). Τα αιματηρά Δεκεμβριανά, που ακολούθησαν, προκάλεσαν την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945.

Γεγονότα

μ.Χ.

 
1818
 
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μυείται στη Φιλική Εταιρεία.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
1770 – 1843

Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 - 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

 
 
 
1891
Ο Τζέιμς Νάισμιθ δημιουργεί ένα νέο παιχνίδι και το ονομάζει μπάσκετ-μπολ.
 
1909
 
Αρχίζει τη λειτουργία του το Νοσοκομείο Συγγρού στην Αθήνα, ειδικευμένο στα δερματικά και αφροδίσια νοσήματα.

Ανδρέας Συγγρός
1830 – 1899

Ανδρέας Συγγρός (πίνακας του Γεωργίου Ιακωβίδη)

Ανδρέας Συγγρός (πίνακας του Γεωργίου Ιακωβίδη)

Έλληνας επιχειρηματίας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Από τις σημαίνουσες προσωπικότητες του ελληνισμού τον 19ο αιώνα. Εθεωρείτο ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του, μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α'.

 

Ο Ανδρέας Τσιγγρός, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (Συγγρός είναι εξευγενισμένη μορφή του, που υιοθέτησε αργότερα) γεννήθηκε στη συνοικία Σταυροδρόμι (Πέρα) της Κωνσταντινούπολης στις 12 Οκτωβρίου του 1830 και ήταν γιος του Χιώτη γιατρού Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής Νομικού. Φοίτησε στην περίφημη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη στην Άνδρο και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ερμούπολη της Σύρου το 1845. Ο πατέρας του επιθυμούσε να τον καμαρώσει γιατρό, αλλά ο νεαρός Συγγρός είχε ακαταμάχητη έφεση για το επιχειρείν.

Αμέσως μετά την αποφοίτησή του άρχισε να εργάζεται ως μαθητευόμενος στο κατάστημα του Χιώτη εμπόρου Θεόδωρου Ροδοκανάκη στην Ερμούπολη και μέσα στον ίδιο χρόνο συνέχισε ως βοηθός λογιστή στο κατάστημα του φίλου του πατέρα του Νικολάου Δαμιανού στην Κωνσταντινούπολη. Ταχύτατα ανέβηκε τα σκαλιά της ιεραρχίας και το 1849 έγινε διευθυντικό στέλεχος της νεοσύστατης εταιρείας Βούρος, Δαμιανός και Σία, η οποία πραγματοποιούσε εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων προς και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και αργότερα συνεταίρος με τα πρώην αφεντικά του.

Το 1863 άρχισε να ασχολείται με τραπεζιτικές εργασίες και γρήγορα σχημάτισε μία αξιοσέβαστη περιουσία. Τον ίδιο χρόνο δάνεισε το ελληνικό κράτος με 6.000.000 δραχμές. Συνεταιρίστηκε με τον τραπεζίτη Γεώργιο Κορωνιό στην ετερόρρυθμη εταιρεία Συγγρός, Κορωνιός και Σία και το 1867 αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στην Αθήνα.

Το 1871 παραλίγο να χρεοκοπήσει, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που προκλήθηκε από τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1870-1871 και την κατακόρυφη πτώση των τουρκικών χρεογράφων. Με μια σειρά ριψοκίνδυνων χρηματιστηριακών ελιγμών διέσωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του και μαζί με τους Γεώργιο Κορωνιό, Στέφανο Σκουλούδη και Αντώνιο Βλαστό, ίδρυσε την Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Το 1872 επέστρεψε στην Αθήνα και μαζί με τον Ιωάννη Σκαλτσούνη ίδρυσε τη Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ενώ τον επόμενο χρόνο αγόρασε το κτήμα των Ρου-Σερπιέρη στο Λαύριο και ίδρυσε την Ελληνική Λαυρίου. Για να αντιμετωπισθεί η δαπάνη της εξαγοράς της γαλλοϊταλικής μεταλλευτικής εταιρείας προχώρησε σε μετοχοποίησή της. Η διακύμανση της μετοχής ήταν τέτοια, που οδήγησε σε πτώχευση πολλούς επενδυτές που είχαν εμπιστευθεί τις οικονομίες τους στον Συγγρό. Ήταν το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε χρηματιστήριο στη χώρα μας και οι συναλλαγές γίνονταν στο καφενείο Η Ωραία Ελλάς στην Ομόνοια.

Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος (1881), ο Συγγρός μαζί με άλλους κεφαλαιούχους ίδρυσε την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, η οποία έδρευε στον Βόλο και είχε το εκδοτικό προνόμιο για τις Νέες Χώρες. Η δραστηριότητά της δεν κράτησε για πολύ, καθώς έπαθε μεγάλες καταστροφές κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 και δύο χρόνια αργότερα συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Πιστός στη ρήση του «Άμα μυρισθώ επικερδή επιχείρησιν δεν αντέχω», συμμετείχε σε πλήθος επιχειρηματικών σχημάτων, όπως ο σιδηρόδρομος Αθηνών - Λαυρίου, η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, η ίδρυση της Πανελληνίου Ατμοπλοΐας, η αποξήρανση της Στυμφαλίας, και η Εταιρεία σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς. Οι τράπεζές του συμμετείχαν στη σύναψη των δανείων του ελληνικού κράτους και λέγεται ότι συνέβαλε στη χρεωκοπία της Ελλάδας το 1893, προκειμένου να αποκτήσει την Εθνική Τράπεζα.

Ο Ανδρέας Συγγρός άφησε εποχή για το φιλανθρωπικό του έργο και αναδείχθηκε σε μέγα εθνικό ευεργέτη. Έχει υπολογισθεί ότι οι δωρεές του ξεπερνούσαν τα 5.000.000 δραχμές, ποσό κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη, που τον φέρνει στην πρώτη θέση των Εθνικών Ευεργετών. Για τη φιλανθρωπική του δράση είχε τιμηθεί με τα ανώτατα μετάλλια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας. Ανάμεσα στα έργα που χρηματοδότησε και στις δωρεές του εν ζωή και αιτία θανάτου ξεχωρίζουν:

  • Το λεγόμενο «Κτήμα Συγγρού» μεταξύ Αμαρουσίου και Κηφισιάς.
  • Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Παθήσεων «Ανδρέας Συγγρός» στην Αθήνα.
  • Μία πτέρυγα του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα.
  • Το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών στην Πλατεία Κοτζιά (έχει κατεδαφιστεί).
  • Οι Φυλακές Συγγρού στην Αθήνα (εκεί που βρίσκονται σήμερα οι εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου) .
  • Τα αρχαιολογικά Μουσεία Δελφών και Ολυμπίας.
  • Το Μέγαρο Συγγρού (Πρόκειται για την οικία του στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όπου σήμερα στεγάζεται η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών).
  • Η χρηματοδότηση του εκσυγχρονισμού της οδού Φαλήρου (νυν Λεωφόρος Συγγρού).

Θαυμαστής του Χαρίλαου Τρικούπη, συμπορεύτηκε μαζί του πολιτικά. Εξελέγη βουλευτής Σύρου (1885-1886, 1892-1895), Αττικοβοιωτίας (1890-1892) και Αττικής (1899). Παρά τις προτάσεις που του έγιναν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, αρνήθηκε να αναλάβει υπουργικό αξίωμα. Το 1887 εκλέχτηκε δήμαρχος Αθηναίων, αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, επειδή δεν ήταν γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους.

Ο Ανδρέας Συγγρός πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 13ης Φεβρουαρίου του 1899 από καρδιακό επεισόδιο. Την επομένη έγινε η κηδεία του στην Αθήνα και ήταν «πάνδημος, εκτάκτως πολυτελής και πρωτοφανής δια την Ελλάδα», όπως ανέφερε ο Τύπος της εποχής. Στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο τον συνόδευσαν ο Βασιλιάς, σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, το διπλωματικό σώμα και χιλιάδες κόσμου. «Τοσούτον πλήθος ουδέποτε συνώδευσε νεκρόν εν τη νεωτέρα Ελλάδι, αλλά και ουδέποτε η νεωτέρα Ελλάς έσχε τόσω μέγαν νεκρόν να κηδεύση, διότι ‘οι τοιούτοι άνδρες’ όπως προσφυέστατα είπε κάποιος συγγραφεύς δεν είνε απλά άτομα, αλλά “αποτελούν ανθρωπότητας εν σμικρώ”!» έγραψε μια εφημερίδα την επαύριο της κηδείας του. Σε ένδειξη πένθους, τα σχολεία παρέμειναν κλειστά επί τριήμερο, ενώ ματαιώθηκαν οι εκδηλώσεις της Αποκριάς.

Το φιλανθρωπικό έργο του Συγγρού συνέχισε η χήρα του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842-1921), με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Το 1908 εκδόθηκαν τα «Απομνημονεύματα» σε τρεις τόμους, με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.

Η πληθωρική προσωπικότητα του Ανδρέα Συγγρού διχάζει τους ιστορικούς. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης γράφει: «Ήτο προικισμένος με τα προσόντα του μεγάλου επιχειρηματίου. Ήτο κυνικός εις τας διαπιστώσεις του, αλλά πάντοτε μέσα στα πράγματα. Και μόνον η επιγραμματική φράσις, με την οποίαν έκρινε τον Τρικούπην, όταν εκήρυξε την πτώχευσιν, αρκεί δια να χαρακτηρίση τον τρόπον του σκέπτεσθαι του ανδρός. Ηρκέσθη να είπη τότε λακωνικότατα, ότι και η πτώχευσις εχει την τέχνην της. Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό «μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη», ενώ ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον εθνικό ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.

 
 
 
1913
 
Η Κρητική Πολιτεία ενσωματώνεται στη ελληνική επικράτεια.

Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 η Κρήτη ενσωματώθηκε και επίσημα στο ελληνικό κράτος. Ακριβώς ένα μήνα νωρίτερα (1 Νοεμβρίου 1913), ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 5ος είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας επί της μεγαλονήσου. Αιώνες αιμάτων και δακρύων στη μαρτυρική Κρήτη έβρισκαν επιτέλους την ιστορική τους δικαίωση.

 

Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε στα ηλιόλουστα Χανιά την Κυριακή 1η Δεκεμβρίου 1913, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό κλίμα. «Η πόλις ηγρύπνησε στολιζομένη. Εορτάζει δε ο ουρανός, αποκατασταθείσης από της νυκτός της γαλήνης και ανατείλαντος εαρινού ηλίου. Οι δρόμοι παρουσιάζουν όψιν λειμώνων ευωδιαζόντων από τας μυρσίνας. Παντού είναι ανηρτημέναι Βυζαντιναί σημαίαι μεταξύ των κυανολεύκων. Συνωστίζονται παντού χωρικοί υψηλόκορμοι ζώσαι εικόνες του Θεοτοκοπούλου. Τα Κρητικόπουλα εις σμήνη κυκλοφορούν με τις φουφουλίτσες των. Από του Νικηφόρου Φωκά του εκδιώξαντος εκ Κρήτης τους Άραβας πρώτην φοράν Έλλην βασιλεύς αποβιβάζεται εις την νήσον» γράφει σε ανταπόκρισή της από τα Χανιά η αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία». Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν στις 11:50 το πρωί, όταν οι γηραιοί αγωνιστές Αναγνώστης Μάντακας, 94 ετών, και Χατζημιχάλης Γιάνναρης, 88 ετών, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά, ενώ την ίδια ώρα ερρίπτοντο 101 κανονιοβολισμοί από τα ναυλοχούντα ελληνικά πολεμικά πλοία.

Η Κρήτη περιήλθε ολοκληρωτικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 4 Οκτωβρίου του 1669, όταν ο μέγας Βεζύρης Κιοπρουλής εισήλθε πανηγυρικά στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), θέτοντας τέλος στην Ενετοκρατία στο νησί, που κράτησε 465 χρόνια (1204-1669). Παρά τη φυγή πολλών κατοίκων και την πληθυσμιακή αλλοίωση από τους νέους κατακτητές, οι Κρήτες ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Οθωμανούς. Το μαρτυρούν οι εξεγέρσεις του 1692 («Κίνημα του 1692») και του 1770 («Επανάσταση του Δασκαλογιάννη»).

 

Η τελετή ανακήρυξης της ένωσης

Το 1821, οι Κρήτες συμμετείχαν στον εθνικό ξεσηκωμό, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευοδώθηκαν, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού Τούρκων και Τουρκοκρητικών στο νησί και της έλλειψης εφοδίων. Οι εξεγέρσεις κατά του κατακτητή συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και πυκνότητα, το 1833 («Κίνημα των Μουρνιών»), το 1841 («Επανάσταση των Χαιρέτη και Βασιλογεώργη»), το 1858 («Κίνημα του Μαυρογένη»), την τριετία 1866-1869 («Μεγάλη Κρητική Επανάσταση»), το 1878 («Επανάσταση του 1878»), το1889 («Επανάσταση του 1889») και τη διετία 1897-1898 («Επανάσταση του 1897-1898»), οπότε η Κρήτη κέρδισε την αυτονομία της υπό τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων, μετά τις απίστευτες ωμότητες που διέπραξαν οι βαζιβουζούκοι (Τούρκοι άτακτοι) στο Ηράκλειο στις 25 Αυγούστου του 1898. Στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και ο τελευταίος τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε το κρητικό έδαφος.

 

Η Κρήτη τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων και την υψηλή μόνο επικυριαρχία του σουλτάνου. Από το 1898 έως το 1913 δημιουργήθηκε η Κρητική Πολιτεία, με αρμοστή τον έλληνα βασιλόπαιδα Γεώργιο και κυβέρνηση αποτελούμενη από πέντε χριστιανούς και ένα μουσουλμάνο (Οι μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν περίπου το 25% των κατοίκων της Κρήτης το 1900). Δεσπόζουσα μορφή εκείνης της περιόδου αναδείχθηκε ο νεαρός δικηγόρος Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος γρήγορα ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο, εξαιτίας των υπερεξουσιών του. Η «Επανάσταση στον Θέρισο» (10 Μαρτίου 1905), που οργάνωσε ο Βενιζέλος ανάγκασε τον Γεώργιο σε παραίτηση και την ανάληψη της ύπατης αρμοστείας από τον ελλαδίτη πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Κύριο αίτημα των εξεγερμένων ήταν η άμεση ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Η νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) για την Ελλάδα, εξαιτίας και της διορατικής πολιτικής του Έλληνα πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στις 30 Μαΐου 1913 ο παραπαίων σουλτάνος παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων του στην Κρήτη με τη Συνθήκη του Λονδίνου (άρθρο 4), ενώ με ιδιαίτερη συνθήκη παραιτήθηκε και από την επικυριαρχία του στο νησί (1 Νοεμβρίου 1913). Η Κρήτη ήταν ελεύθερη και η ένωσή της με την Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Το Κρητικό Ζήτημα, που απασχόλησε επί μακρόν τη διεθνή πολιτική, είχε επιλυθεί.

Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έφυγαν και οι τελευταίοι μουσουλμάνοι από την Κρήτη, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας, άρχισε να διαδίδεται μια φημολογία, κυρίως μέσω διαδικτύου, ότι το 2013 οι κάτοικοι της Κρήτης θα κληθούν να αποφανθούν με δημοψήφισμα εάν επιθυμούν το νησί να παραμείνει στην Ελλάδα ή να ανεξαρτητοποιηθεί, βάσει ενός μυστικού πρωτοκόλλου των συνθηκών παραχώρησής του στην Ελλάδα το 1913. Οι ειδικοί διαβεβαιώνουν και ο χρόνος έδειξε ότι επρόκειτο περί αστειότητος ή ευσεβούς πόθου κάποιων κύκλων.

 
 
 
1947
Ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, ο φιλάργυρος εκατομμυριούχος ήρωας του Ντίσνεϊ και θείος του Ντόναλντ Ντακ, εμφανίζεται για πρώτη φορά σε κόμι στριπ. Είναι δημιουργία του Καρλ

 

 

Γεννήσεις

μ.Χ.

 
1083
Άννα Κομνηνή, βυζαντινή πριγκίπισσα και ιστορικός («Αλεξιάδα»). (Θαν. 1153)
 
 
1792
  Αλέξανδρος Υψηλάντης, έλληνας στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. (Θαν. 19/1/1828)
 

Αλέξανδρος Υψηλάντης
1792 – 1828

Στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1792 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη. Ανατράφηκε σε περιβάλλον που διαπνεόταν από έντονο πατριωτισμό κι έλαβε εκλεκτή μόρφωση.

 

Στην Πετρούπολη, όπου ακολούθησε τον πατέρα του, φοίτησε στη Σχολή του Σώματος των Βασιλικών Ακολούθων και στη συνέχεια υπηρέτησε στα σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, ενώ στη μάχη της Δρέσδης, στις 27 Αυγούστου 1813, έχασε το δεξί του χέρι.

Τον Μάρτιο του 1820 ο Εμμανουήλ Ξάνθος του πρόσφερε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Την αποδέχθηκε στις 12 Απριλίου, αφού πρώτα έγιναν δεκτοί οι όροι που έθεσε, και αμέσως άρχισε την οργάνωση του σχεδίου για την έναρξη της Επανάστασης από την Πελοπόννησο.

Όμως, με την ενθάρρυνση του Ιωάννη Καποδίστρια πείσθηκε ότι έπρεπε να επισπεύσει την προπαρασκευή της και τον Ιούνιο του 1820 εγκαταστάθηκε στη Οδησσό. Πέρασε τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και δύο μέρες αργότερα ύψωσε τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, όπου απαγορευόταν η παραμονή του τουρκικού στρατού.

Με επιστολή του στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο υπέβαλε την παραίτησή του από το ρωσικό στρατό και αναγγέλλοντας την Ελληνική Επανάσταση ζήτησε την αρωγή του. Αμέσως μετά επιδόθηκε στη δημιουργία στρατού και συγκρότησε τον Ιερό Λόχο.

Στις 7 Ιουνίου 1821 ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Πέθανε στη Βιέννη δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1828.

 
1935
Γούντι Άλεν, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Άλεν Στιούαρτ Κένινγκσμπεργκ, αμερικανός ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και μουσικός.
 

 

 

Θάνατοι

μ.Χ.
 
1866
Σερ Τζορτζ Έβερεστ, ουαλός στρατιωτικός, μηχανικός και τοπογράφος. Δούλεψε πολλά χρόνια στην Ινδία, ανέπτυξε μεθόδους μέτρησης και προς τιμήν του η ψηλότερη κορυφή των Ιμαλαΐων φέρει το όνομά του. (Γεν. 4/7/1790)
 
 
1973
Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ιδρυτής του κράτους του Ισραήλ και πρώτος πρωθυπουργός της χώρας από το 1948 έως το 1953. (Γεν. 16/10/1886)
 

Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ

Ο Δαβίδ Μπεν - Γκουριόν διαβάζει την ιδρυτική διακήρυξη του κράτους του Ισραήλ

Ο Δαβίδ Μπεν - Γκουριόν διαβάζει την ιδρυτική διακήρυξη του κράτους του Ισραήλ

Στις 14 Μαΐου 1948, ο επικεφαλής του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Κογκρέσου Δαβίδ Μπεν - Γκουριόν (1886-1973) διάβασε την ιδρυτική διακήρυξη του κράτους του Ισραήλ, ενώπιον 250 ατόμων στο Μουσείο του Τελ Αβίβ. Για τους Εβραίους της διασποράς ήταν η επισημοποίηση της επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας, ύστερα από εξορία χιλιάδων ετών. Για τους Άραβες, που αποτελούσαν την πλειονότητα των κατοίκων της Παλαιστίνης, ήταν η «Ημέρα της Καταστροφής» («Nakba»), η δική τους Έξοδος από τα πατρογονικά τους εδάφη.

 

Το παλαιό κράτος του Ισραήλ είχε πάψει να υπάρχει από το έτος 70, όταν η Ιερουσαλήμ είχε καταστραφεί από τα ρωμαϊκά στρατεύματα του αυτοκράτορα Τίτου. Οι Εβραίοι είχαν διασκορπιστεί σ’ όλο τον κόσμο. Ο σιωνισμός, τέκνο των άγριων διωγμών που γνώρισαν οι Εβραίοι στην Ανατολική Ευρώπη, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, διεκδικούσε, για πολιτικούς και θρησκευτικούς λόγους, την επιστροφή των Εβραίων στην Παλαιστίνη, ως καταφύγιο και πατρίδα. Η διεκδίκηση αυτή των σιωνιστών είχε μεγάλη απήχηση στους Εβραίους της διασποράς, ύστερα από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον τους στην Ευρώπη από τους Ναζί, πριν και κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πόλεμου.

Η περιοχή της Παλαιστίνης, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1923, βρισκόταν υπό προσωρινή βρετανική διοίκηση με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ύστερα από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενθαρρυμένοι και από τη διακήρυξη Μπάλφουρ το 1917, οι Εβραίοι άρχισαν συρρέουν και να εγκαθίστανται στην Παλαιστίνη, παρά την εχθρική στάση του ντόπιου αραβικού πληθυσμού. Το εβραϊκό στοιχείο αύξανε και πλήθαινε με την πάροδο του χρόνου. Από το 11,1% το 1922, είχε φθάσει στο 30,9% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής τις παραμονές της διακήρυξης της ανεξαρτησίας.

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, ο ΟΗΕ αποφάσισε να χωριστεί η Παλαιστίνη σε δύο κράτη, το Ισραηλινό (55,5% του εδάφους της) και το Αραβικό (45,5% του εδάφους), ενώ η Ιερουσαλήμ να παραμείνει διεθνής πόλη για μία περίοδο δέκα ετών και ύστερα οι κάτοικοί της να αποφασίσουν με δημοψήφισμα σε ποιο από τα δύο κράτη θα επιθυμούσαν η πόλη τους να ενταχθεί. Οι Ισραηλινοί αποδέχτηκαν την απόφαση του ΟΗΕ, έχοντας κατά νου να επεκτείνουν το υπό ίδρυση κράτος τους με τις παραστρατιωτικές ομάδες που διέθεταν. Οι Άραβες την απέρριψαν ασυζητητί, καθώς δεν διανοούνταν την ύπαρξη εβραϊκού κράτους στα εδάφη τους. Η Ελλάδα καταψήφισε την απόφαση, επειδή δεν ήθελε να διαταράξει τις σχέσεις της με τους Άραβες.

Τα μεσάνυχτα της 14ης προς 15η Μαΐου 1948 εξέπνεε η εντολή με την οποία η Κοινωνία των Εθνών εμπιστεύτηκε στη Μεγάλη Βρετανία τη διακυβέρνηση της Παλαιστίνης. Τα βρετανικά στρατεύματα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα, το αργότερο ως την 1η Αυγούστου. Καθώς η 15η Μαΐου ήταν Σάββατο, το Εθνικό Εβραϊκό Συμβούλιο και το Παγκόσμιο Σιωνιστικό Κογκρέσο αποφάσισαν να αναγγείλουν μία μέρα νωρίτερα την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.

Έτσι, νωρίς το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1948, 250 εκπρόσωποι των δύο οργανώσεων συγκεντρώθηκαν στο Μουσείο του Τελ Αβίβ με πάσα μυστικότητα. Εκεί, ο σιωνιστής και σοσιαλιστής Δαβίδ Μπεν Γκουριόν, ο μετέπειτα πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, διάβασε τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας κάτω από το πορτρέτο του Τέοντορ Χερτζλ (1860-1904), του Ουγγροεβραίου δημοσιογράφου που ίδρυσε το σιωνιστικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα. Στη δήλωση της ανεξαρτησίας επισημαινόταν: «Στο πλαίσιο μιας πρότασης για την ειρήνη και των καλών γειτονικών σχέσεων δίνουμε χέρι φιλίας σε όλα τα γειτονικά κράτη και τους λαούς τους και τους καλούμε να δημιουργήσουν δεσμούς συνεργασίας και αλληλοβοηθείας με τον κυρίαρχο εβραϊκό λαό, που έχει εγκατασταθεί στη δική του γη». Την ίδια ημέρα, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν το νέο κράτος και δύο ημέρες αργότερα η Σοβιετική Ένωση. Η Ελλάδα αναγνώρισε το Ισραήλ στις 15 Μαρτίου 1949.

Ο Αραβικός κόσμος δεν θα αποδεχτεί το νεοσύστατο κράτος και την επομένη θα τού κηρύξει τον πόλεμο, θεωρώντας ότι θα ήταν εύκολη λεία και θα το εξαφανίσει από προσώπου γης. Με τη βοήθεια, όμως, της Σοβιετικής Ένωσης, το Ισραήλ θα αντέξει και θα νικήσει στον Α’ Αραβο-Ισραηλινό Πόλεμο (1948-1949), δηλώνοντας εμφατικά ότι ήρθε για να μείνει οριστικά στη Γη της Επαγγελίας. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ αποτελεί την αφετηρία του Παλαιστινιακού προβλήματος που υφίσταται μέχρι σήμερα.

 
2005
Γκαστ Αβράκοτος, ελληνικής καταγωγής θρυλικός πράκτορας της CIA, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ήττα των σοβιετικών στο Αφγανιστάν. (Γεν. 1938)
 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου