Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 29 Νοέ 2018
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Ανατολή Ήλιου: 07:19 – Δύση Ήλιου: 17:07
  • Διεθνής Ημέρα Αλληλεγγύης προς τον Παλαιστινιακό Λαό
  • Γιορτάζουν:  Φαίδρα, Φαίδρος, Φιλούμενος, Φιλουμένη

Σαν Σήμερα...

 

1967
 
Πιπινέλης και Τσαγλαγιαγκίλ συμφωνούν στην απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, μετά τα γεγονότα στη Κοφίνου. Την ίδια ώρα, πολεμικά αεροπλάνα της Τουρκίας υπερίπτανται πάνω από τη Λευκωσία και το Προεδρικό Μέγαρο, όπου συσκέπτονται ο Σάιρους Βανς με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Τα γεγονότα της Κοφίνου

Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς περικυκλώνουν την Κοφίνου πριν από την επιχείρηση

Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς περικυκλώνουν την Κοφίνου πριν από την επιχείρηση

Αιματηρή σύγκρουση μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας στις 15 Νοεμβρίου 1967. Για πολλούς αναλυτές, το επεισόδιο αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την τουρκική εισβολή του 1974. Την Κύπρο κυβερνούσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς, η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από την μπότα των Συνταγματαρχών και πρωθυπουργός στην Τουρκία ήταν ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.

 

Η Κοφίνου βρίσκεται 40 χιλιόμετρα νότια της Λευκωσίας στο σταυροδρόμι δύο στρατηγικής σημασίας αυτοκινητοδρόμων: Λευκωσίας - Λεμεσού και Λάρνακας - Λεμεσσού. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 150 μέτρων και τα χρόνια της δεκαετίας του '60 κατοικείτο αποκλειστικά από Τουρκοκυπρίους (725 κάτοικοι στην απογραφή του 1960). Μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, η Κοφίνου εξελίχθηκε σε ισχυρό στρατιωτικό προπύργιο των Τουρκοκυπρίων. Ήταν μία διαρκής εστία επεισοδίων στην περιοχή και συχνά ένοπλοι Τουρκοκύπριοι απέκοπταν τις δύο οδικές αρτηρίες, όταν δεν πυροβολούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

Η κυπριακή κυβέρνηση απευθύνθηκε στις δυνάμεις του ΟΗΕ, αλλά η επέμβασή τους καθυστερούσε. Στις 15 Νοεμβρίου 1967 με διαταγή του Μακαρίου η Εθνική Φρουρά υπό τις διαταγές του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα ανέλαβε αυτή να αποκαταστήσει την τάξη. Η «Επιχείρηση Γρόνθος», όπως ονομάστηκε, είχε στρατιωτικό χαρακτήρα και όχι αστυνομικό, όπως θα έπρεπε. Ο Γρίβας κινητοποίησε πολύ ισχυρές δυνάμεις, με άρματα μάχης, τεθωρακισμένα και πυροβολικό. Πρώτα επιτέθηκε στο μικτό χωριό Άγιος Θεόδωρος (685 Τουρκοκύπριοι κάτοικοι και 525 Ελληνοκύπριοι) και κατέλαβε σχεδόν χωρίς μάχη την τουρκοκυπριακή συνοικία. Στη συνέχεια στράφηκε κατά τις γειτονικής Κοφίνου. Στις αψιμαχίες που ακολούθησαν σκοτώθηκαν 24 Τουρκοκύπριοι και 9 τραυματίστηκαν, ενώ οι απώλειες της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν ένας νεκρός και δύο τραυματίες.

Οι επιχειρήσεις στον Άγιο Θεόδωρο και την Κοφίνου προκάλεσαν σοβαρή πολιτική κρίση. Η Τουρκία χαρακτήρισε «στυγερή πρόκληση» τα αιματηρά επεισόδια και απείλησε με στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, αλλά και με πόλεμο την Ελλάδα. Με την παρέμβαση των Αμερικανών, που εκδηλώθηκε με την αποστολή του υφυπουργού Άμυνας Σάιρους Βανς στο τρίγωνο Αθήνας - Άγκυρας - Λευκωσίας, η κρίση διευθετήθηκε με μια οδυνηρή υποχώρηση του δικτατορικού καθεστώτος της Ελλάδας. Υπό την πίεση Αμερικανών, Βρετανών και Καναδών, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την τύχη της Νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αναγκάστηκε να αποσύρει από την Κύπρο την ελλαδική μεραρχία, που είχε στείλει μυστικά ο Γεώργιος Παπανδρέου μετά τα γεγονότα του 1963 - 1964.

Έτσι, η Κύπρος αφέθηκε έκθετη σε ενδεχόμενη τουρκική εισβολή, που πραγματοποιήθηκε τελικά τον Ιούλιο του 1974. Άμεση συνέπεια της αποχώρησης της ελλαδικής μεραρχίας ήταν η ανακήρυξη της «Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης», με την οποία οι Τουρκοκύπριοι εμφανίσθηκαν πλέον όχι ως μειονότητα ή απλή κοινότητα, αλλά ως μια οργανωμένη πολιτική οντότητα.

Μετά την τουρκική εισβολή, οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Κοφίνου και του Αγίου Θεοδώρου μετακινήθηκαν στα Κατεχόμενα και σήμερα τα δύο χωριά κατοικούνται από αμιγή ελληνοκυπριακό πληθυσμό.

 

 

 

Γεγονότα

μ.Χ.

 
 
1912
 
Αρχίζουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.Ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τις οχυρωμένες θέσεις Μεγάλο και Μικρό Μπισδούνι και Πεστά.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Ο αγώνας για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε η σημαντικότερη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο μέτωπο της Ηπείρου, κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912- 18 Μαΐου 1913). Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείτο των ελληνικών όπλων.

 

Με το ξέσπασμα του Α' Βαλκανικού Πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα, που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή της Άρτας υπό τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη (1846-1931), κράτησαν αρχικά αμυντική στάση, με στόχο να εξασφαλίσουν τη μεθόριο. Οι ελληνικές δυνάμεις στο μέγεθος μεραρχίας υπολείπονταν των οθωμανικών δυνάμεων, που διέθεταν για την υπεράσπιση της περιοχής δύο μεραρχίες υπό την διοίκηση του Εσάτ Πασά (1862-1952), ενός Οθωμανού στρατηγού που είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, θα ελευθερώνονταν στρατεύματα για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας στην Ήπειρο.

Αλλά από τις 6 Οκτωβρίου κιόλας άρχισαν οι αψιμαχίες. Γρήγορα, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε επιθετικές πρωτοβουλίες και τις επόμενες ημέρες κατέλαβε τη Φιλιππιάδα (12 Οκτωβρίου) και την Πρέβεζα (21 Οκτωβρίου). Στη συνέχεια κινήθηκε προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο κύριος όγκος των τουρκικών δυνάμεων, που εν τω μεταξύ είχε ενισχυθεί με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά και των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η προέλαση του ελληνικού στρατού ανακόπηκε.

Η κατάληψη των Ιωαννίνων φάνταζε δύσκολή υπόθεση, καθότι ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εκπορθήσει τα οχυρά του Μπιζανίου. Ο ορεινός όγκος του Μπιζανίου, που δεσπόζει νότια των Ιωαννίνων, αποτελούσε εξαιρετικά ισχυρή αμυντική τοποθεσία, που επιπλέον είχε ενισχυθεί πρόσφατα με πέντε μόνιμα πυροβολεία, κατασκευασμένα υπό την επίβλεψη γερμανών ειδικών.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου επιζητούσε τη γρήγορη απελευθέρωση της Ηπείρου, πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, που βρισκόταν σε εξέλιξη. Έτσι, ο στρατός της Ηπείρου ενισχύθηκε με μία ακόμη μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και υπό την ηγεσία του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη ανέλαβε την πρώτη σημαντική επιθετική ενέργεια κατά των οχυρών του Μπιζανίου στις 29 Νοεμβρίου 1912, η οποία απέτυχε προς μεγάλη ανησυχία της ελληνικής κυβέρνησης.

Στις 8 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε η αποστολή δύο ακόμη μεραρχιών στην περιοχή, ενώ την επομένη ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τηλεγράφημά του προς την πολιτική ηγεσία έθετε θέμα αντικατάστασης του αντιστράτηγου Σαπουντζάκη, τον οποίον χαρακτήριζε «αδέξιον». Το ίδιο βράδυ, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να αναθέσει την ηγεσία του Στρατού της Ηπείρου στον Κωνσταντίνο, ο οποίος παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε. Στις 3 Ιανουαρίου 1913 η σχετική διαταγή έφθασε στο Στρατηγείο Ηπείρου, η οποία περιλάμβανε και τη ρητή απαγόρευση προς τον στρατό της Ηπείρου να ενεργήσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια πριν από την άφιξη του Κωνσταντίνου.

Ένα απρόοπτο γεγονός άλλαξε τη φορά των πραγμάτων. Ένα αυτοκίνητο με δύο άνδρες αυτομόλησε προς τις τουρκικές γραμμές. Ο Σαπουντζάκης, που ήθελε να αποκαταστήσει το στρατιωτικό του γόητρο, εξέφρασε τους φόβους του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών ότι οι επιβάτες του αυτοκινήτου θα πρόδιδαν στους Τούρκους τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και διατύπωσε τη γνώμη ότι μία αιφνιδιαστική επίθεση πριν από την άφιξη του διαδόχου θα απέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα. Το αίτημά του έγινε δεκτό από το επιτελείο και η νέα επίθεση κατά των οχυρών του Μπιζανίου ξεκίνησε το πρωί της 7ης Ιανουαρίου 1913. Οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να αποκρούσουν και αυτή την επίθεση, προκαλώντας απώλειες στους Έλληνες επιτιθέμενους.

Το απόγευμα της 10ης Ιανουαρίου 1913 έφθασε στο μέτωπο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος μετά την ενημέρωσή του από τον αντιστράτηγο Σαπουντζάκη, έδωσε εντολή την επόμενη ημέρα για κατάπαυση του πυρός. Ο νέος αρχηγός βρήκε αποδεκατισμένο τον στρατό, όχι τόσο από τις απώλειες στη μάχη, όσο από τα επακόλουθα του σκληρού χειμώνα (ψύξεις, κρυοπαγήματα) και της υπερκόπωσης των ανδρών. Οι μάχιμοι από 40.000 είχαν περιοριστεί στις 28.000 άνδρες, δύναμη μικρή για τον Κωνσταντίνο, προκειμένου να επιχειρήσει την τρίτη επίθεση για την κατάληψη του Μπιζανίου, που θα σήμαινε και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Στις 30 Ιανουαρίου ο Κωνσταντίνος ζήτησε ενισχύσεις, αλλά ο Βενιζέλος που επισκέφθηκε το μέτωπο απέρριψε το αίτημα του, καθώς δεν μπορούσαν να διατεθούν μονάδες από τη Μακεδονία. Το σχέδιο που εκπόνησε ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του για την εκπόρθηση του Μπιζανίου προέβλεπε την εκδήλωση της κύριας επίθεσης στις 20 Φεβρουαρίου 1913. Νωρίτερα, στις 17 Ιανουαρίου, με επιστολή του προς τον Εσάτ Πασά τού είχε ζητήσει την παράδοση των Ιωαννίνων για λόγους ανθρωπιστικούς, μιας και η Τουρκία είχε ουσιαστικά χάσει τον πόλεμο. Η απάντηση του Τούρκου διοικητή ήταν αρνητική.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1913, την παραμονή της γενικής επίθεσης, ο Κωνσταντίνος με κάποιες ενισχύσεις της τελευταίας στιγμής, διέθετε 41.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και 105 κανόνια, τα οποία άρχισαν να βάλουν με επιτυχία κατά των τουρκικών θέσεων στο Μπιζάνι. Ο Εσάτ Πασάς παρέταξε 35.000 στρατιώτες, άγνωστο αριθμό ατάκτων και 162 κανόνια. Η γενική ελληνική επίθεση εκδηλώθηκε τις πρωινές ώρες της 20ης Φεβρουαρίου και μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας τα ελληνικά στρατεύματα με εφ’ όπλου λόγχη και μάχες εκ του συστάδην είχαν φθάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη. Καθοριστική συμβολή στην εξέλιξη αυτή είχε το 9ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, που υπερκέρασε τις τουρκικές δυνάμεις και βρέθηκε στα μετόπισθεν του εχθρού. Οι εύζωνες φρόντισαν να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της, που παρέμενε αποκομμένος, αλλά άθικτος στο Μπιζάνι.

Η παράδοση ήταν πλέον μονόδρομος για τον Εσάτ Πασά. Στις 11 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.

Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις μονάδες. Στη διήμερη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός είχε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι.

Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Γεώργιος Σουρής δημοσίευσε στο Ρωμηό το ακόλουθο ποίημα:

Τα πήραμε τα Γιάννινα
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε,
όπου γελούν και κλαίνε.

Το λεν πουλιά των Γρεβενών
κι αηδόνια του Μετσόβου,
που τα έκαψεν η παγωνιά
κι ανατριχίλα φόβου.

Το λένε χτύποι και βροντές,
το λένε κι οι καμπάνες,
το λένε και χαρούμενες
οι μαυροφόρες μάνες.

Το λένε και Γιαννιώτισσες
που ζούσαν χρόνια βόγγου,
το λένε κι Σουλιώτισσες
στις ράχες του Ζαλόγγου.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά και τη λήξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5 Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο.

 
 
1964
 
Στο αίμα πνίγεται ο επίσημος εορτασμός στον Γοργοπόταμο για την ανατίναξη της ομώνυμης γέφυρας από αντιστασιακούς το 1942. Έκρηξη στο χώρο της εκδήλωσης προκαλεί τον θάνατο 13 ανθρώπων και τον τραυματισμό 45.

Τραγωδία στο Γοργοπόταμο

Πλήθος κόσμου κάτω από την ιστορική γέφυρα, λίγο πριν το δυστύχημα...

Πλήθος κόσμου κάτω από την ιστορική γέφυρα, λίγο πριν το δυστύχημα...

Στις 29 Νοεμβρίου 1964 χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκε στον Γοργοπόταμο για να τιμήσουν την 22η επέτειο από την ανατίναξη της ομώνυμης γέφυρας, που αποτέλεσε μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν η πρώτη φορά που εορτασμός διοργανώθηκε από το επίσημο ελληνικό κράτος.

 

Στην κυβέρνηση βρισκόταν η Ένωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το πολιτικό κλίμα ήταν βαρύ από την παραίτηση του αναπληρωτή Υπουργού Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου, λίγες μέρες νωρίτερα. Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Ελευθερία», προσκείμενη στον Υπουργό Οικονομικών Κώστα Μητσοτάκη, τον είχε κατηγορήσει για χαριστικές αναθέσεις μελετών και έργων σε φιλικά του πρόσωπα («Σκάνδαλο Σκιαδαρέση») και ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποβάλλει την παραίτησή του για «να υπερασπισθεί την αθωότητα και την πολιτική του εντιμότητα».

Η τελετή στον Γοργοπόταμο κυλούσε ομαλά, μέχρι του σημείου που πολλοί από τους παρευρισκόμενους άρχισαν να διαμαρτύρονται, επειδή δεν επετράπη στις αντιστασιακές οργανώσεις να καταθέσουν στεφάνια. Στη συνέχεια, το πλήθος, που προερχόταν κυρίως από την Αριστερά, αποδοκίμασε την κυβερνητική αντιπροσωπεία υπό τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Ακολούθησε πανδαιμόνιο, διακοπή της τελετής και αποχώρηση των επισήμων.

Ήταν 1:22 μετά το μεσημέρι, όταν ακούστηκε μια ισχυρότατη έκρηξη στο χώρο του συγκεντρωμένου πλήθους, που σκόρπισε το θάνατο και τον πανικό. Κάποιος είχε πατήσει μια νάρκη κατά προσωπικού, με αποτέλεσμα 13 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους (Γεώργιος Γιαννακούλης, Νικόλαος Δασόπουλος, Κωνσταντίνος Κανιούρας, Χρήστος Κεστίνης, Κωνσταντίνος Λεμπέσης, Κική Λιακοπούλου, Κωνσταντίνα Μπότη, Δημήτριος Μυλωνάς, Ηρωδιών Παπαζαχαρίου, Απόστολος Πολύμερος, Ασημούλα Ραχιώτη, Κωνσταντίνος Τσαρουχάς, Δήμος Τσιντικίδης) και πάνω από 45 να τραυματισθούν.

Στην αρχή δημιουργήθηκε σύγχυση και κάποιοι από το πλήθος νόμισαν ότι ακούστηκαν πυροβολισμοί. Στράφηκαν με άγριες διαθέσεις κατά των ανδρών της Χωροφυλακής, νομίζοντας ότι αυτοί πυροβόλησαν. Τελικά, επικράτησε σύνεση και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Το τραγικό γεγονός αποδόθηκε αμέσως από την Αριστερά σε σαμποτάζ ακροδεξιών κύκλων ή επιχείρηση οργανωμένη από τις αμερικανικές υπηρεσίες. Τις επόμενες μέρες επικράτησε μεγάλη ένταση. Το επίσημο πόρισμα από τις έρευνες που ακολούθησαν υιοθέτησε την εκδοχή του ατυχήματος από παλιά νάρκη που είχε τοποθετηθεί εκεί το 1947 και δεν είχε περισυλεγεί κατά την εκκαθάριση της περιοχής δέκα χρόνια αργότερα. Το πόρισμα αμφισβητήθηκε από την Αριστερά, η οποία, όμως, προτίμησε να χαμηλώσει τους τόνους για να μην οξύνει περαιτέρω την κατάσταση.

Από τα επεισόδια κατά των αστυνομικών που ακολούθησαν την έκρηξη συνελήφθησαν 18 άτομα, ανάμεσά τους ο στρατηγός Αυγερόπουλος του ΕΛΑΣ και ο στρατηγός Κοσίντας του ΕΔΕΣ. Αρκετοί από τους κατηγορουμένους προφυλακίστηκαν μέχρι την έναρξη της δίκης, που άρχισε στη Λαμία στις 26 Μαΐου 1965. Το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία τους στις 17 Ιουνίου και καταδίκασε τους 12 σε ποινές φυλακίσεως έως τρία χρόνια και αθώωσε τους έξι. Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι.

Βιβλιογραφία

  • Γιάννη Ράγκου: «Η Νάρκη - Υπόθεση “Γοργοπόταμος 1964”» (Εκδόσεις «Εντός»). Ο συγγραφέας υιοθετεί την εκδοχή της συνωμοσίας, με ανάμιξη της CIA.
 
 
 
 
 
1899
 
Ο ελβετός επιχειρηματίας Χανς Γκάμπερ ιδρύει την ποδοσφαιρική ομάδα της Μπαρτσελόνα.

Η ιστορία της Μπαρτσελόνα

Αθλητικό σωματείο με έδρα τη Βαρκελώνη της Καταλωνίας, περιοχής της Ισπανίας. Προφέρεται Μπαρθελόνα στα ισπανικά, Μπαρσελόνα στα καταλανικά (Μπάρσα, χαϊδευτικά). Η Μπαρτσελόνα ή Μπάρτσα, όπως τη γνωρίζουμε στην Ελλάδα, είναι πασίγνωστη για το ποδοσφαιρικό της τμήμα και δευτερευόντως για την ομάδα του μπάσκετ. Διατηρεί, επίσης, τμήματα στίβου, ράγκμπι, μπέιζμπολ, χόκεϊ σάλας, χόκεϊ επί πάγου και επί χόρτου, χάντμπολ, παγοδρομιών, ποδηλασίας, βόλεϊμπολ και ποδοσφαίρου σάλας (φούτσαλ).

 

Είναι ο δεύτερος πλουσιότερος σύλλογος του κόσμου, με έσοδα που αγγίζουν τα 420 εκατομμύρια ευρώ (2006). Στη φανέλα της δεν διαφημίζει εμπορική φίρμα, αλλά την Unicef, την οποία ενισχύει με 1,2 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Διαθέτει 156.366 εγγεγραμμένα μέλη, που εκλέγουν τον πρόεδρο του συλλόγου και 1.782 λέσχες φίλων της σε όλο τον κόσμο (2006).

Η Μπαρτσελόνα δεν είναι απλώς μια ποδοσφαιρική ομάδα, αλλά μια ιδέα, ένα σύμβολο. Σύμβολο υπερηφάνειας των Καταλανών και του πόθου τους για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία από τη Μαδρίτη, σύμβολο κοινωνικών και αντιδικτατορικών αγώνων. Και φυσικά, η αιώνια αντίπαλός της Ρεάλ (Ελ Κλάσικο), που εκπροσωπεί την κεντρική εξουσία της Μαδρίτης και το Στέμμα, αλλά και της συμπολίτισσάς της Εσπανιόλ, που αντιπροσωπεύει τους βασιλόφρονες και τους κεντριστές της Καταλωνίας.

Η Μπαρτελόνα ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ελβετού επιχειρηματία Χανς Γκάμπερ. Στις 22 Οκτωβρίου 1899, ο Γκάμπερ δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες της περιοχής, αναζητώντας ποδοσφαιριστές για τη δημιουργία ποδοσφαιρικής ομάδας. Στις 29 Νοεμβρίου 1899 οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώθηκαν στο Γυμνάσιο Σόλε και ίδρυσαν την ομάδα που πήρε το όνομα της πόλης. Στη συνάντηση εκείνη επελέγησαν και τα χρώματα της Μπαρτσελόνα, το μπλε και το γκρενά, που ήταν τα χρώματα της ελβετικής Βασιλείας (FC Basel), της ομάδας που υποστήριζε ο Γκάμπερ. Εξ ου και το προσωνύμιο μπλαουγκράνα, με το οποίο είναι γνωστή η Μπαρτσελόνα.

Χανς Γκάμπερ

Γρήγορα, η νέα ομάδα, υπό την καθοδήγηση του Γκάμπερ, ξεπέρασε τα σύνορα της Καταλωνίας κι έγινε μία από τις μεγάλες δυνάμεις του ισπανικού ποδοσφαίρου. Το 1902 αγωνίστηκε στον πρώτο μεγάλο τελικό της ιστορίας της, στο Κύπελλο του Βασιλιά (Copa del Rey), όπως ονομάζεται ο θεσμός του Κυπέλλου στην Ισπανία, αλλά έχασε από τη Βισκάγια με 2-1. Στις 14 Μαρτίου 1909 η Μπαρτσελόνα απέκτησε το πρώτο της γήπεδο χωρητικότητας 6.000 θέσεων, αλλά μέχρι το τέλος του χρόνου οι ανάγκες της είχαν μεγαλώσει, καθώς τα μέλη της είχαν ξεπεράσει τα 10.000.

Έτσι, μετακόμισε στο Λες Κορτς, χωρητικότητας 20.000 θέσεων, που με την πάροδο του χρόνου έφθασε τις 60.000 και τη φιλοξένησε ως τις αρχές της δεκαετίας του '50. Την εποχή αυτή στην ομάδα αγωνίστηκε ο Παουλίνο Αλκάνταρα, που με 356 γκολ στο ενεργητικό του παραμένει ο πρώτος σκόρερ της Μπαρτσελόνα. Ως το 1925 που ο Γκάμπερ παρέμεινε στην προεδρία της ομάδα, η Μπαρτσελόνα κατέκτησε 5 Κύπελλα Ισπανίας και άλλα μικρότερα έπαθλα, καθώς το πρωτάθλημα, η γνωστή μας Σέριε, άρχισε το 1928. Στην ομάδα αγωνίστηκαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Σαχίρμπαμπα, Σαμιτιέρ, Ζαμόρα, Πλάτκο και Σεσούμαγκα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '20 η Μπαρτσελόνα οπισθοχωρεί και χάνει την αίγλη της για πολιτικούς λόγους. Στις 14 Ιουνίου 1925 οι οπαδοί της σε μια έκρηξη καταλανικού εθνικισμού γιουχάρουν τον ισπανικό εθνικό ύμνο και ο δικτάτορας Πρίμο Ντε Ριβέρα επιβάλλει εξάμηνη διακοπή των λειτουργιών της και την αποβολή του Γκάμπερ από την προεδρία της. Η ομάδα αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα και από τη μείωση των μελών της.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1936 - 1939), η Μπαρτσελόνα, όπως και όλη η Καταλωνία, τάσσεται με το πλευρό των Δημοκρατικών. Ο πρόεδρός της Ζόζεπ Σουνιόλ εκτελείται από τους εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο. Η ομάδα περιοδεύει στις ΗΠΑ και το Μεξικό, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τον αγώνα. Συχνά, τα γραφεία των συνδέσμων της γίνονται στόχος βομβιστικών επιθέσεων από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο.

Η ομάδα της Μπαρτσελόνα το 1903

Με την επικράτηση του Φράνκο το 1939 αρχίζουν τα μαύρα χρόνια για την Μπαρτσελόνα, καθώς ο δικτάτορας πριμοδοτούσε σκανδαλωδώς την αγαπημένη του Ρεάλ Μαδρίτης, που αποτελούσε το σύμβολο της ενωμένης Ισπανίας, σε αντίθεση με την Μπαρτσελόνα, που αντιπροσώπευε τις αποσχιστικές τάσεις της Καταλωνίας. Η Μπαρτσελόνα τότε εξαναγκάστηκε να αφαιρέσει την καταλανική σημαία από το σήμα της και να ισπανοποιήσει το όνομά της. Όμως, το γήπεδό της παρέμεινε ένα από τα λίγα μέρη, που μπορούσε ο κόσμος να μιλήσει ελεύθερα τα καταλανικά.

Χαρακτηριστικό είναι και το επεισόδιο του 1943. Στον πρώτο ημιτελικό του Κυπέλλου Ισπανίας η Μπαρτσελόνα νίκησε 3-0 τη Ρεάλ. Στον επαναληπτικό της Μαδρίτης οι παίκτες της δέχθηκαν στα αποδυτήρια την επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου του Φράνκο, ο οποίος τους υπενθύμισε ότι «παίζουν ποδόσφαιρο χάρις στη μεγαλοψυχία του καθεστώτος». Οι ποδοσφαιριστές της Μπάρτσα πανικοβλήθηκαν και έχασαν με κατεβασμένα τα χέρια 11-1.

Παρά τη δύσκολη πολιτική κατάσταση, η ομάδα σήκωσε κεφάλι και πέτυχε αξιόλογες διακρίσεις τη δεκαετία του '40 και του '50. Τη φανέλα της φόρεσαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Σέζαρ, Ράμαλετς, Βελάσκο, Τσίμπορ, Κότσιτς και Κουμπάλα, που από πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την κυανέρυθρη φανέλα. Το 1954 η ομάδα μετακόμισε στο αχανές Καμπ Νου και το 1958 είχε και την πρώτη της ευρωπαϊκή διάκριση με την κατάκτηση του Κυπέλλου Εκθέσεων (νυν Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ).

Η κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ το 2006

Το 1978 ήταν μια σημαδιακή χρονιά για την Μπαρτσελόνα. Στην προεδρία του συλλόγου εξελέγη ο 56χρονος εργολάβος οικοδομών Ζοζέπ Νούνιεζ, που υποσχέθηκε να κάνει την Μπάρτσα παγκόσμια δύναμη και οικονομικά αυτάρκη. Το 2000, όταν παρέδωσε την προεδρία στον Ζοάν Γκασπάρτ, είχε επιτύχει και τους δύο στόχους του. Η Μπαρτσελόνα με 7 πρωταθλήματα, 7 Κύπελλα, 5 σούπερ κύπελλα Ισπανίας, 1 Τσάμπιονς Λιγκ, 3 Κύπελλα Κυπελλούχων και 2 Ευρωπαϊκά Σουπερ - Καπ ήταν η ομάδα που ονειρεύονταν οι οπαδοί της.

Τη φανέλα της την περίοδο Νούνιεζ φόρεσαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Σούστερ, Θουμπιθαρέτα, Γκουαρντιόλα, Μπακέρο, Λίνεκερ, Μπεγκιριστάιν, Γκοϊγκοετσέα, Χάτζι, Κούμαν, Λάουντρουπ, Ρομάριο, Στόιτσκοφ, Μαραντόνα, Φίγκο, Κλάιφερτ, Τζιοβάνι (Ολυμπιακός, Εθνικός) και Ριβάλντο (Ολυμπιακός, ΑΕΚ). Πιο επιτυχημένος προπονητής ήταν ο παλιός της παίχτης Γιόχαν Κρόιφ με 11 τίτλους.

Μετά την παρένθεση Γκασπάρτ (2000 - 2003), η Μπαρτσελόνα ξαναβρέθηκε στο δρόμο των επιτυχιών, με πρόεδρο τον Ζοάν Λαπόρτα, προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ και παίκτες, όπως οι Ροναλντίνιο, Ανρί, Μέσι, Ντέκο, Ετό, Ζιουλί, Πουγιόλ Ινιέστα και Τσάβι.

Το 2008 ξεκίνησε η τετραετία των μεγάλων επιτυχιών και του «εξωπραγματικού» ποδοσφαίρου («ποδόσφαιρο playstation» ονομάστηκε) για την Μπαρτσελόνα, με προπονητή τον παλιό της παίχτη Πεπ Γκουαρντιόλα και μεγάλο αστέρι τον αργεντίνο Λιονέλ Μέσι. Έως τις 27 Απριλίου 2012, οπότε ολοκληρώθηκε η εποχή Γκουαρντιόλα στους «μπλαουγκράνα», η Μπαρτσελόνα κατέκτησε 14 από τους 19 τίτλους που διεκδίκησε.

Τίτλοι

  • Πρωταθλήματα Ισπανίας (23): 1929, 1945, 1948, 1949, 1952, 1953, 1959, 1960, 1974, 1985, 1991, 1992, 1993, 1994, 1998, 1999, 2005, 2006, 2009, 2010, 2011, 2013, 2015.
  • Κύπελλα Ισπανίας (27): 1910, 1912, 1913, 1920, 1922, 1925, 1926, 1928, 1942, 1951, 1952, 1953, 1957, 1959, 1963, 1968, 1971, 1978, 1981, 1983, 1988, 1990, 1997, 1998, 2009, 2012, 2015.
  • Σούπερ-Κύπελλα Ισπανίας (11): 1983, 1991, 1992, 1994, 1996, 2005, 2006, 2009, 2010, 2011, 2013.
  • Λιγκ-Καπ Ισπανίας (2): 1982, 1986.
  • Τσάμπιονς Λιγκ (5): 1992, 2006, 2009, 2011, 2015.
  • Κύπελλα Κυπελλούχων (4): 1979, 1982, 1989, 1997.
  • Κύπελλα ΟΥΕΦΑ (3): 1958, 1960, 1966.
  • Ευρωπαϊκά Σούπερ-Καπ (4): 1992, 1997, 2009, 2011.
  • Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων (3): 2009, 2011, 2015.
 
 

 

 

Γεννήσεις

μ.Χ.

 
1882
Ανρί Φαμπρ, γάλλος αεροπόρος, εφευρέτης του υδροπλάνου. (Θαν. 30/6/1984)
 
 
1915
Γιουτζίν Πόλεϊ, αμερικανός μηχανικός, εφευρέτης του ασύρματου τηλεχειριστηρίου της τηλεόρασης. (Θαν. 20/5/2012)
 
 
1925
Ερνστ Χάπελ, αυστριακός ποδοσφαιριστής και προπονητής ποδοσφαίρου. (Θαν. 14/11/1992)

 

 

Θάνατοι

μ.Χ.

 
1924
Τζιάκομο Πουτσίνι, ιταλός συνθέτης. («Τόσκα») (Γεν. 22/12/1858)
 
 
1986
Κάρι Γκραντ, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Άρτζιμπαλντ Αλεξάντερ Λιτς, άγγλος ηθοποιός. (Γεν. 18/1/1904)
 
 
2001
Τζορτζ Χάρισον, βρετανός κιθαρίστας και συνθέτης, ένας από τους τέσσερις Beatles. (Γεν. 25/2/1943)

 

 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου