Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 26 Ιούν 2018
Τρίτη 26 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 26 Ιουνίου 2018Τρίτη 26 Ιουνίου 2018Τρίτη 26 Ιουνίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:02 – Δύση Ήλιου: 20:53

Σαν Σήμερα...

 Μπαρτολομέ Μίτρε, αργεντίνος πολιτικός, ελληνικής καταγωγής (Μητρόπουλος το ελληνικό του όνομα), πρόεδρος της Αργεντινής από το 1862 έως το 1868. (Θαν. 19/1/1906)

Μπαρτολομέ Μίτρε
1821 – 1906


Αργεντίνος πολιτικός, στρατιωτικός και συγγραφέας, ελληνικής καταγωγής (Βαρθολομαίος Μητρόπουλος, το ελληνικό του όνομα). Διετέλεσε Πρόεδρος της Αργεντινής από το 1862 έως το 1868.

Ο Μπαρτολομέ Μίτρε (Bartolomé Mitre) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1821. Ο απώτερος πρόγονός του Βεντούρα Μητρόπουλος είχε φθάσει στην Αργεντινή από τη Βενετία στα τέλη του 17ου αιώνα.

Ως φιλελεύθερος, αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Χουάν Μανουέλ ντε Ρόζας και εξορίστηκε στην Ουρουγουάη το 1846. Αργότερα, έζησε στη Βολιβία, το Περού και τη Χιλή και με τη δράση του συνέβαλε στην πτώση του Ρόζας το 1852.

Μετά την επιστροφή του στην Αργεντινή υποστήριξε τις αυτονομιστικές τάσεις της επαρχίας του Μπουένος Άιρες και απέρριψε το Σύνταγμα του 1853, το οποίο παρείχε μία ανεπαρκή κατά τη γνώμη του θέση μέσα στην ομοσπονδία.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1859-1861) τέθηκε επικεφαλής του στρατού του Μπουένος Άιρες και νίκησε τον στρατό της συνομοσπονδίας της Αργεντινής στην αποφασιστική μάχη του Παβόν (17 Σεπτεμβρίου 1861).

Τον Οκτώβριο του 1862 εκλέχτηκε Πρόεδρος της Αργεντινής και παρέμεινε στη θέση του έως τις 11 Οκτωβρίου 1868, οπότε έληξε η εξαετής θητεία του. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, πάταξε τους τοπικούς αρχηγούς (caudillos), ευνόησε τη μετανάστευση και ανέπτυξε την εκπαίδευση και την οικονομία. Στην αρχή του πολέμου εναντίον της Παραγουάης (1865) τέθηκε επικεφαλής των συμμαχικών στρατευμάτων (Αργεντινής, Βραζιλίας, Ουρουγουάης).

Στις 4 Ιανουαρίου του 1870 ίδρυσε την εφημερίδα «La Nación Argentina» («Το Αργεντίντικο Έθνος»), που συνεχίζει να εκδίδεται από τους απογόνους του με την ονομασία «La Nación». Ανήκει στον κεντροξεξιό χώρο κι έχει τη δεύτερη κυκλοφορία στη χώρα.

Το 1874, ο Μίτρε υπέβαλε εκ νέου υποψηφιότητα για την Προεδρία της Αργεντινής, αλλά ηττήθηκε. Θεώρησε την ήττα του προϊόν νοθείας και κήρυξε «αντάρτικο». Κατέλαβε μία κανονιοφόρο και επιχείρησε να εμποδίσει την ορκωμοσία του νέου προέδρου Νικολάς Αβελανέδα. Συνελήφθη και η ζωή του σώθηκε χάρη στη μεγαλοψυχία του νέου προέδρου.

Στη συνέχεια και μέχρι το τέλος της ζωής του αφιερώθηκε στο γράψιμο. Έγραψε, μεταξύ άλλων, ιστορικά βιβλία, τον βίο του Αγίου Μαρτίνου και μετέφρασε στα ισπανικά τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη.

Ο Μπαρτολομέ Μίτρε, που ήταν ενεργός Μασόνος, πέθανε στο Μπουένος Άιρες στις 19 Ιανουαρίου 1906, σε ηλικία 85 ετών.


Γεγονότα

 


μ.Χ.

1552

Η Άλωση της Ρόδου

Η πολιορκία της Ρόδου

Η πολιορκία της Ρόδου

Ήταν η δεύτερη προσπάθεια των Οθωμανών το 1522 να εκδιώξουν τους Ιωαννίτες Ιππότες από τη Ρόδο και να διασφαλίσουν με την κατάληψη του νησιού την κυριαρχία τους στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Αυτή τη φορά στέφθηκε από επιτυχία, σε αντίθεση με την πρώτη το 1480.

Ο 16ος αιώνας ήταν η περίοδος της μεγίστης ακμής για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την ηγεσία του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπή. Τη Ρόδο κατείχαν από το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες (Τάγμα του Αγίου Ιωάννη), απομεινάρια των Σταυροφόρων, που είχαν χάσει και τα τελευταία τους ερείσματα στους Αγίους Τόπους το 1291. Αγόρασαν την πόλη της Ρόδου από τους Γενουάτες και κατόρθωσαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε όλο το νησί, εκδιώκοντας τους Τούρκους. Με την πάροδο των ετών δημιούργησαν ένα ισχυρό προπύργιο στην περιοχή και κατέστησαν αρκετά ενοχλητικοί για τους Οθωμανούς, αφού παρεμπόδιζαν με τις επιδρομές τους τη ναυσιπλοΐα από τη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία προς τα λιμάνια της Συρίας και της Αιγύπτου.

Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Ρόδου από τους Οθωμανούς το 1480, ήταν θέμα χρόνου η επάνοδός τους στο νησί. Για αυτό, το κύριο μέλημα του Μέγα Μάγιστρου Φιλίπ Βιλιέ ντε Λιλ Αντάμ ήταν να βελτιώσει και να επεκτείνει τα οχυρωματικά έργα της πόλης και να κλείσει το λιμάνι με την τοποθέτηση μιας τεράστιας σιδερένιας αλυσίδας στην είσοδό του. Ο Σουλειμάν, από την πλευρά του, αποφάσισε ότι το καλοκαίρι του 1522 ήταν ο καλύτερος χρόνος για να επιχειρήσει την κατάληψη της Ρόδου.

Στις 26 Ιουνίου, ο στόλος του, αποτελούμενος από περίπου 280 πλοία, αποβίβασε τα πρώτα στρατεύματα στη Ρόδο. Μέχρι τις 28 Ιουλίου, οπότε κατέφθασε αυτοπροσώπως ο Σουλτάνος για να εποπτεύσει την επιχείρηση, ο αριθμός τους έφθανε τις 100.000 άνδρες. Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων τέθηκε ο μπατζανάκης του Σουλτάνου, Μουσταφά Πασά. Την καλά οχυρωμένη πόλη της Ρόδου υπερασπίζονταν περίπου 5.000 άνδρες, από τους οποίους οι 600 ήταν του Τάγματος (200 Ιππότες), 400 Κρητικοί (Έλληνες και Βενετοί, ανάμεσά τους και ο μεγάλος τειχιστής Γαβριήλ Μαρτινέγκο) και οι υπόλοιποι ξένοι ναυτικοί και ντόπιοι Ροδίτες.

Η πολιορκία της Ρόδου βάστηξε πέντε μήνες και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις του είδους. Στην αρχή, ο Μουσταφά Πασάς μπλόκαρε το λιμάνι και βομβάρδισε την πόλη με το πεδινό πυροβολικό του. Στη συνέχεια, οι επιθέσεις του πεζικού ήταν καθημερινό φαινόμενο, αλλά απέβαιναν άκαρπες. Το φρούριο της Ρόδου κρατούσε γερά και δεν ήταν εύκολη υπόθεση η κατάληψή του, όπως πίστευαν αρχικά οι σύμβουλοι του Σουλτάνου. Στις 24 Σεπτεμβρίου ο Μουσταφά πραγματοποίησε μια συνδυασμένη μαζική επίθεση με πυροβολικό και πεζικό. Πάνω στα τείχη της Ρόδου διεξήχθησαν ομηρικές μάχες και πολλές φορές άλλαξαν χέρια. Μία μέρα αργότερα και αυτή η επίθεση κατέληξε σε αποτυχία, με σημαντικές απώλειες για τους επιτιθέμενους.

Εξοργισμένος ο Σουλεϊμάν από την ανικανότητα του στρατηγού του διέταξε να τον θανατώσουν και ανέθεσε την επιχείρηση στον Αχμέτ Πασά, έμπειρο πολιορκητή και με γνώσεις μηχανικής. Μόνο με την παρέμβαση των συμβούλων του η οργή του Σουλτάνου καταλάγιασε και χαρίστηκε στον συγγενή του. Ο Αχμέτ με τα διαρκή πυρά του πυροβολικού του προξένησε σημαντικές ζημιές στις οχυρώσεις, ενώ προσπάθησε να σκάψει λαγούμια κάτω από τα τείχη και να αιφνιδιάσει τους αμυνόμενους. Μια νέα επίθεση τον Νοέμβριο κατέληξε σε αποτυχία.

Και οι δύο πλευρές, μετά από πέντε μήνες άγριων μαχών, είχαν φθάσει στα όριά τους. Σε πιο δεινή θέση ήταν οι πολιορκούμενοι, που αντιμετώπιζαν έλλειψη τροφών και πολεμοφοδίων, αφού η βοήθεια από τη Δύση δεν έφθασε ποτέ. Οι οχυρώσεις καταστρέφονταν, χωρίς δυνατότητα επισκευής. Ο αποδεκατισμός της φρουράς δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί, ενώ αντίθετα στο τουρκικό στρατόπεδο οι τρομακτικές απώλειες αναπληρώνονταν με αφίξεις νέων στρατευμάτων.

Υπό την πίεση του λαού, ο Μέγας Μάγιστρος ζήτησε ανακωχή από τον Σουλτάνο στις 20 Δεκεμβρίου 1522. Δύο μέρες αργότερα, ο Σουλεϊμάν δέχθηκε και ανακοίνωσε τους όρους του, οι οποίοι ήταν αρκούντως γενναιόδωροι και εξέπληξαν τους αμυνόμενους. Ο Σουλεϊμάν απαίτησε από τους Ιππότες να εγκαταλείψουν τη Ρόδο εντός 12 ημερών με την περιουσία και τον οπλισμό τους. Στους ντόπιους, Έλληνες και Λατίνους, έδωσε φορολογική απαλλαγή για πέντε χρόνια και παρείχε τη διαβεβαίωση ότι δεν θα μετέτρεπε τους χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά. Αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νησί όφειλαν να το πράξουν εντός τριών ετών.

Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιππότες και αρκετοί Έλληνες εγκατέλειψαν τη Ρόδο με προορισμό τη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Στη συνέχεια, οι Ιππότες διεκπεραιώθηκαν στη Σικελία και κατέληξαν στη Μάλτα, όπου θα μετονομαστούν σε Ιππότες της Μάλτας και θα τεθούν εκ νέου αντιμέτωποι των Οθωμανών το 1565.

Εν τω μεταξύ, στη Ρόδο ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές, όταν οι νικητές έδιωξαν Λατίνους και Έλληνες από το φρούριο, στο οποίο εγκαταστάθηκαν Τούρκοι και Εβραίοι. Η πολιορκία και η άλωση της Ρόδου επιτεύχθηκε με μεγάλο ανθρώπινο κόστος για τους Οθωμανούς (περίπου 50.000 οι νεκροί και οι τραυματίες), αλλά τους διασφάλισε την κυριαρχία τους στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο.

«Παύσατε τας κατά των φορολογουμένων απηνείς καταδιώξεις. Μην καταπιέζητε την γεωργικήν τάξιν...» αναφέρεται σε άρθρο της εφημερίδας «Εθνοφύλαξ».

Η Απελευθέρωση της Καβάλας

Στις 26 Ιουνίου 1913 τρία πλοία του ελληνικού στόλου αποβίβασαν αγήματα στην Καβάλα και την κατέλαβαν από τους Βουλγάρους δια περιπάτου. Ήταν η πρώτη επιχείρηση του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου, που «έπαιζε» άνευ αντιπάλου στο Αιγαίο, καθώς οι Βούλγαροι δεν είχαν πλοία στο Αιγαίο και ο Οθωμανικός στόλος ήταν κλεισμένος στα Στενά.

Η Καβάλα είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους τον Οκτώβριο του 1912, κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Οι Βούλγαροι ήθελαν να την κρατήσουν πάση θυσία υπό την κυριαρχία τους για να διασφαλίσουν την πολυπόθητη έξοδό τους στο Αιγαίο. Η Καβάλα ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια του μακεδονικού χώρου, με το ελληνικό στοιχείο, που αποτελούσε το 45% του πληθυσμού της, να παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της πόλης. Το ελληνικό στρατηγείο από την πλευρά του επιζητούσε την κατάληψη της Καβάλας για να εκδιώξει από την ευρύτερη περιοχή του Παγγαίου τους Βουλγάρους και να διευκολύνει έτσι τις επιχειρήσεις στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη.

Με την έναρξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου (16 Ιουνίου 1913), ο ελληνικός στόλος απέκλεισε τις ακτές της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης, από τις εκβολές του Στρυμόνα, δυτικά, έως τον Αίνο (περιοχή πέρα από τον Έβρο), ανατολικά. Στις 18 Ιουνίου τα ελληνικά πολεμικά πλοία ήταν αγκυροβολημένα στην περιοχή της Ασπροβάλτας για να παρέχουν υποστήριξη στην 7η Μεραρχία, που επιχειρούσε στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών. Η προς τα βορειανατολικά προέλαση της 7ης Μεραρχίας κατέστησε άσκοπη την παραμονή του στόλου εκεί και στις 22 Ιουνίου κατέπλευσε στον Λιμένα της Θάσου.

Την επομένη ημέρα, 23 Ιουνίου, τμήμα του ελληνικού στόλου έλαβε διαταγή να κάνει παραπλανητικές διελεύσεις μπροστά από το λιμάνι της Καβάλας. Το θωρηκτό «Ύδρα» και μεταγωγικά πλοία, τα οποία ήταν κενά, διέρχονταν επανειλημμένα μπροστά από το λιμάνι της Καβάλας και έδιναν την εντύπωση στους Βουλγάρους ότι οι Έλληνες θα πραγματοποιήσουν απόβαση στην Κεραμωτή, απέναντι από την Θάσο. Φοβούμενοι το ενδεχόμενο αυτό, οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την πόλη στις 25 Ιουνίου και κατευθύνθηκαν προς τα βόρεια. Στις 26 Ιουνίου 1913, τα αντιτορπιλικά «Δόξα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» αποβίβασαν αγήματα και απελευθέρωσαν την Καβάλα χωρίς αντίσταση, «εν μέσω εξάλλου ενθουσιασμού των κατοίκων», όπως έγραψε ο Τύπος της εποχής.

Η ενσωμάτωση της Καβάλας στο ελληνικό κράτος θα κριθεί οριστικά στο διπλωματικό πεδίο, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (17 - 28 Ιουλίου 1913). Οι Βούλγαροι έδωσαν σκληρή μάχη για να ανακτήσουν την Καβάλα, έχοντας την υποστήριξη της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας. «Η Ελλάδα διαθέτει τόσα λιμάνια, ώστε να μην γνωρίζει πώς θα τα χρησιμοποιήσει. Θα λάβει τη Θεσσαλονίκη. Ανατολικά της Θεσσαλονίκης, μόνο η Καβάλα είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα αξιόλογο λιμάνι. Το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) δεν αξίζει τίποτε. Είναι δίκαιο η Βουλγαρία να έχει ένα λιμάνι στη θάλασσα του Αιγαίου» τόνιζε o υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Σαζόνοφ προς τον Γάλλο πρεσβευτή στη Ρωσία Τεοφίλ Ντελκασέ. Την πλάστιγγα υπέρ των ελληνικών θέσεων θα γείρει τελικά ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος, η αδελφή του οποίου Σοφία είχε παντρευτεί τον βασιλιά Κωνσταντίνο.

50 κράτη υπογράφουν στο Σαν Φρανσίσκο τον καταστατικό χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Η Ρόμα νικά την ΑΕΚ 3-1 σε διεθνές φιλικό παιγνίδι στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Τα έσοδα του αγώνα θα διατεθούν για τις ανάγκες των σχολών αναλφαβήτων.
Ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Κένεντι επισκέπτεται το διαιρεμένο Βερολίνο. Αρχίζει το λόγο του με την περίφημη φράση: «Ich bin ein Berliner» (Είμαι κι εγώ Βερολινέζος).
Η Διάσκεψη Κορυφής της ΕΟΚ στη Λισαβόνα αποφασίζει να μην αναγνωρίσει τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία, αποδεχόμενη τις ελληνικές θέσεις - προτάσεις.
Με τιμές αρχηγού κράτους κηδεύεται στο Α’ Νεκροταφείο ο ιδρυτής και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Παπανδρέου.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

Σαλβαδόρ Αλιέντε, σοσιαλιστής πρόεδρος της Χιλής, που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια πραξικοπήματος του στρατηγού Πινοτσέτ. (Θαν. 11/9/1973)
Κώστας Αξελός, έλληνας φιλόσοφος και στοχαστής. (Θαν. 4/2/2010)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
   Ιουλιανός ο Παραβάτης, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, που προσπάθησε να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία. (Γεν. 331)

Ιουλιανός
331 – 363

Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου από το 361 έως το 363 μ.Χ. Γεννήθηκε το 331 στην Κωνσταντινούπολη ως Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός και ήταν γιος του Ιουλίου Κωνστάντιου, ετεροθαλούς αδελφού του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Προσπάθησε να επαναφέρει την ειδωλολατρία στην Αυτοκρατορία και από τους Εθνικούς αποκαλέστηκε Μέγας. Για τους Χριστιανούς και την Ιστορία είναι ο «Παραβάτης» και ο «Αποστάτης», ενώ του αποδίδονται τα επίθετα «Ειδωλιανός», «Αδωναίος», «Καυσίταυρος» και «Πισαίος».

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον σκύθη ευνούχο Μαρδόνιο, ο οποίος εμφύσησε στον νεαρό Ιουλιανό την αγάπη για την Αρχαία Ελλάδα. Μετά τη συνομωσία του εξαδέλφου του, αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β’, εναντίον μελών της οικογένειάς του, ο Ιουλιανός μετέβη μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Γάλλο στη Νικομήδεια, όπου ήταν μητροπολίτης ο αδελφός της μητέρας του Ευσέβιος. Ο Ευσέβιος έδειξε ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη μόρφωσή του ανιψιού του, αλλά μετά το θάνατό του το 342 τα δύο αδέλφια εστάλησαν στην Καπαδοκία.

Το 348 και για μια τριετία ο Ιουλιανός επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρακολούθησε μαθήματα με τους ρήτορες Νικοκλή και Εκήβολο. Το 351 εξαναγκάσθηκε να εγκατασταθεί και πάλι στη Νικομήδεια. Προσπάθησε να παρακολουθήσει μαθήματα του εθνικού σοφιστή Λιβάνιου, που αναγνωριζόταν ως κύριος εκφραστής της ελληνικής θρησκείας, αλλά ο αυτοκράτωρ του το απαγόρευσε. Ο Ιουλιανός φρόντισε, όμως, να προμηθευτεί αντίγραφα των μαθημάτων του και να μυηθεί στην αρχαία ελληνική διανόηση. Την τριετία 351-354, που παρέμεινε στη Νικομήδεια, έδειξε ενδιαφέρον για τον νεοπλατωνισμό του Ιάμβλιχου, γνωρίζοντας τον μαθητή του Αιδέσιο.

Την εποχή αυτή χρονολογείται και η οριστική απομάκρυνσή του από τον Χριστιανισμό. Στις «Επιστολές» του προς τον Λιβάνιο αναφέρει ότι καθοριστικός παράγοντας για τη μεταστροφή του ήταν ο θρησκευτικός φανατισμός του εξαδέλφου του αυτοκράτορα και η ανάγνωση των Ομηρικών Επών. «Ημίν ανήκουσιν η ευγλωττία και αι τέχναι της Ελλάδος και η των Θεών αυτής λατρεία. Υμέτερος δε κλήρος εστί η αμάθεια και η αγροικία και ουδέν πλέον. Αύτη εστίν η σοφία υμών» έλεγε.

Το 354 ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος δίνει εντολή για τη δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού του Γάλλου, που ήταν Καίσαρ. Ο Ιουλιανός τότε οδηγήθηκε στο Μιλάνο, όπου παρέμεινε σε απομόνωση για ένα εξάμηνο, με διαταγή του καχύποπτου εξαδέλφου του. Με τη μεσολάβηση της αυτοκράτειρας Ευσεβίας, που τον συμπαθούσε ιδιαιτέρως, αφέθηκε ελεύθερος να επιστρέψει στην Ανατολή. Καθ’ οδόν, επισκέφθηκε την Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα με τους φιλοσόφους Προαιρέσιο και Ίμερο. Στην Αθήνα συνάντησε και δύο παλιούς του γνώριμους από τη Νικομήδεια, τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, ενώ μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, που είχαν απαγορευτεί.

Το 355 η Ευσέβεια πείθει τον Κωνστάντιο να διορίσει τον Ιουλιανό Καίσαρα της Δύσης με έδρα το Μιλάνο. Την ίδια χρονιά, νυμφεύεται τη αδελφή του αυτοκράτορα Ελένη. Αμέσως, αναλαμβάνει την αρχηγία των στρατευμάτων της Γαλατίας με σκοπό να εξουδετερώσει τις καταστρεπτικές επιδρομές των διαφόρων γερμανικών φύλων. Παρότι χωρίς στρατιωτική εκπαίδευση, ο Ιουλιανός επιδεικνύει αξιοσημείωτες ηγετικές ικανότητες.

Με νέα έδρα το Παρίσι, κατορθώνει να περιορίσει τους Φράγκους και τους Αλαμανούς πέραν του Ρήνου. Παράλληλα, προβαίνει σε αναδιοργάνωση της Γαλατίας, προωθώντας διοικητικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις, φορολογικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι κοινωνικές παροχές προκαλούν την αποδοχή του λαού και το φθόνο του αυτοκράτορα και της αυλής του. Στον ελεύθερο χρόνο του, ο Ιουλιανός συνεχίζει τη μελέτη φιλοσοφικών έργων και γράφει τα πρώτα του κείμενα.

Ο θάνατος της αυτοκράτειρας Ευσεβίας το 359 αύξησε την καχυποψία του Κωνστάντιου για τον Ιουλιανό. Οι σχέσεις των δύο ανδρών έφθασαν σε οριστική ρήξη, όταν ο αυτοκράτορας ζήτησε από τον νεαρό Καίσαρα την αποστολή στρατιωτικών τμημάτων από τη Γαλατία για να ενισχύσουν την κατά των Περσών εκστρατεία του. Κάποιες από τις μονάδες του Ιουλιανού αρνήθηκαν και τον ανακήρυξαν Αύγουστο. Ο Ιουλιανός, έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ζήτησε από τον Κωνστάντιο την αναγνώριση του τίτλου του. Η άρνηση του αυτοκράτορα έθεσε σε εφαρμογή τα φιλόδοξα σχέδιά του.

Το 361, με την προτροπή συμβούλων και φίλων του, διέσχισε τον Ρήνο με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Στρατοπέδευσε στη Ναϊσό, γενέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έχοντας την υποστήριξη του Δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας. Στις 9 Νοεμβρίου 361 ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος πέθανε ξαφνικά, με αποτέλεσμα ο επικείμενος Εμφύλιος Πόλεμος να αποφευχθεί. Στις 11 Δεκεμβρίου 361 ο Ιουλιανός εισέρχεται θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και αναγορεύεται αυτοκράτωρ.

Πρώτο μέλημα του νέου ηγέτη του Βυζαντίου ήταν η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του παλατιού με την προώθηση των δικών του ανθρώπων, αλλά και η τιμωρία των δολοφόνων του πατέρα του. Τρεις ήταν οι βασικοί στόχοι της πολιτικής του: η ριζική αναδιάρθρωση της διοικητικής μηχανής, η θρησκευτική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η εξουδετέρωση του περσικού κινδύνου.

Το πολύμορφο πρόγραμμά του αποσκοπούσε στην αποκέντρωση της αυτοκρατορικής διοικήσεως, στη δραστική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, στην εκτέλεση έργων κοινωνική πρόνοιας, στη δημιουργία μιας εθνικής εκκλησίας και την κατάρτιση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος με ιδιαίτερη έμφαση στο πνεύμα και όχι το γράμμα των κλασσικών κειμένων.

Το 362 με διάταγμά του αποκαθιστά την Εθνική θρησκεία, καθιερώνοντας την αρχή της ανεξιθρησκίας. Οι κλεισμένοι αρχαίοι ναοί ανοίχθηκαν και η εκκλησιαστική περιουσία δόθηκε στους δικαιούχους της. Οι χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τα υψηλά πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, ενώ αποκλείστηκαν ως δάσκαλοι από τα σχολεία της Αυτοκρατορίας.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Βλάση Φειδά, η ενοθεϊστική θρησκειακή σύνθεση του Ιουλιανού είχε θεό μιθραϊκό, θεολογία νεοπλατωνική και οργάνωση χριστιανική, ενώ διατήρησε πολλά στοιχεία του ειδωλολατρικού πανθέου. Ο βασιλεύς Ήλιος ήταν ο υπέρτατος θεός, η ελληνική φιλοσοφία ήταν η πνευματική υποδομή της νέας θρησκείας και η ειδωλολατρική λατρεία η μόνη παραδεκτή για τη διάπλαση των ηθών, ενώ για το ιερατείο επεφύλασσε τελετουργικά και διδακτικά καθήκοντα. Ωστόσο, ο Ιουλιανός είχε βαθιά γνώση του χριστιανισμού και μεγάλο θαυμασμό για την κοινωνική του αλληλεγγύη.

Στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας, ο Ιουλιανός στράφηκε προς τους Εβραίους και τους παρότρυνε να ασκήσουν τη θρησκεία του με κάθε ελευθερία. Όταν εκείνοι του εξήγησαν ότι μπορούν να λατρεύουν τον Θεό τους, μόνο στο Ναό του Σολομώντος, που από αιώνες κειτόταν σε σωρό ερειπίων, ο αυτοκράτωρ διέταξε τον άμεσό συνεργάτη Αλύπιο να επιληφθεί της ανοικοδομήσεώς του. Ο Ιουλιανός στόχευε αφ’ ενός στην εξασφάλιση ενός χρήσιμου συμμάχου στα όρια της αυτοκρατορίας, αφ’ ετέρου στη διάψευση της προφητείας του Ιησού ότι ο Ναός θα έμενε γκρεμισμένος στους αιώνας.

Ο ενθουσιασμός, όμως, του Ιουλιανού για την ειδωλολατρία αποδείχθηκε ανεδαφικός, καθώς η χριστιανισμός είχε αποκτήσει βαθιές ρίζες στην Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστικός είναι ο χρησμός που φαίνεται να του έδωσαν το Μαντείο των Δελφών: «Είπατε τω βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος, έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ». Ο ίδιος ο Ιουλιανός απέκτησε σαφέστερη αντίληψη όταν αποδοκιμάστηκε και λοιδωρήθηκε στην Αντιόχεια, θέλοντας να επαναφέρει τη λατρεία του θεού Απόλλωνα σ’ ένα εγκαταλειμμένο ναό στα περίχωρα της πόλης. Την ημέρα της τελετής μόνο ο ίδιος, ο ιερέας του ναού και μια χήνα έδωσαν το «παρών», όπως αναφέρει ο Ιουλιανός σ’ ένα σύγγραμμά του.

Κατά την παραμονή του στην Αντιόχεια εξεστράτευσε εναντίον των Περσών, που με τον αρχηγό τους Σαπώρη Β’ παρενοχλούσαν με τις επιδρομές τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Ο Ιουλιανός νίκησε σε όλες τις μάχες του αντιπάλους του κι έφθασε μέχρι την πρωτεύουσα των Περσών Κτησιφώντα, την οποία πολιόρκησε. Στις 26 Ιουνίου 363 πληγώθηκε από δόρυ στο συκώτι κατά τη διάρκεια αψιμαχιών με διασκορπισμένες περσικές δυνάμεις. Τις τελευταίες ώρες της ζωής του τις πέρασε στη σκηνή του, συζητώντας με τους φιλοσόφους Πρίσκο και Μάξιμο για την αθανασία της ψυχής. Ο Ιουλιανός ξεψύχησε με τη φράση «Νενίκηκάς με, Ναζωραίε», αναγνωρίζοντας το μάταιο της προσπάθειάς του για την αναβίωση της αρχαίας θρησκείας. Πάντως, η φράση του αυτή αμφισβητείται ιστορικά.

Ποιο χέρι έριξε το μοιραίο δόρυ; Οι απόψεις διίστανται. «Οικείος στρατιώτης» γράφει ο χριστιανός ιστορικός Σωκράτης, «Άγνωστον Πόθεν» διαπιστώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός, ενώ ο Λιβάνιος είναι κατηγορηματικός: «εν τοις ημετέροις ήν ο φονεύς», εννοώντας ότι αυτός που τον σκότωσε ήταν χριστιανός.

Με το θάνατο του Ιουλιανού έσβησε και το όραμά του για την αναβίωση της ειδωλολατρίας. Ακόμη και οι εχθροί του αναγνώρισαν, όμως, ότι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, παρότι κυβέρνησε μόλις για ενάμισι χρόνο. Ο Ιουλιανός υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτωρ της κωνσταντίνειας δυναστείας. Τον διαδέχθηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο Ιοβιανός, που ήταν ο αρχαιότερος αξιωματικός της ανακτορικής φρουράς με καταγωγή από την Παννονία, σημερινή Ουγγαρία.

Βιβλιογραφία

  • «Άπαντα Ιουλιανού», σε πέντε τομίδια από τις εκδόσεις «Κάκτος»
  • Πολύμνιας Αθανασιάδη «Ιουλιανός: Μία βιογραφία» (Εκδόσεις «Μ.Ι.Ε.Τ»)
  • Γκορ Βιντάλ «Ιουλιανός» (Εκδόσεις «Εξάντας»)
Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, έλληνας φιλόσοφος. (Γεν. 1355)
Βερόνικα Γκέριν, ιρλανδή δημοσιογράφος, που δολοφονήθηκε από ανθρώπους του υποκόσμου και η ζωή της έγινε ταινία. (Γεν. 5/7/1958)

πηγη: www.sansimera.gr

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου